Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015

« CASTA DIVA » - ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΑΣ


















 Η Κάλλας τραγούδησε 84 φορές τη Νόρμα - περισσότερο από κάθε άλλη ηρωίδα της όπερας -  και 43 τη Λουτσία. Συγκεκριμένα τραγούδησε:

Νόρμα του Μπελίνι (Νόρμα) 84 φορές 

Τραβιάτα του Βέρντι (Βιολέτα) 58

Τόσκα του Πουτσίνι (Τόσκα) 53

 Λουτσία του Ντονιζέτι (Λουτσία) 43

 Αίντα του Βέρντι (Αίντα) 31

 Μήδεια του Κερουμπίνι (Μήδεια) 31

 Τουραντό του Πουτσίνι (Τουραντό) 23

 Σονάμπουλα του Μπελίνι (Αμίνα) 21

Τροβατόρε του Βέρντι (Λεονόρα)  20

 Πουριτανοί του Μπελίνι (Ελβίρα) 13

 Άννα Μπολένα του Ντονιζέτι ('Αννα) 12

 Τζοκόντα του Πονκιέλι (Τζοκόντα) 12

  Τριστάνος και Ιζόλδη του Βάγκνερ (Ιζόλδη) 12

 Ακόμη, είχε τραγουδήσει άλλες τριάντα (30) όπερες κάτω από 10 φορές την κάθε μία, συνολικά, - εκτός από τις προαναφερθείσες - 122 φορές στα μεγαλύτερα λυρικά θέατρα της Υφηλίου.

Η Μαρία Κάλλας έδωσε συνεντεύξεις, κυρίως σε διακεκριμένους μουσικοκριτικούς, αλλά εκείνο που επιζητούσαν τα ΜΜΕ ήσαν "αποκαλύψεις" για το δεσμό  της με τον Ωνάση. Με μένα, όπως μου έλεγε ο Ωνάσης στην αρχή κυριολεκτικά με "έτρεμε". Με τον καιρό όμως απόκτησε εμπιστοσύνη στο "καλαματιανό πατριωτάκι", όπως έλεγε ο πατέρας της. 'Όταν ΤΟ 1961 διάβασα συνέντευξή της στον διακεκριμένο Άγγλο μουσικοκριτικό Derek Prouse, της έκανα νύξη να μου δώσει κι΄εμένα. Την έφερα σε δύσκολη θέση γιατί με συμπαθούσε, αλλά δικαιολόγησε την άρνησή της ότι δεν ήμουν μουσικοκριτικός. Με φίλησε μάλιστα και μου είπε "Δημητράκη μου είναι δυνατόν να μου πάρεις εσύ συνέντευξη και να μη μου κάνεις αδιάκριτες ερωτήσεις; Θα χαλάσεις το στιλ σου".

 Η συνέντευξη του Prouse σε τρεις συνέχειες (19, 27 Μαρτίου και 2 Απριλίου 1961 the Sunda  Times) έγινε με τη συμπλήρωση δεκαετίας της ντίβας στη Σκάλα του Μιλάνου, όπου αναβίωσε λησμονημένους και δύσκολους ρόλους. Η Μαρία του 1961 ήταν με το ένα πόδι στη καριέρα της και με το άλλο στο ερωτικό της παραλήρημα με τον Άρη και οι φωνητικές χορδές της παρουσίαζαν κόπωση.Προαισθάνεται ίσως ότι έχοντας φτάσει στη  κορυφή, πρέπει ν΄αφήσει κάποιες υποθήκες για το πως έφτασε τόσο ψηλά και τι νιώθει... Οι μεταγενέστεροι που θα τολμήσουν την ανάβαση στα θεόρατα ύψη, πρέπει να μάθουν τα μυστικά περάσματα και να γνωρίζουν τα φίλτρα της τέχνης.

 Η συνέντευξη-εξομολόγηση της Κάλλας στα 38 χρόνια της:

Η Μαρία Κάλλας μιλάει για τη δουλειά της, τον χαρακτήρα της, και τις φοβίες της 

«Προσπαθώ πάντοτε να είμαι αντικειμενική  με τον εαυτό μου και με τη δουλειά μου. Μπορώ να σας πω, με κάθε εντιμότητα πιστεύω, ότι είμαι η πιο αυστηρή από τους κριτικούς μου. Άλλωστε, όσο περνούν τα χρόνια, γίνεσαι περισσότερο απαιτητικός. Όταν είσαι νέος και βρίσκεσαι στο κατώφλι μιας καριέρας, εμπιστεύεσαι απόλυτα τον εαυτό σου ότι είσαι ικανός να αναλάβεις και το δυσκολότερο έργο και να το φέρεις σε πέρας με θαυμαστό τρόπο. Αλλά, μέσα στον κόσμο όπου ζω, ανακάλυψα ότι όσο περισσότερα μαθαίνεις τόσο συνειδητοποιείς πόσο λίγα ξέρεις. Αν αγαπάς  αληθινά τη μουσική, δεν μπορείς παρά να να σταθείς ταπεινά απέναντι στις απέραντες δυνατότητές της και να παραδεχθείς ότι οι περιορισμένες δυνάμεις σου θα σε εμποδίσουν πάντα να την υπηρετείς με τον τρόπο που θα ήθελες - κι ας σημαίνει αυτό, ίσως, ότι ποτέ δεν θα γνωρίσεις μια σταθερή και διαρκή ευτυχία». «Η διασημότητα είναι ένα μπούμερανγκ,  και κάθε καλλιτέχνης που θέλει να μείνει  πιστός στον εαυτό του και την τέχνη του  αισθάνεται εξαιρετικά ευάλωτος. Έτσι, η ουσιώδης συνθήκη για να προσεγγίσει η  καλλιτεχνική δημιουργία την τελειότητα -και μιλώ για την ελευθερία του πνεύματος - είναι και η πιο δύσκολη να επιτευχθεί».

«Μου έχει συμβεί κάποτε να γυρίσω σπίτι ύστερα από μια παράσταση και - ενώ είχα καταχειροκροτηθεί - να αρχίσω να κλαίω πικρά γιατί δεν είχα κατορθώσει, το ήξερα, να υπηρετήσω τις προθέσεις του συνθέτη έτσι όπως τις ένιωθα. Ίσως να είχα κάνει μερικά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά αυτά τα βήματα με έκαναν να συνειδητοποιήσω πόσο πιο μακριά πρέπει κανείς να πάει».

«Για μένα η μουσική είναι το ωραιότερο πράγμα στον κόσμο κι όταν κατορθώνεις να υπερβείς ορισμένες δυσκολίες με ένα τόσο εύθραυστο όργανο, όπως  η φωνή, νιώθεις μια ικανοποίηση τόσο πηγαία, που μοιάζει να αναδύεται μέσα   από  την ψυχή σου. Για να δώσεις  σε μια παράσταση τον καλύτερο εαυτό σου έχεις ανάγκη από ψυχική  ηρεμία. Θέλεις επίσης να ξέρεις ότι το κοινό θα είναι πάντοτε μαζί σου, κι ότι αν κάποιο βράδυ δεν είσαι στις καλύτερες στιγμές σου, θα δείξει κατανόηση και θα σε αγαπάει πάντα. Αν όμως - και αυτό μου έχει συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν - γίνεις ένα παιχνίδι στα χέρια ανθρώπων που δεν συμπάσχουν μαζί σου, που δεν μοιράζονται τα ίδια συναισθήματα, τότε τι γίνεται; Η φωνή σου είναι πάντα εκεί - ίσως μάλιστα καλύτερη από ποτέ - αλλά το πνεύμα και το σώμα σου αρνούνται να τραγουδήσουν. Και αν σε αναγκάσουν να τραγουδήσεις, τότε νιώθεις καταδικασμένη, φυλακισμένη. Τότε κάθε χαρά έχει χαθεί». •••   «Μου συμβαίνει μερικές φορές, όταν πρωτοδιαβάζω ένα λιμπρέτο, να μην μπορώ να συγκρατήσω τα γέλια μου και να αναρωτιέμαι αν θα καταφέρω να διατηρήσω τη σοβαρότητα μου επί σκηνής όταν τραγουδώ μια φράση. Αλλά όταν αισθάνομαι τη μουσική, σχεδόν πάντα κατορθώνω να μεταμορφώσω τα λόγια. Καμιά φορά μάλιστα πρέπει κανείς να τροποποιήσει μερικές φράσεις για να γίνουν πιο αποδεκτές από το σύγχρονο ακροατήριο». ••• «Τα μόνα μέσα που χρειάζονται για να κατανοήσεις τον ρυθμό του συνθέτη είναι το ένστικτο, η εμπειρία και το προσωπικό γούστο». ••• «Η εμπιστοσύνη στον εαυτό σου είναι κάτι που μπορεί πολύ εύκολα να ανατραπεί. Να γίνει φόβος ότι δεν θα σταθείς στο ύψος των περιστάσεων. Πολλές φορές παρεξηγήθηκα εξ αιτίας   αυτού του φόβου. Όταν καμιά φορά οργίζομαι, η οργή έχει στόχο τον ίδιο μου τον εαυτό και όχι τους άλλους ανθρώπους. Είναι ένας τρόπος άμυνας.
ο τρόμος της γελοιοποίησης.

«Με βασανίζουν αμφιβολίες και φόβοι. "Δεν είμαι ικανή. Δεν έχω φωνή. Δεν έπρεπε να αναλάβω αυτό τον ρόλο". Κα­ταριέμαι τον εαυτό μου, τον βρίζω. Ακό­μη και όταν οι άνθρωποι με περιβάλλουν με φανερή αγάπη, εγώ εξοργίζομαι και λέω: "Αυτοί οι άνθρωποι σε θαυμάζουν. Γιατί; Δεν το αξίζεις!". Αναρωτιέμαι αν αυτά τα συναι­σθήματα είναι ειλικρινή και αν  πηγάζουν από το ταμπεραμέντο τού κάθε καλλιτέχνη, ίσως να αποτελούν συστατικά στοιχεία κάθε δημιουργικής προσωπικότητας. Ισως πάλι αντανακλούν τον χαρακτήρα του συνειδητού καλλιτέχνη: ένας χαρακτήρας ευπαθής, που εύκολα περιπίπττει σε σύγχυση, που φοβάται μήπως γελοι­οποιηθεί. Αλλά ποτέ δεν είναι ματαιόδοξος, καθόλου, μα καθόλου. Μια όπερα είναι κάτι το οποίο δεν θα μπορέσεις ποτέ να γνωρίσεις από­λυτα. Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση και η μεγάλη αίσθηση του ανικανοποίητου. Επιπλέον, αυτή η επώδυνη πορεία προς την τελειότητα είναι ένας δρόμος στρωμένος με παρεξηγήσεις.»

"Δεν υπάρχει τελειότητα"

«Ο μηχανισμός του τραγουδιού, όπως εγώ προσωπικά τον αντιλαμβάνομαι, κά­θε άλλο παρά εύκολη υπόθεση είναι. Γι΄ αυτό θα ήθελες να σου δείχνουν περι­σσότερη κατανόηση. Αλλά, στην πλειονό­τητα τους  οι κριτικοί θέλουν να είναι όλα τέλεια, τελειότητα όμως δεν υπάρχει. Θα έπρεπε να έχουν συνεχώς υπόψη τους ότι, σε μια παράσταση όπερας, ορισμένα μέρη μπορεί να είναι περισσότερο επιτυχημένα από άλλα. Και ότι από τη μια βραδιά στην άλλη τα πράγματα ποικίλλουν. Μπορεί να μη σε ικανοποίησε, να σε έκανε ακόμη και δυστυχισμένη ο τρόπος που μόλις τραγούδησες μια φράση. Σκέφτεσαι: "Θα ήθελα να πεθάνω. Θέλω  να φύγω, δεν θέλω πια να τραγουδήσω" - κι΄αμέσως επηρεάζεται η επόμενη φάση. Αυτή είναι η ψυχολογική διάσταση ενός ανθρώπινου διλήμματος που σε ωθεί να αναζητείς συνεχώς την τελειότητα ενώ είναι αδύνατον να την κατακτήσεις. Όταν όλα πηγαίνουν θαυμάσια  στη δουλειά, η ζωή σου φαίνεται υπέροχη, διαφορετικά είναι μαρτύριο».

"Το κοινό μπορεί να σε παραλύσει..."

 «Κάθε καλλιτέχνης αντάξιος  του ονόματός του οφείλει, βέβαια, να έχει το θάρρος της γνώμης του και να προσπαθεί να υπηρετεί τις  πιο υψηλές φιλοδοξίες του».
«Δεν διατείνομαι ότι εισήγαγα κάποιους νεωτερισμούς.  Ο τρόπος με τον οποίο εργάζομαι, ήταν γνωστός πριν από μένα, και τον ακολούθησαν και άλλοι σε διάφορες περιόδους στην ιστορία της όπερας».

«Το πιο θαυμάσιο πράγμα για έναν καλλιτέχνη είναι η αίσθηση ότι το κοινό είναι έτοιμο να του προσφέρει τη συμπάθεια του για να δώσει τον καλύτερο εαυτό του. Μου  έχει τύχει να βγω στη σκηνή και να νιώσω ότι το κοινό δεν μου δίνει αμέσως τη συμπάθειά του. Τότε παραλύω. Ο λαιμός μου κλείνει. Οι τόνοι, οι ήχοι είναι εκεί, αλλά  κάθε  εμπιστοσύνη προς τον εαυτό μου έχει εξαφανιστεί. Τότε αισθάνομαι ηττημένη».

"Οι  αφύσικες κινήσεις δεν πείθουν"

«Θα πέθαινα από πλήξη αν ήμουν υπο­χρεωμένη να επαναλαμβάνω κάθε φο­ρά ένα ακριβές μοντέλο. Τη μια μέρα νιώθεις την ανάγκη να κάνεις μια συγκε­κριμένη κίνηση, που την επομένη δεν σου έρχεται να την επαναλάβεις με τρόπο φυ­σικό. Και αν οι κινήσεις σου δεν είναι φυσικές, δεν υπάρχει περίπτωση να πείσεις το κοινό.

Οι χειρονομίες μου δεν είναι  ποτέ προμελετημένες, σας διαβεβαιώνω   γι' αυτό. Υπαγορεύονται από τις χειρονομίες των άλλων τραγουδιστών, από τη μουσική, από την αμέσως προηγούμενη κίνηση μου. Η μία χειρονομία βια δέχεται την άλλη σε μια αδιάλειπτη αλληλουχία κινήσεων η μία πηγάζει από την άλλη όπως συμβαίνει  σε μια συνομιλία. Χθες μπορεί να έκανα  αυτή την κίνηση, αλλά αν αύριο ένας τενόρος κάνει δυο βήματα εμπρός αντί  δυο βήματα πίσω, τότε τι κάνεις;  Είσαι υποχρεωμένη να ενσωματώσεις την κίνηση του στη δική σου πραγματι­κότητα. Μπορεί επίσης εκείνος να τραγουδήσει  διαφορετικά από ότι την προηγουμένη παράσταση, και αυτό υπαγορεύει μια διαφορετική δι­κή σου κίνηση. Η ομορφιά μιας  παράστασης συνίσταται σε άπειρες μικρές προυποθέσεις, που πρέπει όμως όλες να είναι αυθεντικό προϊόν της στιγμής».

"Η Νόρμα με κάνει ευτυχισμένη"

«Όποτε ερμηνεύω τη Νόρμα είμαι ευτυχισμένη. Είναι ο αγαπημένος μου ρόλος. Νομίζω ότι της μοιάζω. Είναι πολύ υπερήφανη για να δείξει τα πραγματικά της αισθήματα, αλλά στο τέλος υποκύπτει. Μια γυναίκα που δεν αισθάνεται κακία ούτε νιώθει αδικημένη από δυσμενείς καταστάσεις, τις οποίες, εν τέ­λει, έχει προκαλέσει η ίδια. Λατρεύω τον Μπελίνι, όπως και τον Ντονιτσέτι. Αλλά ο Μπελίνι είναι η αδυναμία μου. Είναι πιο ισχυρός, πιο δυνατός, πιο αρρενωπός, αν μου επιτρέπεται να  εκφραστώ έτσι. Ο κόσμος της Λουτσία είναι άλλος. Μελαγχολικός και συναισθηματικός Ιδιαίτερα στη σκηνή της τρέλας, καταλαβαίνεις ότι ο κόσμος της υπερβαίνει την καθημερινότητα, είναι ένας κόσμος ονείρου».

"Είμαι υπερήφανη για τον τίτλο πριμαντόνα"

«Με γνωρίζουν ως πριμαντόνα και καμιά φορά με κατηγορούν ότι είμαι πριμαντόνα. Αλλά αυτός είναι ένας τίτλος για τον οποίο  είμαι υπερήφανη. Πολύ συχνά δίνουν στον όρο  μια λανθασμένη σημασία. Στην πραγματικότητα, η λέξη προσδιορίζει πολύ απλά την "πρώτη κυρία" του θιάσου, την πρωταγωνίστρια.»

«Όταν την ώρα που δουλεύω με κοιτάζουν, αισθάνομαι με­γάλη δειλία, η οποία εξωτερικεύεται ως δυσαρέσκεια. Ειδικά στίς πρόβες, δεν μπορώ να ανεχθώ την παρουσία ξένων - άσχετων προσώπων. Αισθάνομαι φυλακισμένη. Υποθέτω - και πρέπει να το παραδεχθώ - ότι απλούστατα δεν έχω εμπιστοσύ­νη στον εαυτό μου. Αυτή είναι η ουσία του χαρακτήρα μου».

EPOCA



Όταν η Μαρία Κάλλας είχε  φύγει από  την  πίσω  πόρτα, για να μπει από την κεντρική  είσοδο η Τζάκι Κένεντι,  η Ντίβα είχε δώσει  στον Ντέιβιντ Φροστ,  μια συγκλονιστική συνέντευξη. Όταν, στο τέλος της τηλεοπτικής συνομιλίας τους, την ρώτησε ο Φροστ, "τι σημαίνει για εσάς τώρα ο Ωνάσης", απάντησε: "Όταν ο Άρης ή εγώ βρεθούμε σε κάποια δύσκολη στιγμή, θα αναζητήσουμε ο ένας τη συμβουλή του άλλου".  
---------------------------------------------------------

Σημείωση: Δυο μήνες  μετά τον γάμο του με την Τζάκι και ενώ η τελευταία βρισκότανε στη Νέα Υόρκη, ο Ωνάσης χτύπησε τη πόρτα της Κάλλας στο Παρίσι, της ζήτησε συγνώμη  και ομολόγησε ότι ο γάμος του με την "τρελοαμερικάνα" ( όπως την αποκαλούσε στους δικούς του)  ήταν το λάθος της ζωής του. 

Η Ντίβα σε ανθρώπινη διάσταση

Το αφιέρωμα θα συνεχιστεί με  αποσπάσματα από τα βιβλία μου "Η δυναστεία Ωνάση, τραγωδία και αίνιγμα"  και το "Μανχάταν, στον ίσκιο των γιγάντων".  Αλλά και με συνομιλίες μου με την Μαρία Κάλλας  στην Αθήνα, στο Σκορπιό, στο Ναύπλιο, στη Νέα Υόρκη και στο Παρίσι.

Ακόμη θα παραθέσω όλη τη συνέντευξη που έδωσε στη τηλεοπτική εκπομπή μου "Ελεύθερος ρεπόρτερ" ο σύζυγός της  Μπατίστα Τζ. Μενεγκίνι, με διερμηνέα τον συνεργάτη της στη Σκάλα του Μιλάνου βαθύφωνο Νίκο Ζαχαρίου, που εκφέρει κι΄αυτός τη γνώμη του για την Ντίβα. Πολύ ενδιαφέρουσες είναι και οι συζητήσεις μας στο Ναύπλιο, όταν έκανε τις πρόβες για την "Μήδεια", στην Επίδαυρο. Όπως και στη Νέα Υόρκη, περιζωμένη από την υποψία, που έγινε  φόβος, ότι ο Ωνάσης (εννέα χρόνια κοντά του) φλερτάρει με διαθέσεις μόνιμου δεσμού, με την χήρα Τζάκυ Κένεντι... Και πολλές αποκλειστικές φωτογραφίες.

Την Μαρία Κάλλας την είδα το Σεπτέμβριο του 1973, όταν λό­γω ασθένειας των ματιών της - αυτή ήταν η δικαιολογία - ματαίωσε την εμφάνισή  της στο Λονδίνο, όπου για 6.000 θέσεις, οι αιτήσεις  έφτασαν το δεκαπλάσιο! Οι λά­τρεις της φωνής της και της προσωπικότητας της, θέλανε να την ακούσουν και να την δούν, μετά οχτώ χρόνια, αναζητώντας ένα εισιτήριο έστω και με 150 λίρες στη μαύρη αγορά. Στα πρόθυρα των 50, είχε χάσει την ένταση της φωνής της, έστω κι αν ο προσωπικός της πιανίστας Ιβούρ Νιούτον, την εκθείαζε στις πρόβες για να της δώσει κουράγιο. Η άλλοτε αγέρωχη ντίβα, μου είχε πει, συσχετίζοντας τον βίο της με του Ωνάση: "Εκείνος έχασε το γιο του, εγώ την αυτοπεποίθηση μου κι οι δυο τα πάντα... Γιατί ζούμε;"

Και όμως η Μαρία Κάλλας, μετά το ταρακούνημά της από την εγκατάλειψη της και τον γάμο του Ωνάση με την Τζάκι Κένεντι, είχε φορτιστεί από το υπέρτατο συναίσθημα που χρειάζεται μια λυρική αισθαντική πρωταγωνίστρια. Κάποτε είχε πει ότι τραγου­δούσε τόσο εκφραστικά, γιατί:
«άκουγα με τ' αυτιά και την ψυχή μου τη μουσική, που ο συνθέτης είχε φροντίσει μ' αυτή, όχι μόνο πως να τρα­γουδάς αλλά και πως να παίζεις - έτσι με είχε διδάξει ο μαέστρος δάσκαλος μου Σεραφίν...».

Τώρα η Κάλλας ήταν πιο ώριμη, από ποτέ πριν, για να τραγου­δήσει και να εκφραστεί πάνω στη σκηνή, όπως λ.χ. στην άρια της Τόσκα::

«Έζησα για την τέχνη, έζησα για τον έρωτα...
Και τραγούδια, για του ουρανού τα αστέρια,
πιο όμορφα ακόμα, θα τα κάνω να λάμπουν...
Αυτή την ώρα του πόνου γιατί μ΄ανταμείβεις έτσι...»

 Ο ιμπρεσάριός της Μισέλ Κλοτζ, σε μια συνέντευξη του, μετά το θάνατο της, είπε:

 «Η Μαρία τα είχε τελείως χαμένα και μια μέ­ρα μου εκμυστηρεύτηκε: "Ο μισός μου εγκέφαλος διατηρεί την πλήρη του διαύγεια, αλλά ο άλλος μισός είναι τελείως χαμένος". 

Και ο Γκιουζέπε ντι Στέφανο, αποκάλυψε ότι η Κάλλας έπαιρνε συνέχεια υπνωτικά χάπια για να μπορεί να κοιμηθεί, χάπια - όπως σχολίασε - που βλάπτουν τον εγκέφαλο. Και πρόσθεσε μια συγκλονιστική φράση που του είχε πει: «Αγαπητέ μου Πίπο, κάθε μέρα, δόξα τον Θεό, είναι μια μέρα λιγότερο προς το τέλος». Η Μαρία Κάλλας, κατάληξε ο επίσης διάσημος συνάδελφος της, είχε πάψει να αντιδρά, δεν ήτανε πια εκείνη που υποστήριζε κά­ποτε ότι ήτανε γεννημένη για ν' αγωνίζεται...

Callas4a


Στα μπουζούκια ("Σπηλιά" του Παρασκευά) η Κάλλας
με την πριγκίπισσα Γκρέις Κέλι και πίσω ο ρεπόρτερ. 

Χιώτης: Μεγάλη μας τιμή κυρία Κάλλας, δεν έχω λόγια να σας ευχαριστήσω.

Κάλλας: δική μου τιμή κύριε Χιώτη, γιατί πιστέψτε με ότι η αποψινή βραδιά ήταν η πιό ευχάριστη ψυχαγωγικά της ζωής μου. Σας εκφράζω και τα συγχαρητήρια της πριγκίπισσας που με έβαζε κατά την διάρκεια των τραγουδιών να της μεταφράζω τα λόγια στα αγγλικά
Χιώτης: Αυτό με φοβίζει...

Κάλλας: Να μη σας φοβίζει, γιατί η πριγκίπισσα είναι ερωτευμένη γυναίκα και μου εξέφρασε τον θαυμασμό της όχι μόνο για την δεξιοτεχνία σας και τη φωνή της κυρίας Λίντα, αλλά και για κάποιους στίχους που προσπάθησα να τους μεταφράσω όσο σωστότερα μπορούσα.

Τότε η Γκρέις Κέλι ζήτησε να μάθει σε τι διαφέρει το μπουζούκι από τις ηλεκτρικές κιθάρες των Beatles με τον Χιώτη να απαντά 

«Κυρία Κάλλας παρακαλώ εξηγείστε στην πριγκίπισσα ότι οι χορδές της ηλεκτρικής κιθάρας δονούνται από την πρίζα και οι χορδές του μπουζουκιού κατευθείαν από την καρδιά.

             --------------------------------------------------------------------------

ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΑΣ εξομολόγηση (ντοκουμέντο)



<< η χειρότερη ημέρα της ζωής μου ήταν η 14 Αυγούστου 1969,
κλεισμένη στο διαμέρισμά μου στο Παρίσι, όταν μου τηλεφώνησε
ο Άρης ( παντρεμένος με την Τζάκι ) να μου ευχηθεί για την αυριανή
εορτή μου χρόνια πολλά >>.


Αύγουστος 1960 η Μαρία Κάλλας τραγουδάει "Νόρμα" στην Επίδαυρο και 20.000 θεατές την αποθεώνουν...  Οι θαλαμηγοί και οι τουρίστες κατακλύζουν τα ελληνικά νησιά..

Η Μαρία Κάλλας  τον Αύγουστο του  1960   καθηλώνει  στην Επίδαυρο 20.000 θεατές με τη "Νόρμα". Τα παγκόσμια κινηματογραφικά επίκαιρα, οι τηλεοράσεις, τα ραδιόφωνα, εφημερίδες και περιοδικά,  αναφέρονται  στη ντίβα και στην  Ελλάδα  και  όλοι νιώθαμε  θεόρατοι.

                                  ------------------------------------------

Μαρία Κάλλας


m.callas200


Τη Μαρία Κάλλας  τη πλησίασα στην αρχή ως ρεπόρτερ, τον Σεπτέμβρη του 1959, όταν μετά την περίφημη κρουαζιέρα στη Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη, ο Ωνάσης την είχε μοναδική φιλοξενούμενη στη θαλαμηγό του, που είχε αράξει στη Γλυφάδα. Όταν οι άλλοι ρεπόρτερ και παπαράτσι είχαν αποσυρθεί από το ολοήμερο ξεροστάλιασμα στη παραλία, εγώ κρατώντας με το στανιό  τον φωτογράφο  Ιορδάνη Καπασακάλη που νύσταζε,  επέμενα να καιροφυλακτούμε  και  τελικά πετύχαμε πριν το ξημέρωμα να χορεύουν ο κροίσος και η ντίβα τσικ του τσικ στη πίστα ενός εντελώς άδειου κέντρου της Γλυφάδας... .


Μετά την φυγάδευση της Κάλλας από τα γκαρσόνια,  τον καυγά μου με τον Ωνάση  και  την αποκλειστική συνέντευξη που μου έδωσε την επομένη πάνω στη "Χριστίνα", άνοιξε ο δρόμος της γνωριμίας μου με την διάσημη σοπράνο που στην αρχή με ανέχτηκε για δύο κυρίως λόγους: Πρώτα, γιατί ξετρελαμένη με τον Ωνάση, ανεχόταν τον πάσα ένα που συμπαθούσε εκείνος    και μετά, γιατί ο πατέρας της της είπε ότι ο παππούς μου  ήταν κοντοχωριανός του και γνωστός του...

Η ντίβα  μου είχε πει το 1960 στη Νάπολι, παρουσία του Ωνάση, ότι συχνά  παρακολουθούσε τα ελληνικά καλλιτεχνικά δρόμενα από το "Έθνος" και διαβάζοντας κάποια ρεπορτάζ μου της άρεσε το στιλ του γραψίματός μου. Αλλά με  είχε προειδοποιήσει: "Μη περιμένεις όμως να μου πάρεις  συνέντευξη, γιατί μιλάω μόνο για όπερα κι΄εσύ, όπως κι΄ο Άρης, δεν σκαμπάζετε από τέχνη...".      Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί την αποκαλούσαν τίγρι που έδειχνε τα νύχια της στους δημοσιογράφους, ίσως γιατί σ΄εμένα φερνόταν ευγενικά, εκτός από τη στιγμή της συμφιλίωσης με την αδελφή της Υακίνθη, όταν με είδε να είμαι εκεί και μάλιστα με φωτογράφο... Θύμωσε, αλλά επενέβη ο πατέρας της που της είπε ότι με θεωρεί οικογενειακό φίλο. Πήραμε μερικές φωτογραφίες και πριν φύγουμε με το φωτογράφο, με χαιρέτησε δια χειραψίας χαμογελαστή. Μάλλον η ντίβα είχε αρχίσει να μπαίνει στο διασκεδαστικό παιγνίδι της δημοσιότητας, για το οποίο ο αγαπημένος της είχε διαλέξει  ως συνεργό εμένα...


KalogeropG
Ο γάμος του Ωνάση με τη Τζάκι Κένεντι  υπήρξε υπερφίαλη πράξη επιδειξομανίας του Σμυρνιού και για την Μαρία  ημέρα ταπείνωσης και θλίψης, θα μου πει ο πατέρας της Γεώργιος Καλογερόπουλος


OnasMaria
Η ντίβα αγάπησε με πάθος τον Ωνάση, ο οποίος όμως μετά εννιάχρονο δεσμό την παράτησε για τη Τζάκι, χήρα του προέδρου  Κένεντι


Scan11001
Ρεπόρτερ-πατέρας Καλογερόπουλος-οικογενειακή φίλη  κα Ξακουστή-Μαρία-Υακίνθη


Callas3


Callas1


trio
Η σαπουνόπερα του πλούτου ξεκινάει αυτή τη στιγμή, όταν ο Σμυρνιός  δείχνει κάτι περισσότερο από θαυμασμό στη Ντίβα , που αναρωτιέται "λες;", ενώ ο σύζυγος ευγενικά αλλά φοβισμένα, προσπαθεί να ξεχουφτιάσει τον θαυμαστή από τη γυναίκα του... 


skarifopera



ArisManos
Στη φωτο Ωνάσης-Χατζιδάκις στη Νέα Υόρκη, δυό μήνες πριν αφήσει ο Σμυρνιός τη Κάλλας για τη Τζάκι

Δείχνοντας στον Ωνάση και στο  Χατζιδάκι αυτό το σκαρίφημα (αποδίδεται στ ο Τσόρτσιλ)   είχε πει ο συνθέτης στο κροίσο: Κάποιος θα πρεπε να γράψει ένα λιμπρέτο που ν΄αρχίζει με  βυζαντινή χορωδία στην Άγια Σοφιά, να συνεχίζεται με σμυρνέικα τραγούδια, να προχωράει με ρεμπέτικα, αργεντίνικα ταγκό, άριες της Κάλλας και να τελειώνει με Τσιτσάνη και ζειμπεκιές  στο Σκορπιό! Μπεγλέρησε το ασημένιο κομπολογάκι του ο Αρίστος (δεν ήξερα τότε ότι ήταν δωράκι της Τζάκι)  και μειδίασε όπως τον βλέπετε ακριβώς στη φωτογραφία: Μαέστρο βάλε και λίγη αμερικάνικη μουσική... Αργότερα είχα ζητήσει από  το Μάνο να μου πει το τίτλο μιάς  τέτοιας όπερας και αυτός, κάθισε στο πιάνο μπερδεύοντας στα πλήκτρα μουσική όπερας, ρεμπέτικων και σμυρνέικων...Τότε φώναξα:  Όταν ο Αρίστος έσμιξε  με τη Μαρίτσα!    (το σκαρίφημα μου το δωσε καμαρότος της "Χριστίνας" που το χε βρει στη καμπίνα του Τσόρτσιλ.


                                             -----------------------------------------------

Σε  διεθνές συμπόσιο κορυφαίων του πνεύματος, τη δεκαετία του '60 στο Σίατλ, προσπαθούσανε να διαλέξουνε τα δημιουργήματα που θ' αντιπροσωπεύανε περισσότερο το ανθρώπινο γένος... Κασέτες με εικόνα ή ήχο,  θα βάζανε σε δορυφόρο, ένα είδος "βόγιατζερ", που θα κατευθυνότανε στο διαστρικό χώρο, σε περίπτωση που θα κινδύνευε να καταστραφεί η Γη από φυσικά ή τεχνικά αίτια... Πολλοί διαφωνούσανε στην επιλογή έργων λογοτεχνίας, ποίησης, ζωγραφικής, αρχιτεκτονικής και τα λοιπά, αλλά όλοι συμφωνήσανε τελικά ότι τα εξωγήινα όντα δεν θα ξέρανε την ανθρώπινη λαλιά... Ένας σοφός Γιαπωνέζος ανέβηκε στο βήμα, κρατώντας ένα από τα μαγικά έργα της τεχνολογίας της πατρίδας του... Παρακάλεσε το ακροατήριο ν' ακουμπήσει το κεφάλι στις αναπαυτικές καρέκλες, να κλείσει τα μάτια και, τότε πάτησε το κουμπί... Ξαφνικά αντήχησε η φωνή της Μαρίας Κάλλας από την άρια "Κάστα Ντίβα"... Όσο διαρκούσε η φωνητική μυσταγωγία κανένας δεν έβγαλε κιχ, αλλά μόλις τέλειωσε όλοι χειροκροτήσανε και συμφωνήσανε ότι η θεϊκιά αυτή φωνή άξιζε ν' αντιπροσωπεύσει τον άνθρωπο στον αχανή διαστρικό χώρο του σύμπαντος... Αυτή ήτανε η μεγάλη Ελληνίδα τραγουδίστρια, που αν κι η στάχτη της σκορπίστηκε στο Αιγαίο, η φωνή της θ' αντηχεί και μετά τη συντέλεια της Γης, συντροφιά με τα γραφτά του Πλάτωνα, τη μουσική του Μπετόβεν κι άλλα υπέρλαμπρα δημιουργήματα του ανθρώπου, που θα ταξιδεύουνε σε κάποιο δορυφόρο στο διαστρικό αχανές, ώσπου να τα συλλέξουνε άλλα εξωγήινα όντα προηγμένα τεχνολογικά..

 ( Το κείμενο είναι απο το βιβλίο "Ελληνες, υπέροχοι, απίθανοι και τρελοί" Δημήτρης Λιμπερόπουλος- εκδόσεις Γιάννης Β. Βασδέκης - 1988)



Ο Ωνάσης μια μόνο γυναίκα αγάπησε στη ζωή του, την Αθηνά Λιβανού. Καμιά άλλη. Όλες τις άλλες τις "χρησιμοποίησε", ακόμη και την Μαρία Κάλλας που την είχε κοντά του σχεδόν μια δεκαετία. Τη θαύμαζε όμως, ακόμη κι όταν την παράτησε για  την Τζάκι, που τον εξακόντισε σε φήμη  πάνω κι από τους αστροναύτες... Το 1959, όταν ο  53χρονος κροίσος αποφασίζει να μπλέξει στα δίχτυα του την πριμαντόνα, ορμάει σαν μανιασμένος ταύρος στην αρένα της δημοσιότητας, έχοντας την αβάντα του Τσόρτσιλ που τον φιλοξενεί στη θαλαμηγό του.. Η ιέρεια της όπερας, στα 36 της, βρίσκεται  στο ζενίθ της καριέρας της, έχοντας  "αναστήσει"  δύσκολες  όπερες που καμιά άλλη δεν είχε τολμήσει να τραγουδίσει. Το κοινό, από Σκάλα του Μιλάνου ως Μετροπόλιταν Όπερα Νέας Υόρκης, παραληρεί σε κάθε εμφάνισή της.


http://letteradonna.it/wp-content/blogs.dir/3037/files/2013/12/8711.jpg




Πέρασε τη κατοχή στην Αθήνα

 Η Μαρία Καλογεροπούλου γεννημένη στη Νέα Υόρκη (1923) βρίσκεται στην Αθήνα με τη μητέρα της και την αδελφή της, όταν ξεσπάει ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος και περνάει την κατοχή με στερήσεις, σπουδάζοντας στο Εθνικό Ωδείο φωνητική.  Έχει μιά καλή δασκάλα την Ελβίρα Ιντάλγκο, που της λέει ότι η φωνή της θα μείνει στην ιστορία της όπερας και την προτρέπει  ν΄ αναζητήσει τη τύχη της στο εξωτερικό, γιατί η Ελλάδα είναι στενός χώρος γι΄αυτήν. Με τη λήξη του πολέμου, το 1945,  επιστρέφει στην Αμερική, όπου την  ανακαλύπτει Ιταλός συνάδελφός της και την προτείνει  στην όπερα της Βερόνα. Εκεί έχει τη τύχη να την αναλάβει  μουσικά ο πεπειραμένος μαέστρος Τούλιο Σεραφίν και καλλιτεχνικά ο μεσήλικας βιομήχανος λάτρης της όπερας Μπατίστα Μενεγκίνι, που τον παντρεύεται. Αυτός ο Βερονέζος αρχοντοχωριάτης την οδηγεί σκαλί-σκαλί στη καθιέρωσή της  στη χώρα της όπερας.

Η ίδια διηγείται ότι η στέρηση τροφής στη κατοχή την έχει οδηγήσει με βουλιμία στο φαγητό και έχει γίνει παχύσαρκη. Τα 40 κιλά που χάνει, χωρίς να εξασθενίσει  η φωνής της, υπήρξε το κατόρθωμά της. Όσο ανέβαινε στη κορυφή, τόσο αδυνάτιζε, ομόρφαινε, αποκτούσε χάρη, φανατικούς θαυμαστές, αλλά  κι εχθρούς... Στα 36 χρόνια της, η Μαρία Καλογεροπούλου, που ο μετανάστης φαρμακοποιός πατέρας της είχε γεννηθεί στη Σκάλα της Μεσσηνίας, ξανάβρισκε μνήμες από τις ελληνικές ρίζες της. Ο Λουκίνο Βισκόντι είχε πει πως, χωρίς αυτές τις ελληνικές καταβολές , η φωνή της δε θα ήτανε τόσο συγκλονιστική  για το πνεύμα, και το παίξιμο της τόσο εντυπωσιακά τραγικό στη Μήδεια και στη Νόρμα... Ο Φράνκο Τζεφιρέλι είπε για την Κάλλας: "Ακόμα κι όταν στη σκηνή τραγουδάει ο παρτενέρ της, οι θεατές βλέπουνε μαγεμένοι εκείνη...".





Στο δρόμο της ο Ωνάσης

Αλλά ας γυρίσουμε στην κρουαζιέρα του καλοκαιριού 1959, με  τρία ιερά τέρατα της πολιτικής, της τέχνης και του πλούτου, που πάνω στη θαλαμηγό "Χριστίνα" δημιουργούσαν ένα δαιμονικό τρίγωνο, φοβερότερο κι από εκείνο των Βερμούδων που κατάπινε τα πάντα... Όσο και να σας φανεί παράξενο, πρωταγωνιστής ήτανε ο Ωνάσης, που μιλούσε άπταιστα εφτά γλώσσες κι είχε καταβροχθίσει τόνους εγκυκλοπαιδικές γνώσεις... Ο Τσόρτσιλ τον τσιγκλούσε κι έδειχνε τον Μενεγκίνι, σχολιάζοντας πως αν και κατακτήσανε οι Ρωμαίοι τους Έλληνες, εκείνοι τους επιβληθήκανε πνευματικά... Η Μαρία χασκογελούσε καθώς ο Πατέρας της Νίκης τής έστελνε ραβασάκια (με την ερώτηση "τον αγαπάς;") όπως τότε που στο τραπέζι της Γιάλτας αντάλλαζε χαρτάκια με τον Στάλιν για τη μοιρασιά του κόσμου... Τι σου είναι όμως το ριζικό... Τότε ο Τσόρτσιλ δούλευε για τον μπαρμπα-Σαμ... Τώρα έκανε αβάντα στον  Αρίστο το Σμυρνιό... Ο Ωνάσης αργότερα διηγότανε πως ο Τσόρτσιλ εκείνο τον καιρό, αν και γέρος, κάπνιζε, έπινε, έπαιζε χαρτιά και κουτσομπόλευε, υποστηρίζοντας πως οι μικροαπολαύσεις αυτές του δίνανε την ψευδαίσθηση έστω πως ξανανιώνει στιγμιαία...

Την δεκαετία του 60, όπου εμφανιζόντουσαν Κάλλας-Ωνάσης, οι παπαράτσι τους κυνηγούσαν κατα πόδας και  ο κόσμος τους χειροκροτούσε. Όσο για τους Έλληνες, ιδιαίτερα του εξωτερικού, ήσαν υπερήφανοι για το διασημότερο ελληνικό ζευγάρι του 20ου αιώνα.  Ο Μενεγκίνι μου είχε πει, ότι κοπίασε για να φτιάξει τον μύθο Μαρία Κάλλας, που τελικά τον εγκατέλειψε για έναν άλλο μύθο...

Ανθός της Γης κι΄αγκάθια...

Όταν ο πρωθυπουργός Μεντερές κι ο υπουργός εξωτερικών Ζορλού είχαν ανέβει στη "Χριστίνα" να υποβάλουνε τα σέβη τους στον Πατέρα της Νίκης, το γέρικο λιοντάρι της Αλβιόνας είχε μετά συζήτηση με τον Πατριάρχη Αθηναγόρα και τον Ωνάση. Και τους ρώτησε:

-Τι λαός είσαστε εσείς οι Έλληνες; Την ημέρα σάς ξεριζώνουν και ολονυχτίς ξαναβλασταίνετε! Και τι βλαστάρια; Ο ανθός της Γης, σαν τη Μαρία! Αλήθεια πόσοι είσαστε, μόνο δέκα εκατομμύρια;

-Πώς ν' αυξηθούμε, αναρωτιόταν η  Κάλλας, αφού ανάμεσα στον ανθό φυτρώνουν κι΄ αγκάθια...

Αδικημένες φωνές...


Αγκάθι μπηγμένο στην καρδιά της πριμαντόνας ήταν αυτό το αλληλοφάγωμα, από την εποχή που τη σαμποτάρανε στη Λυρική Σκηνή της Αθήνας... Το 'λεγε και το ξανάλεγε πως το 1954 έμεινε μ' ανοιχτό στόμα, όταν ο Νίκος Ζαχαρίου κι η Μαρία Κερεστεντζή θριαμβεύσανε στο διεθνή διαγωνισμό της Σκάλας του Μιλάνου! Δυο φωνές αδικημένες, που όσο τραγουδούσανε στην Ελλάδα δεν έπαιρναν διεθνή λάμψη.  Γι' αυτό η Κάλλας, όταν ήρθε, διάσημη πια, να τραγουδήσει στην Επίδαυρο, ζήτησε υπέρογκη αμοιβή, που την κατάθεσε όμως στο Ίδρυμα που έφερε τ' όνομα της, για την ανάδειξη ταλέντων...

Η Μαρία Κάλλας απέφευγε  τις μέρες της δόξας της  την Αθήνα, επειδή η ελληνική πρωτεύουσα δεν είχε όπερα. Τη Λυρική Σκηνή τη θεωρούσε σαν την παράγκα του Καραγκιόζη μπροστά στα παλάτια  των άλλων πόλεων ακόμη και των Βαλκανίων, που είχαν μεγαλοπρεπή λυρικά θέατρα. Ρωτούσε το ζεύγος Ζαχαρίου, που είχε επισκεφθεί τις βαλκανικές χώρες κι όταν της λέγανε ο Νίκος (φωτο) κι η Ελευθερία πως είχανε μεγαλοπρεπείς  όπερες, γινότανε θηρίο με τη δική μας κατάντια... Κι απαριθμούσε στα μακριά της δάχτυλα τους Έλληνες καλλιτέχνες που είχανε κάνει καριέρα στη Σκάλα του Μιλάνου, στην Ευρώπη, στη Μετροπόλιταν Όπερα, αλλά  η Ελλάδα δεν τους είχε τιμήσει  χτίζοντας ένα αντάξιο τους λυρικό θέατρο στην Αθήνα.

Την δεκαετία του 60, όπου εμφανιζόντουσαν Κάλλας-Ωνάσης, οι παπαράτσι τους κυνηγούσαν κατα πόδας και  ο κόσμος τους χειροκροτούσε. Όσο για τους Έλληνες, ιδιαίτερα του εξωτερικού, ήσαν υπερήφανοι για το διασημότερο ελληνικό ζευγάρι του 20ου αιώνα.  Ο Μενεγκίνι μου είχε πει, ότι κόπιασε για να φτιάξει τον μύθο Μαρία Κάλλας, που τελικά τον εγκατέλειψε για έναν άλλο μύθο...




        ------------------------------------------------------------------------------------------


Οι πέντε φήμες για τη Μαρία Κάλλας

Ακόμη και 37 χρόνια μετά το θάνατό της (16 Σεπτεμβρίου 1977) εξακολουθεί να μαγεύει, να μελετάται, να εμπνέει. Χαρακτηριστική η απόφαση της μεγάλης HBO να γυρίσει ταινία για τη ζωή της Ελληνίδας ντίβας με πρωταγωνίστρια την Μέριλ Στριπ, τα γυρίσματα της οποίας θα ξεκινήσουν τον Ιανουάριο.


Κι όσο κι αν όλο και περισσότερες άγνωστες λεπτομέρειες από τη ζωή και το έργο της βλέπουν το φως της δημοσιότητας, κάποιες άλλες θα κινούνται πάντα στη σφαίρα θρύλου που περιέβαλε πάντα τη μεγάλη καλλιτέχνιδα. Ιδού πέντε από αυτές.

Οι 5 μεγαλύτερες φήμες για τη Μαρία Κάλλας

1) Μια φορά κατάπιε μια ταινία για να χάσει βάρος
Ως παχουλό παιδί που μάχονταν κατά της παχυσαρκίας καθόλι την ενήλικη ζωή της, η Κάλλας υπήρξε ιδιαίτερα ανασφαλής σε σχέση με το βάρος της – σε κάποια περίοδο της ζωής της είχε γραφτεί πως η ύψους 1,73 ντίβα ζύγιζε περισσότερο από 90 κιλά. Ένας αστικός θρύλος υποστηρίζει ότι κάποια στιγμή η σοπράνο κατάπιε μια ταινία σε μια απελπισμένη προσπάθεια απώλεια βάρους, ενώ μια ακόμη φήμη την ήθελε να πειραματίζεται με ένα ειδικό ζυμαρικό. Η Κάλας είχε απορρίψει τα εν λόγω κουτσομπολιά, υποστηρίζοντας ότι είχε βάσει βάρος φυσικά.

2) Είχε φέρει στον κόσμο το παιδί του Αριστοτέλη Ωνάση, το οποίο πέθανε λίγο μετά τη γέννησή του
Αν και θεωρούνταν ότι δεν μπορούσε να κάνει παιδιά, η φήμη ότι η Κάλλας έφερε στον κόσμο ένα παιδί, καρπό του έρωτά της με τον εφοπλιστή Αριστοτέλη Ωνάση κυκλοφορούσε ευρύτατα κάποια εποχή, φτάνοντας στο σημείο πολλοί να μιλούν για γεγονός. Σύμφωνα με τη φήμη αυτή, ο γιος γεννήθηκε το 1960, αλλά πέθανε λίγες ώρες αργότερα. Άλλοι υποστηρίζουν ότι η Κάλας είχε υποβληθεί σε τουλάχιστον μια έκτρωση κατά τον δεσμό της με τον Ωνάση. Η σχέση της με τον Έλληνα Κροίσο υπήρξε ιδιαίτερα τρικυμιώδης, καθώς πιστεύεται ότι εκείνος ήταν αθεράπευτα άπιστος.

3) Διατηρούσε δεσμό με τον Ωνάση ακόμη κι όταν εκείνος παντρεύτηκε την Τζάκι Κένεντι
Ο Ωνάσης χώρισε την Κάλας το 1968 προκειμένου να παντρευτεί την χήρα του Κένεντι, Τζάκι. Ωστόσο κυκλοφορεί ευρέως η άποψη ότι η σχέση τους συνεχίστηκε και μετά το γάμο του Έλληνα Κροίσου με την πρώην πρώτη κυρία των ΗΠΑ. Σύμφωνα με το βιβλίο του 2000 του Νίκολας Γκέιτζ “Greek Fire”, για το διάσημο αυτό ειδύλλιο, ο Ωνάσης χτυπούσε συχνά την πόρτα της Κάλας, εκλιπαρώντας την να τον δεχτεί και πάλι.

4. Ο Ρίτσαρντ Μπάρτον είχε απορρίψει τις παρακλήσεις της να πρωταγωνιστήσουν μαζί στη «Μήδεια».
Το 1969 η Μαρία Κάλλας αποφάσισε να κάνει το ντεμπούτο της στο σινεμά με την κινηματογραφική μεταφορά της «Μήδειας», σε σκηνοθεσία του Ιταλού πρωτοπόρου Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Η τραγουδίστρια ήθελε το ρόλο του Τζέισον, του συμπρωταγωνιστή της στην τραγική ιστορία, να ενσαρκώσει ο Ρίτσαρντ Μπάρντον. Ο ουαλός ηθοποιός ωστόσο, ο οποίος τότε είχε τα ερωτικά του μπλεξίματα με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ, φέρεται να είχε απορρίψει την πρόταση. Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα ημερολόγια του ηθοποιού, ο Μπάρντον είχε γράψει ότι κάποια φορά τον κάλεσε στο τηλέφωνο αλλά «καθώς εκείνη την περίοδο ήμουν απορροφημένος με το διάβασμα, δεν ήταν καλοδεχούμενη».

5. Είχε προσβάλει την μεγαλύτερη οπερατική αντίζηλό της, συγκρίνοντάς την με την Coca-Cola
Ανάμεσα στις πολλές επαγγελματικές αντιζήλους της Κάλλας ήταν η Ιταλίδα Σοπράνο Ρενάτα Τεμπάλντι. Το αμοιβαίο μίσος των δύο γυναικών ήταν ευρέως γνωστό στα μέσα ενημέρωσης, με τις δυο τους να ανταλλάσσουν προσβολές και σκληρή κριτική σε κάθε ευκαιρία. Ένας αστικός μύθος λέει ότι κάποια στιγμή, ενοχλημένη από τις συνεχείς συγκρίσεις που έκαναν τα μέσα της εποχής ανάμεσα στις δύο καλλιτέχνιδες, η Κάλλας είχε σχολιάσει ότι είναι σαν να «συγκρίνεις τη σαμπάνια με το κονιάκ. Όχι, με την Κόκα Κόλα». Άλλοι πάλι, θέλοντας να υποβαθμίσουν την έχθρα, υποστηρίζουν ότι η Κάλλας έτρεφε απεριόριστο σεβασμό για το φωνητικό ταλέντο της Τεμπάλντι. Μάλιστα ο βετεράνος αρχιμουσικός Ζορζ Πρετρ, συνεργάτης και φίλος της Κάλλας, είχε πει: «Δημοσιογραφικές ανοησίες. Η αλήθεια είναι ότι η μία εκτιμούσε την άλλη βαθιά. Εγώ το ξέρω καλά, γιατί έχω κάνει την "Τόσκα" και με τις δύο».

πηγή: ethnos.gr




  -------------------------------------------------------------------------------------


Αφιέρωμα στη Μαρία Κάλλας - Φωτογραφικό Υλικό








Ως Tosca































Από την όπερα Τόσκα του Πουτσίνι






Με τη Marilyn



Μαρία Κάλλας - Αριστοτέλης Ωνάσης















Ως "Μήδεια" του Cherubini

















Με το αγαπημένο της σκυλάκι






Μαρία Κάλλας - Leonard Bernstein - Νοέμβριος 1976






http://www.nhaccodien.info/forum/attachment.php?attachmentid=2860&d=1334319529
Ως Anna Bolena, 1957





Στη Σκάλα του Μιλάνου


Το διαμέρισμά της στο Παρίσι



Η Μαρία Κάλλας ως Ιφιγένεια



http://i1.ytimg.com/vi/H_YPOq8ttuw/hqdefault.jpg?feature=og




Στο αεροδρόμιο του Λονδίνου - Στο απόγειο της δόξας της


Ως "Μήδεια" του Cherubini, Dallas 1958













Απολαμβάνοντας το μπάνιο της σε πισίνα του Μόντε Κάρλο μαζί μ' ένα παιδάκι

Λάτρευε τα παιδιά...


Η Μαρία με τον σύζυγό της Τζοβάνι Μπατίστα Μενεγκίνι

Παντρεύτηκαν το 1949, χώρισαν δέκα χρόνια αργότερα










Με τον Παζολίνι, στα γυρίσματα της "Μήδειας", Καππαδοκία, Ιούνιος 1969







Δεν μιλούσε συχνά, δεν μιλούσε εύκολα. Ό,,τι ήθελε να πει το έλεγε με το γενναιόδωρο τραγούδι της, με την ιδιαίτερη φωνή της που πήγαζε από την ψυχή της και στόχευε κατευθείαν στις ψυχές των θαυμαστών της. Εκτός όμως από τη μεγαλύτερη σοπράνο όλων των εποχών, η Μαρία Κάλλας μέσα από τις σχετικά λίγες συνεντεύξεις που είχε δώσει αποδείκνυε και ότι ήταν μια σκεπτόμενη και έξυπνη γυναίκα. Φαίνεται αυτό και από τα δέκα επιλεγμένα αποσπάσματα του ανήσυχου και τόσο ουσιαστικού λόγου της που παραθέτουμε. Με την ντίβα να μιλάει για τη ζωή και για την τέχνη, για τη ζωή μέσα από την τέχνη, για την τέχνη τού να ζεις…

1) «Ήμουν τόσο καιρό κλεισμένη στο κλουβί ώστε, τη μέρα που συνάντησα τον Ωνάση και τους φίλους του, γεμάτους χάρη και ζωή, ένιωσα διαφορετική γυναίκα. Ζώντας με έναν άντρα πολύ πιο ηλικιωμένο από μένα, είχα πάθει κατάθλιψη κι είχα γεράσει πριν από την ώρα μου. Σήμερα είμαι επιτέλους φυσιολογική γυναίκα, ευτυχισμένη».

2) «Από την παιδική μου ηλικία κατάλαβα πως οι άνθρωποι τριγύρω μου δεν είχαν σωστή κρίση. Έτσι, ή έπρεπε να κάνω ό,τι έκαναν εκείνοι ή αυτό που ήξερα πολύ καλά ότι έπρεπε να κάνω».

3) «Προσπαθώ πάντοτε να είμαι αντικειμενική ¬ με τον εαυτό μου και με τη δουλειά μου. Μπορώ να σας πω, με κάθε εντιμότητα πιστεύω, ότι είμαι η πιο αυστηρή από τους κριτικούς μου».

4) «Αν αγαπάς αληθινά τη μουσική, δεν μπορείς παρά να σταθείς ταπεινά απέναντι στις απέραντες δυνατότητές της και να παραδεχθείς ότι οι περιορισμένες δυνάμεις σου θα σε εμποδίζουν πάντα να την υπηρετείς με τον τρόπο που θα ήθελες ¬ κι ας σημαίνει αυτό ίσως ότι ποτέ δεν θα γνωρίσεις μια σταθερή και διαρκή ευτυχία».

5) «Μου έχει συμβεί κάποτε να γυρίσω σπίτι μετά από μια παράσταση ¬και, ενώ είχα καταχειροκροτηθεί, να αρχίσω να κλαίω πικρά γιατί δεν είχα κατορθώσει, το ήξερα, να υπηρετήσω τις προθέσεις του συνθέτη έτσι όπως τις ένιωθα. Ισως να είχα κάνει μερικά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά αυτά τα βήματα με έκαναν να συνειδητοποιήσω πόσο πιο μακριά πρέπει κανείς να πάει».

6) «Για μένα η μουσική είναι το ωραιότερο πράγμα στον κόσμο• κι όταν κατορθώνεις να υπερβείς ορισμένες δυσκολίες με ένα τόσο εύθραυστο όργανο, όπως η φωνή, νιώθεις μια ικανοποίηση τόσο πηγαία που μοιάζει να αναδύεται μέσα από την ίδια την ψυχή σου».

7) «Πάντοτε αγωνίστηκα για να ζήσω σαν μια κανονική ανθρώπινη ύπαρξη αλλά είχα την ατυχία να περιτριγυρίζομαι από ανθρώπους που έκαναν τα πάντα για να με εμποδίσουν».

8) «Δεν είμαι πάρα μια ανθρώπινη ύπαρξη που επιζητεί απλώς να ακολουθεί το ένστικτό της. Γιατί η εργασία μου είναι κυρίως ένστικτο. Κι αυτό το ένστικτο είναι η πολύτιμη πηγή που κάθε καλλιτέχνης οφείλει να προστατεύσει, με όλες τις δυνάμεις του, και να διατηρήσει αμόλυντη».

9) «Ήμουν σαν ένα σφουγγάρι. Κι ακόμη είμαι. Αλλά εμείς τα σφουγγάρια έχουμε το μειονέκτημα να απορροφούμε τα πάντα, και τα καλά και τα κακά, κι αυτά τα τελευταία είναι δύσκολο να τα αποβάλεις στη συνέχεια. Κυρίως αν είναι ελαττώματα που ρίζωσαν βαθιά όταν ήταν κανείς νέος».


10) «Δεν είμαι άγγελος ούτε υποκρίνομαι ότι είμαι. Αυτός δεν είναι ένας από τους ρόλους μου. Δεν είμαι όμως ούτε διάβολος. Είμαι μια γυναίκα. Είμαι μια επαγγελματίας».





==========================================================




Η Μαρία Κάλλας (Μαρία Άννα Σοφία Καικιλία Καλογεροπούλου) (Νέα Υόρκη, 2 Δεκεμβρίου 1923 - Παρίσι 16 Σεπτεμβρίου 1977) υπήρξε κορυφαία υψίφωνος και η πλέον γνωστή παγκοσμίως ντίβα της όπερας.

 Με τα μοναδικά φωνητικά και υποκριτικά της προσόντα ανανέωσε την όπερα και το ρεπερτόριό της, ιδιαίτερα το ιταλικό «μπελ-κάντο». Αποτελεί σημείο αναφοράς για κάθε τραγουδίστρια της όπερας, που φιλοδοξεί να κερδίσει από τους ειδικούς και το κοινό τον τίτλο της «νέας Κάλλας».

Η Μαρία Σοφία Άννα Καικιλία Καλογεροπούλου, όπως ήταν το πλήρες ελληνικό όνομά της, γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1923 στη Νέα Υόρκη. Ήταν κόρη του φαρμακοποιού Γεωργίου Καλογερόπουλου από τον Μελιγαλά Μεσσηνίας και της Ευαγγελίας (Λίτσας) Δημητριάδη από τη Στυλίδα Φθιώτιδος. Οι γονείς της είχαν μετακομίσει στην αμερικανική μεγαλούπολη προς αναζήτηση καλύτερη τύχης.

Από νωρίς άρχισε να ασχολείται με τη μουσική, παίρνοντας τα πρώτα μαθήματα πιάνου-σολφέζ και σε ηλικία 11 ετών κέρδισε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό παιδικών φωνών. Το 1937 εγκαταστάθηκε με τη μητέρα της και τη μεγάλη αδελφή της στην Αθήνα, μετά το διαζύγιο των γονιών της και εγγράφηκε στο Εθνικό Ωδείο, με δασκάλους τη Μαρία Τριβέλλα (τραγούδι), την Ήβη Πανά (πιάνο) και τον Γεώργιο Καρακαντά (μελοδραματική). Ο πρώτος ρόλος της ήταν η «Σαντούτσα» στην όπερα του Μασκάνι «Καβαλερία Ρουστικάνα», σε μία παράσταση των μαθητών του ωδείου. Το 1939 εγγράφηκε στο Ωδείο Αθηνών στην τάξη τραγουδιού της διάσημης Ελβίρα ντε Ιντάλγκο (σημαντική τραγουδίστρια της όπερας στις αρχές του 20ου αιώνα), κοντά στην οποία γνώρισε την υψηλή τεχνική των ρόλων του ιταλικού ρομαντικού ρεπερτορίου.

Το 1940 προσλήφθηκε στη Λυρική Σκηνή του τότε Βασιλικού Θεάτρου και το 1941 πρωτοεμφανίστηκε ως «Βεατρίκη» στην οπερέτα Βοκκάκιος του Σουπέ. Στη συνέχεια και ως το 1945 πρωταγωνίστησε στην Τόσκα (1942, 1943), στον Κάμπο του Ντ' Αλμπέρ (1944, 1945), στην Καβαλερία Ρουστικάνα (1944), στον Πρωτομάστορα του Μανώλη Καλομοίρη (1944, το μόνο ελληνικό έργο που τραγούδησε), στον Φιντέλιο του Μπετόβεν (1944) και την οπερέτα Ο Ζητιάνος Φοιτητής του βιεννέζου συνθέτη Καρλ Μιλέκερ (1945).

Τον Σεπτέμβριο του 1945 επέστρεψε στη γενέτειρά της, όπου ζούσε ο πατέρας της, για να προωθήσει τη διεθνή της καριέρα, αλλάζοντας το επίθετό της σε Κάλλας. Παρότι έμεινε άνεργη έως το 1947, δεν το έβαλε κάτω και μετά από μία επιτυχημένη ακρόαση της ανέθεσαν να τραγουδήσει την «Τζιοκόντα» στην ομώνυμη όπερα του Αμίλκαρε Πονκιέλι στην Αρένα της Βερόνας, έναν από τους σπουδαιότερους λυρικούς χώρους της Ιταλίας. Αν και γλίστρησε στη γενική δοκιμή και στραμπούληξε τον αστράγαλό της, κατάφερε να κάνει με επιτυχία το πρώτο σημαντικό βήμα της σταδιοδρομίας της στις 2 Αυγούστου του 1947.

Μαέστρος της παράστασης ήταν ο διάσημος Τούλιο Σεραφίν, ο οποίος θαύμαζε τη φωνή της και έγινε δάσκαλός της, διευρύνοντας τους τεχνικούς και ερμηνευτικούς της ορίζοντες. Όμως, στη Βερόνα ζούσε και ο βιομήχανος Τζιανμπατίστα Μενεγκίνι, που τη λάτρεψε, όχι μόνο ως καλλιτέχνιδα, αλλά και ως γυναίκα. Έτσι, στις 21 Απρλίου του 1949, η Κάλλας τον παντρεύτηκε, παρότι είχε τα διπλά της χρόνια, ίσως για να αναπληρώσει συναισθηματικά την απουσία της πατρικής φιγούρας, όπως γράφτηκε.

Με τη βοήθεια του Μενεγκίνι η καριέρα της Κάλλας απογειώθηκε σε ρόλους δραματικής υψιφώνου και δραματικής κολορατούρα. Το 1951 εκπόρθησε και τη «Σκάλα» του Μιλάνου (άντρο της μεγάλης αντιπάλου της Ρενάτα Τεμπάλντι), με τους Σικελικούς Εσπερινούς του Βέρντι. Το 1954 η ευτραφής Κάλλας υποβλήθηκε σε διαιτητική θεραπεία για να χάσει κιλά και να μπορεί να ενσαρκώνει τους ρόλους της, όχι μόνο με τη φωνή της, αλλά και με το παρουσιαστικό της.

Μετά τη «Σκάλα» του Μιλάνου ήταν η σειρά της Μητροπολιτικής Όπερας της Νέας Υόρκης (ΜΕΤ) να υποκλιθεί στο φαινόμενο Μαρία Κάλλας το 1956. Η ελληνίδα ντίβα θα επιβάλλει πλήρως τους όρους της, αναγκάζοντας τον διευθυντή της Ράντολφ Μπινγκ όχι μόνο να της καταβάλλει το μεγαλύτερο ποσό που είχε πληρώσει ποτέ ο θίασος για καλλιτέχνη, αλλά και να δηλώσει ότι η πρώτη εμφάνιση της Κάλλας στη «ΜΕΤ» ήταν η πιο συναρπαστική βραδιά της ζωής του. Ο μύθος της είχε αρχίσει να δημιουργείται, βοηθούντος και του Τύπου.

Όμως, η εξαντλητική δίαιτα στην οποία είχε υποβληθεί και οι φωνητικοί ακροβατισμοί της (συχνά έφθανε στα όρια της φωνής της, ερμηνεύοντας εκ διαμέτρου αντίθετους ρόλους σε μία σεζόν ή και σε ένα ρεσιτάλ) είχαν επιπτώσεις στην ποιότητα της φωνής της, η οποία σταδιακά άρχισε να αδυνατίζει στις υψηλές νότες. Το καλοκαίρι του 1957 εμφανίστηκε στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και κυριολεκτικά αποθεώθηκε.

Από το 1958 άρχισε η καθοδική της πορεία. Τον Ιανουάριο στη Ρώμη αποχώρησε με την πρώτη πράξη της Νόρμας του Μπελίνι και αποδοκιμάστηκε από το κοινό και τον Μάιο η «Σκάλα» του Μιλάνου της διέκοψε το συμβόλαιο. Ο Τύπος άρχισε να της επιτίθεται και πολλοί βρήκαν την ευκαιρία που χρόνια ζητούσαν να χύσουν χολή στην Ελληνίδα θεά «αυτή την καλλιτέχνιδα δεύτερης κατηγορίας, που έγινε Ιταλίδα χάρη στον γάμο της, Μιλανέζα χάρη στον αδικαιολόγητο θαυμασμό μιας μερίδας του κοινού της Σκάλας, και διεθνής χάρη στην επικίνδυνη φιλία της με την Έλσα Μάξγουελ», σχολίασε με κακοήθεια η ιταλική εφημερίδα Il Giorno.

Την ίδια χρονιά συνεργάστηκε με τους Αλέξη Μινωτή και Γιάννη Τσαρούχη για μια νέα παραγωγή της Μήδειας του Κερουμπίνι στη νεότευκτη Όπερα του Ντάλας. Αυτή η παράσταση μεταφέρθηκε το 1959 στο Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου και σ’ αυτή τη θριαμβευτική «πρεμιέρα» η Κάλλας γνώρισε τον Αριστοτέλη Ωνάση, τον μεγάλο ανεκπλήρωτο έρωτα της ζωής της.

Οι εμφανίσεις της από το 1960 άρχισαν να αραιώνουν.

 Το καλοκαίρι του 1960 τραγούδησε Νόρμα στην Επίδαυρο και τον επόμενο χρόνο στον ίδιο χώρο Μήδεια. Η παράσταση αυτή μεταφέρθηκε και στη Σκάλα του Μιλάνου την περίοδο 1961-1962. Παρ’ όλα αυτά, η σταδιοδρομία της στα ιταλικά θέατρα είχε τελειώσει οριστικά.

 Το 1962 τραγούδησε Όμπερον του Βέμπερ στο Λονδίνο και οι Τάιμς έγραψαν «Τώρα πια η φωνή της μπορεί να χαρακτηριστεί άσχημη και εκτός τόνου», όμως το κοινό συνέχισε να την αποθεώνει.

Το καλοκαίρι του 1964, σε μια έξοδό της από τον Σκορπιό, παρακολουθεί μαζί με τον Ωνάση μία μουσική εκδήλωση του φεστιβάλ της Λευκάδας και εκφράζει την επιθυμία να τραγουδήσει. Βρίσκεται ένα πιάνο κι ένας νεαρός πιανίστας (ο μετέπειτα συνθέτης Κυριάκος Σφέτσας), και χωρίς πρόβα η Κάλλας τραγουδά την άρια της Σαντούτσα Voi lo sapete, o mamma («Εσείς το ξέρετε, μητέρα») από την Καβαλερία Ρουστικάνα του Μασκάνι, που ήταν και ο πρώτος ρόλος της καριέρας της στην παράσταση του Εθνικού Ωδείου το 1937.

Το 1965 αποσύρθηκε οριστικά από τις λυρικές παραστάσεις, παρά την εξαιρετική Τόσκα που τραγούδησε στη Μετροπόλιταν της Νέας Υόρκης.

 Το κύκνειο άσμα της ήταν η Νόρμα, που ανέβηκε στο Παρίσι, στις 29 Μαΐου του 1965. Στην τρίτη πράξη της όπερας του Μπελίνι κατέρρευσε επί σκηνής και μεταφέρθηκε λιπόθυμη στο καμαρίνι της.

Στη συνέχεια προσπαθεί να βάλει μια τάξη στα προσωπικά της. Ζητά διαζύγιο από τον σύζυγό της για να παντρευτεί τον Ωνάση, ο οποίος αρνείται να της το δώσει.

Το 1966 απεκδύεται την αμερικανική υπηκοότητα και λαμβάνει την ελληνική. Με αυτή της την ενέργεια λύεται και τυπικά ο γάμος της με τον Μενεγκίνι. Πλέον, ελπίζει ότι ο Αριστοτέλης Ωνάσης θα της ζητήσει να παντρευτούν, κάτι που τελικά δεν συμβαίνει, καθώς τον Ιούλιο του 1968 ο Έλληνας μεγιστάνας παντρεύεται τη χήρα του Αμερικανού Προέδρου Κένεντι, Τζακ. Αυτή του η πράξη βυθίζει σε κατάθλιψη την κορυφαία υψίφωνο.

Καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες να ξεπεράσει τα προσωπικά της προβλήματα, επανακάμπτοντας στην καλλιτεχνική δράση. Παίζει στην κινηματογραφική εκδοχή της Μήδειας του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Πιερ-Πάολο Παζολίνι (1969), ηχογραφεί δίσκους, διδάσκει όπερα στη μουσική σχολή Τζούλιαρντ της Νέας Υόρκης και δίνει ρεσιτάλ με ένα παλιό της γνώριμο, τον ιταλό τενόρο Τζουζέπε Ντι Στέφανο, που κι αυτός αντιμετώπιζε φωνητικά προβλήματα. Η τελευταία της εμφάνιση έγινε στην πόλη Σαπόρο της Ιαπωνίας στις 11 Δεκεμβρίου του 1974.

Έκτοτε, η Μαρία Κάλλας κλείστηκε στο διαμέρισμά της στο Παρίσι και τον εαυτό της. Η μεγάλη ντίβα έφυγε από τη ζωή το πρωί της 16ης Σεπτεμβρίου 1977 από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 54 ετών.

 ==============================================


Η αρχή της μεγάλης πορείας


Εντούτοις η ακρόασή της από τον Έντουαρντ Τζόνσον, διευθυντή της Όπερας, φέρνει την προσφορά δύο ρόλων στα έργα "Φιντέλιο" του Μπετόβεν και Μαντάμ Μπατερφλάι του Πουτσίνι. Η Κάλλας απορρίπτει τους ρόλους. Δε θέλει να τραγουδήσει τον "Φιντέλιο" στα αγγλικά, ενώ αισθάνεται πολύ εύσωμη ώστε να ερμηνεύσει την αιθέρια "Μπάτερφλάι".

Η γνωριμία της με τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Αρένας της Βερόνα, Τζοβάννι Τζενατέλλο την οδηγεί στην Ιταλία. Εκεί στις 3 Αυγούστου 1947 κάνει την πρώτη της εμφάνιση στην Αρένα της Βερόνα με τη "Τζοκόντα" του Αμιλκάρε Πονκιέλι. Τον ίδιο χρόνο ερμηνεύει την Ιζόλδη από το "Τριστάνος και Ιζόλδη" στη Βενετία υπό την καθοδήγηση του μαέστρουΤούλιο Σεραφίν. Συνάμα έρχεται και η γνωριμία της με τον μουσικόφιλο Ιταλό βιομήχανο Τζοβάννι Μπατίστα Μενεγκίνι, με τον οποίο παντρεύονται στις 21 Απριλίου 1949. Ο Μενεγκίνι έχοντας και ρόλο μάνατζερ άσκησε καταλυτική επιρροή στην καριέρα της Κάλλας, υποβάλλοντάς την σε δίαιτα με σκοπό να αποκτήσει καλύτερη εμφάνιση και αποτρέποντάς την από κάθε βιοτική ενασχόληση με την οικονομική κάλυψη, που της παρείχε. Έτσι τον ίδιο χρόνο η Κάλλας κάνει καλλιτεχνικές εμφανίσεις στο Μπουένος Άιρες και το 1950 στο Μεξικό.

Τα στάδια της αποθέωσης

Στις 7 Δεκεμβρίου 1951 η Κάλλας ανοίγει τη σαιζόν στη Σκάλα του Μιλάνου με τους "Σικελικούς Εσπερινούς", εμφάνιση που της προσφέρει μεγάλη αναγνώριση. Κατά τη διάρκεια των επόμενων επτά ετών η Σκάλα θα είναι η σκηνή των μέγιστων θριάμβων της σε ένα ευρύ φάσμα ρόλων. Το 1955 ανεβάζει την ιστορική παράσταση της "Τραβιάτα" τουΒέρντι σε σκηνοθεσία Λουκίνο Βισκόντι.

Στις 27 Οκτωβρίου 1956 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης ως "Νόρμα" στο ομώνυμο έργο του Μπελλίνι. Στις 5 Αυγούστου 1957 επιστρέφει στην Αθήνα και εμφανίζεται στο Ωδείο Ηρώδου Αττικούστα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών. Δύο μήνες πριν είχε γνωρίσει τον εφοπλιστή Αριστοτέλη Ωνάση σε δεξίωση της κοσμικογράφου Έλσα Μαξγουελ. Η γνωριμία τους θα εξελιχθεί σε μία από τις πλέον συζητημένες σχέσεις στην ιστορία.

Στις 24 Αυγούστου του 1960, η Μαρία Κάλλας ερμήνευσε στο Αρχαίο θέατρο

Επιδαύρου τη Νόρμα του Βιντσέντζο Μπελίνι, έργο το οποίο η ίδια είχε ζητήσει για την πρώτη της εμφάνιση στο αρχαίο θέατρο. Δεν έχανε ποτέ την ευκαιρία να ξαναζήσει το δράμα και το πάθος της ηρωίδας. Τη στιγμή που τραγουδούσε την άρια "Κάστα ντίβα" αφέθηκαν στην ορχήστρα δύο λευκά περιστέρια, προκαλώντας θύελλα χειροκροτημάτων. Στο τέλος, ο ενθουσιασμός του κοινού ήταν τόσο μεγάλος που κάλεσαν την Κάλλας 10 φορές στη σκηνή.

Τα σκηνικά, στην ιστορική αυτή παράσταση, υπέγραψε ο Γιάννης Τσαρούχης, τα κοστούμια φιλοτέχνησε ο Αντώνης Φωκάς και η σκηνοθεσία ήταν του Αλέξη Μινωτή. Τη σύμπραξη της Μαρίας Κάλλας με την Εθνική Λυρική Σκηνή διήθυνε από το πόντιουμ ο Τούλιο Σεραφίν.

Στις 6 Αυγούστου του 1961, η Μαρία Κάλλας ερμήνευσε στο Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου τη Μήδεια του Λουίτζι Κερουμπίνι με την Εθνική Λυρική Σκηνή. Στην παράσταση συμμετείχαν περισσότερα από 200 πρόσωπα. Επρόκειτο για έναν ακόμη θρίαμβο της μεγάλης καλλιτέχνιδας, η οποία αποθεώθηκε από τους 17.000 θεατές της βραδιάς, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο υπουργός Προεδρίας Κωνσταντίνος Τσάτσος, η κοσμικογράφοςΈλσα Μάξγουελ, ο πρίγκιπας Πέτρος του Μονακό και άλλοι.

Τη σκηνοθεσία της παράστασης είχε αναλάβει ο Αλέξης Μινωτής, τα σκηνικά-κοστούμια υπέγραψε ο Γιάννης Τσαρούχης (είχε "ντύσει" την Κάλλας, την οποία θαύμαζε πολύ, στη Μήδεια και στη Νόρμα), οι χορογραφίες ήταν της Μαρίας Χορς και η διεύθυνση ορχήστρας του Νίκολα Ρεσίνιο. Τα εισιτήρια είχαν εξαντληθεί, εκτός ολίγων των 300, 400 και 500 δραχμών. Μετά τη μνημειώδη αυτή παράσταση στην Επίδαυρο, ήρθε η σειρά της Σκάλας του Μιλάνου, τον Δεκέμβριο. "Πολλές αναποδιές και δυσκολίες τεχνικές και ψυχολογικές στην αρχή των δοκιμών, αλλά όταν η Κάλλας ήρθε στην πρόβα, όλα πήγαν μέλι-γάλα", σημειώνει ο Αλέξης Μινωτής στο βιβλίο του Μακρινές Φιλίες. "Στο τέλος όλοι αναγνώρισαν πως η παράσταση αυτή ήταν ίσως η καλύτερη που έγινε ποτέ στη Σκάλα του Μιλάνου".

Τον Ιανουάριο του 1964 η Μαρία Κάλλας πείθεται από το Φράνκο Τζεφιρέλι να συμμετάσχει σε μία νέα παραγωγή της "Τόσκα" στη σκηνή του Κόβεντ Γκάρντεν(Covent Garden). Η παράσταση εκθειάζεται από τους κριτικούς ενώ ακολουθεί την ίδια χρονιά νέος καλλιτεχνικός θρίαμβος στην Όπερα των Παρισίων με τη "Νόρμα". Παρά τα φωνητικά προβλήματα που έχει αρχίσει να αντιμετωπίζει το παρισινό κοινό την υποδέχεται θερμά.

Στις 5 Ιουλίου 1965 εμφανίζεται για τελευταία φορά σε παράσταση όπερας στο Κόβεντ Γκάρντεν με την "Τόσκα" σε σκηνοθεσία Φράνκο Τζεφιρέλι. Στα 1966 απεκδύεται την αμερικανική υπηκοότητα και λαμβάνει την ελληνική. Με αυτή της την ενέργεια λύεται και τυπικά ο γάμος της με τον Μενεγκίνι. Πλέον ελπίζει ότι ο Αριστοτέλης Ωνάσης θα της ζητήσει να παντρευτούν κάτι που τελικά δεν γίνεται, μια και στις 20 Οκτωβρίου 1968 ο Έλληνας μεγιστάνας παντρεύεται τη χήρα του Αμερικανού Προέδρου Κέννεντυ, Τζάκυ. Αυτή του η πράξη βυθίζει σε κατάθλιψη την κορυφαία υψίφωνο.

Τελευταίες σκηνές πριν το τέλος

Το 1969 γυρίζει σε ταινία τη "Μήδεια" του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Πιερ Πάολο Παζολίνι. Η ταινία δεν έχει τύχη στις κινηματογραφικές αίθουσες. Στις 25 Μαΐου 1970μεταφέρεται στο νοσοκομείο και γίνεται γνωστό ότι επεχείρησε να αυτοκτονήσει λαμβάνοντας μεγάλη δόση βαρβιτουρικών.

Το 1973 σκηνοθετεί στο Τορίνο μαζί με τον Τζουζέπε ντι Στέφανο το έργο "Σικελικοί Εσπερινοί" (I Vespri Siciliani) και την ίδια χρονιά ξεκινά μαζί του μια παγκόσμια καλλιτεχνική περιοδεία. Στις 8 Δεκεμβρίου η Κάλλας τραγούδησε στην Όπερα των Παρισίων, όπου το κοινό την κάλεσε στη σκηνή 10 φορές καταχειροκροτώντας την. Η τελευταία της εμφάνιση έγινε στην πόλη Σαππόρο της Ιαπωνίας στις 11 Δεκεμβρίου του 1974.

Η Μαρία Κάλλας πέρασε στην αιωνιότητα στις 16 Σεπτεμβρίου 1977 στο Παρίσι. Η κηδεία της έγινε στις 20 Σεπτεμβρίου και, αφού το σώμα της αποτεφρώθηκε όπως επιθυμούσε, την άνοιξη του 1979 η τέφρα της σκορπίστηκε στο Αιγαίο.

Τo 2010, νέο φως στο μυστήριο που περιβάλλει το θάνατο της Μαρίας Κάλλας έρχεται να ρίξει ιταλική έρευνα, η οποία ανατρέπει την άποψη ότι η δημοφιλής σοπράνο πέθανε από υψηλή δόση βαρβιτουρικών (διότι της είχε στοιχίσει η επώδυνη σχέση της με τον Αριστοτέλη Ωνάση).

Σύμφωνα με τους Ιταλούς φωνίατρους Φράνκο Φούσι και Νίκο Παολίλο, που παρουσίασαν τα αποτελέσματα της μελέτης τους στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια, η τραγουδίστρια υπέφερε από δερματομυοσίτιδα, μία εκφυλιστική νόσο που φθείρει τους μυς και τους ιστούς, συμπεριλαμβανομένου του λάρυγγα. Έτσι, μοιάζει να εξηγείται και η συνεχής παρακμή του μεγαλείου της φωνής της, που είχε αρχίσει να γίνεται αισθητή από τις αρχές της δεκαετίας του ’60.

Σύμφωνα με την επίσημη ιατρική έκθεση, ο θάνατος της Κάλλας στις 16 Σεπτεμβρίου του 1977 οφειλόταν σε καρδιακή ανακοπή. Όπως εξηγούν οι δύο Ιταλοί επιστήμονες, η θεραπεία για τη δερματομυοσίτιδα βασίζεται σε κορτιζονούχα και ανοσοκατασταλτικά σκευάσματα, τα οποία είναι πιθανό να επιφέρουν σταδιακά καρδιακή ανεπάρκεια. Επομένως, ο Φούσι και ο Παολίλο συμφωνούν με την επίσημη ιατρική έκθεση, μόνο που διευκρινίζουν ότι η ανακοπή δεν ήταν τυχαίο γεγονός, αλλά το αποτέλεσμα της εκφυλιστικής μυασθένειας.

Αφετηρία για τις ιταλικές έρευνες αποτέλεσαν οι ηχογραφήσεις της διάσημης σοπράνο, τόσο από το στούντιο όσο και από ζωντανές εμφανίσεις της. Με τη μέθοδο της φασματογραφικής ανάλυσης οι επιστήμονες εξέτασαν τις ηχογραφήσεις ίδιων κομματιών από διαφορετικές χρονικές περιόδους και διαπίστωσαν τις αλλοιώσεις στη φωνή της καλλιτέχνιδας, η οποία έφτασε τα τέλη της δεκαετίας του ’70 να γίνει μέτζο σοπράνο.

Οι δύο φωνίατροι ανέλυσαν επίσης και τα τελευταία βίντεο της Κάλλας, στα οποία ήταν εμφανής και η μυϊκή χαλάρωση που είχε υποστεί, αφού ο θώρακας της δεν διατεινόταν κατά τη διάρκεια των αναπνοών. Η μελέτη αυτή έρχεται να ρίξει νέο και πιθανότατα καθοριστικό φως στη διάγνωση της δερματομυοσίτιδας, που είχε σχηματίσει ο ιατρός Μάριο Τζακοβάτσο, ο οποίος είχε επισκεφτεί την τραγουδίστρια το 1975, αλλά είχε κρατήσει κρυφή τη διάγνωση του μέχρι το 2002.

Ταινίες για την Κάλλας

 E la nave va, 1983 (ελλ.: Και το πλοίο φεύγει), σε σκηνοθεσία του Φεντερίκο Φελίνι

Callas Forever, 2002 (ελλ.: Κάλλας για πάντα), σε σκηνοθεσία του Φράνκο Τζεφιρέλι και στο ρόλο της Κάλλας η Φανί Αρντάν.

Το μεγάλο μυστικό


Στο κινηματογραφικό ντοκυμαντέρ "Απόλυτη Κάλλας" του Γάλλου σκηνοθέτη Φιλίπ Κολί, βασισμένο σε ιστορικά αρχεία, αποκαλύπτεται μια μυστική πτυχή της ζωής της μεγάλης "ντίβας".

Συγκεκριμένα αποκαλύπτεται ότι η Μαρία Κάλλας στις 30 Μαρτίου του 1960 γέννησε ένα άρρεν βρέφος πλην όμως νεκρό που φέρεται ως καρπός του έρωτά της με τον Αριστοτέλη Ωνάση. Ο Κολί ισχυρίζεται ότι επαλήθευσε το ατυχές αυτό γεγονός με πιστοποιητικό γέννησης, στο οποίο αναφέρεται με το όνομα Όμηρος, αλλά με επίθετο "μη αναγνώσιμο". Επίσης ισχυρίζεται ότι κατέχει φωτογραφίες από το νεκροταφείο Μπρέσο του Μιλάνου όπου, κατά τους ισχυρισμούς του, θάφτηκε το νεογέννητο υπό "άκρα μυστικότητα".

Υποτροφίες Μαρία Κάλλας

Το 1960 και το 1961, η Μαρία Κάλλας πρόσφερε τα έσοδά της από τις παραστάσεις της στην Επίδαυρο για την ίδρυση φορέα που θα πρόσφερε υποτροφίες σε νέους καλλιτέχνες. Ο φορέας για τις Υποτροφίες Μαρία Κάλλας ιδρύθηκε και έκανε τον πρώτο διαγωνισμό το 1963.






===========================================================



ΠΗΓΕΣ


liberopoulos.gr/listcats3.php?subaction=showfull&id...


www.gazzetta.gr › Plus › Plus: Πρόσωπα



tospirto.net/music/people/13788




=============================================================



Δημοσίευση σχολίου