Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2015

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

                                   
( ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ )

Από τον ΑΣΤΡΟΛΑΒΟ δεν θα μπορούσαν να απουσιάζουν αφιερώματα σε προσωπικότητες των Γραμμάτων και των Τεχνών που συνδέθηκαν ή συνδέονται με την αγαπημένη μου Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας.

 Το αφιέρωμα που ακολουθεί είναι για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο.

Από τη μία πλευρά, φρονώ πώς είναι ένας τρόπος για να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ και να εκφράσω έτσι την ευγνωμοσύνη μου σε αυτή τη πόλη που πριν από αρκετά χρόνια με αγκάλιασε ωσάν μάνα στοργική και έγινε η δεύτερη πατρίδα μου.

Από την άλλη, είναι ένας τρόπος για να αναδείξω με τις ταπεινές μου δυνάμεις τις ζωογόνες και φωτοδότρες εκείνες φωνές μιας ολόκληρης περιοχής που μακάρι να απολάμβανε μεγαλύτερου σεβασμού εκ μέρους όχι του αθηνοκεντρικού κράτους - πάμε μια βόλτα στην γενέτειρά μου Κυψέλη Αττικής να δούμε την εγκατάλειψη που έχει προσλάβει τεράστιες διαστάσεις - αλλά του κράτους της πλατείας Συντάγματος.

Οι Βόρειοι σε μεγάλο βαθμό- εννοείται ότι δεν υπάρχουν κοινωνίες αγγελικά πλασμένες - είναι ωραίοι άνθρωποι. Άνθρωποι των επιστημών, των γραμμάτων, των τεχνών, άνθρωποι της εργατιάς, του μόχθου και της βιοπάλης, πραγματικά διαμάντια, μπεσαλήδες και κιμπάρηδες στη ψυχή και στα συναισθήματα .Το λιμάνι, η πανέμορφη παραλία με τη θαλασσινή αύρα και τον θαλασσινό αέρα που ενδυναμώνει την ανθρώπινη επικοινωνία, φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά και αντικαθιστά τις σκουριασμένες ιδέες και ανόητα στερεότυπα με άλλες ιδέες φρέσκιες και προοδευτικές. Όποια πέτρα και να σηκώσεις θα βρεις σε αυτή την ένδοξη γη έναν υπέρλαμπρο πολιτισμό και ιστορία αιώνων με μορφές, μνημεία, γεγονότα που καταγράφηκαν στις χρυσές σελίδες του ελληνικού έθνους και σημάδεψαν τη πορεία της οικουμένης.

Εννοείται ότι απόψεις, σχόλια και πληροφορίες εκ μέρους όλων των φίλων του ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΥ πέραν από απαραίτητες είναι και ιδιαιτέρως ευπρόσδεκτες.


Τρύφωνας Παπαλεωνίδας


   ---------------------------------------------------------------------------------------------------

Αποτέλεσμα εικόνας για Ντίνο Χριστιανόπουλο



Αποτέλεσμα εικόνας για Ντίνο Χριστιανόπουλο




Ἐπικίνδυνη Μοναξιά

Ὅταν τὶς νύχτες τριγυρνῶ στὴ μοναξιά μου,
ψάχνω μέσ᾿ σὲ χιλιάδες πρόσωπα νὰ βρῶ
ἐκεῖνο τὸ τρεμούλιασμα στὴν ἄκρη τοῦ ματιοῦ σου.
Ἂν ἔστω κι ἕνας μόνο ἀπηχοῦσε
κάτι ἀπ᾿ τὴ δική σου ὀμορφιά,
θὰ τοῦ ῾λεγα: -«Λοιπόν, τί περιμένεις;
μὲ τὰ καρφιὰ τῶν παπουτσιῶν σου κάρφωσέ με».
καὶ δὲ θὰ καρτεροῦσα πιὰ γλυκὸ φιλὶ
οὔτε μία τρυφερὴ περίπτυξη.

Ἀναστολή

Ὅ,τι ὀνειρεύτηκα τόσα καὶ τόσα βράδια,
ὅ,τι πεθύμησα μὲ τόση ἀλλοφροσύνη,
ὅ,τι σχεδίασα μὲ τόσο πυρετό,
μόλις σὲ δῶ, γλυκιά μου ἐξουθένωση,
στὰ μάτια καὶ τὰ χείλη τὸ ἀναστέλλω,
γιὰ μία στιγμὴ πιὸ ἀπελπισμένη τὸ ἀναβάλλω,
γιατί μονάχα ὅταν τὰ χέρια μου σὲ χάνουν,
ἡ πονεμένη φαντασία μου σὲ κερδίζει.

(ἀπὸ τὴ Συλλογή: «Ξένα Γόνατα»)

Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν

Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιὸ πολύ,
ὅμως ἡ δική σου τρυφερότητα πόσο καιρὸ ἀκόμα θὰ βαστάξει;
Ὅ,τι μᾶς γλύκανε, τὸ ξέπλυνε ὁ χρόνος κι ἡ συναλλαγή,
ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς χαμογέλασαν βουλιάξαν σὲ βαθιὰ πηγάδια
καὶ μείναν μόνο κεῖνοι ποὺ μᾶς πλήγωσαν,
ἐκεῖνοι ποὺ ἀρνήθηκαν νὰ τοὺς ὑποταχτοῦμε.
Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν βαραίνουν πιὸ πολύ...

(1955)

Ἑνὸς λεπτοῦ σιγή

Ἐσεῖς ποὺ βρήκατε τὸν ἄνθρωπά σας
κι ἔχετε ἕνα χέρι νὰ σᾶς σφίγγει τρυφερά,
ἕναν ὦμο ν᾿ ἀκουμπᾶτε τὴν πίκρα σας,
ἕνα κορμὶ νὰ ὑπερασπίζει τὴν ἔξαψή σας,
κοκκινίσατε ἄραγε γιὰ τὴν τόση εὐτυχία σας,
ἔστω καὶ μία φορά;
Εἴπατε νὰ κρατήσετε ἑνὸς λεπτοῦ σιγή
γιὰ τοὺς ἀπεγνωσμένους;

(ἀπὸ τὴ Συλλογή: «Ἀνυπεράσπιστος Καημός»)



ΤΙ ΝΑ ΤΑ ΚΑΝΩ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΣΑΣ

Τί νὰ τὰ κάνω τὰ τραγούδια σας
ποτὲ δὲ λένε τὴν ἀλήθεια
ὁ κόσμος ὑποφέρει καὶ πονᾷ
κι ἐσεῖς τὰ ἴδια παραμύθια
Τί νὰ τὰ κάνω τὰ τραγούδια σας
εἶναι πολὺ ζαχαρωμένα
ταιριάζουν σὲ σοκολατόπαιδα
μὰ δὲ ταιριάζουνε γιὰ μένα

Ποιήματα
ἔκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη, 1992

ΙΘΑΚΗ

Δὲν ξέρω ἂν ἔφυγα ἀπὸ συνέπεια
ἢ ἀπὸ ἀνάγκη νὰ ξεφύγω τὸν ἑαυτό μου,
τὴ στενὴ καὶ μικρόχαρη Ἰθάκη
μὲ τὰ χριστιανικά της σωματεῖα
καὶ τὴν ἀσφυχτική της ἠθική.
Πάντως, δὲν ἦταν λύση, ἦταν ἡμίμετρο.
Κι ἀπὸ τότε κυλιέμαι ἀπὸ δρόμο σὲ δρόμο
ἀποχτώντας πληγὲς κι ἐμπειρίες.
Οἱ φίλοι ποὺ ἀγάπησα ἔχουνε πιὰ χαθεῖ
κι ἔμεινα μόνος τρέμοντας μήπως μὲ δεῖ κανένας
ποὺ κάποτε τοῦ μίλησα γιὰ ἰδανικά…
Τώρα ἐπιστρέφω μὲ μίαν ὕποπτη προσπάθεια
νὰ φανῶ ἄψογος, ἀκέραιος, ἐπιστρέφω
κι εἶμαι, Θεέ μου, σὰν τὸν ἄσωτο ποὺ ἀφήνει
τὴν ἀλητεία, πικραμένος, καὶ γυρνάει
στὸν πατέρα τὸν καλόκαρδο, νὰ ζήσει
στοὺς κόλπους του μίαν ἀσωτία ἰδιωτική.
Τὸν Ποσειδῶνα μέσα μου τὸν φέρνω,
ποὺ μὲ κρατάει πάντα μακριά.
Μὰ κι ἂν ἀκόμα δυνηθῶ νὰ προσεγγίσω,
τάχα ἡ Ἰθάκη θὰ μοῦ βρεῖ τὴ λύση;


ΜΕ ΚΑΤΑΝΥΞΗ

Ἔλα νὰ ἀνταλλάξουμε κορμὶ καὶ μοναξιά.
Νὰ σοῦ δώσω ἀπόγνωση, νὰ μὴν εἶσαι ζῷο,
νὰ μοῦ δώσεις δύναμη, νὰ μὴν εἶμαι ράκος.
Νὰ σοῦ δώσω συντριβή, νὰ μὴν εἶσαι μοῦτρο,
νὰ μοῦ δώσεις χόβολη, νὰ μὴν ξεπαγιάσω.
Κι ὕστερα νὰ πέσω μὲ κατάνυξη στὰ πόδια σου,
γιὰ νὰ μάθεις πιὰ νὰ μὴν κλωτσᾶς.

ΟΤΑΝ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ

Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
ὁ νοῦς μου πάει στοὺς τσαλακωμένους,
σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ὧρες στέκονται σὲ μία οὐρά,
ἔξω ἀπὸ μία πόρτα ἢ μπροστὰ σ᾿ ἕναν ὑπάλληλο,
κι ἐκλιπαροῦν μὲ μία αἴτηση στὸ χέρι
γιὰ μία ὑπογραφή, γιὰ μία ψευτοσύνταξη.
Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
γίνομαι ἕνα με τοὺς τσαλακωμένους

 ----------------------------------------------------------------------------------------------------


 Ο σπουδαιότερος ποιητής της Θεσσαλονίκης και ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της Ελλάδας, εξηγεί στον «Φιλελεύθερο» με ποιο τρόπο η τέχνη είναι μεγαλύτερη από την ζωή, ακόμη και όταν την εμπεριέχει.

Συνέντευξη-Φωτογραφίες: Γιάννης Χατζηγεωργίου


Ντίνος Χριστιανόπουλος: «Δεν υπάρχουν ευτυχισμένοι έρωτες, μωρό μου!»

«Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας/κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά/έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας/ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας/κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας, έστω και μια φορά; είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή/για τους απεγνωσμένους;».

Η οδός Σκεπαστού, στις Σαράντα Εκκλησιές της Θεσσαλονίκης, είναι η συνέχεια της οδού Καβάφη-όχι του ποιητή, που έχει εικονοστάσι επάνω απ’ το κεφάλι του, στο γραφείο όπου κάθεται, με πλάτη στον έξω δρόμο, δίπλα από τον άλλον «μάρτυρα», τον Βασίλη Τσιτσάνη, ο κύριος Ντίνος-, αλλά ενός εμπόρου, με καταγωγή από τις Σαράντα Εκκλησιές, που πλούτισε στην Αμερική. «Ας είναι», που θα έλεγε και ο ίδιος-όπως, άλλωστε, μου απάντησε και στην επιμονή μου για μία συνέντευξη μαζί του, παρόλο που δεν θέλει πια να εκτίθεται δημόσια. 5:30 το απόγευμα του τελευταίου Σαββάτου του Απρίλη, και κάθομαι απέναντί του, μέσα στο μικρό δωματιάκι του γραφείου του, στο ισόγειο διαμέρισμα όπου ζει τα τελευταία χρόνια. Με κερνάει λεμονάδα φρέσκια. «Να την πιεις όλη!», με παρακινεί.  

Τι καινούργιο κάνετε τελευταία; 

Είμαι έγκλειστος και υπό παρακολούθηση, λόγω κάποιων προβλημάτων υγείας. 

Δεν βαριέστε όλη τη μέρα κλεισμένος στο σπίτι;

Πώς δεν βαριέμαι; Αλλά η αντοχή μου και η υπομονή μου να το αντέχω, είναι προς το καλό μου. Και αυτό το ξέρω. Δεν αρνιέμαι αυτό που για άλλους θα ήταν μια καταδίκη. Αλλά, ξέρεις, τραγουδάω!

Εσείς; 

Γιατί σου φαίνεται παράξενο; Τραγουδάω και με φανατικές μάλιστα θαυμάστριες. Συμπτωματικά. Από ‘δω κι από ‘κει. Τις προάλλες, λόγου χάρη, τραγούδησα στον «Ιανό», στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, και έγινε χαμός. Δεν μπορείς να φανταστείς! Ήρθαν για να με ακούσουν από διάφορα μέρη, ακόμη και από το Λουξεμβούργο. Το φαντάζεσαι;

Υποθέτω πως ήδη θα σας προσκάλεσαν οι θαυμαστές σας που ζουν εκεί, για να τους επισκεφθείτε… 

Δεν έχω ταξιδέψει ποτέ. Και δεν θέλω να ταξιδέψω! Είμαι εχθρός των ταξιδιών.


Αποτέλεσμα εικόνας για χριστιανοπουλος εικονες

Η οποία κρατάει μια χαρά…

Κρατάει… Αυτό είναι το μυστικό.

Ούτε όταν ήσασταν νέος επιθυμούσατε να ταξιδέψετε; 

Ούτε.

Η μόνη σας αναφορά ήταν η Θεσσαλονίκη; 

Μάλιστα. Παλαιότερα υπήρχε και ένας σοβαρός λόγος, γιατί ήμουνα πάρα πολύ φτωχός. Αλλά και τώρα, που είμαι λίγο καλύτερα, δεν θέλω ούτε να ακούσω για ταξίδια. Τις προάλλες με κάλεσε ο διοικητής του Καναδά, να πάω εκεί και να με φιλοξενήσουν για μία εβδομάδα. Αρνήθηκα.

Για ποιο λόγο; 

Διότι μεσολαβεί η θάλασσα. 

Φοβάστε τη θάλασσα; 

Πάρα πολύ! Μόνο μία λέξη μπορεί να αποτυπώσει αυτό που παθαίνω με την θάλασσα: την κλάνω. Σ’ αρέσει δεν σ’ αρέσει έτσι όπως σου το λέω, αυτό συμβαίνει στην κυριολεξία. Αλλά, δεν είναι μόνο η θάλασσα, είναι και το αεροπλάνο.

Δεν μπήκατε ποτέ σε αεροπλάνο; 

Ποτέ. Και ούτε θα μπω βέβαια. Και χαίρομαι πάρα πολύ γι’ αυτό. Ούτε την περιέργεια έχω.

Γιατί ταυτίσατε σε ένα ποίημά σας την θάλασσα με τον έρωτα; «Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα: μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις…/Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα: χίλιοι τη χαίρονται – ένας την πληρώνει...»… 

Ποιητική αδεία, αλλά και στην πραγματικότητα πιστεύω ότι η απόσταση είναι πάρα πολύ λίγη. Και ο έρωτας και η θάλασσα είναι δύο ίδια πράγματα: πολύ γοητευτικά, αλλά και πολύ επικίνδυνα. Και δεν έχω πέσει έξω σε ό,τι έγραψα σχετικά μ’ αυτά τα πράγματα.

Το ξέρετε ότι πολλοί νέοι άνθρωποι σας «χρησιμοποιούν», επικαλούνται ποιήματά σας, για να κάνουν άλλους να τους ερωτευτούν;

Είμαι το εντελώς αντίθετο: έμενα θα με χρησιμοποιήσουν για να χαλάσουν έναν έρωτα. Γιατί ο έρωτας έχει και τα επικίνδυνά του. Αυτά τα επικίνδυνα, εγώ τα έχω επισημάνει. Και αν ένας είναι έξυπνος μπορεί, διαβάζοντας τα ποιήματά μου, να μπει σε υποψίες μήπως έχει δίκιο αυτός ο τύπος, μήπως είναι έτσι, «να προσέχω, να φυλάγομαι». Αν έχω συμβάλει στο να χαλάσουν κάποιοι έρωτες αυτό συνέβη όχι άδικα, γιατί αργότερα θα χαλούσαν από μόνοι τους.

Δεν υπάρχουν ευτυχισμένοι έρωτες; 

Βεβαίως και δεν υπάρχουν ευτυχισμένοι έρωτες, μωρό μου. Και μάλιστα είμαι σίγουρος και για τη διάρκειά τους. Ένας έρωτας βαστάει το πολύ πολύ δύο χρόνια. Στα δυόμιση δεν αντέχει, δεν πάει ποτέ. 

Και πως βλέπουμε τότε τόσα ζευγάρια να είναι αρκετά χρόνια μαζί; 

Υπάρχουν οι εξαιρέσεις, είναι κάποιοι που περνούν μια χαρά. Ο κανόνας όμως είναι να χωρίζουν οι άνθρωποι στο τσάκα τσάκα. Και αν είναι μαζί, πάλι σαν χωρισμένοι να ζουν.

Επομένως είναι συμβιβασμός οι γάμοι που διαρκούν αρκετό καιρό; 

Να κόψουν το κεφάλι τους! Πάντως, όσοι επηρεάζονται από τα ποιήματά μου, επηρεάζονται προς το καλύτερο: στο να είναι δύσπιστοι στα γλυκόλογα.

Εσείς δύσκολα λέγατε «σ’ αγαπώ»; 

Το θεωρώ γελοίο. Δεν δέχτηκα να το πω. Ποτέ δεν έχω πει τέτοιο πράγμα. Η επίδειξη αγάπης είναι και λίγο ενοχλητική.  

Δεν ερωτευτήκατε ποτέ τόσο δυνατά; 

Επειδή από τα ποιήματα δίνω την εντύπωση ότι ερωτεύτηκα πολύ, ε τότε ας σας διαψεύσω και μια φορά!


Και πολύ ερωτευτήκατε και βασανισμένα… Αυτό καταλαβαίνουν οι θαυμαστές των ποιημάτων σας. 

Μα με το δικαίωμα αυτό, λέω μερικά λογάκια παραπανίσια. 

Ερωτευτήκατε πολλές φορές στη ζωή σας, λοιπόν; 

Το να ερωτεύτηκα είναι πολύ φυσικό. Το θέμα είναι τι είδους έρωτα έκανα. Ήταν σοβαρά πράγματα; Ήταν αστεία πράγματα; Εκεί, το πράγμα παίζει. Άλλωστε, καθετί που αφορά τον έρωτα είναι και θετικό και αρνητικό την ίδια στιγμή.

Οι μεγαλύτεροι έρωτες είναι οι ανεκπλήρωτοι; 

Φοβούμαι ότι μάλλον ναι.

Εσείς δεν επιθυμήσατε ποτέ να είστε μαζί με έναν άνθρωπο για πολύ καιρό; 

Πάρα πολλές φορές! Επιθύμησα. Αλλά δεν ήμουν. Και καλύτερα. Κι’ είμαι απολύτως σίγουρος ότι έχω κερδίσει το παιχνίδι με το να είμαι περισσότερο αρνητικός του δέοντος. Διότι, αργά ή γρήγορα, το πράγμα θα εκφυλιστεί από μόνο του. Δεν έχω καμία αμφιβολία γι’ αυτό. Έρωτες διαρκείας, δεν υπάρχουν! 

Μήπως κατά βάθος φοβόμαστε μην πληγωθούμε; 

Ούτε που με νοιάζει! Με την πρώτη ευκαιρία οι άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι δεν αγαπιούνται, ότι το πράγμα δεν πάει καλά και βάζουν παραίτηση.

Θα θυσιάζατε δέκα καλά σας ποιήματα για να ζούσατε έναν μεγάλο έρωτα, κύριε Χριστιανόπουλε;

Όχι βέβαια! Ούτε ένα ποίημα! Ούτε γι’ αστείο να έκανα κάτι τέτοιο. Μα, έχω λίγα ποιήματα, τι νομίζεις;

350 περίπου δεν είναι; 

Ναι, αλλά ο Ρίτσος έχει 20 χιλιάδες! Εν πάση περιπτώσει, έχω 150 υποφερτά ποιήματα και 150 αποκηρυγμένα. Περίπου. Κι’ ό,τι είναι θα μείνει. Και θα μείνει, καλώς ή κακώς. 

Πότε γράψατε το τελευταίο σας ποίημα; 

Πριν από 8 χρόνια. Και έκτοτε δεν έγραψα τίποτε απολύτως. Ούτε γραμμή. Και έχω την ελπίδα πως μάλλον έληξε η ιστορία. Και μακάρι.

Γιατί το λέτε «ελπίδα»; Δεν είναι κατάρα για έναν ποιητή να μην μπορεί πια να γράψει;

Δεν είναι. Ό,τι σοβαρό είχα να γράψω το έγραψα. Τώρα θα αρχίσω τις επαναλήψεις; Να βράσω, λοιπόν, τις επαναλήψεις. Όσο κι αν σου φαίνεται παράξενο, αυτά που σου λέω να τα παίρνεις τοις μετρητοίς. 

Μα, αυτό κάνω. Είστε ευτυχισμένος, κύριε Χριστιανόπουλε; 

Είμαι, πράγματι.

Αλήθεια; 

Βεβαίως!

Κι’ αυτοί που επικαλούνται την κατάθλιψη ή την μελαγχολία που κουβαλούν οι ποιητές; 

Αυτοί είναι εκείνοι που θέλουν πιο πολλά από όσα δίνουν. Άμα είναι έτσι, μπορώ να πω κι εγώ παχιά λόγια. Αλλά, δεν λέω.

Εσείς δίνατε πάντα περισσότερα; 

Εγώ δίνω και ταυτόχρονα σκίζω. Κι’ έτσι βγαίνει και μία ισορροπία στα ποιήματά μου. Σκίζω πολλά για το καλό μου. Κι’ είμαι ευχαριστημένος που ξεφορτώθηκα μέτρια ποιήματα. Άμα κάτι το κρατώ, δεν το δημοσιεύσω και έχω αμφιβολίες, χαίρομαι που έχω αυτές τις αμφιβολίες. Ένα ποίημα μισοτελειωμένο και μισοφτιαγμένο, έχει τις πιθανότητες κάποτε να βελτιωθεί και να γίνει ωραίο. Έχω τέτοιες περιπτώσεις. Από εκεί και πέρα όμως, είμαι αδέκαστος να κρατώ αυτά τα ποιήματα-έστω κακογραμμένα, έστω πρόχειρα-και να λέω «δεν ξέρεις καμιά φορά, μπορεί να μου ανοίξει η διάθεση και να τα βελτιώσω». Αλλά, έχω και ακραίες περιπτώσεις: ένα ποίημα το έγραφα 28 χρόνια. 

Ενώ κάποιο άλλο μέσα σε 5 λεπτά;

Ναι. Και μερικά σε 5 λεπτά. Οι ακραίες περιπτώσεις, συμβαίνουν μέσα μου. 

Πώς διακρίνατε αν ένα ποίημα που γράψατε είναι καλό ή για τα σκουπίδια;

Αυτό το πράγμα είναι κάτι που ούτε εγώ το γνωρίζω. 

Είναι χάρισμα; 

Είναι. Ξέρω πάντως ποιο είναι καλό και ποιο είναι κακό, από την αρχή. Δεν περιμένω να τελειώσει το πράγμα. Το τελειώνω βέβαια, καλό ή κακό το κρατάω σε μία μπάντα, δεν μου πολυγεμίζει το μάτι, αλλά έρχεται μια στιγμή που λέω «είναι λίγο καλύτερο από ό,τι φοβόμουνα κι’ έλεγα να το πετάξω. Στάσου, μήπως αξίζει τον κόπο να επιμείνω». Και επιμένοντας βγαίνει ένα πράγμα καλό.

Μήπως είναι λίγο ρετρό πια οι ποιητές σήμερα στον κόσμο μας, κύριε Χριστιανόπουλε; 

Αυτά είναι δύσκολα ερωτήματα. Και εγώ, που δεν πρόκειται να σώσω την ποίηση, τα παραμελώ, τα παρακάμπτω. Και έτσι ζήσανε αυτοί καβλά κι’ εμείς καβλύτερα.

Κάνατε ανέκαθεν ένα παιχνίδι με τις λέξεις…

Με πολλές λέξεις. Όλα αυτά, ξέρεις, βοηθάνε πολύ: και εις το να ζήσω και εις το να κάνω καλαμπούρι. Αλλά και στα ίδια τα ποιήματα που δεν έχουν τίποτε ύποπτο ή πρόστυχο ή ανήθικο, ακόμη και εκεί μέσα χώνω πολλά πράγματα. Έχω μερικά ποιήματα, στα οποία γράφω εναντίον των ποιημάτων. Και βγαίνουν καλά εν τέλει, ενώ τα είχα ξεκινήσει με κακές διαθέσεις. Αυτό το πράγμα το κάνω συστηματικά και για σοβαρότερα ζητήματα. Λόγου χάρη για την μητέρα μου. Έχω ποίημα εναντίον της μητέρας μου. Είχαμε διαφορές, πολλές και μεγάλες, και έφτασα σε μία στιγμή που αγανάκτησα και μου ‘ρθε αυθόρμητα να γράψω ένα ποίημα εναντίον της. Και αυτό το ποίημα, που είναι γραμμένο με κακή διάθεση, βγήκε τελικά σε καλό μου. Είναι ποίημα και ενδιαφέρον.

Μήπως κάνατε και ένα είδος ψυχοθεραπείας γράφοντάς το;

Αυτές τις ψυχολογίες τις γράφω εκεί που ξέρεις. 

Διαβάσατε κανέναν ποιητή τελευταία που να σας άρεσαν τα ποιήματά του; 

Πως! Μερικοί είναι καλοί. Και μάλιστα δεν έχω καμία αντίρρηση να τους παραδεχτώ, όταν είναι αρκετά καλοί. Λόγου χάρη, θαυμάζω πολύ έναν Κύπριο ποιητή, τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη. Πρόκειται για μεγάλο ποιητή! Από τους εδώ που ζουν στην Ελλάδα, δεν είμαι και πολύ ευχαριστημένος, αλλά δεν είναι και για τα σκουπίδια. Κάτι σώζεται κι’ από αυτουνούς.

 Σχετική εικόνα


Γιατί αρνηθήκατε τόσες πολλές φορές τα βραβεία και τις διακρίσεις που σας δίνονταν; 

27 φορές αρνήθηκα βραβείο. Από ό,τι σκατά θέλεις. Θέλω να είμαι λίγο ανώτερος, λίγο υπεράνω.

Άρα δεν είναι θέμα σεμνότητας. 

Είναι κάτι άλλο.

Περηφάνια;

Περηφάνια; Πες το έπαρσις. Δεν χάλασε κι’ ο κόσμος. 

Αφού δεν έχετε ταξιδέψει ποτέ, πως φαντάζεστε ότι είναι η Κύπρος;
Πάντως την αποφεύγω. Φοβάμαι ότι άμα δω την Κύπρο θα πεθάνω!

Γιατί το λέτε αυτό;

Διότι οι Τούρκοι έχουν μία σημαία τεράστια στον Πενταδάχτυλο και εγώ είμαι πάρα πολύ ευαίσθητος για πατριωτικά θέματα. Ενδέχεται, μόλις δω τη σημαία τους στον Πενταδάχτυλο, να κλατάρω και να πεθάνω εκείνη τη στιγμή. Και το λέω σοβαρότατα. Δεν το λέω σε κανέναν βέβαια αυτό, απλούστατα επικαλούμαι μία πιο εύκολη δικαιολογία, ότι δεν μπορώ να ταξιδέψω με αέρα και με θάλασσα. 

Γιατί σας πληγώνει αυτό το θέμα
Αστειεύεσαι; Το ίδιο έκανα και με την μάνα μου. Είχα μία μάνα, η οποία ήταν απ’ την Κωνσταντινούπολη-μετά ήρθαν με τον μπαμπά μου εδώ, ως πρόσφυγες. Η μάνα μου, λίγο πριν πεθάνει, όταν διαισθάνθηκε ότι τελείωσαν οι μέρες της, με παρακάλεσε και μου είπε: «παιδί μου, σε παρακαλώ πολύ, πάνε με στην Κωνσταντινούπολη, να την δω τελευταία φορά». Και της είπα: «μάνα, ζήτησέ μου ό,τι θέλεις, εκτός από αυτό. Δεν μπορώ. Γιατί, άμα δω την ημισέληνο, επάνω στην Αγιά Σοφιά, φοβούμαι ότι θα πεθάνω εκείνη τη στιγμή». Και η μάνα μου, η οποία καταλάβαινε πολύ καλά τις ευαισθησίες μου, το παραδέχτηκε και δεν δέχτηκε να πάμε. Και τελικά πέθανε, χωρίς να δούμε την Κωνσταντινούπολη.

Αισθάνεστε τύψεις γι’ αυτό;

Εν μέρει λίγο αισθανόμουνα. Τώρα, λίγο το ξεπέρασα. Καλώς ή κακώς έχω κάποιες υπερευαισθησίες, που οι περισσότεροι κατά κανόνα δεν τις έχουν και δεν μπορούν καν να καταλάβουν γιατί τις έχω. Έτσι που λες. Είτε για την Κύπρο, είτε για την Κωνσταντινούπολη, η αιτία είναι η ίδια. Η μάνα μου μου έλεγε: «ξέρεις τι όμορφη που είναι η Κωνσταντινούπολη;». Και επειδή είναι όμορφη η Κωνσταντινούπολη, πρέπει εγώ να χεστώ;

Όλο μου αναφέρετε τη μητέρα σας. Με τον μπαμπά σας πως ήταν η σχέση σας; 

Με τον μπαμπά μου είχα μία πολύ μεγάλη διαφορά, από την αρχή μέχρι το τέλος. Ο μπαμπάς μου ήταν μπεκρής. Πολύ. Πάρα πολύ. Και εγώ το εντελώς αντίθετο. Ίσως γιατί είχα το κακό παράδειγμα.

Γινόταν και βίαιος κάποιες φορές; 

Αθώο αγγελούδι ήταν. Αλλά, ό,τι και να πεις, ήταν πολύ βαριά η περίπτωση. Πέθανε δε στο τέλος από 5-6 αρρώστιες. Όλα τα συστήματα του οργανισμού του είχαν εκφυλιστεί. Στο τέλος δεν έβλεπε, δεν άκουγε, πήγαινε στην ταβέρνα και γυρνούσε μεσάνυχτα και τον κουβαλούσαν τέσσερις. Φοβερό πράγμα!

Αυτά είναι τραύματα για ένα παιδί.

Είναι. Μου έλεγαν οι γειτόνισσες: «Ντίνο, βγες έξω, φέραν τον μπαμπά σου!». Και τον φέρναν ένα πτώμα.

Ντρεπόσασταν για εκείνον; 

Ντρεπόμουν. Και όχι μόνο. Ό,τι μπορείς να φανταστείς. Ας είναι. Τέλος πάντων. Μου φαίνεται ότι σου είπα πολλά, πιο πολλά από ό,τι ήλπιζα ότι θα σου πω. Ας τελειώσουμε μ’ αυτή την ιστορία. 

Πάντως, επειδή έχω παρακολουθήσει συνεντεύξεις σας, φοβόμουν ότι θα έφτανε η στιγμή που θα μου κάνατε επίθεση. Προς το παρόν, είμαι τυχερός μου φαίνεται... 
Δε βαριέσαι! Ίσως να φταίει το γεγονός ότι εκοινώνησα πριν από 10 μέρες. Τι σου έλεγα; Α, ναι… Πάντως η μάνα μου ήταν σκληρή γυναίκα. 

Δεν είναι λογικό με αυτά που έζησε με τον μπαμπά σας; 

Είναι.

Εσείς πως τα εισπράττατε όλα αυτά όταν ήσασταν παιδί;

Τα εισπράττω ακόμη και τώρα, στα 84 μου. Διότι από τους γονείς δεν είδα τίποτε καλό. Δηλαδή, δεν μου άφησαν τίποτε σπουδαίο-είτε οικονομικά είτε μη οικονομικά. Τίποτε. Και επομένως, θα έπρεπε να είχα στεναχωρηθεί και να πω: «δες τι άνθρωποι με γέννησαν!». Δεν το είπα, όμως, ποτέ αυτό το πράγμα! Διότι, κακά τα ψέματα, και ο μπαμπάς μου και η μαμά μου, ήταν πολύ καλοί άνθρωποι. Ο μπαμπάς μου έβλαπτε τον εαυτό του, αλλά δεν έβλαπτε τους άλλους… Αυτά δεν τα ‘χω ξαναπεί, αλλά αφού με ρώτησες…

Μήπως γι’ αυτό γίνατε τελικά ποιητής; 

…Αυτό είναι πράγμα μυστήριο.

Πότε γράψατε το πρώτο σας ποίημα; 

Εννέα χρονών. 

Το κρατήσατε; 

Μου φαίνεται το πέταξα. Δεν ήταν και τίποτα σπουδαίο. Τότε ήταν γελοία πράγματα. Και μάλιστα το πρώτο αυτό ποίημα ήταν για τον ελληνοιταλικό πόλεμο. 

Το είχατε διαβάσει στους γονείς σας; 

Σε κανέναν. Ήταν μάλιστα επηρεασμένο από τα τραγούδια της Σοφίας Βέμπο. Αυτή ήταν η πρώτη που με επηρέασε. 

Ακούτε τραγούδια σήμερα στο σπίτι σας; 

Βαριέμαι. Έχω ένα ραδιοφωνάκι και όταν έρχονται φίλοι μπορεί να το ανοίξουν και να ακούσουμε κανένα τραγουδάκι. Τηλεόραση πάντως δεν έχει εδώ μέσα. 

Ρεμπέτικα είναι τα τραγούδια που ακούτε; 

Ρεμπέτικα φυσικά! Με το ρεμπέτικο ασχολούμαι ήδη από 7 ετών. Η μάνα μου ούτε που να τα ακούσει δεν ήθελε-ήταν «πρόστυχα», ήταν «βρόμικα», ήταν «χασικλίδικα», δεν ξέρω κι εγώ τι. Όσο κι’ αν σου φαίνεται αστείο αυτή η πρωιμότητα με ωφέλησε, διότι εγώ όταν λέω «ρεμπέτικο» το λέω σαν να ακούω ρεμπέτικα του 1940 ή και λίγο νωρίτερα. Μετά κάνανε κάτι αηδίες. 

Πότε καταλάβατε ότι είστε υπερευαίσθητος, κύριε Χριστιανόπουλε; 

…Αυτόματα και από πολύ νωρίς. 

Η μοναξιά σας, σάς είναι απαραίτητη;

Η μοναξιά μου είναι δύναμη! Το φαντάζεσαι; Τέλος πάντων. Ο καημός μου δεν είναι τόσο η ζωή, όσο η τέχνη. Αστείο μεν, αλλά γεγονός. 

Γελάτε εύκολα; 

Δεν ξέρω. Μήπως δεν γελώ ποτέ; Μάλλον γελώ.

Κλαίτε το ίδιο εύκολα; 

Είτε γελώ είτε κλαίω, είναι το ίδιο πράγμα. 

Αν σας έλεγα να θυμηθείτε ένα ποίημά σας, ποιο θα σας ερχόταν τώρα στο μυαλό; 

Σε βεβαιώνω, τα έχω ξεχάσει. Και μην σου φαίνεται καθόλου παράξενο. Δεν είμαι καλός στο να θυμάμαι ποιήματά μου. Αντίθετα, άμα τα δω τυπωμένα ή γραμμένα, αμέσως τα θυμάμαι. 

Αν τελείωνε η ζωή σας ξαφνικά, θα λέγατε ότι φύγατε πλήρης, κύριε Χριστιανόπουλε; 

Αν είναι πεθάνω, θα πεθάνω ευχαριστημένος. Διότι, εκείνο που ήταν να γράψω, το ‘γραψα. 

Κι’ η ζωή σας; 

Η ζωή μου πήγε θυσία στην ποίηση…

…Σας κούρασα; 

Όχι. Να είσαι ευχαριστημένος που με πέτυχες στις καλές μου και κάναμε μία καλή κουβέντα… Και ζήσανε αυτοί καβλά κι εμείς καβλύτερα.

Η κάβλα είναι σημαντική, λοιπόν; 

Γιατί όχι; Και με το παραπάνω. Κάτι χειρότερο: την εκτιμώ. 

Τι ώρα ξυπνάτε το πρωί; 

Στις οκτώ. Γιατί; Ενδιαφέρεσαι για το ακανόνιστο;

Και τι ώρα κοιμάστε; 

Στις οκτώ. Οκτώ κοιμάμαι, οκτώ ξυπνώ.

Βλέπετε όνειρα τα βράδια; 

Καθόλου. 

Κάποιοι εμπνέονται απ’ αυτά. 

Αυτοί είναι γελοίοι. Εγώ ό,τι έγραψα, το έγραψα με πλήρη συνείδηση, μωρό μου.  



---------------------------------------------------------------------------------------------------------


Ντίνος Χριστιανόπουλος: Βγάλτε τα ποιήματα μου από τα σχολικά βιβλία. Είναι ανήθικα!


xristian


Μια συνέντευξη που έδωσε ο ποιητής, Ντίνος Χριστιανόπουλος το 2006 και αναδημοσιεύουμε για την διαφορετική και ανατρεπτική συλλογιστική του πάνω στις λέξεις, την ευελιξία της ελληνικής γλώσσας και την ικανότητα της να γεννά συναισθήματα. Στους καιρούς των "γρίκλις" παραμένει επίκαιρη και αποτελεί τροφή για σκέψη.



Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος είναι ένας ποιητής που πλήρωσε ακριβά τα ποιήματά του. Κυνηγήθηκε από τους παπάδες, τους μπάτσους, τους Χρυσαυγίτες και τους φιλολόγους. Γέρασε και μυαλό δεν έβαλε. Συνεχίζει να προκαλεί με αθώες κακές λέξεις. Παρακαλούνται τα παιδιά να απομακρύνουν τους γονείς από τη συνέντευξη...




Στο τηλέφωνο ήταν κοφτός

«Σας περιμένω στις 5.30 ακριβώς. Μία ώρα να μιλήσουμε και να σας ξεφορτωθώ!».

 Στις 5.29 χτυπούσαμε το κουδούνι του μικρού διαμερίσματος στη Θεσσαλονίκη. Φορούσε κουστούμι και γραβάτα.

 «Περάστε... καθίστε...». 

Στο τραπεζάκι είχε ήδη βάλει δυο ποτήρια νερό και δύο πιατάκια γλυκό βύσσινο. Την πρώτη ερώτηση την έκανε εκείνος.

 «Τι περιοδικό βγάζετε;»

Να, δείτε το τελευταίο τεύχος. Έχουμε αφιέρωμα στο γκράφιτι.
(το ξεφυλλίζει)

 Διάβασα πρόσφατα ένα πολύ ωραίο βιβλίο ενός Ανδριανάκη. Γράφει όχι μόνο για τα γκράφιτι, αλλά και για τα... πώς τα λένε... τα στένσιλς.

Ξέρετε τα στένσιλς; 

Πώς δεν τα ξέρω! Εδώ δίπλα σ' έναν τοίχο της γειτονιάς υπάρχει ένα θαυμάσιο στένσιλ. Δείχνει κάποιον που τον παίρνει τσιμπούκι. Κι εμείς το βλέπουμε κάθε πρωί -θέλουμε, δε θέλουμε! (γέλια) ...Αλλά είναι πολύ καλά σχεδιασμένο, καταπληκτικό!

Έχετε δει πολλά στένσιλς στη Θεσσαλονίκη; 

Πολύ λίγα. Ενώ γκράφιτι πάρα πολλά. Κάποτε είχαν γράψει σε τοίχο κι ένα δικό μου ποίημα -απ' αυτά τα μικρά, σαν κουτσουλιές, που έχω γράψει.

Ποιο; 

«Τα πρόβατα απήργησαν/ ζητούν καλύτερες συνθήκες σφαγής».

Χαρήκατε; 

Τι να χαρώ; Δε βαριέσαι. Τα ποιήματα είναι για να κυκλοφορούν...

Είστε σήμερα 75 χρονών. Θυμάστε τον εαυτό σας στα 15; 

Πώς δεν τον θυμάμαι! Δεκατεσσάρων χρονών άρχισα να γράφω ημερολόγιο, το οποίο κρατώ καθημερινά μέχρι και σήμερα.

Ήσασταν παιδί συνεσταλμένο; 

Ου, πάρα πολύ συνεσταλμένο. Αυτά τα παιδιά να φοβάσαι! Ξέρουν πιο πολλά από αυτά που δείχνει η φάτσα τους. Και πραγματικά εγώ ήξερα πάρα πολλά. Δεν ήξερα βέβαια πώς γεννιούνται τα παιδιά. Για πολύ καιρό -μέχρι τα 18 μου- νόμιζα ότι τα φέρνει ο πελαργός. Ήξερα όμως πολλά άλλα πράγματα για τον εαυτό μου και για τις σχέσεις μου με τους άλλους.

Είχατε επίγνωση και της ομοφυλοφιλίας σας; 

Ναι, βέβαια. Δεν τολμούσα φυσικά να το πω σε κανέναν. Ήταν «η επιθυμία που δεν τολμά να πει τ' όνομά της» -έτσι το λέγαν οι παλιοί. Το ένιωθα όμως, το ζούσα. Δεν είχα απλώς επίγνωση, αλλά επιμονή. Να επιμένω σ' αυτό το πράγμα, όταν ήταν κάτι σαν τον σατανά που τον αποτάσσονται όλοι οι άλλοι.

Και δεν ερχόταν αυτό σε ισχυρή κόντρα με το κατηχητικό στο οποίο πηγαίνατε;

Άκου μωρό μου! Εγώ μπορεί να ήμουν στο κατηχητικό, αλλά την ίδια στιγμή μπορεί να ήμουν και εντελώς αντίθετος με το κατηχητικό. Ή να ήμουν το «καλό παιδί» και την ίδια στιγμή να ήμουν και αναρχικός. Εσύ που δεν το ξέρεις, απλοποιείς τα πράγματα. Λες «ο Χριστιανόπουλος ήταν στο κατηχητικό». Τρίχες! Το πράγμα είναι πολύ πιο περίπλοκο.

Πότε φύγατε από το κατηχητικό; Πώς φύγατε; 

Βγάζετε μερικά πράγματα απ' τη μνήμη μου, τα οποία δεν είναι και τόσο τρυφερά... Στο κατηχητικό πήγα εννέα χρονών, γιατί η μαμά μου ήθελε να μην κλέβω το γλυκό απ' το ντουλάπι και μ' έστειλε εκεί για να πάρω μερικά μαθήματα ηθικής. Αργότερα όμως, εγώ το πήρα πολύ ζεστά και η μάνα μου ενοχλούνταν: «Είπαμε να πας στα κατηχητικά, αλλά όχι και να είσαι με το σταυρό στο χέρι!». Λίγο αργότερα, το '41-'42, ήμασταν απ' τις πρώτες οικογένειες που χτυπήθηκαν από την Κατοχή. Πεινούσαμε -κάθε τρεις μέρες έτρωγα μισή φέτα ψωμί. Και ήμουν ευτυχής αν ήταν πραγματικό ψωμί, γιατί συνήθως ήταν κιούσπα (ένα φριχτό πράγμα από αλεσμένα χαρούπια που το δίνανε στα γουρούνια). Εννοείται βέβαια ότι, με τέτοιες συνθήκες, κινδύνευα να πεθάνω. Σώθηκα χάρη στα συσσίτια του κατηχητικού. O αρχιμανδρίτης Λεωνίδας Παρασκευόπουλος ήξερε την κατάστασή μου και με έβαλε από τους πρώτους που θα τρώγανε στα συσσίτια. Καταλαβαίνεις λοιπόν; Όταν εγώ χρωστούσα τη ζωή μου στο κατηχητικό, δεν μπορούσα να μην είμαι και του κατηχητικού. Ήταν θέμα φιλοτιμίας.

Και πώς φύγατε τελικά; 

Εκδιώχθηκα στα 21 μου ως «απόβρασμα της κοινωνίας»! Είχα κάνει ένα φοβερό έγκλημα...

Τι έγκλημα; 

Είχα εκδώσει ποιητική συλλογή χωρίς να την υποβάλω στη λογοκρισία της αρχηγίας των κατηχητικών.




Ήταν τολμηρή; 

Για κείνη την εποχή, το 1952, πάρα πολύ! Σκεφθείτε ότι έχω ένα ποίημα που βάζω μιαν αγία να ερωτεύεται έναν άγιο λίγο πριν τους αποκεφαλίσουν. Τώρα αυτό μπορεί να σας φαίνεται αστείο, αλλά τότε ήταν το άκρον άωτον του θράσους και της αναισχυντίας. Σ' ένα άλλο ποίημά μου μιλούσα για τον... Αυνάν! (σ.σ. ιστορικό πρόσωπο της Παλαιάς Διαθήκης, γιος του Ιούδα, από τον οποίο βγήκε η λέξη «αυνανισμός»). Μετά απ' αυτά καταλαβαίνεις ότι εκδιώχθηκα πυξ και λαξ. Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι επενέβη και η Ασφάλεια και είχα μπλεξίματα και μ' αυτήν.

Γιατί; 

Διότι είχα γράψει ένα ποίημα στο οποίο χαρακτήριζα τους μπάτσους «επιβήτορες». Έγινε λοιπόν της κακομοίρας! Η Ασφάλεια κάλεσε την αρχηγία των κατηχητικών να απολογηθούν γιατί αυτός ο πιτσιρίκος έγραψε αυτά τα φρικτά πράγματα.

Τι απάντησαν; 

Υπήρχαν δύο αρχηγοί των κατηχητικών. Ο ένας ήταν παπάς, ο πατήρ Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, ο οποίος τους είπε: «Πρόκειται για κάθαρμα. Πατήστε το σαν κατσαρίδα!». Ο άλλος ήταν ένας απλός θεολόγος, ο Αθανάσιος Φραγκόπουλος, ο οποίος είπε: «Να εξαντλήσετε την ανεξιθρησκία σας και να μην τον πειράξετε καθόλου». Τελικά, οι μπάτσοι κατάλαβαν ότι ούτε η ηγεσία των κατηχητικών έφταιγε, αλλά ούτε αυτό το «πιτσιρίκι» έπρεπε να το πάρουμε στα σοβαρά. Και βρέθηκε μια φόρμουλα κοινώς αποδεκτή. Εγώ αποδέχτηκα την κατάσχεση του βιβλίου μου και αυτοί δεν προχώρησαν σε μήνυση εναντίον μου για εξύβριση. Μ' αυτό τον τρόπο γλίτωσα απ' το να βάλω σε νταραβέρια τη μάνα μου, η οποία έτσι και τα 'παιρνε χαμπάρι όλα αυτά, θα της ερχόταν κόλπος!

Συμπαράσταση δεν είχατε από πουθενά; 

Από πουθενά. Οι συμφοιτήτριές μου στο πανεπιστήμιο είχαν εντολή να μη μου λένε ούτε καλημέρα.

Ήταν κι αυτές του κατηχητικού; 

Ακριβώς. Εκείνα τα φριχτά πλάσματα με τα μακριά μανίκια. Με έβλεπαν και απέστρεφαν το πρόσωπό τους, θαρρείς και ήμουν η προσωποποίηση της πανούκλας. Δε φαντάζεστε τι τράβηξα. Μια κοινωνική καταδίκη και απομόνωση σε φοβερό βαθμό.

Μέσα σ' αυτή την περιπέτεια νιώσατε και λίγο ήρωας; 

Μπα, τι ήρωας; Ήταν μια δύσκολη στιγμή που ευτυχώς την ξεπέρασα. Δεν ήταν βέβαια η μόνη. Επί χούντας κινδύνευσα να συλληφθώ τέσσερις φορές. Είχα γράψει τον «Χιλιαστή», ένα διήγημα όπου περιγράφω πώς ένας χιλιαστής έπαθε του κόσμου τα βασανιστήρια στο στρατό, μόνο και μόνο επειδή αρνήθηκε να πάρει όπλο. Ε λοιπόν, αυτό το αθώο διήγημα δε μ' άφησε να κάτσω σε χλωρό κλαρί. Το πώς γλίτωσα, μόνο εγώ το ξέρω. Αλλά όχι να παραστήσω και τον ήρωα, επειδή κινδύνευσα να συλληφθώ για τα εκληφθέντα ως αντιστασιακά γραπτά μου!




Γιατί πιστεύετε ότι προκαλούν τόσες αντιδράσεις τα γραπτά σας; 

Είναι οι άνθρωποι! Όπως λέει κι ο Καρυωτάκης «Όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς / μπορούνε με χίλιους τρόπους / Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής / όταν ακούσεις ανθρώπους»... Λοιπόν, άμα θέλουν να σου τρίψουν τη μούρη, υπάρχουν χίλιοι τρόποι. Η ηγεσία των κατηχητικών και η ηγεσία των μπάτσων ήταν δύο μόνο από τις ομάδες που τους ενοχλούσε η ύπαρξή μου. Υπάρχουν κι άλλοι. Πρώτα-πρώτα οι εθνικόφρονες... Εσείς δεν μπορείτε να φανταστείτε τι θα πει εθνικόφρονες.

Πώς δεν μπορούμε! Υπάρχει μια οργάνωση, η Χρυσή Αυγή. Την ξέρετε; 

Βέβαια την ξέρω. Πολύ καλά παιδάκια... Περί τις τριάντα φορές με έχουν βρίσει πατόκορφα.

Οι Χρυσαυγίτες; 

Βεβαίως! Φαρδιά-πλατιά με τις υπογραφές τους. Κι όχι ανώνυμα στελέχη, αλλά οι μεγάλοι. Τώρα είναι ένας Καρατζαφέρης, ο οποίος με έχει περιλούσει αρκετές φορές. Κι ούτε που τον ξέρω.

Ούτε στη φάτσα; 

Όχι βέβαια. Τι με νοιάζει; Φαντάζομαι θα 'ναι κάνα σκατόμουτρο.

Το ξέρετε ότι είναι τώρα ευρωβουλευτής και πάει μάλλον και για δήμαρχος στην πόλη σας; 

Ελπίζω να μη βγει. Είναι καλό το ότι όλοι αυτοί οι φασίστες είναι περίπου σαν τους κουκουέδες: είναι μονίμως διασπασμένοι και δεν παίρνουν ποτέ πολλές ψήφους. Απλώς φυτοζωούν.

Γιατί σας βρίζουν; 

Για ό,τι θες.... Αυτό που εσείς ταπεινά είπατε «ομοφυλόφιλος», αυτοί το 'χουν κάνει παντιέρα που κραδαίνουν κάθε φορά. Και γι' αυτούς είμαι και κάτι ακόμα χειρότερο: Εβραιόφιλος (επειδή συμπαθώ τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι ήταν άνθρωποι φουκαράδες και κυνηγημένοι). Και βέβαια μου καταλογίζουν ότι έχω βρίσει τον Μεγαλέξανδρο σ' ένα διήγημά μου.

Δεν εκτιμάτε τον Μεγαλέξανδρο; 

Πώς! Όσο δε φαντάζεσαι! Αλλά τι; Επειδή τον εκτιμώ, σημαίνει ότι δεν μπορώ και να τον βρίσω; Επρόκειτο για έναν κυρίαρχο της οικουμένης και, όπως ξέρεις, όλοι αυτοί οι κυρίαρχοι δεν το κάνουν και με το σταυρό στο χέρι -σφάζουν και μερικά εκατομμύρια.

Έσφαξε κι ο δικός μας; 

Αστειεύεσαι; Υπήρχε ένας στενός του φίλος, ο Κλείτος, για τον οποίο έγραψα ένα διήγημα. Αυτός ήταν ένας απ' τους 5-6 βασικούς στρατηγούς του Μεγαλέξανδρου. Και κάποτε ο Μεγαλέξανδρος, όταν πια τα κατέκτησε όλα και έγινε βασιλεύς των βασιλέων στην Περσέπολη, έβγαλε μια διαταγή και είπε: «Από σήμερα και εις το εξής, όλοι ανεξαιρέτως, ο στρατός και οι πολίτες, όταν θα με βλέπουν, θα πέφτουν μέχρι κάτω στο έδαφος και θα με προσκυνούν».

Την ψώνισε! 

Τότε ο Κλείτος θύμωσε και είπε: «Ώστε κι εμάς που πολεμήσαμε για να διαδώσουμε τον πολιτισμό των Ελλήνων, τώρα μας αναγκάζεις να πέφτουμε και να σε προσκυνάμε; Εξ ονόματος όλων των αξιωματικών εγώ σου λέω ότι αρνιέμαι!». Και τότε ο Αλέξανδρος βγάζει το ξίφος και τον δολοφονεί μπροστά σ' όλο τον κόσμο. Κι έτσι πέθανε ο Κλείτος, ο οποίος σε μια μάχη τον είχε σώσει από βέβαιο θάνατο. Όλα αυτά λοιπόν τα λέω σε ένα διήγημα χωρίς ηθικολογίες και παχιά λόγια. Λες την ιστοριούλα και ο άλλος δεν είναι βλάκας, αμέσως καταλαβαίνει.

Πόσα ποιήματα έχετε γράψει; 

320. Αλλά τα μισά απ' αυτά είναι δύο στίχοι το καθένα. Άντε τώρα εσύ να χτίσεις ποιητικό έργο με δύο στιχάκια!

Πόσα από τα 320 πιστεύετε ότι θα διασωθούν; 

Νομίζω όλα, διότι έχουν περάσει και καμιά τριανταριά σουρωτήρια. Το θέμα είναι ότι είμαι ολιγογράφος. Έχω πετάξει πάρα πολλά.

Όπως κι ο Καβάφης...

Ο Καβάφης είχε πετάξει 180 ποιήματα, που ενώ αυτός τα θεωρούσε σαβούρες, ήρθαν οι φιλόλογοι -η μεγάλη μάστιγα της νεοελληνικής λογοτεχνίας- τα βρήκαν πολύ σπουδαία και τα πρόσθεσαν μαζί με τα καλά.

Εσείς θεωρείτε τον Καβάφη τον μεγαλύτερο Έλληνα ποιητή; 

Ε, τώρα μη λέμε κοινοτοπίες! Το έχει παραδεχτεί όλη η υφήλιος και θ' αρχίσουμε εμείς να κρίνουμε αν είναι ή όχι; Βεβαίως και είναι! Ξέρεις εσύ κανέναν μεγαλύτερο;

Ο Σολωμός; 

Ο Σολωμός είναι λίγο μεγαλύτερος απ' τον Καβάφη αλλά λίγο κατώτερος σε απόδοση. Ο Σολωμός ήταν ιταλομαθής, δεν ήξερε καλά-καλά τα ελληνικά και καθώς ήταν τελειομανής δεν ολοκλήρωσε τίποτα. Όλα του τα ποιήματα είναι μισά -σχεδόν ερείπια- και μερικά έχουν και πολλές αδυναμίες.

Ενώ του Καβάφη δεν έχουν; 

Τίποτα! Όσο κι αν ψάξεις, δεν θα βρεις. Αλλά ο Σολωμός δεν παύει να είναι καλύτερος απ' τον Καβάφη έστω και μ' αυτόν τον αποσπασματικό χαρακτήρα. Εγώ έχω βγάλει ολόκληρο βιβλίο για τον Σολωμό, όπου εκεί λέω ότι το καλύτερο ελληνικό ποίημα είναι οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», κι ας είναι ένα μάτσο ερείπια.

Μετά απ' αυτούς τους δύο ποιητές; 

Δεν υπάρχει κανείς!

Ο Σεφέρης κι ο Ελύτης; 

Αυτοί απλώς βούτηξαν το Νόμπελ. Αυτό είναι απλώς θέμα καπατσοσύνης, δεν είναι θέμα ποιότητας και αξίας. Ήδη πέφτουν και σιγά-σιγά θα πέσουν ακόμα περισσότερo.

Το ξέρετε ότι οι περισσότεροι μαθητές τη βαριούνται την ποίηση; 

Κακό του κεφαλιού τους!

Μα τους τη διδάσκουν. Διδάσκεται η ποίηση; 

Όχι βέβαια, αυτά είναι αηδίες!

Κατά τη γνώμη σας θα έπρεπε να μη διδάσκεται καθόλου η ποίηση; 

Αυτό θα ήταν το καλύτερο. Ένας φίλος μου καθηγητής στο Πανεπιστήμιο, στη Φιλοσοφική, δίδασκε επί ένα εξάμηνο ένα ποιήμά μου. Πήγα λοιπόν και του είπα: «Σε παρακαλώ πολύ, πάψε να το διδάσκεις. Θέλεις να μου το καταστρέψεις; Όχι μόνο το ποίημα, αλλά και τους φοιτητές σου!». Γιατί βέβαια οι φοιτητές που θα τους πει «ελάτε να σας εξετάσω σε αυτό το ποίημα», θα με μισήσουν. Δεν ξέρω τι έκανε, πάντως μετά το εξάμηνο αυτό εξαφανίστηκε η διδασκαλία κι εγώ πια είμαι... ευτυχεσμένος.

Ευτυχεσμένος;! (γέλια) 

Είδατε τι ωραίες καταστάσεις μπορεί να μας δημιουργήσει το λεξιλόγιο; Eγώ έχω ένα δικό μου λεξιλόγιο. Aς πούμε, έχω αντικαταστήσει τη λέξη «επιθυμία» με τη λέξη «κάβλα». Aυτό σου φαίνεται αστείο. Όταν όμως το ακούσεις για πρώτη φορά, μένεις ξερός. Βρίσκω δηλαδή έναν τρόπο να καθηλώσω τον άλλον με λέξεις που δεν τις περιμένει... Ή, ας πούμε, αντικαθιστώ τη φράση «είμαι καλά» με τη φράση «είμαι καβλά». Μπήκε ένα βήτα, άλλαξε όλο το περιβάλλον... Οι Αμερικάνοι γίνονται Αμερικλάνοι. Ο ευτυχισμένος, ευτυχεσμένος. Αυτά τα γραμματάκια κάτι προσφέρουν. Το πολύ-πολύ ένα χαμόγελο. Λίγο είναι να κάνεις τον άλλον να χαμογελάσει;

Έχουμε εδώ μαζί μας το βιβλίο Λογοτεχνίας της Τρίτης Λυκείου... 

Εγώ το λέω της Τρίτης Καβλυκείου!... Είναι η κατεξοχήν ηλικία που καβλώνουν τα παιδιά.
Ωραία, της Τρίτης Καβλυκείου. 

Το ξέρετε ότι έχει συμπεριληφθεί και ένα δικό σας ποίημα, ο «Δημάς»; 

Αυτό έγινε εν αγνοία μου. Δεν έπρεπε να το κάνουν. Είχα στείλει επιστολή στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο να μη συμπεριλάβει ποιήματά μου, διότι τα θεωρώ ανήθικα και θα βλάψουν τους νέους. Παρ' όλα αυτά το συμπεριέλαβαν.

Γιατί είναι ανήθικο ποίημα ο «Δημάς»; 

Ακούστε, ο Δημάς ήταν ένας μαθητής του Αποστόλου Παύλου. Καλώς ή κακώς κάποτε τον απαράτησε και πήγε κι έγινε του κόσμου τούτου. Δηλαδή από κει που ήταν πιστός χριστιανός, άρχισε να κουνιέται στα μπαράκια (τα μπαράκια είναι δική μου επέμβαση -ο Απόστολος Παύλος δε λέει τίποτα). Αν αυτό όμως είναι γαργαλιστικό, παρακάτω έχει χειρότερα! Τον εμφανίζω ως μπάτσο! Ενδεχομένως του δίνω και κάτι απ' τις δικές μου κάβλες. Τι σημαίνει, ας πούμε, ότι ο Δημάς κυκλοφορεί με το περίστροφο στα δεξιά;

Τι σημαίνει; 

Μπορεί να σου φαίνεται αδιάφορο, αλλά δεν είναι. Εγώ έχω βάλει μια μικροκάβλα εκεί μέσα... Αυτό το λέει κανένας φιλόλογος στους μαθητές; Δε νομίζω!

Πόσο χρονών το γράψατε αυτό το ποίημα; 

19 χρονών. Ήμουν ακόμα στο κατηχητικό. Θεωρήθηκε διασυρμός του Απόστολου Παύλου.

Ποια είναι η γνώμη σας για τον Aπόστολο Παύλο; 

E, είναι λίγο μυστήριο πρόσωπο... Eίναι ο μόνος που καταδικάζει την ομοφυλοφιλία. O Xριστός ποτέ δε μίλησε εναντίον της ομοφυλοφιλίας. Ήταν τόσο ταπεινός, που πολλές φορές έκανε παρέα με πουτάνες. Eίχε ένα λόγο κατανόησης για όλους. Aντίθετα, ο Aπόστολος Παύλος ήταν Φαρισαίος. Kουβαλούσε μέσα του όλη την ιουδαϊκή σκληρότητα του νόμου της Παλαιάς Διαθήκης. Γι' αυτό και χτυπάει αγρίως τις ομοφυλόφιλες πράξεις. Πιστεύω, λοιπόν, ότι ορισμένα χωρία του Aποστόλου Παύλου πρέπει να αναθεωρηθούν. Δεν έχουν σχέση με τον λόγο του Χριστού.

Ας αλλάξουμε θέμα... Την επικαιρότητα την παρακολουθείτε; 

Όχι, καθόλου. Σκέψου ότι δεν έχω τηλεόραση.

Εφημερίδες διαβάζετε; 

Ούτε. Λίγα βιβλία μόνο διαβάζω και πότε-πότε, πολύ αραιά πλέον, γράφω. Ουσιαστικά έχω ξοφλήσει.

Κι όμως, υπάρχουν άνθρωποι που γράφουν και στα ογδόντα τους...

Και λοιπόν; Ο Ρίτσος μέχρι που ξεψυχούσε έγραφε. Αν δεν έγραφε τριάντα ποιήματα τη βραδιά, θα έσκαγε! Μη μου πείτε τώρα ότι αυτά είναι σοβαρά πράγματα...

Ψηφίζετε; 

Βεβαιότατα. Πάντα λευκό! Μα ξέρετε εσείς κανέναν πολιτικό της προκοπής; Όλοι βρωμεροί είναι. Από την άποψη αυτή δεν ντρέπομαι να πω ότι είμαι αναρχικός.

Ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος πώς σας φαίνεται; 

Ευτυχώς δεν τον βλέπω στην τηλεόραση. Ακούω όμως γι' αυτόν εξωφρενικά πράγματα. Κάθε μέρα, λέει, βάζει διαφορετικά άμφια!

Υπάρχει κάποιο δημόσιο πρόσωπο που εκτιμάτε; 

Εκτιμώ πολύ τον Αναστάσιο, τον αρχιεπίσκοπο Αλβανίας. Εκτιμώ επίσης τον Δημήτριο, ο οποίος είναι Βορείου και Νοτίου Αμερικής. Αυτοί είναι δύο σεμνές και ολοκληρωμένες προσωπικότητες. Από κει και πέρα, ούτε πολιτικούς ούτε παπάδες.

Η Eurovision ξέρετε τι είναι; 

Η ποια;

Είναι ένα ευρωπαϊκό φεστιβάλ τραγουδιού, όπου φέτος την Ελλάδα εκπροσώπησε η Άννα Βίσση. Την ξέρετε; 

Την ήξερα πολύ πριν ξεβρακωθεί.

Τραγούδησε ένα τραγούδι στ' αγγλικά... 

Δεν είναι η πρώτη. Και η Νάνα Μούσχουρη είχε κάποτε το θράσος να πάει στη Γερμανία επί χούντας για να τραγουδήσει για τους Έλληνες εργάτες και τους τραγούδησε μόνο γαλλικά. Κι εξαγριώθηκαν οι άνθρωποι! Πήγαν να την κατασπαράξουν. «Ελληνικά δεν ξέρεις, μωρή;» της φώναζαν, «Δεν ξέρω, τα ξέχασα...», «Φτου σου!» της λέγανε... Ευτυχώς πρόλαβα και γνώρισα σοβαρότερες τραγουδίστριες. Εγώ, φερ' ειπείν, εκτιμώ πάρα πολύ την Μπέλλου. Η μόνη της αμαρτία ήταν ότι προς το τέλος τραγούδησε και μερικά μη ορθόδοξα ρεμπέτικα ενός... πώς τον λένε... Ανδριόπουλου. Ήταν σφάλμα, αλλά έστω. Ήθελε να πει κάτι πιο μοντέρνο για να είναι κοντά στη νεολαία.


 Τη σημερινή νεολαία την ξέρετε καθόλου; Έχετε καμιά επαφή; 

Τι να σας πω; Περνούσα προχτές από την παραλία και είδα μερικούς νεαρούς που είχαν τα πόδια τους επάνω στην καρέκλα και ξύναν τ' αρχίδια τους. Κι ενώ τα έξυναν εμφανώς, λένε σε μια γκαρσόνα «φέρε μας ένα φραπέ!». Αλίμονο, λείπει το φιλότιμο! Αλλά έχω μια μεγάλη παρηγοριά. Για ποια νεολαία μιλάμε; Και με ποιο δικαίωμα μιλάμε για τη νεολαία σαν σύνολο; Μπορείς να ξέρεις πόσοι νεαροί είναι κρυμμένοι σ' ένα δωμάτιο, δεν ξύνουν τ' αρχίδια τους και είναι πάρα πολύ σεμνοί; Δεν μπορείς!

Εμείς παίρνουμε πολλά γράμματα από τέτοια παιδιά. Mας λένε ότι νιώθουν μόνα. Τι συμβουλή θα τους δίνατε; 

Τίποτα! Να συνεχίσουν τον μονήρη βίο. Θα τους βγει σε καλό.

Θέλουν όμως ν' αγαπήσουν και ν' αγαπηθούν! Δε θέλουν να συνεχίσουν να μένουν μόνα! 

Μα το ένα δεν αίρει το άλλο. Δεν χρειάζεται να βγαίνεις με θορυβώδεις παρέες και να λες ότι είσαι μοντέρνος ή αναρχικός. Τίποτα να μην είσαι! Μόλις βάζεις ταμπέλα, αμέσως αυτοεξευτελίζεσαι. Τα παιδιά αυτά λοιπόν κάνουν καλά τη δουλειά τους, κάθονται σ' ένα γραφείο, διαβάζουν, γράφουν, ακούν μουσική -είναι ό,τι καλύτερο. Και θα έρθει κι ο έρωτας.

Τον θάνατο τον φοβάστε; 

Όχι. Γιατί να τον φοβάμαι; Πρέπει να καταλάβεις ότι υπάρχουν δύο πράγματα. Το ένα είναι το φθαρτό μας σώμα, το άλλο είναι το έργο μας. Το φθαρτό κορμί άστο. Έτσι κι αλλιώς είναι φθαρτό, θα κλατάρει, θα εξαφανιστεί. Το έργο όμως είναι κάτι άπιαστο, θα ζήσει και μετά. Λοιπόν, γιατί να φοβηθώ; Αντίθετα, ξέρω πολλούς που τα κλάνουν και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί. Τόσος καημός πια; Για τι πράγμα; Για να συνεχίσουν να γαμούνε; Φουκαράδες μου!

Υπάρχει κάτι που φοβάστε; 

Όχι. Έκανα μια εγχείριση πρόσφατα και έμειναν κατάπληκτοι οι γιατροί από το πόσο δυναμικά την αντιμετώπισα. Όλοι κλαίγανε κι εγώ τραγουδούσα.

Κλαίτε ποτέ;

Παραδόξως όχι. Από μικρός δεν έκλαιγα καθόλου.

Δεν έχετε κλάψει ποτέ στη ζωή σας;

Νομίζω ποτέ.

Τι είναι το πιο προσβλητικό που σας έχουν πει;

Μου 'χουν πει τόσα πολλά που δεν ιδρώνει πια το αυτί μου με τίποτα. Οι εχθροί, όσο πιο πολύ ταλέντο βλέπουν να έχεις, τόσο λυσσιάζουν να σε φάνε. Δεν ξέρεις οι ομότεχνοι τι φίδια κολοβά είναι!

Είστε εκδικητικός άνθρωπος;

Στην αρχή λέω να τους τρίψω λιγάκι τη μούρη. Μετά μού περνάει.

Η ποίηση είναι κι ένα είδος εκδίκησης;

Μόνο η ποιότητά της μπορεί να εκδικηθεί. Από την άποψη αυτή, νομίζω ότι ναι, συνεχώς εκδικούμαι.

Η ποίηση σάς έφερε έρωτες; 

Άντε καλέ! Ούτε γι' αστείο! Μόνο στεναχώριες από ανταγωνιστές.

Έχετε διακινδυνεύσει τη ζωή σας για έναν έρωτα; 

Αυτό ομολογώ δεν μου έτυχε. Δεν είχα δραματικές στιγμές στη ζωή μου. Ο Αναγνωστάκης, φερ' ειπείν, κινδύνευσε να εκτελεσθεί, εγώ όχι. Βίος ακύμαντος!

Στα πάρκα δεν ριψοκινδυνεύατε; 

Ποια πάρκα;

Όταν τη νύχτα κυνηγούσατε τον έρωτα στα πάρκα! 

Έχεις μια μορφή αφέλειας που τη βλέπω πολλές φορές στις ερωτήσεις σου. Δεν μπορείς να καταλάβεις πόσο πολυποίκιλη είναι η ζωή. Αυτά που λες εσύ «πάρκα»...

... δεν το λέω υποτιμητικά... 

Το ξέρω. Ίσα-ίσα μιλούμε με ειλικρίνεια -να μασάμε τα λόγια μας τώρα; Τα πάρκα είναι επικίνδυνα (ή μάλλον ήταν, γιατί τώρα πια έχουν νεκρώσει) μετά τις 11 το βράδυ. Όσοι μάλιστα μένανε και μετά τις 2, μπορεί να βρίσκονταν το πρωί με καμιά μαχαιριά. Εγώ όμως ήμουν αθώο αγγελούδι. Όταν έφευγα από το σπίτι, ο ήλιος δεν είχε δύσει ακόμα. Και κατά η ώρα 10 επέστρεφα. Επομένως δεν έχω ζήσει ούτε για αστείο τον πιο έντονο και οδυνηρό ρυθμό του πάρκου.

Έχετε πάει ποτέ σε γκέι μπαρ; 

Όχι, ποτέ. Και γενικά έχω τόσες προκαταλήψεις που δεν θέλω ούτε να τον ξέρω αυτόν τον κόσμο. Μου φαίνεται ψεύτικος και φθηνός.

Έχετε ερωτευθεί στη ζωή σας; 

Δώδεκα φορές μόνο, και πολύ έντονα.

Με ανταπόκριση; 

Μόνο μια φορά με ανταπόκριση. Τα υπόλοιπα ήταν πλατωνικοί έρωτες ή μάλλον... πώς το λένε... ιδεοληψίες. Η μαμά μου έλεγε «με το νου σου μπαϊράμι κάνεις», δηλαδή με το νου μου ζούσα έρωτες φανταστικούς. Αλλά τι σημασία έχει; Ο έρωτας δεν είναι πότε θα μπει το ένα μέσα στο άλλο. Έρωτας είναι αυτό που ποθείς.

Ακόμα κι αν δεν το 'χεις; 

Ο πόθος είναι! Τίποτε άλλο. Τα άλλα είναι τρίχες.

Ο ένας έρωτας που είχε ανταπόκριση... 

Αυτός ήταν ο χειρότερος! (γέλια)

Επειδή είχε ανταπόκριση; 

Βεβαίως! Αυτό που ποθείς, μόλις το κατακτάς είναι σα να μην υπάρχει. Το κλασικό παράδειγμα: «Πόσο θα ήθελα να μπω μέσα σε μια ωραία, γαλάζια θάλασσα!». Ε, μπήκες! Και τι έγινε; Τι νιώθεις που μπήκες στη θάλασσα;

Ε, πώς! Μια δροσιά! 

Τίποτα δε νιώθεις! Μια ιδέα είναι. Έτσι κι ο έρωτας, είναι τίποτα.

Απωθημένα έχετε; 

Ε, πώς δεν έχω; Όλη η ποίησή μου είναι ένα απωθημένο πράγμα.

Είστε εθισμένος σε κάτι; Ας πούμε, καπνίζετε; Πίνετε; 

Εγώ; Μα όταν σου είπα πριν ότι είμαι αγγελούδι, εσύ χαμογελούσες και δεν εννοούσες να το πιστέψεις... Ουδέποτε κάπνισα στη ζωή μου και ουδέποτε ήπια ποτό.

Χασίς; 

(γελάει) Κάποτε τραγουδούσα κάτι χασικλίδικα του Τσιτσάνη και έρχεται μια κυρία και μου λέει: «Κύριε Χριστιανόπουλε, δεν φανταζόμουν ότι κι εσείς είστε μέσα στα ναρκωτικά». Και της λέω: «Κυρία μου, πέσατε διάνα. Δεν τα 'χω δει καν!». «Αδύνατον!» μου λέει. «Καλά», της λέω, «φύγετε με το αδύνατον».

Θα θέλατε να γραφτεί κάτι πάνω από τον τάφο σας; 

Όχι. Αυτά τα καμώματα του Καζαντζάκη δε μ' αρέσουν καθόλου.

Έχετε σκεφτεί καθόλου την κηδεία σας; 

Πώς! Κάποτε έλεγα να τους απαγορεύσω τις νεκρολογίες. Μετά λέω «Γιατί να το κάνω; Και πεθαμένος θα παρασταίνω τον φασίστα;». Ας πούνε ό,τι θέλουνε.

Σάμπως εσείς θ' ακούτε! 

Έλα ντε!

Ξέρετε τι είναι το Ίντερνετ; 

Ξέρω. Μακριά από μένα.

Κινητό έχετε; 

Τι λες; Μη με προσβέλνεις! Ίντερνετ και κινητό... μη χειρότερα! Άλλη ερώτηση! Φλέγομαι για ερωτήσεις!

Κοιτάζεστε συχνά στον καθρέφτη; 

Μόνο όταν χρειαστεί να ξυριστώ.

Το μουστάκι σας το ξυρίσατε ποτέ; 

Μία και μόνο φορά, γιατί μου το ζήτησε ένας εραστής μου. Επέμενε πάρα πολύ, εγώ του 'κανα το χατίρι και την επομένη το ξανάφησα.

Το «σ' αγαπώ» το έχετε πει; 

Το 'χω πει μια-δυο φορές. Και τι έγινε; Είναι βλακεία.

Γιατί είναι βλακεία; 

Καθετί που αισθανόμαστε και δεν λέμε, είναι απείρως πιο σοβαρό από αυτό που λέμε. Αν αισθάνεσαι για κάποιον αγάπη, δε χρειάζεται να σαλιαρίζεις και να του λες «Ξέρεις πόσο σ' αγαπώ; Λιώνω για σένα!».

Ε τώρα πηγαίνετε στο άλλο άκρο! 

Άντε καημένε! Να μάθετε να είστε συγκρατημένοι. Εγώ τέτοια πράγματα δεν τα καταδέχομαι γιατί αισθάνομαι τη γελοιότητα του θέματος. Με ανθρώπους που αγαπούσα λέγαμε τα πάντα εκτός απ' αυτό. Και έτσι υπήρχε ισορροπία. Αλλιώς ξέρεις τι γίνεται; Έχω πέντε γάτες -δεν τις είδατε, είναι μέσα στην κουζίνα. Αυτά είναι χαριτωμένα γατάκια, μικρά, ωραία... μ' αγαπούν, τ' αγαπώ. Εάν τα χαϊδέψω, την επομένη γίνονται τέρατα. Έτσι κι ο άνθρωπος. Έχω γράψει ένα ποίημα που λέω: «Όσο σε λατρεύω, τόσο διαφθείρεσαι. Κάτι ξέραν οι αρχαίοι, που λάτρευαν αγάλματα». Διότι το άγαλμα, βέβαια, δεν μπορεί να έχει αντιδράσεις, ενώ ο ζωντανός έτσι και πέσεις στα γόνατά του, νομίζει πια ότι έγινε θεός. Γιατί λοιπόν να συμβάλεις στη διαφθορά του άλλου; Ποτέ, ποτέ!

Και πώς εκφράζατε την αγάπη σας σ' αυτούς που αγαπούσατε; 

Τίποτα! Η χαρά μου ήταν να τους βλέπω. Έρχονταν εδώ, κάθονταν στη θέση σου, μιλούσαμε, πες εσύ, πες εγώ... κι εγώ πια ένιωθα ευτυχεσμένος. Δεν έλεγα «σε λατρεύω». Το βούλωνα και, δόξα τω Θεώ, δεν το μετάνιωσα ποτέ... Δεν σας το λέω σαν συμβουλή αυτό, σας το λέω σαν εξομολόγηση. Από κει και πέρα, εσείς κόψτε το λαιμό σας.

Σας ευχαριστούμε πολύ, κ. Χριστιανόπουλε, για τη συνέντευξη! 

Παρακαλώ. 

Πότε φεύγετε για την Αθήνα;

Σήμερα το βράδυ. 

Καβλό ταξίδι!



--------------------------------------------------------------------------------------------------

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος (Θεσσαλονίκη 20 Μαρτίου 1931- ) είναι σύγχρονος βραβευμένος Έλληνας ποιητής, διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ερευνητής, λαογράφος, εκδότης και βιβλιοκριτικός. Το πραγματικό όνομα του πολυγραφότατου λογοτέχνη είναι Κωνσταντίνος Δημητριάδης. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες.





Βιογραφικά στοιχεία

Ο Χριστιανόπουλος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, γιος προσφύγων από την Ανατολική Θράκη και φοίτησε στο τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Κατόπιν, εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της πόλης από το 1958 ως το 1965. Έπειτα εργάστηκε ως επιμελητής εκδόσεων. Το 1958 ίδρυσε και ανέλαβε υπό τη διεύθυνσή του το περιοδικό Διαγώνιος, που κυκλοφόρησε ως το 1983 με ολιγόχρονες παύσεις και τον εκδοτικό οίκο Εκδόσεις Διαγωνίου.  Εκείνη την περίοδο αναπτύχθηκε ο λεγόμενος κύκλος των ποιητών της Διαγωνίου.
Η πρώτη ποιητική συλλογή του Εποχή των ισχνών αγελάδων (1950) διακρίνεται για το καβαφικό ύφος της, ενώ στις επόμενες εμφανίσεις του εκφράζεται καθαρά το κυρίαρχο θέμα της ποίησής του, η εφήμερη ομοφυλοφιλική σχέση και το ερωτικό πάθος που οδηγεί στην ταπείνωση και στη μοναξιά. Κατά καιρούς κυνηγήθηκε πολύ από το κοινωνικό κατεστημένο της εποχής, όπως για παράδειγμα, κόντεψε να συλληφθεί από την χούντα λόγω της άρνησης του να παραλάβει σχετικό βραβείο για ένα πεζό του έργο τον "Χιλιαστή". Το 2011 τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου του. Αρνήθηκε όμως να το παραλάβει παραπέμποντας στο κείμενό του "Εναντίον" από το 1979 όπου αναφέρει χαρακτηριστικά: «Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης απ' όπου και αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία από το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο "ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων", που μας άφησαν οι αρχαίοι.». Τον Ιούνιο του 2011 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στο τμήμα Φιλολογίας.

Εργογραφία

Ποίηση

Εποχή των ισχνών αγελάδων. Θεσσαλονίκη, Κοχλίας, 1950
• Ξένα γόνατα · Ποιήματα 1950-1955. Θεσσαλονίκη, 1957
• Ανυπεράσπιστος καϋμός · Ποιήματα. Θεσσαλονίκη, ανάτυπο από το περ. Διαγώνιος, 1960
• Ποιήματα 1949-1960. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1962
• Το κορμί και το σαράκι · Ποιήματα. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1964
• Ποιήματα 1949-1964. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1964
• Προάστια · Ποιήματα. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1969
• Το κορμί και το μεράκι · Ποιήματα. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1970 • Ποιήματα 1949-1970. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1974
• Μικρά ποιήματα. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1975
• Ιστορίες του γλυκού νερού . Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1980
• Το αιώνιο παράπονο · Ποιήματα και τραγούδια. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1981
• Νέα ποιήματα. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1981 (και σε δεύτερη έκδοση με τίτλο Νεκρή πιάτσα· Πεζά Ποιήματα. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1984)
• Δώδεκα τραγούδια εικονογραφημένα με ξυλογραφίες του Νίκου Νικολαΐδη. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1984
• Ποιήματα. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1986 (δεύτερη έκδοση 1992, τρίτη έκδοση 1998)
• Νεκρή πιάτσα· Νεώτερα ποιήματα (1990-1996). Παιανία, Μπιλιέτο, 1997
• Το κορμί και το σαράκι · Νεώτερα ποιήματα (1990-1996). Παιανία, Μπιλιέτο, 1997


Μελέτες - Παρουσιάσεις - Δοκίμια

Κάρολος Τσίζεκ · Μια παρουσίαση από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο και τον Ηλία Πετρόπουλο. Θεσσαλονίκη, ανάτυπο από το περ. Διαγώνιος, 1959
• Ιστορική και αισθητική διαμόρφωση του ρεμπέτικου τραγουδιού. Θεσσαλονίκη, ανάτυπο από το περ. Διαγώνιος, 1961
• Έκθεσις βιβλίων περί Θεσσαλονίκης. Θεσσαλονίκη, Έκδοση Επιτροπής Πνευματικών Εκδηλώσεων εορτασμού πεντηκοστής επετείου από της απελευθερώσεως της Θεσσαλονίκης, 1962
• Δοκίμια σειρά πρώτη. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1965
• Στρατής Δούκας · Μελέτη. Θεσσαλονίκη, ανάτυπο από το περ. Διαγώνιος, 1969
• Τα γλυπτά της νεώτερης Θεσσαλονίκης (έρευνα με τη συνεργασία του Ι.Βλαχόπουλου και φωτογραφίες του Δημήτρη Τσίτου). Θεσσαλονίκη, ανάτυπο από το περ. Διαγώνιος, 1969
• Ο ζωγράφος Γιώργος Παραλής (εισαγωγή - επιλογή έργων). Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1971
• Ο ζωγράφος Στέλιος Μαυρομάτης (εισαγωγή - επιλογή έργων). Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1971
• Στιχάκια του στρατού (σημείωμα - ανθολόγηση). Θεσσαλονίκη, ανάτυπο από το περ, Διαγώνιος, 1973
• Τα πρώτα λογοτεχνικά περιοδικά της Θεσσαλονίκης (1921-1924). Θεσσαλονίκη, ανάτυπο από το περ. Διαγώνιος, 1975
• Ο ζωγράφος Κάρολος Τσίζεκ (εισαγωγή - ). Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1976
• Ν.Μουτσόπουλος, Αναμνήσεις [Σχέδια] (πρόλογος - επιλογή). Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1976
• Βασίλειος Λαούρδας, Φιλολογικά δοκίμια (εισαγωγή - επιλογή κειμένων). Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1977
• Αποθήκη Α’ · Βιβλιοκρισίες. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1978
• Οι μεταφράσεις του ‘Ύμνου εις την Ελευθερίαν’ του Σολωμού · Βιβλιογραφία - Πληροφορίες Σχόλια. Θεσσαλονίκη, ανάτυπο από τον τόμο Αφιέρωμα στον καθηγητή Λίνο Πολίτη, 1978
• Μελχιόρ Φρόμμελ · 34 σχέδια (πρόλογος - επιλογή). Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1979
• Λογοτεχνικά βιβλία και περιοδικά που τυπώθηκαν στη Θεσσαλονίκη (1850-1950) · Πρώτη καταγραφή. Θεσσαλονίκη, ανάτυπο από το περ.Διαγώνιος, 1980
• Ελληνικές εκδόσεις στη Θεσσαλονίκη επί Τουρκοκρατίας (1850-1912) · Πρώτη καταγραφή. Θεσσαλονίκη, ανάτυπο από το περ. Διαγώνιος, 1986
• Ζωγράφοι της Διαγωνίου (εισαγωγή - επιλογή). Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1983
• Ο Αμπεντίν πασάς και ένα ελληνικό ποίημά του. Θεσσαλονίκη, ανάτυπο από τον πρώτο τόμο της επετηρίδας του κέντρου ιστορίας Θεσσαλονίκης Η Θεσσαλονίκη, 1985
• Διαγώνιος: Τριάντα χρόνια προσφοράς · Έκθεση τευχών και εκδόσεων του περιοδικού Διαγώνιος (1957-1986). Θεσσαλονίκη, Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο, 1986
• Εναντίον · Τρία κείμενα του Γιάννη Σκαρίμπα και του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Αθήνα, Άγρα, 1986
• Χρειάζεται πολλή δουλειά ακόμη · Προτάσεις για τη μελέτη των καλών τεχνών στη Θεσσαλονίκη. Αθήνα, ανάτυπο από τον τόμο 1ο Συμπόσιο για την τέχνη του Τελλογλείου Ιδρύματος, 1986
• Η ποίηση στη Θεσσαλονίκη από το 1913 ως το 1940 (μελέτη - ανθολογία - βιβλιογραφία). Θεσσαλονίκη, ανάτυπο από τον τόμο Η Θεσσαλονίκη μετά το 1912 του κέντρου Ιστορίας Θεσσαλονίκης, 1986
• Εκατό χρόνια λογοτεχνικού περιοδικού στη Θεσσαλονίκη (1889-1989) · Έκθεση λογοτεχνικών περιοδικών Θεσσαλονίκης. Θεσσαλονίκη, Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης, 1986
• Φαίδων ο Πολίτης · Ποιήματα (εισαγωγή - επιλογή). Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1988
• Με τέχνη και με πάθος · Δοκίμια. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1989
• Συμπληρώνοντας κενά: Σολωμός - Καβάφης - Καββαδίας - Δούκας - Λαούρδας · Φιλολογικές μελέτες. Αθήνα, Ρόπτρον, 1988
• Τα αλαμπουρνέζικα ή η γλώσσα των σημερινών κουλτουριάρηδων · Μια συζήτηση με τον Περικλή Σφυρίδη. Θεσσαλονίκη, Τα τραμάκια, 1990
• Εισαγωγή στα ρεμπέτικα. Θεσσαλονίκη, 1991
• Το επ’ εμοί · Δοκίμια. Αθήνα, Μπιλιέτο, 1993
• Εναντίον · Δοκίμια. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1993

Πεζογραφία

• Η κάτω βόλτα · Διηγήματα. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1963
• Οι ρεμπέτες του ντουνιά · Μικρά πεζά. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1986
• Οι προγραμματισμένοι στο χαμό · Ποιήματα Θεσσαλονικέων ποιητών για την καταστροφή των Εβραίων της Θεσσαλονίκης · Επιλογή. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1990
• Δώδεκα τραγούδια του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1994
• Θεσσαλονίκην οὖ μ'ἐθέσπισεν (αυτοβιογραφικά κείμενα) θεσσαλονίκη, Ιανός, 1999

Μεταφράσεις - Διασκευές

• Εντευκτήριο · Μεταφράσεις ποιημάτων. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1966
• Τρία παραμύθια · Σπουδές λαϊκού λόγου (διασκευές). Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1989
• Το Άγιο Ευαγγέλιο κατά τον Ματθαίο. Αθήνα, Το Ροδακιό, 1997












ΠΗΓΕΣ

www.philenews.com/.../ntinos-christianopoulos-den-yparchoun-eftychis...



users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/ntinos_xristianopoylos_poems.htm

el.wikipedia.org/wiki/Ντίνος_Χριστιανόπουλος








Δημοσίευση σχολίου