Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2015

ΚΑΡΟΛΟΣ ΚΟΥΝ

                        Αποτέλεσμα εικόνας για καρολος κουν φωτογραφιες               


- Η Κυψέλη του Κουν και ο Κάρολος της Κυψέλης.

- Λέλας Καραγιάννη ( πρώην Λήμνου ), η δική του « Αυλή των Θαυμάτων».

- Ο συγγραφέας Βίκτωρ Θ. Μελάς γνωρίστηκε με τον Κάρολο Κουν στα μέσα της δεκαετίας του 1950 και η άνετη φιλία τους, όπως γράφει ο ίδιος, κράτησε σχεδόν τριάντα πέντε χρόνια.

« Οι ευκάλυπτοι της Φωκίωνος Νέγρη δεν κόπηκαν, δεν είχαν την τύχη της οδού Κύπρου. Έτσι, η σημερινή Κυψέλη εξακολουθεί να θυμίζει, έστω αμυδρά, μαζί με τις παλιές πολυκατοικίες της και τα εναπομείναντα νεοκλασικά της, κάτι από τις παλαιές ημέρες της.

 Κάτω από αυτούς γράφτηκε η μισή ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας και τέχνης. Όμως, η ιστορία δεν γράφεται αποκλειστικά με τα υλικά της νοσταλγίας, αλλά χρειάζονται κι αυτά, γιατί το μέλλον είναι άδηλον και το παρόν θέλει λίγο βαμβάκι για τις πληγές του. »




Κάρολος Κουν (Όσβαλντ) στους "Βρυκόλακες" του Ίψεν, 1943 (από το αρχείο του Ντίμη Αργυρόπουλου)






Ο Μελάς καταγράφει τις αναμνήσεις του, παρμένες από κάποια λιγότερο γνωστά περιστατικά που έζησε κοντά του, σε κάποια «πιο ιδιωτικής φύσεως σημειώματα» που δείχνουν τον «αληθινό» Κουν και συμπληρώνουν κάθε άλλη πιο επίσημη ή εμπεριστατωμένη αναφορά στον ίδιο και στο έργο του.

Ο αναγνώστης ακολουθεί τον Κουν και τη συντροφιά του στο στέκι τους στη Φωκίωνος Νέγρη μετά την θορυβώδη πρεμιέρα των πρώτων «Ορνίθων», όπου μέσα σ' ένα κλίμα πικρίας, στενοχώριας και απογοήτευσης «εκκολάφθηκαν» με πείσμα αλλά και πίστη οι «νέοι Όρνιθες». Η παράσταση ξανανέβηκε στην Ελλάδα το 1961 στο θέατρο του Πεδίου του Άρεως και για πρώτη φορά στην Επίδαυρο μόλις το 1975. Όλα αυτά φυσικά, μετά την τεράστια επιτυχία τους στο εξωτερικό. Η πρώτη παράσταση του 1959 είχε απαγορευτεί καθώς, όπως υποστήριζε η επίσημη ανακοίνωση του τότε Υπουργού Προεδρίας Κωνσταντίνου Τσάτσου αποτελούσε «προσβολή του θρησκευτικού αισθήματος του ελληνικού λαού».

--------------------------------------------------------------------------------------------------------

Κάρολος Κουν: Τα χρόνια που πιστεύαμε ακόμα σ’ ένα κόσμο απαλλαγμένο από μικρότητες και βία


Image and video hosting by TinyPic



Aν και γεννήθηκα στην Προύσα, την Προύσα δεν τη γνώρισα. Aπό μικρός βρέθηκα στην Πόλη και εκεί μεγάλωσα. Aπό κει αρχίζουν οι αναμνήσεις, εκεί δημιουργήθηκαν οι πρώτοι ερεθισμοί, τα πρώτα συναισθήματα, η πρώτη επαφή με την έξω για μένα πραγματικότητα.

Μεγάλωσα σαν Pωμηός, μέσα σ’ ένα ρωμέικο αστικό σπίτι. Πολλοί συγγενείς, πολλές θειάδες και πολλά αδέλφια, απ’ της μάνας μου το σόι. Παραδοσιακά έθιμα, κίτρινα κεριά της εκκλησίας φτιαγμένα στο σπίτι, σάκοι με τριαντάφυλλα για το γλυκό της χρονιάς, το πρόσφορο για την καθημερινή λειτουργία, η πιστή σιδερώτρα που έριχνε και τα χαρτιά και ο Aρμένης μάγερας που έφτιαχνε ντολμαδάκια μ’ ερίκι από πάνω. Kαι μέσα σ’ όλα αυτά μια Πρωσογερμανίδα γκουβερνάντα που μου μάθαινε παραμύθια των αδελφών Γκριμ, με τάιζε, μ’ έλουζε, με κοίμιζε, φρόντιζε τα δυο μου καναρίνια και μ’ έβαζε για τιμωρία, στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, να γράφω εκατό φορές «O Θεός να τιμωρήσει την Αγγλία στα 
γερμανικά». Όσο για τον έξω κόσμο, πολλά σοκάκια και ελκυστικά αχτάρικα, Τούρκοι και Έλληνες με φέσια, Τουρκάλες με φερετζέδες, Φράγκοι, Λεβαντίνικες Τράπεζες και μαγαζιά, Ακιντέδες τoυ Χατζή Μπεκίρ, Αρμένικα και Τούρκικα Ζαχαροπλαστεία με λουκούμια, μαλέμπια, Βιεννέζικο καφέ και κανταΐφια. Το ίδιο κράμα ανατολίτικου και ευρωπαϊκού στο άμεσο περιβάλλον. Μιναρέδες απ’ όπου ξελαρυγγιαζόντανε οι μουεζίνηδες κάθε δειλινό, αμάξια με δύο ίππους που παρελαύνανε τα’ απογεύματα με κυρίες ντυμένες στο Παρίσι. Λουλούδια από το Παρίσι και Βιεννέζικα σαλόνια με αράπικα και ρώσικα στολίδια, προκυμαίες με Τούρκους, σαμαροφορεμένους χαμάληδες, το Γυλντίζι πάνω στο Βόσπορο, τα βαπόρια με τις ρόδες που φεύγαν για τα νησιά, την Πρίγκηπο και τη Χάλκη με την ιερατική σχολή κι όπου κάποτε, το ’19, ξεμπαρκάρανε κοπάδια οι Ρώσοι αριστοκράτες πρόσφυγες, και τέλος, για μας τους Ρωμηούς, το Μπαλουκλί και συμβολικά η Αγιά Σοφιά. Όλα αυτά ως τα δώδεκά μου χρόνια.

 Αργότερα πήραν τη θέση τους οι κατ’ οίκον διδάσκαλοι, μ’ έναν παπά και μια δασκάλα του πιάνου ανάμεσά τους. Ο παπάς μού δημιούργησε ερωτήματα σε σχέση με την ιερά γραφή- προπάντων με την παλαιά διαθήκη- κι η δασκάλα του πιάνου, με βίαιη συνενοχή των γονιών μου, με ταλαιπώρησε αρκετά με μόνο κέρδος να μπορώ να παίζω τις πρώτες τρεις μεζούρες του αλά τούρκα του Μότσαρτ απ’ έξω. Έπειτα το σκηνικό άρχιζε να αλλάζει. Εσωτερικός στη Ροβέρτειο, ένα αμερικάνικο κολλέγιο που ιδρύθηκε από ιεραπόστολους, με αμερικάνικα τραγούδια και ψαλμούς, με γήπεδα μπάσκετ και αθλητικά αγωνίσματα. Παιδιά απ’ όλα τα Βαλκάνια –Σέρβοι, Βούλγαροι, Έλληνες, Σύριοι, Αρμένιοι, Τούρκοι, Αλβανοί, σχηματίζαμε τότε μια μικρή κοινωνία των Εθνών και αρχίζαμε να αποκτάμε μέσα σε μια ολοκληρωμένη συναδέλφωση, κοινή κοινωνική, πνευματική και πολιτική συνείδηση. 

Αυτό μεταξύ του ’20 και του ’28, μετά από τον Παγκόσμιο Πόλεμο όταν ο φιλειρηνισμός είχε φτάσει στο αποκορύφωμά του. Ακόμα και η Μικρασιατική καταστροφή δεν στάθηκε εμπόδιο για τα νεανικά μας όνειρα της συναδέλφωσης των λαών. Είχε, βέβαια, δημιουργηθεί ένα χάσμα ανάμεσα σε Τούρκους κι Έλληνες, αλλά η αγανάκτηση για μας τους Πολίτες, τους Βενιζελικούς, στρεφότανε λιγότερο ενάντια στους Τούρκους όσο κατά των συμμάχων και των βασιλικών. Πάντως, ανάμεσα στα κακά που μας βρήκανε τότε, ήταν πως εμείς οι μειονότητες στη Ροβέρτειο Σχολή στερηθήκαμε, τα τελευταία χρόνια, την εκμάθηση της μητρικής μας γλώσσας. Όταν απεφοίτησα το ’28, μακριά από τους συμμαθητές μου και τους συγγενείς μου που σχεδόν όλοι πια είχαν έρθει στην Ελλάδα, τίποτε δεν με συνέδεε πια με την Πόλη. Έφυγα τον ίδιο χρόνο με στόχο σπουδές στο Παρίσι.




Το «Θέατρο Τέχνης» ιδρύθηκε το '42 πριν 39 χρόνια, στην αρχή της Γερμανικής Κατοχής. Η ανάγκη για ένα τέτοιο θέατρο, ένα θέατρο συνόλου, είχε ωριμάσει μέσα μου πολύ πριν, τον καιρό που ιδρύθηκε η ημι-επαγγελματική «Λαϊκή Σκηνή» το ’34 και που διαλύθηκε το ’38 στη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, επειδή παίζαμε «αριστερά έργα» όπως ο Πλούτος του Αριστοφάνη κι ο Κατά φαντασίαν ασθενής του Μολιέρου.

 Η εποχή της κατοχής ήταν μια συναισθηματικά, πλούσια εποχή. Έπαιρνες πολλά και έδινες πολλά. Μας ζώνανε κίνδυνοι, στερήσεις, βία και τρομοκρατία, Γι’ αυτό σαν άνθρωποι αισθανόμασταν την ανάγκη της πίστης, εμπιστοσύνης, συναδέλφωσης, έξαρσης, και θυσίας. Αισθανόμασταν την ανάγκη για έναν σωστότερο κόσμο, ένα κόσμο με λιγότερες ανθρώπινες ατέλειες, γι’ αυτούς από εμάς που θα επιζούσαμε. Αψηφούσαμε το θάνατο και κυνηγούσαμε με μανία τη ζωή, χωρίς περίσκεψη και προφύλαξη και ταπεινές σκέψεις. Είμαστε γνήσιοι και αληθινοί. Τα περιθώρια των έργων που ετοιμάζαμε ήταν αναγκαστικά περιορισμένα. Αλλά στο τραπέζι της πρόβας μέσα στο συρτάρι υπήρχαν και τα έργα που ελπίζαμε να παίξουμε όταν θ’ αποκτούσαμε τη λευτεριά μας. Ήμασταν όλοι στην αντίσταση και σχεδόν όλοι στις γραμμές του ΕΑΜ. Δεν μπορώ μέσα μου ν' απαρνηθώ και να ξεχάσω εκείνα τα χρόνια. Τα χρόνια που πιστεύαμε ακόμα σ’ ένα κόσμο απαλλαγμένο από μικρότητες και βία. 

Με την απελευθέρωση και την μετακατοχική περίοδο, όλα διαλυθήκανε. Το 1945 το «Θέατρο Τέχνης» αναγκάστηκε να διακόψει τη λειτουργία του. Άλλα περιμέναμε και άλλα μάς βρήκανε. Χτυπήθηκαν και χάθηκαν ιδανικά και όνειρα και προοπτικές και πάνω απ’ όλα έλειψε η πίστη. Η πίστη και η μεταξύ μας συνεννόηση και επαφή. Το 1946, με λίγο κρύα καρδιά, προσπάθησα να συμμαζέψω και να συναρμολογήσω ό,τι μπόρεσε να απομείνει. Με λίγο μαζεμένα τα φτερά λειτουργήσαμε άλλα τρία χρόνια. Τότε πιά, αναγκαστήκαμε να διακόψουμε οριστικά για λόγους οικονομικούς-πολιτικούς και εσωτερικής συνοχής. Θα ‘πρεπε να σταματήσω και να διαμορφώσω πάλι από την αρχή ένα πυρήνα. Αυτό και έγινε.



Εργάστηκα σαν σκηνοθέτης στο «Εθνικό Θέατρο» για δύο χρόνια, ξεπλήρωσα τα χρέη του «Θεάτρου Τέχνης». Παράλληλα συνέχισα τη Σχολή με νέα παιδιά. Μαζεύοντας συνδρομές, διαμορφώσαμε το χώρο στο υπόγειο του Ορφέα. Το 1954 ανάψαμε πρόχειρους προβολείς για να φωτίσουμε μπρος σε καμιά εκατοστή θεατές τη Μικρή μας πόλη του Θόρντον Γουάιλντερ. Έτσι λειτούργησε πάλι το «Θέατρο Τέχνης» σχεδόν αποκλειστικά με νέους αδειούχους μαθητές.

Ο ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΔΡΑΜΑ ΣΗΜΕΡΑ

Η πρώτη μου επαφή με το Αρχαίο Θέατρο και ειδικά με τον Αριστοφάνη ξεκίνησε το 1935 σ’ ερασιτεχνικές παραστάσεις στο Κολέγιο Αθηνών με μαθητές της σχολής, ηλικίας 12-16 ετών. Ήταν ένα υλικό εύπλαστο, ανυποψίαστο, αυθόρμητο, χωρίς γνώσεις, αλλά και με φαντασία και θεατρικό ένστιχτο και πάνω απ’ όλα άφθαρτο ακόμα. Το παιδί κάνει θέατρο και θέατρο επιθυμούμε να κάνουμε. Κι εκεί είναι η βασική μου θέση. Τα αρχαία κείμενα είναι θέατρο, κι όχι κείμενα κλεισμένα σε βιβλιοθήκες, όχι μουσειακά ντοκουμέντα.

Image and video hosting by TinyPic

Από το 1937, για 20 χρόνια, ασχολήθηκα με το νεοκλασικό θέατρο, με σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς, αλλά βασικά αργότερα με το σύγχρονο θέατρο. Και το 1941 ιδρύθηκε το «Θέατρο Τέχνης». Στράφηκα λοιπόν αρχικά στους οικοδόμους του σύγχρονου θεάτρου κι αργότερα πάλι στο Επικό θέατρο, στον Μπρεχτ, στο πρωτοποριακό θέατρο του Παραλόγου, Μπέκετ, Ιονέσκο, Πίντερ. Το σύγχρονο θέατρο συνέβαλε στο να μας ανοιχτούν νέοι ορίζοντες στην ερμηνεία του Αρχαίου Θεάτρου.

Αποσπάσματα από Ομιλία στη Διεθνή Διάσκεψη Θεάτρου στην Αθήνα, 6 Ιουλίου 1976. Επαναλήφθηκε στο Συνέδριο της Φλωρεντίας με θέμα: οι σύγχρονοί μας, στις 28 Απρίλη 1979.

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ

Εμείς οι Έλληνες σαν άμεσοι κληρονόμοι του Αρχαίου Ελληνικού Θεάτρου, έχουμε μεγάλα πλεονεκτήματα που μας προσφέρονται για την ερμηνεία του, έχουμε όμως να αντιμετωπίσουμε και σοβαρούς κινδύνους. Κινδύνους, γιατί χρειαζόμαστε μεγάλη προσοχή και γνώση της Ελλάδας για να μη παρασυρθούμε σε σκηνοθετικά ευρήματα, θεμιτά για οποιονδήποτε ξένο, αταίριαχτα όμως προς την Ελληνική πραγματικότητα. Και ακόμη, να μην περιορισθούμε από δειλία ή σχολαστικισμό και από κακώς εννοούμενο σεβασμό σε μιαν άψυχη μουσειακή αναπαράσταση της εξωτερικής μορφής του Αρχαίου Θεάτρου . Μεγάλα πλεονεκτήματα πάλι, γιατί έλαχε να ζούμε στον ίδιο τόπο που ζούσαν και οι Αρχαίοι. Αυτό μας επιτρέπει ν’ αντλήσουμε από τις ίδιες πηγές που αντλούσαν και εκείνοι και ν’ αξιοποιήσουμε όλα όσα εδημιούργησε η Ελληνική παράδοση έκτοτε.

Όσοι αιώνες κι αν έχουν περάσει, όσο κι αν παραδεχθούμε τις αλλοιώσεις που υπέστη η φυλή μας μέσα στο πέρασμα του χρόνου, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε πώς ζούμε κάτω από τον ίδιο ουρανό, πώς μας φωτίζει ο ίδιος ήλιος, πώς μας θρέφει το ίδιο χώμα. Ίδιες είναι οι γεωλογικές και καιρικές συνθήκες που επηρεάζουν και διαμορφώνουν την καθημερινή ζωή και σκέψη. Ίδιες οι ακρογιαλιές κι η μακρινή γραμμή του ορίζοντα όπου ενώνονται ο ουρανός και η θάλασσα, ίδιες οι πέτρες και τα ηλιοκαμένα βουνά, τα ατέλειωτα δειλινά, οι ημέρες κι οι νύχτες, και πάνω απ’ όλα πολύ ψηλά ο ουρανός, στέρεος και καθαρός.

Απόσπασμα από Ομιλία στη Διεθνή Διάσκεψη Θεάτρου στο Ηρώδειο, 4 Ιουλίου 1957.


Η ΑΦΟΡΜΗ ΙΔΡΥΣΗΣ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΤΕΧΝΗΣ

Η ανάγκη της δημιουργίας ενός θεάτρου συνόλου από μια ομάδα που θα ΄χε μάθει να σκέφτεται και να εργάζεται με ψυχική και οργανική ενότητα· μια ομάδα ειδικά εκπαιδευμένη κι υποταγμένη σε μια νέα διδασκαλία θεατρικής έκφρασης που θα διαμορφωνόταν μέσα στο χρόνο για να εξυπηρετήσει, όσο γίνεται καλύτερα, έργα θεατρικά, αποκαλυπτικά και για τους ερμηνευτές και για το κοινό. Η δημιουργία ενός θεάτρου αδέσμευτου από επιχειρηματία, απαλλαγμένου από βεντετισμούς, ανένδοτο σε καλλιτεχνικές υποχωρήσεις.

Απόσπασμα από συνέντευξη στον Γιώργο Πηλιχό. «ΤΑ ΝΕΑ» 4.10.1973

Απ’ όλα τα δείγματα συμπάθειας προς το θέατρό μας, ίσως εκείνο που με συγκίνησε περισσότερο ήταν όταν πριν από καιρό με σταμάτησαν στο δρόμο ένας νέος και μία κοπέλα, άγνωστοί μου κι κοι δύο, και με πλατύ χαμόγελο γεμάτο χαρά μου είπαν: « Μας συγχωρείτε, αλλά θέλουμε μονάχα να σας πούμε πόσο σας αγαπούμε για τις ωραίες στιγμές που μας έδωσε το «Θέατρο Τέχνης». Εκείνη τη στιγμή κατέβαινα μουτρωμένος, γιομάτος έγνοιες για τα οικονομικά του θεάτρου μας. Αυτή η συνάντηση ήταν αρκετή για να μου δώσει τόση δύναμη όση ποτέ δεν είχα. Κι όχι επειδή κολακεύονταν ο εγωισμός μου. Γιατί ό,τι γίνηκε δε γίνηκε μονάχα από μένα, αλλά μέσα από μια συνενωμένη προσπάθεια που βοήθησε όλους μας ν’ αποκτήσουμε συναίσθηση του εαυτού μας. Η συνάντηση αυτή με γέμισε δύναμη και χαρά, γιατί έβλεπα να ζωντανεύει ο κρίκος μεταξύ σκηνής και πλατείας, γιατί καταλάβαινα πώς άρχιζε να πραγματοποιείται ο σκοπός τους θεάτρου μας.

Απόσπασμα από Διάλεξη που δόθηκε από τον Κάρολο Κουν στις 17 Αυγούστου 1943 για τον όμιλο των φίλων του «Θεάτρου Τέχνης»

  ------------------------------------------------------------------------------------------


Πώς γίνονταν οι πρόβες στο θρυλικό πλέον Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης επί εποχής Καρόλου Κουν; Πώς φερόταν στους ηθοποιούς ο «Δάσκαλος»; Ποιος ήταν ο Ξανθίας και γιατί έσχιζε τα ρούχα των γυναικών; Ο Μίμης Κουγιουμτζής παρουσιάζει στο «Βήμα» ένα αρχείο μοναδικής αξίας, το οποίο απειλείται από το καταστρεπτικό πέρασμα του χρόνου

Αρχείο Καρόλου Κουν

Αρχείο Καρόλου Κουν


Όλα αρχίζουν από το ερέθισμα που μπορεί να σου γεννήσει η μαγεία της προετοιμασίας μιας παράστασης. Ο Μίμης Κουγιουμτζής προσπαθούσε επί χρόνια να καταγράψει στιγμιότυπα από τις πρόβες του απόρθητου φρουρίου που ήταν ως τότε το Θέατρο Τέχνης. «Είχα ένα μαγνητόφωνο και στα κρυφά προσπαθούσα να ηχογραφήσω όλα όσα λέγονταν μέσα στο θέατρο. Δεν ήταν καθόλου εύκολο, γιατί ο Κουν δεν ήθελε να τον καταγράφουν ούτε να τον παρακολουθούν κρυφά. Σιγά σιγά συγκέντρωσα μαγνητικές ταινίες μόνο με ήχο. Στην πορεία άρχισα να καταγράφω και την εικόνα με κινηματογραφικές μηχανές των οκτώ μιλιμέτρ. Τα μέσα όμως δεν ήταν προχωρημένης τεχνολογίας και πολύ συχνά επιστρέφοντας στο σπίτι αντί για εικόνες την ώρα της προβολής των φιλμ έβλεπα σκοτάδι».




Ήταν τόσο αρνητικός ο Κουν στην ιδέα ότι κάποιοι παρακολουθούν την πρόβα που τις περισσότερες φορές οι μηχανές βρίσκονταν κρυμμένες σε τσάντες και ο παραμικρός θόρυβος προσπαθούσε να καλυφθεί από βήχα ή ήχους που κάλυπταν την «ένοχη» ύπαρξή τους.

Από το 1970 και μετά όλο και κάποιοι εισέβαλλαν στις πρόβες και με το ένα ή το άλλο πρόσχημα κατέγραφαν κάποια στιγμιότυπα. Επειτα από αυτό ο Μ. Κουγιουμτζής πήρε μια «σχετική άδεια» και νόμιμα πλέον άρχισε να καταγράφει, κυρίως παραστάσεις αρχαίων έργων. «Δεν ήταν εύκολη δουλειά, αλλά ήταν γοητευτική. Ισως όμως αν είχα την ελευθερία όλα αυτά να μην είχαν τόσο μεγάλη αξία. Έχω υλικό απόκρυφο που δεν φανταζόταν ούτε ο Κουν ότι θα υπήρχε. Από το 1975 "επισημοποιήθηκα" και άρχισα να τραβάω σχεδόν τις περισσότερες παραστάσεις των Επιδαυρίων: "Ορνιθες", "Πέρσες", "Αχαρνής", "Ειρήνη",πρόβα με "Τρωάδες", "Βάκχες" και άλλα».
Το υλικό αυτό σήμερα είναι σκόρπιο. Ελλείψει χρόνου και χρήματος το αρχειακό υλικό, που ξεπερνά τις 100 ώρες σε διάρκεια φιλμική και περιλαμβάνει σπάνια ηχητικά ντοκουμέντα από τις παραστάσεις, τις πρόβες και τη διδασκαλία του Κουν, καθώς και φωτογραφίες ακόμη και από προσωπικές στιγμές του μεγάλου σκηνοθέτη, αρχίζει να καταστρέφεται.

«Όσο περνούν τα χρόνια όλο αυτό το υλικό υπόκειται σε φθορά, το φιλμ έχει πάρει μια περίεργη απόχρωση. Κατά καιρούς απευθύνθηκα στο υπουργείο Πολιτισμού και ιδιαίτερα επί Μελίνας Μερκούρη. Της είχα πει πως υπήρχε η "Ορέστεια", αμοντάριστη, στην οποία η ίδια πρωταγωνιστούσε σε έναν από τους τελευταίους μεγάλους ρόλους της. Λόγω γραφειοκρατίας, όταν έφθανε η στιγμή να υλοποιηθεί αυτό το σχέδιο, σταματούσε και δεν έπαιρνα απάντηση. Η περιουσία αυτή δεν ανήκει μόνο στο Θέατρο Τέχνης. Εγώ ως ιδιώτης δεν μπορώ να φροντίσω το αρχείο. Κατά καιρούς κάποιοι ενδιαφέρονται αλλά, όταν μαθαίνουν το κόστος της μεταγραφής του φιλμ σε ψηφιακή μορφή, κάνουν πίσω. Θα στοιχίσει γύρω στα 30 εκατομμύρια, σύμφωνα με τη δική μου αίσθηση. Δεν θέλω να το πάρει και ο οποιοσδήποτε και να του κάνει μια χρήση κακή». 

Η εκρηκτική σχέση με τη Μελίνα

«Οι πρόβες στο Υπόγειο ήταν μοναδικές. Ο Κουν ήταν απόλυτος σε θέματα ωραρίου και συμπεριφοράς. Ηταν "δικτατορικός δημοκράτης", κραύγαζε στην πρόβα, ήταν "ταύρος εν υαλοπωλείω". Ζούσε την κάθε στιγμή πολύ έντονα. Ειδικά όταν σκηνοθετούσε τη Μελίνα. Αυτό φαίνεται στις ταινίες όπου έχει καταγραφεί η πρόβα της "Ορέστειας" και όχι μόνο. Υπήρχε πολλή ένταση και όλο συγκρούονταν οι δυο τους. Στα διαλείμματα έλεγαν καλαμπούρια. Η Μελίνα χρησιμοποιούσε λέξεις που τώρα δεν μπορώ να τις πω... Περιέγραφε τους ρόλους με τον δικό της τρόπο: "Αυτή είναι μια πουτάνα και κοιμάται με τον έναν, πηδιέται με τον άλλο...". Τα έλεγε επί της ουσίας, όχι για να διασκεδάσει. Τα έλεγε με πάθος. Ηταν η πρόβα που πάντα είχε έναν σπινθήρα. Είναι άλλη η στιγμή του ντοκουμέντου». 

Ο ατίθασος Ξανθίας

«Τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση με έναν σκύλο κακότροπο και άθλιο σε συμπεριφορά, τον Ξανθία. Ορμούσε στις γυναίκες και ξέσκιζε τα ρούχα τους. Δύστροπο και επιθετικό, ατίθασο σκυλί. Κάθε φορά που ο Κουν έφευγε και δεν τον έπαιρνε μαζί ο Ξανθίας κατούραγε στο κρεβάτι του. "Ο Ξανθίας πάλι μου κατούρησε το κρεβάτι" έλεγε εκείνος γελώντας. Στις φωτογραφίες του αρχείου φαίνεται πώς ορμούσε ο Ξανθίας και έσκιζε τα ρούχα της Ρένης Πιττακή». 

Πρωτοχρονιές και εκδρομές

«Από το 1960 ως και το 1985 κατέγραφα όλες τις βραδιές που μας καλούσε στο σπίτι του για να γιορτάσουμε όλοι μαζί την Πρωτοχρονιά. Είχε μια άλλη γοητεία. Μαζευόμασταν όλοι και μας έδινε δώρα. Ως και ρούχα μάς έπαιρνε. Τους ρωτούσε όλους, από τον πρώτο ως και τον τελευταίο, τι θα ήθελε και τα σημείωνε στο μπλοκάκι του.
Του άρεσε και πάρα πολύ να πηγαίνουμε εκδρομές στη θάλασσα, ειδικά στην Επίδαυρο, και στα χιόνια, κυρίως στην Πάρνηθα, όπου πάντα έκανε το τραπέζι σε όλους».


ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΓΡΑΜΜΕΛΗ


   -----------------------------------------------------------------------------------------

Κάρολος Κουν

«Για να γίνουν θαύματα πρέπει να πιστεύουμε σε θαύματα»

Μαρτυρίες, αυτοβιογραφικές σελίδες, αθησαύριστο υλικό, σύγχρονα κείμενα, παραστασιογραφία και πολλές φωτογραφίες αναβιώνουν την «εποχή Κουν» στο θέατρο


Τον Οκτώβριο του 1942 μια ανήσυχη αγριόπαπια άνοιξε δυναμικά τα φτερά της και διέσχισε τον γκρίζο κατοχικό ουρανό της Αθήνας. Αφετηρία της το θέατρο Αλίκη της πλατείας Καρύτση. Προορισμός της το άγνωστο. Το ταξίδι της επρόκειτο να αποδειχθεί μακρύ και περιπετειώδες:

Δεν θα επηρέαζε απλώς την πνευματική και κοινωνική ζωή της Ελλάδας, θα την άλλαζε για πάντα. 
Η απόφαση του Καρόλου Κουν να ανεβάσει το συγκεκριμένο έργο του Ιψεν σίγουρα δεν ήταν τυχαία. Αποτελούσε ιδανική επιλογή για την εναρκτήρια παράσταση του Θεάτρου Τέχνης, της νεοεμφανιζόμενης ομάδας που είχε μόλις ιδρυθεί, το καλοκαίρι του 1942. Εργα όπως «Η αγριόπαπια» του νορβηγού συγγραφέα, που εξερευνούσαν την ψυχολογική αλήθεια των ηρώων, τα ψέματα και τις αυταπάτες πάνω στις οποίες οικοδομούν τις ζωές τους, επρόκειτο να συνθέσουν τη ραχοκοκαλιά του Θεάτρου Τέχνης στα πρώτα κρίσιμα χρόνια της πορείας του. «Σε αυτούς κυρίως βρήκαμε τους εαυτούς μας»έλεγε αργότερα ο Κουν για τον Ιψεν και τον Τσέχοφ, τους δύο συγγραφείς που αποθέωσε μέσα από την προσήλωση, τον θαυμασμό και την επίμονη σκηνοθετική ματιά του.

Η ίδρυση του Θεάτρου Τέχνης έγινε «με πολύ φτωχά μέσα,χωρίς ενίσχυση από πουθενά,αλλά με τη θερμή υποστήριξη λίγων εκλεκτών φίλων, χωρίς μεγαλόστομες εξαγγελίες αλλά με πάθος και φανατική προσήλωση στον ιερό σκοπό» γράφει ο Δημήτρης Σπάθης σε ένα από τα πολύ ενδιαφέροντα κείμενα που περιλαμβάνει ο νέος τόμος του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ). «Και είναι φαινομενικά παράδοξο πώς ένα παρόμοιο εγχείρημα μπόρεσε να πραγματοποιηθεί μέσα στις συνθήκες της ξένηςκατοχής, της πείνας,των στερήσεων και σε τόσες άλλες αντιξοότητες» συνεχίζει ο ερευνητής.

Αν φαινόταν παράδοξο στους Αθηναίους που έσπευσαν να γεμίσουν τη μικρή αίθουσα του θεάτρου Αλίκη για να παρακολουθήσουν την «Αγριόπαπια», σε εμάς σήμερα, περίπου 70 χρόνια αργότερα, φαντάζει περισσότερο σαν μια από εκείνες τις ημέρες όπου το σύμπαν συνωμότησε για να αποκτήσουμε έναν μύθο. Γιατί αυτό ακριβώς είναι πλέον στην εθνική συνείδηση ο Κουν: ένας μύθος που έλαμψε με όλη του τη δύναμη τον περασμένο αιώνα, η ισχύς και η αξία του όμως ουδέποτε εξαντλήθηκαν. Το αποδεικνύει άλλωστε αυτό το νέο λεύκωμα του ΜΙΕΤ σε επιμέλεια Δηούς Καγκελλάρη, το οποίο συγκεντρώνει μαρτυρίες, αυτοβιογραφικές σελίδες, αθησαύριστο υλικό, σύγχρονες μελέτες, πλήρη παραστασιογραφία και, φυσικά, πλούσιο φωτογραφικό υλικό σε μια πολυτελή έκδοση.

Η ανώτερη ιδέα 

«Λέμε αποστολή και ούτε σκιαζόμαστε τη λέξη, μήτε μας ενοχλεί ηιδέα,γιατί μονάχα με απόλυτη πίστη, με απόλυτη θυσία του εαυτού μας σε μια ανώτερη ιδέα μπορούμε ν΄ αποχτήσουμε τη δύναμη, την οντότητα και να φέρουμε στην επιφάνεια τον ψυχικό πλούτο που βρίσκεται θαμμένος μέσα μας για την πραγματοποίησή της. Πρέπει να πιστεύουμε σε θαύματα για να γίνουν θαύματα». Αν τα λόγια αυτά- από τη διάλεξη μανιφέστο που έδωσε ο Κουν στους φίλους του Θεάτρου Τέχνης τον Αύγουστο του ΄43- θυμίζουν κήρυγμα θρησκευτικού ηγέτη, η εντύπωση δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Γιατί ο ίδιος πίστευε στην Τέχνη σαν να ήταν θρησκεία.

Ζητούσε ολοκληρωτική αφοσίωση από τους «ακολούθους» του, όπως ολοκληρωτικά αφοσιωμένος ήταν και ο ίδιος. Εθετε υψηλούς στόχους, μια πορεία καλλιτεχνική χωρίς συμβιβασμούς, μακριά από βεντετισμούς και μαρκίζες, μακριά από κάθε επιχειρηματική λογική που επικρατούσε τότε στην αγορά και ενάντια στο κυρίαρχο αστικό μοντέλο θεάτρου. Γι΄ αυτό άλλωστε το Θέατρο Τέχνης συστάθηκε εξαρχής ως «θέατρο συνόλου», όπου όλοι οι «εργάτες» του, από τον σκηνοθέτη ως τον τεχνικό και από τον πρωταγωνιστή ως τον κομπάρσο, θεωρούνταν ισότιμοι και αμείβονταν σχεδόν ίσα. Εξίσου σημαντικό ρόλο σε αυτή τη φιλοσοφία έπαιζε και η Σχολή που ιδρύθηκε παράλληλα και τροφοδοτούσε ασταμάτητα με έμψυχο υλικό τις παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης. Συγκοινωνούντα δοχεία ήταν η σχολή και η σκηνή, με Δάσκαλο και Σκηνοθέτη έναν. Μια κοινότητα καλλιτεχνών με κοινές αρχές και κοινή γλώσσα- όπως τις συναντούσαμε ως τότε μονάχα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όχι όμως και στην Ελλάδα. Πυξίδα τους εκείνα τα πρώτα χρόνια ήταν ο Στανισλάφσκι, συνιδρυτής, ηθοποιός και σκηνοθέτης του περίφημου Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας. Τα εγχειρίδια που είχε γράψει με θέμα την τέχνη της υποκριτικής - με έμφαση στη μέθοδο του ψυχολογικού ρεαλισμού- ήταν και τα μοναδικά θεωρητικά εφόδια που χρησιμοποιούσαν οι ηθοποιοί του Κουν κατά το πρώτο μεγάλο διάστημα.

Επιδίωξή τους η μελέτη και η ανάλυση της εξωτερικής πραγματικότητας με υποκειμενικούς όρους. Οπως τόνισε ο Δάσκαλος στη διάλεξη του ΄43, «σκοπός της τέχνηςμας δεν είναι το αντικείμενο αλλά το νόημα που του δίνουμε εμείς». Ετσι, με το κείμενο στο χέρι οι ηθοποιοί προσέρχονταν στις πρόβες, οι οποίες διεξάγονταν «μέσα σε κλίμα πυρετού, κατεπείγοντος», όπως γράφει η Μάγια Λυμπεροπούλου, και ήταν πάντοτε «μεστές, πυκνές, χωρίς ανάσα».

Ο Κουν, φιγούρα ηγετική, εξαιρετικά αυστηρή, απαιτούσε απόλυτο δόσιμο αλλά ταυτόχρονα παρέμενε ανοιχτός σε κάθε ενδεχόμενο- δεν ερχόταν με προειλημμένες αποφάσεις. «Μέσα στην ένταση της πρόβας δημιουργούσε την ατμόσφαιρα, σχημάτιζε τα πρόσωπα. Αυτοσχεδιάζοντας. Εν τω γίγνεσθαι...» θυμάται χαρακτηριστικά η Ρένη Πιττακή. Η μέθοδός του ήταν υπαινικτική, μαιευτική: δεν «έδειχνε» τους ρόλους απαιτώντας την αντιγραφή. «Ανάλογα με το ρεπερτόριο άλλαζαν οι κατευθύνσεις. Στα έργα ατμόσφαιρας οι επεμβάσεις του αφορούσαν συνήθως μια λεπτομέρεια στο βήμα, στο βλέμμα, στον τρόπο με τον οποίο κάθεσαι,στρέφεις τον ώμο σου. “Δεν βλέπω το σκοτάδι στην κίνησή σου...”,“Δεν ακούω τη φωνή του στα μαλλιά σου...” έλεγε» προσθέτει η Πιττακή. 


Ο Κουν στις πρόβες της «Ορέστειας». Ο ίδιος αντιμετώπιζε το αρχαίο δράμα όχι ως κάτι νεκρό, μνημειακό, αλλά ως κάτι παλλόμενο, σημερινό, που μας αφορά.

Έργα-σοκ 

Στις δοκιμές ο Κουν απαιτούσε να είναι παρόντες όλοι οι ηθοποιοί: όχι μόνο αυτοί που είχαν αναλάβει ενδεχομένως μικρούς ρόλους, αλλά και εκείνοι που δεν συμμετείχαν καν στην παράσταση. «Πώς αλλιώς να γινόταν άλλωστε, όταν τα περισσότερα έργα τότε μετά δυσκολίας τα καταλαβαίναμε και η πρώτη μας επαφή στην ανάγνωση αποτελούσε κάποτε ισχυρότατο σοκ;» σημειώνει η Λυμπεροπούλου. Πόσο τρομακτικό να πιάνεις για πρώτη φορά στα χέρια σου Ιονέσκο, Πίντερ, Μπέκετ ή Μπρεχτ! Και να πρέπει να «σπάσεις» τους καινούργιους κώδικες, να ερμηνεύσεις τις σιωπές, να κατανοήσεις την «αποστασιοποίηση», να ξεχάσεις τον όποιο ρεαλισμό, ακόμη και τον ψυχολογικό.

Σε αυτές τις προκλήσεις έσπευσε να ανταποκριθεί το Θέατρο Τέχνης από τη δεκαετία του ΄60 και μετά. «Εκεί γύρω στο 1963-64 αρχίζει μια δεύτερη υποκριτική περίοδος,όπου“μουσικά” οι παραστάσεις αντί να λικνίζονται πια στον ρυθμό του μπλουζ αρχίζουν να δονούνται, να “ροκάρουν” σε πιο beat ρυθμούς... Απρόσμενα στακάτη άρθρωση,συγκοπτόμενη συμπεριφορά. Ο συνδυασμός έργων και συγγραφέων, όπως Ιονέσκο, Αραμπάλή Μπέκετ και Πίντερ,μαζί με την εμπειρία του αρχαίου δράματος οδηγούν τον Κουν σε μια άρνηση της συναισθηματικής έκφρασης (έφτασε μάλιστα να την αποκαλεί συναισθηματολογία) και σε μια απόρριψη της όποιας ψυχολογικής αντίδρασης» παρατηρεί η Λυμπεροπούλου.

Σε αυτή τη μεγάλη στροφή- την απογαλάκτιση από τον Στανισλάφσκι και την εξερεύνηση ολότελα νέων ρευμάτων- καθοριστικό ρόλο έπαιξε και το Υπόγειο, το οποίο έμελλε, από το 1954 και μετά, να γίνει σήμα κατατεθέν του Θεάτρου Τέχνης. «Μετά από περιπλανήσεις σε διάφορα θεατρικά κτίσματα, με βασικότερο το θέατρο Αλίκη (Μουσούρη),θα επιλέξει συνειδητά τον αντισυμβατικό του χώρο, στην εγκαταλελειμμένη αποθήκη της οδού Σταδίου κάτω από τον κινηματογράφο Ορφέα [...] Η αμεσότητα της σχέσης ηθοποιών και θεατών,από τις βασικές συνιστώσες του θεατρικού “πιστεύω” του Κουν, βρίσκει εδώ τον ιδανικό χώρο της» σημειώνει η Δηώ Καγκελλάρη. 

Η Μελίνα Μερκούρη και ο Γιάννης Φέρτης στο «Γλυκό πουλί της νιότης» του Τενεσί Γουίλιαμς, στην περίφημη παράσταση του Θεάτρου Τέχνης το 1960

Ένα από τα μεγαλύτερα κεφάλαια στην ιστορία του νέου ελληνικού θεάτρου έγραψε η σχέση του Κουν με το αρχαίο δράμα.«Για μένα είπαν πως ανέβασα καλά τον Αριστοφάνη και τον Αισχύλο, πως η παράσταση των “Ορνίθων” και των “Περσών” ήταν οριακά γεγονότα στη νεότερη ιστορία της ερμηνείας του αρχαίου δράματος»ανέφερε ο ίδιος.«Αυτή η αναγνώριση μου αρκεί».

Για τον Κουν το αρχαίο δράμα αποτελούσε πεδίο διαρκούς αναζήτησης και σύγκρουσης: δεν το αντιμετώπιζε ως κάτι νεκρό, μνημειακό,αλλά ως κάτι παλλόμενο, σημερινό, που μας αφορά.

Γι΄ αυτό και απεχθανόταν τον στόμφο, τη σοβαροφάνεια,την αρχαιοπρέπεια που συνόδευαν τα περισσότερα ανεβάσματα της εποχής του. Όσο για τον Αριστοφάνη, τον προσέγγισε με διάθεση ερωτική,παιχνιδιάρικη, αντι-αστική:«Ανατρέχοντας στο χωριό,στο αγροτικό περιβάλλον,σε τελετουργίες και φαλλικά σύμβολα,αλλά και στην κουλτούρα ορισμένων αστικών στρωμάτων και περιθωριακών ομάδων, συνέδεσε τον Αριστοφάνη με χειροπιαστές πραγματικότητες. Του προσέδωσε ένα γήινο υπόστρωμα.Του εξασφάλισε μια ζωτική ρωμαλέα αφετηρία,   μακριά από άψυχες συνταγές και ακαδημαϊκά καλούπια». 

γράφει η Ελένη Βαροπούλου. 

  ----------------------------------------------------------------------------------------------------------


"Κάρολος Κουν" (1987). Γλύπτης Χρήστος Καπράλος. Αθήνα - Στοά του Βιβλίου. (Φωτογραφία του Δημήτρη Σφήκα)


- Ο « Φράγκος » που μεγάλωσε σε αστικό σπίτι με γκουβερνάντα, παπά και καθηγήτρια πιάνου.

- Η γνωριμία με τον Φώτη Κόντογλου και η « Αποκάλυψη » μέσα του.

- Το όνειρο της δημιουργίας μόνιμης, αφοσιωμένης ομάδας από ηθοποιούς που να βλέπουν το θέατρο ως λειτούργημα και όχι ως επαγγελματική ενασχόληση. Το όνειρό του αυτό έγινε πραγματικότητα το 1942, ιδρύοντας μέσα στο σκοτάδι της γερμανικής κατοχής το « Θέατρο Τέχνης » στο οποίο δίδαξε τον στανισλαφσκικό τρόπο. Χάρη σ' εκείνον το ελληνικό κοινό γνώρισε τους μεγάλους ξένους και σύγχρονους συγγραφείς, όπως τον Φεντερίκο Γκαρθία ΛόρκαΜπέρτολντ ΜπρεχτΆρθουρ ΜίλλερΤένεσι ΟυίλιαμςΣάμιουελ ΜπέκετΖαν Ζενέ, τον Ντάριο Φο κ.α. και μέσα από την πορεία του ανέδειξε νέους Έλληνες συγγραφείς, όπως τους Ιάκωβο ΚαμπανέληΠ. Χορν,Γιώργο ΣκούρτηΛούλα Αναγνωστάκη, Μ. Λαϊνά, Γ. ΣεβαστίκογλουΝότη ΠεργιάληΔ. ΚεχαΐδηΑ. Σολωμό κ.ά.



Από τη δεκαετία του '70 ανέβασε κυρίως Νεοελληνικό Θέατρο, γι' αυτό και λέγεται πως ήταν ο πατέρας του Νεοελληνικού Θεάτρου.

- Το 1959 παρουσίασε στο Φεστιβάλ Αθηνών τους «Όρνιθες», στο Ηρώδειο. Η παράσταση διακόπηκε από τις έξαλλες διαμαρτυρίες και τα γιουχαΐσματα του κοινού, ενώ η κυβέρνηση επενέβη δραστικά. Τρία χρόνια αργότερα, στο Φεστιβάλ των Εθνών στο Παρίσι, οι «Όρνιθες» του βέβηλου Κουν μοιράστηκαν το πρώτο βραβείο με το Εθνικό Θέατρο της Ελλάδας. Οι κριτικές ήταν διθυραμβικές.

- Παρότι κέρδισε την εκτίμηση και την αποδοχή στην Ευρώπη, ενώ στο τόπο του εισέπραττε την περιφρόνηση και το χλευασμό, αρνήθηκε όλες τις προτάσεις που του έγιναν για να σκηνοθετήσει στα μεγαλύτερα θέατρα της Ευρώπης και της Αμερικής. Η μοναδική φορά που δέχτηκε ήταν το 1967, που σκηνοθέτησε στο Στράτφορντ «Ρωμαίος και Ιουλιέτα». Η πρόσκληση ήταν από το Βασιλικό Σαιξπηρικό θέατρο της Αγγλίας. Ήταν ο δεύτερος σκηνοθέτης μέσα σε τριάντα χρόνια που τον καλούσαν να σκηνοθετήσει σ' αυτό το θέατρο. Η αγγλική κριτική χαρακτήρισε την παράσταση ως την καλύτερη Σαιξπηρική της τελευταίας δεκαετίας.

- Η έρευνά του πάνω στην αναβίωση του Αρχαίου Δράματος θεωρείται από τις εγκυρότερες. Ο ίδιος, όμως, ο Κουν έλεγε πως δε φτάνουν δυο ζωές για να ασχοληθεί κανείς σοβαρά με την ερμηνευτική προσέγγιση του Αρχαίου Δράματος.

- «Μεγάλωσα σ΄ ένα αστικό σπίτι,δεν είχα νιώσει τη ζεστασιά του ελληνικού,λαϊκού στοιχείου. Δίπλα στον Κόντογλου, στην αρχή μ΄ έβλεπε σαν Φράγκο, ένιωσα το ξάνοιγμα προς κάθε τι ελληνικό. Μ΄ έκανε ν΄ αναγαλιάσω και να νιώσω τη ταυτότητα μου. Του είμαι ευγνώμων. Οφείλω άλλα τόσα στους συνεργάτες μου στη « Λαϊκή Σκηνή» ( Κάρολος Κουν - Από την εκπομπή « Μονόγραμμα » - Αρχείο ΕΡΤ )»


Κάρολος Κουν - Γιάννης Τσαρούχης


- « Η δουλειά δεν είναι εύκολη στο Θέατρο Τέχνης. Δουλεύουμε απεριόριστα και δίνουμε όλο τον εαυτό μας . Κι αυτό όχι γιατί είμαι εγωιστής ή ζηλιάρης. Ζητώ από τον άλλο να δώσει όσα δίνω κι εγώ στο θέατρο. Σήμερα είναι ακόμη πιο δύσκολα τα πράγματα από αυτή την άποψη. Είναι πιο δύσκολο να βρεις ανθρώπους αφοσιωμένους σε κάτι και να παραμείνουν αφοσιωμένοι. Η ζωή έχει αλλάξει κάπως. Υπάρχουν τόσα άλλα σχετικά που απορροφούν τον καλλιτέχνη-τεχνίτη από τη δουλειά του. Καλλιτέχνης δεν σημαίνει να κάθεσαι και να σκέφτεσαι μόνο ή να διαβάζεις, είναι να δουλεύεις τεχνικά πάνω στη δουλειά σου πολύ, να προετοιμάζεσαι από κάθε άποψη και σωματικά και ψυχικά και φωνητικά για να μπορέσεις να αντιμετωπίσεις τις ανάγκες του σημερινού θεάτρου». ( Κάρολος Κουν - Από την εκπομπή « Μονόγραμμα » - Αρχείο ΕΡΤ

- Το 1984 το ελληνικό κράτος παραχώρησε έναν χώρο στην Πλάκα, για την ανέγερση του θεάτρου Κ. Κουν.

- Τιμήθηκε με το παράσημο Φοίνικα, το Αργυρό Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών και το βραβείο Θεάτρου των Εθνών. Με τη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε λίγες μέρες μετά το θάνατό του τον Φεβρουάριο του 1987, κληροδότησε τον τίτλο Θέατρο Τέχνης στους Γ. ΛαζάνηΜ. Κουγιουμτζή και Γ. Αρμένη με την προτροπή να συνεχίσουν τη συνεργασία τους στο Θέατρο Τέχνης Κ. Κουν.

- Έγραψε τις μελέτες «Η αρχαία τραγωδία-κωμωδία» και «Ο σκηνοθέτης και το αρχαίο δράμα». Υπήρξε γεγονός πως ως σκηνοθέτη τον Κουν απασχολούσε το σύγχρονο νεοελληνικό έργο, η νεοελληνική θεατρική παράσταση, το αρχαίο δράμα και το κλασσικό θέατρο σε σύγχρονη απόδοση.






Δημιουργός τέχνης και παιδαγωγός του θεάτρου. Γεννήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 1908 στην Προύσα. Ο πατέρας του, Ερρίκος Κοέν, πάμπλουτος έμπορος και κοσμοπολίτης, ήταν κατά το ήμισυ έλληνας χριστιανός και κατά το άλλο ήμισυ γερμανοπωλονοεβραίος. Η μητέρα του, Μελπομένη Παπαδοπούλου, ήταν Ελληνίδα χριστιανή ορθόδοξη.

Οι γονείς του απουσίαζαν συχνά από το σπίτι, κάποια στιγμή χώρισαν και πολύ αργότερα η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε ένα μακρινό συγγενή της. Μοναχικό παιδί, ο Κάρολος μεγάλωσε σ' ένα αστικό σπίτι, με πρωσογερμανίδα γκουβερνάντα, μ' έναν παπά και μια καθηγήτρια πιάνου ανάμεσα στους κατ' οίκον διδασκάλους.

Από πολύ μικρός άρχισε να ξεδιπλώνει τα καλλιτεχνικά του χαρίσματα. Σχημάτιζε μελωδίες στην πιανόλα του σαλονιού. Έκοβε τα μοντέλα από τα περιοδικά μόδας της μητέρας του κι έκανε θέατρο. Τα έπιπλα του σαλονιού ήταν το σκηνικό που έπλαθε η φαντασία του. Οι πολυθρόνες γίνονταν βράχοι και τα χαλιά θάλασσα. Πιο πολύ, όμως, του άρεσε να ζωγραφίζει με νερομπογιές.
Τα χρόνια της εφηβείας του τα πέρασε εσώκλειστος στην αμερικανική Ροβέρτειο Σχολή της Κωνσταντινούπολης, με παιδιά από τα Βαλκάνια. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η ελληνική μειονότητα της Ροβερτείου Σχολής στερήθηκε τη διδασκαλία της μητρικής γλώσσας. Στον θεατρικό όμιλο Robert College Ρlayers Οfficers, ο Κάρολος εκτελούσε χρέη γραμματέα και συμμετείχε στις παραστάσεις, διαπρέποντας κυρίως στους γυναικείους ρόλους. Όταν αποφοίτησε το 1928, όλα είχαν αλλάξει στην Πόλης. Ακόμη και οι συγγενείς του δεν έμεναν πια εκεί.

Τον ίδιο χρόνο ο Κουν έφυγε για να σπουδάσει Αισθητική στη Σορβόννη και το 1929 εγκαταστάθηκε με τη μητέρα του στην Ελλάδα. Έπιασε δουλειά ως καθηγητής Αγγλικών στο Κολέγιο Αθηνών, όπου άρχισε να κάνει τις πρώτες θεατρικές παραστάσεις με τους μαθητές του, με μικρά σκετς που έγραφε ο ίδιος. Παράλληλα, τα βράδια παρέδιδε μαθήματα αγγλικών στο σύλλογο Εθνικής Τραπέζης για να ενισχύει τα οικονομικά του. Μετά τον πόλεμο, ο πατέρας του είχε καταστραφεί οικονομικά.
Στο μεταξύ, καθοριστική για τον Κουν υπήρξε η γνωριμία του με τον Φώτη Κόντογλου. Όπως έλεγε ο ίδιος, τον βοήθησε να γνωρίσει την Ελλάδα, να νιώσει το ξάνοιγμα προς κάθε τι το Ελληνικό...
Σε μια προσπάθεια να μεταφέρει επί σκηνής το αίτημα της επιστροφής στο ρωμαίικο, τον χειμώνα του 1933 ιδρύει, μαζί με τον Γιάννη Τσαρούχη και τον δημοσιογράφο Διονύσιο Δεβάρη, τη Λαϊκή Σκηνή. Από τη δραματική σχολή που στεγάζεται σ' ένα εγκαταλελειμμένο καμαρίνι του Δημοτικού Θεάτρου, θα προκύψει ο βασικός πυρήνας του θιάσου.

(Μάνος Χατζιδάκις, Κάρολος Κουν, Γιάννης Μόραλης)

Στην εναρκτήρια παράσταση της Ερωφίλης του Χορτάτση, στις 20 Απριλίου '34 στο Θέατρο Ολύμπια, ο Κουν τοποθετεί τους ηθοποιούς σύμφωνα με τις αγιογραφίες του Κόντογλου και τους φωτίζει σαν από φως καντηλιού. Στα δύο χρόνια της λειτουργίας της η «Λαϊκή Σκηνή» θα παρουσιάσει ακόμη τα έργα: «Άλκηστη», «Πλούτος», «Ο κατά φαντασίαν ασθενής» και τα «Παντρολογήματα».

Το 1938 εγκαταλείπει το Κολέγιο και συνεργάζεται με τους θιάσους της Κυρίας Κατερίνας και της Μαρίκας Κοτοπούλη. Όμως, το όνειρο του ήταν να δημιουργήσει τη δική του μόνιμη, αφοσιωμένη ομάδα, να φτιάξει ηθοποιούς που να βλέπουν το θέατρο ως λειτούργημα και όχι ως επαγγελματική ενασχόληση. Το όνειρό του αυτό έγινε πραγματικότητα το 1942, ιδρύοντας μέσα στο σκοτάδι της γερμανικής κατοχής το Θέατρο Τέχνης.

Στο δωμάτιο μιας αυλής της οδού Ζωοδόχου Πηγής 9 ξεκίνησε τις πρόβες στην «Αγριόπαπια» του Ίψεν, με μαθητές της Σχολής το Β. Διαμαντόπουλο, το Δ. Καλλέργη, τον Π. Ζερβό, τη Β. Μεταξά, την Κ. Λαμπροπούλου και με τον ίδιο σκηνοθέτη και ηθοποιό. Τις παραστάσεις του τις έδινε σε διάφορα θέατρα, κυρίως στο θέατρο Κώστα Μουσούρη και το καλοκαίρι σε διάφορα θερινά που του παραχωρούσαν.

Οι οικονομικές δυσχέρειες τον ανάγκασαν να αναστείλει τις δραστηριότητες του Θεάτρου Τέχνης το 1950. Τότε κλήθηκε να σκηνοθετήσει στο Εθνικό Θέατρο, όπου ανέβασε πέντε έργα: «Ερρίκος Δ'», «Άνθρωποι και ποντίκια», «Οι τρεις αδερφές», «Όνειρο καλοκαιρινής νυκτός», «Ο θείος Βάνιας».

  
Το 1959 παρουσίασε στο Φεστιβάλ Αθηνών τους «Όρνιθες», στο Ηρώδειο. Η παράσταση διακόπηκε από τις έξαλλες διαμαρτυρίες και τα γιουχαΐσματα του κοινού, ενώ η κυβέρνηση επενέβη δραστικά. Τρία χρόνια αργότερα, στο Φεστιβάλ των Εθνών στο Παρίσι, οι «Όρνιθες» του βέβηλου Κουν μοιράστηκαν το πρώτο βραβείο με το Εθνικό Θέατρο της Ελλάδας. Οι κριτικές ήταν διθυραμβικές.
Παρότι κέρδισε την εκτίμηση και την αποδοχή στην Ευρώπη, ενώ στο τόπο του εισέπραττε την περιφρόνηση και το χλευασμό, αρνήθηκε όλες τις προτάσεις που του έγιναν για να σκηνοθετήσει στα μεγαλύτερα θέατρα της Ευρώπης και της Αμερικής. Η μοναδική φορά που δέχτηκε ήταν το 1967, που σκηνοθέτησε στο Στράτφορντ «Ρωμαίος και Ιουλιέττα». Η πρόσκληση ήταν από το Βασιλικό Σαιξπηρικό θέατρο της Αγγλίας. Ήταν ο δεύτερος σκηνοθέτης μέσα σε τριάντα χρόνια που τον καλούσαν να σκηνοθετήσει σ' αυτό το θέατρο. Η αγγλική κριτική χαρακτήρισε την παράσταση ως την καλύτερη Σαιξπηρική της τελευταίας δεκαετίας.

καρολος_κουν_σχολη_5
Στη διασταύρωση Ζωοδόχου Πηγής και Σόλωνος, στον τοίχο ενός εγκαταλελειμμένου σπιτιού που χρόνια στέκει όρθιο και μόνο «μες στη φοβερή ερημία του πλήθους», των οχημάτων και των αδιάφορων πεζών, σε δύο εγχάρακτες επιγραφές σημειώνονται τα εξής: «Ανεγέρθη το 1926 από τον αρχιτέκτονα Ηλ. Α. Κουρμουλή εκ Σμύρνης» και «Το 1942 κατοικούσε και ίδρυσε την πρώτη σχολή θεάτρου ο Κάρολος Κουν».


Η Μεγάλη Πορεία άρχισε από το 1954, οπότε ξανάστησε το θέατρο Τέχνης, στη δική του πια μόνιμη στέγη στο κυκλικό Υπόγειο της Στοάς Ορφέως. Μέσα από το «Υπόγειο των θαυμάτων», κάτω από τη σοφή, εμπνευσμένη καθοδήγηση του, βγήκαν ηθοποιοί, σκηνοθέτες, συγγραφείς, μουσικοί, σκηνογράφοι. Το ελληνικό θέατρο είναι σπαρμένο με πνευματικά του τέκνα: Διαμαντόπουλος, Χατζηαργύρη, Καλλέργης, Ζερβός, Ζαβιτσιάνου, Λυμπεροπούλου, Φερτής, Μιχαλακόπουλος, Καρακατσάνης, Πιττακή, Κοταμανίδου, Χρυσομάλλης, Αρμένης, Μπάκας, Λαζάνης, Γκιωνάκης, Κουγιουμτζής. Παιδιά του ήταν οι στενοί του συνεργάτες, ο Πλωρίτης, ο Χατζηδάκης, ο Τσαρούχης, ο Σταματίου, ο Σεβαστικόγλου. Δικά του παιδιά είναι και οι περισσότεροι ηθοποιοί του Κυπριακού Θεάτρου.

Το ελληνικό κοινό, χάρη στον Κουν, γνώρισε τα σύγχρονα ξένα θεατρικά ρεύματα, το θέατρο του «Παραλόγου», Ιονέσκο, Μαξ Φρις, Μπέκετ, Άλμπυ, Βάις, Πίντερ, Αραμπάλ, ενώ επανήλθε συχνά στους Ουίλλιαμς, Πιραντέλλο, Τσέχωφ, Μπρεχτ, Μίλλερ, Σαίξπηρ. Πρόβαλε το ελληνικό έργο μέσα από τον Βυζάντιο, Κορομηλά, Καπετανάκη, Ξενόπουλο και δημιούργησε νέους συγγραφείς: τον Καμπανέλλη, την Αναγνωστάκη, τον Κεχαΐδη, τον Σκούρτη, τον Μουρσελλά, τον Αρμένη.
Στη δεκαετία 1974-1983 δημιούργησε για πρώτη φορά και Β' σκηνή, τη «Λαϊκή», που λειτούργησε στο Θέατρο Βεάκη.



Η ερευνά του πάνω στην αναβίωση του Αρχαίου Δράματος θεωρείται από τις εγκυρότερες. Οι παραστάσεις των «Ορνίθων» και των «Περσών» ήταν οριακά γεγονότα στην ιστορία της ερμηνείας του Αρχαίου Δράματος κι έγιναν πρότυπα για τους νεότερους σκηνοθέτες. Ο ίδιος, όμως, ο Κουν έλεγε πως δε φτάνουν δυο ζωές για να ασχοληθεί κανείς σοβαρά με την ερμηνευτική προσέγγιση του Αρχαίου Δράματος.

Το 1980 το θέατρο Τέχνης μπήκε στην Επίδαυρο με τη μεγαλειώδη παράσταση της τριλογίας «Ορέστεια» του Αισχύλου. Με παραστάσεις αρχαίου δράματος όργωσε την Ευρώπη και γύριζε πάντα στην Ελλάδα θριαμβευτής. Στις αρχές του 1985 απέκτησε και δεύτερη θεατρική αίθουσα στην Πλάκα, με τη βοήθεια της Πολιτείας.

Όταν άρχισε να ανασαίνει οικονομικά και να απολαμβάνει τους καρπούς των κόπων 50 χρόνων, η υγεία του είχε πλέον κλονιστεί. Στις 8 Φεβρουαρίου 1987 εισήχθη στο νοσοκομείο «Υγεία» με έντονους πόνους στο στήθος. Άφησε την τελευταία του πνοή το βράδυ της 14ης Φεβρουαρίου, την ώρα ακριβώς που θα δινόταν η πρεμιέρα του έργου «Ο ήχος του όπλου» της Λούλας Αναγνωστάκη, που λίγο καιρό πριν είχε αρχίσει να σκηνοθετεί στο «Υπόγειο», στο Θέατρο Τέχνης.

- Δεν κάνουμε θέατρο για το θέατρο. Δεν κάνουμε θέατρο για να ζήσουμε. Κάνουμε θέατρο για να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας, το κοινό που μας παρακολουθεί κι όλοι μαζί να βοηθήσουμε να δημιουργηθεί ένας πλατύς, ψυχικά πλούσιος και ακέραιος πολιτισμός στον τόπο μας. ( Κάρολος Κουν - « Αποφθέγματα » )

   ------------------------------------------------------------------------------------------



ΠΗΓΕΣ



el.wikipedia.org/wiki/Θέατρο_Τέχνης

www.sansimera.gr/biographies/115






 (  Ο άγνωστος Κουν
«Η ΑΤΥΠΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΚΤΩΡΑ Θ. ΜΕΛΑ» Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ  ΠΗΓΗ http://www.enet.gr/






Αποτέλεσμα εικόνας για καρολος κουν φωτογραφιες
Δημοσίευση σχολίου