Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΙ ΜΥΡΤΩ

                                          


( Εισαγωγικό σημείωμα )

Είναι στιγμές που το γαλάζιο του ουρανού φαντάζει τόσο λίγο. .

Ο Βόσπορος δεν φτάνει για να σε ξεδιψάσει. .

Φτιάχνοντας το αφιέρωμα για τη Κατερίνα και τη Μυρτώ ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται και μια έντονη επιθυμία ν΄ ανάψω τσιγάρο – πάνε χρόνια που το κοψα το ρημάδι .

 Καήκανε και οι δυο τους σαν ένα τσιγάρο . Η φωτιά η κακή που καίει έξω μας . Η φωτιά η χειρότερη που καίει μέσα μας, η αλήθεια και το λάθος μας, η αλήθεια και το πάθος μας .

Ο ταπεινός γίγαντας και ο βασιλιάς νάνος πάντα θα παλεύουν μέσα μας .

Υπάρχουν βαρκούλες που είναι γι΄ άλλες θάλασσες, αλλιώτικες . Δεν θα τις βρουν ποτέ κι όμως επιμένουν στο ταξίδι . Και είναι θεόρατα καράβια μέσα στα όνειρά τους . Πίνουν το νερό το θαλασσινό και το αλάτι το φτύνουν στα μούτρα μας. 

Και συντρίβονται..

Κατερίνα Γώγου, δεν σε γνώρισα . Κι αν συναντιόμασταν, το πιθανότερο είναι να σου γύριζα τη πλάτη, να σε προσπερνούσα αδιάφορα . Βλέπεις, εγώ είμαι αστός, έχω τις σκέψεις και τις επιθυμίες σε μια σειρά, τακτοποιημένες . Μια χασικλού, ένα πρεζόνι, μια κωλοαναρχική  θα ήσουν για μένα, σιγά μη σε κάνω ηρωίδα και ασχοληθώ μαζί σου, γιατί ν΄ ασχοληθώ μαζί σου, πρεζού, ε πρεζού ;

Εσύ ασχολήθηκες μαζί μου .

 Μαλάκα με ανέβαζες, προσκυνημένο με κατέβαζες . Μου έλεγες ότι οι φίλοι σου είναι τα μαύρα πουλιά και τα σύρματα, τα κρεμασμένα όνειρα .

 Μου έλεγες ότι τα φασολάκια του ποιητή είναι τα πιο νόστιμα, όχι τα άλλα . Μου μιλούσες για τραμπάλες σε ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών.

 Πώς να τις καταλάβω εγώ όλες αυτές τις ασυναρτησίες που θα μου αράδιαζες ; Ξένη και φορτική θα ήσουν για μένα . Γι  αυτό σου λέω, σε ποιον ουρανό να συναντιόμασταν ; Άσε που πρέπει να ανεμίζω συνέχεια τις πλαστικές σημαίες που μου δίνουνε για να κραυγάζω τα συνθήματα που πρέπει να λέω . Βλέπεις, θέλω τραγούδι να γίνω και πρέπει να είμαι καλή ρίμα, πρέπει να φτιάξω τα ωραιότερα ποιήματα για τον έρωτα κι ας μην έχω ιδέα τι σημαίνει αγάπη .

Δεν θέλω να έχω καμία σχέση μαζί σου, περιθωριακή, μίασμα. Εγώ είμαι ποιητής, άνθρωπος καλός και σώφρων. Μου αρέσει που είμαι κλεισμένος σ΄ ένα δωμάτιο αγναντεύοντας τη θάλασσα και απολησμονώντας .

Τρύφωνας Παπαλεωνίδας

========================================
 

«Τώρα είμαι ελεύθερη, μεθυσμένη από ήλιο.
Ζω, ξαναζώ. Νιώθω τις λέξεις που η μια δίπλα
στην άλλη κάνουν προτάσεις ολόκληρες από
ωραίες ή άσχημες εικόνες. Παίζω με τη φωτιά
Διηγούμαι παιδιά ευαίσθητα που δεν άντεξαν
Droga- Alcool, σίγουρα ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή.
Εγώ τα κατάφερα να την κοπανήσω.
Να με. “Η Αλίκη δε μένει πια εδώ”.
Σ’ ένα ταξίδι στη χώρα των θαυμάτων.
Περπατώ με το κεφάλι ψηλά Νίκησα.
Τώρα η ψυχή μου ησύχασε.
Αυτό το βιβλίο το χαρίζω σε όποιον αγωνίζεται
ακόμα γιατί: “LA VITA E BELLA”».
Ναι, η Μυρτώ είναι Εδώ.

(  Μυρτώ Τάσιου )




tasiou

           












(Η Κατερίνα Γώγου σε παιδική ηλικία)

Υπόθεση: Κινηματογραφικό πορτρέτο της ηθοποιού και ποιήτριας Κατερίνας Γώγου (1940 - 1993) του κινηματογραφιστή και δημοσιογράφου Αντώνη Μποσκοΐτη. Ένα ντοκιμαντέρ που περιλαμβάνει σπάνιο οπτικοακουστικό υλικό, μαρτυρίες ανθρώπων που συμπορεύτηκαν με την πεισιθάνατη καλλιτέχνιδα, αλλά και δραματοποιημένες σκηνές, για τις ανάγκες των οποίων η νέα ηθοποιός Λουκία Μιχαλοπούλου ενσαρκώνει ορισμένες οριακές στιγμές του “καταραμένου βίου' της Γώγου.

****
Κατερίνα Γώγου, Συνέντευξη στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», 1-5-1991-Αναδημοσίευση-
Στην Ελένη Σπανοπούλου

Η Κατερίνα Γώγου, δεν είναι μια περίπτωση από εκείνες που βολεύονται εύκολα στη συνείδηση όλων μας.
Είναι από αυτούς που αμαρτάνουν και δε ζητάνε άφεση παρά μόνο από την ψυχή τους.
Είναι από εκείνα τα σκαριά που μένουν αταξίδευτα κι ας ταξιδεύουν τον κόσμο.
Και για ν’ αρχίσω αυτή την ιστορία: ήταν ένα μικρό καράβι, που ήταν αταξίδευτο. Κι έκανε ένα μακρύ ταξίδι, ίσαμε τον θάνατο…
Στέκει απέναντι μου αμίλητη.

Επιφυλακτική: 

Λοιπόν, τι θες; Μια συνέντευξη για κατανάλωση; Θες να γίνω βορά σε διαθέσεις που μισώ;
Επιθετική: Δημοσιογράφος; Είναι βέβαιη ότι θέλεις μια συνέντευξη με τη Γώγου;

Περήφανη: 

Και τι δηλαδή; Θαρρείς πως εδώ που βρίσκομαι χωρίς ΤΙΠΟΤΑ, δεν έχω το κουράγιο να πω την αλήθεια;

Απολογητική: 

Μη και σε κουράζω, με τα δικά μου; Είδα, είπα κι έκανα πολλά.

Εξομολογητική:

 Με φώναζε ο πατέρας στο καφενείο και μου ‘λεγε απειλητικά: «Φύγε κι έλα πίσω σε μια ώρα να σε δείρω». Κι έφευγα. Κι έτρεμα. Και παρακαλούσα το Θεό να περάσει γρήγορα εκείνη η μια ώρα. Τυραννιόμουν σαν μικρός Χριστός κι έλεγα: πότε θα ‘ρθει η ώρα να με δείρει, να λυτρωθώ! Στο τέλος αποζητούσα την τιμωρία ως λύτρωση…

Λυτρωμένη:

 Έμεινα δύο χρόνια στη σιωπή. Δεμένη σ’ ένα κρεβάτι τρέλας και μοναξιάς. Σώπασα. Έκλαψα. Έπιασα πάτο, μωρέ, και είμαι εδώ μπροστά σου! Ζαλίζομαι ακόμη με το πρώτο ουίσκι. Τα χάπια, που μου ‘δωσαν οι γιατροί είναι, λένε, βαριά. Δε κυλάω, αλλά και δεν μπορώ ακόμη να σταθώ στον ανήφορο. Κι είναι ανήφορος αδελφέ! Ανήφορος! Αλλά, κοίτα με! Είναι τέσσερις μήνες, που καθάρισα με το νοσοκομείο, με τα γιατρικά. Πριν λίγες μέρες πήγα να πιάσω δουλειά στο «Ρόδον». Στη μέση της πρόβας ίδρωνα. Δε μπορούσα να σταθώ.

Σταθερή:

 Το βιογραφικό μου είναι μικρό και γνωστό: Γεννήθηκε στην Αθήνα. Δουλεύει από 5 χρονών σε παιδικούς θιάσους. Δεκάδες ταινίες με τη Φίνος-Φιλμ. Επιθεώρηση στη λεωφόρο Αλεξάνδρας και αρχαία τραγωδία με τον Κάρολο Κουν. Δύο βραβεία ερμηνείας στη Θεσσαλονίκη. Έξι ποιητικές συλλογές. Πάνω από 50 εκδόσεις.

Σαφής:

 «Κι ανυπόδητη κι άρρωστη γύρναγα. Κρύωνα. Κι όπου έστρεψα όξος και πρέζα και χολή».

Άπελπις:…

 Η μάνα, ολομόναχη σε γηροκομείο. Το παιδί το «κρατάνε» στα Εξάρχεια κι εγώ τις νύχτες σηκώνομαι και γράφω στίχους σαν να ‘ναι μόνο αυτή η γλώσσα που ξέρω να μιλώ…

Πικραμένη:

 «Με λένε – τ’ όνομα μου βγαίνει από τ’ όνομα του μεγαλύτερου κινδυνευτή της πατρίδας μου – με λένε Οδύσσεια.»

Τρόμος

«Καταμεσίς της θάλασσας, χωρίς σκαρί, χωρίς συντρόφους και πανιά, στ’ απόκρημνα νερά, χωρίς, σ’ εμένα γυρισμό, μόνο να ταξιδεύω». (Από τη νέα δουλειά της Κατερίνας Γώγου).

Μου το δίνει γραμμένο σ’ ένα λευκό χαρτί. Έξι η ώρα απογευματινή. Ζαλισμένη από τα φάρμακα. Η φωνή της αργή, σαν κορδέλα γραφομηχανής. Τα ίχνη του τρόμου σβησμένα με μπλάνκο πάνω στα μάτια της.

Να σου πω για τους καταραμένους ποιητές. Σκεφτήκατε ποτέ πόσοι πολύ έχουν πεθάνει τρελοί, μόνοι, ξοφλημένοι, με μια σύριγγα στις φλέβες, κι όμως τόσο ωραίοι, τόσο μεγάλοι;
Να σου πω για την ηρωίνη και τους εμπόρους, που κατέκλυσαν τη ζωή μας. Μπήκαν στα σπίτια μας. Είναι παντού!

Για τις φυλακές που κλείνουν κάτι ψυχές λεύτερες.
Για το ροκ που αντιστέκεται και την παραπληροφόρηση που τσακίζει.
Για τις ηλίθιες ταινίες και την κατρακύλα στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Η πιο ανόητη ταινία κοστίζει 50.000.000 και κάτι καινούριοι σαν τον Γιώργο Κορδέλα πασχίζουν να κάνουν σινεμά με τις σάρκες της ψυχής τους…

Να σου πω για το βιβλίο, που ετοιμάζω με τον Θανάση τον Καστανιώτη. Να βγω να μιλήσω για όσα έζησα στα δύο χρόνια της σιωπής.
Εγώ! Στον φόβο μπαίνω μέσα.
Όταν φοβάσαι, δε κρύβεσαι…
Το βιβλίο μου θα ’ναι μια ποιητική βιογραφία. Από μόνη της η ζωή μου είναι έτσι…
Κι έτσι γράφουν αυτοί, που πρόκειται να… πεθάνουν. Το σωματικό θάνατο τον έχω βιώσει. Για τον θάνατο της ψυχής μου μιλώ…
Κι ως τότε, αλλάζω, ψάχνω, μαθαίνω. Ζητάω ακόμη της Ισότητα, την Αδελφότητα, την Αλληλεγγύη, την Ελευθερία.

Με τι; Η γλώσσα μας, ένα από τα ομορφότερα δώρα ανθρώπου σε άνθρωπο, καταλύθηκε. Έγινε ένα τρομώδες μοναχικό παραλήρημα. Οι λέξεις και οι έννοιες αποκωδικοποιήθηκαν. Η μαγεία των αριθμών μετατράπηκε σε: πόσα;

-Δεν υπάρχει τίποτε για στήριγμα

Δεν είμαι σοφή. Ούτε φιλόσοφος, ούτε διανοούμενη. Από εμπειρική γνώση πιστεύω, πως σε κάθε άνθρωπο μένει – με ό,τι όνομα του δίνουν - ένας Χριστός. Για μένα Θεός είναι η Αλήθεια!

Επανάσταση

-Και βρήκες την αλήθεια, που γύρεψες στο Κίνημα, ή στέκεις σήμερα εδώ, μπροστά μου, μια Επαναστάτρια χωρίς αιτία;

Απ’ όσο μπορώ να θυμάμαι πάντα τα ίδια πίστευα για ό,τι έλεγα και για ό,τι έβλεπα. Και πάντα με τις λέξεις: βλάκα ή αναρχοτρομοκράτισσα με λιθοβολούσαν. Ύστερα από χρόνια τροτσκιστικής και μπερδεμένης αναρχοκουμουνιστικής ακαμψίας, όπως ήταν φυσικό έσπασα! Πέρασα σ’ ένα με δύναμη συναισθηματικό άναρχο Χριστιανισμό, που θα τον υπερασπιστώ με όλες μου τις δυνάμεις.

Τη λένε Οδύσσεια. Παλεύει να γυρίσει…
Η Κατερίνα Γώγου. Ένα χάρτινο καραβάκι, που ταξιδεύει σε πείσμα όλων. Κουνήστε του το 

χέρι…




                                                                                                         
 


   ================================================================



«Ντούκου ντούκου η γραφομηχανή, φαίνεται εμπνέει το ντούκου ντούκου», την πείραζε ο Νικόλας Άσιμος. Κι ας ήξερε πως κι η Κατερίνα Κροκανθρώπους αναζητούσε. Αλλά κι εκείνη τον προειδοποιούσε: «Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια. Στο μυαλό είναι ο στόχος, το νου σου, ε;». «Πρέζες υπάρχουν πολλές, αλλά η ηρωίνη σκοτώνει», της τραγουδούσε ο Παύλος Σιδηρόπουλος και η Κατερίνα έδειχνε να συμφωνεί: «Μιλάω για την ηρωίνη γιατί αποδεκάτισε τα παιδιά»... Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 1940. Έπειτα από περίπου 53 χρόνια, στις 3 Οκτωβρίου 1993 αποφασίζει να τερματίσει τη ζωή της, λαμβάνοντας υπερβολική δόση χαπιών και αλκοόλ. Άνθρωπος ασυμβίβαστος, μέσα από τους οργισμένους στίχους της καταδίκαζε τον πόνο και την αθλιότητα γύρω της.



«Η Κατερίνα ένιωθε σαν αγρίμι παγιδευμένο, ήταν διαρκώς σε διωγμό. Τελικά δεν άντεξε και έφυγε... άφησε όμως πίσω τα ποιήματά της που μιλούν ακόμη για εκείνη, με φοβερή δύναμη και άσβηστο πάθος...» σύμφωνα με τον σκηνοθέτη Ν. Κούνδουρο. Ήδη από πολύ νεαρή ηλικία, εργάστηκε σε παιδικούς θιάσους και στον κινηματογράφο, κυρίως σε ταινίες της Φίνος Φιλμς. Συμμετείχε σε πολλές ταινίες («Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο/1959», «Άπονη ζωή/1964», «Δεσποινίς Διευθυντής/1964», «Η δε γυνή να φοβείται τον άντρα/1965», «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση/1971» κ.ά.). Πρωταγωνίστησε επίσης στις ταινίες «Το & βαρύ πεπόνι» (Π. Τάσιου, 1977) για την οποία κέρδισε το Βραβείο Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, «Παραγγελιά» (Π. Τάσιου, 1980 μέρος της ταινίας βασίζεται σε ποιήματά της) και «Όστρια» (Α. Θωμόπουλου, 1984», ταινία για την οποία συνεργάστηκε στο σενάριο. Για την τελευταία έλαβε το Κρατικό Βραβείο Ερμηνείας και μοιράστηκε το Βραβείο Σεναρίου με τον Α. Θωμόπουλο.

«Ντούκου ντούκου η γραφομηχανή, φαίνεται εμπνέει το ντούκου ντούκου», την πείραζε ο Νικόλας Άσιμος. Κι ας ήξερε πως κι η Κατερίνα Κροκανθρώπους αναζητούσε. Αλλά κι εκείνη τον προειδοποιούσε: «Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια. Στο μυαλό είναι ο στόχος, το νου σου, ε;». «Πρέζες υπάρχουν πολλές, αλλά η ηρωίνη σκοτώνει», της τραγουδούσε ο Παύλος Σιδηρόπουλος και η Κατερίνα έδειχνε να συμφωνεί: «Μιλάω για την ηρωίνη γιατί αποδεκάτισε τα παιδιά»... Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 1940. Έπειτα από περίπου 53 χρόνια, στις 3 Οκτωβρίου 1993 αποφασίζει να τερματίσει τη ζωή της, λαμβάνοντας υπερβολική δόση χαπιών και αλκοόλ. Άνθρωπος ασυμβίβαστος, μέσα από τους οργισμένους στίχους της καταδίκαζε τον πόνο και την αθλιότητα γύρω της.



Η μεγάλη της αγάπη, όμως, ήταν η ποίηση.


Από το γλυκό κοριτσάκι των ελληνικών ταινιών της Φίνος Φιλμς, η Κατερίνα Γώγου μετατρέπεται στην επαναστατική ποιήτρια που αρχίζει να γράφει «για τον εαυτό μου, από αγανάκτηση για το κακό και από αγάπη για τον άνθρωπο και τη ζωή. Αισθανόμουνα μια μουγκαμάρα. Επικοινωνία από πουθενά, από τίποτα. Είχαν πονέσει οι μασέλες μου από το να μη μιλάω. Κι όταν άρχισα να γράφω, νόμισα ότι θα σπάσει το στιλό. Τόσο πάθος είχα γι' αυτά που ήθελα να πω. Δεν ξέρω πώς γράφουν οι άλλοι. Εγώ ζούσα και έγραφα» όπως έλεγε η ίδια σε παλιότερη συνέντευξη της στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία».


Ο πρώην υπουργός Τηλέμαχος Χυτήρης έχει αποκαλέσει την Κατερίνα Γώγου «Μαγιακόφσκι της Πλατείας Εξαρχείων». Σύχναζε στα Εξάρχεια και τασσόταν υπέρ του αντιεξουσιαστικού χώρου με κάθε τρόπο διαμαρτυρίας. Συνελήφθη πολλές φορές, ανακρίθηκε και εξευτελίστηκε. Στις 18/03/1991, έγραψε ένα γράμμα στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» με τον τίτλο «Ξεχάσατε τον Πετρόπουλο», στο οποίο εξέφραζε την αλληλεγγύη της προς τον αναρχικό Κυριάκο Μαζοκόπο και τον ποιητή Γιάννη Πετρόπουλο που βρίσκονταν στη φυλακή.

Όταν η 17Ν σκότωσε στο Παγκράτι δύο αστυνομικούς, η Γώγου δέχτηκε τα μεσάνυχτα την επίσκεψη δύο αστυνομικών, που έσπασαν την πόρτα του σπιτιού της και την πήραν μαζί τους σαν ύποπτη. Ένας αυτόπτης μάρτυρας είχε καταθέσει ότι είδε μια γυναίκα να φεύγει τρέχοντας από τον τόπο του εγκλήματος και η αστυνομία κατέληξε σε κείνη, χωρίς να έχει αποδείξεις ή να μπορέσει εκ των υστέρων να επιβεβαιώσει οποιεσδήποτε υποψίες. Οι σχέσεις της με τις αστυνομικές αρχές ουδέποτε υπήρξε καλή, το 1986 είχε κάνει μάλιστα και μήνυση στον υπουργό Δημόσιας Τάξης επειδή κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης χτυπήθηκε από αστυνομικούς. «Από τη στιγμή που δεν μας αφήνουν να φτιάξουμε τη ζωή, θα χαλάσουμε αυτό που υπάρχει και θα βγει το καινούργιο μετά» δήλωνε η ίδια.

- Εμένα, οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά,
         εμένα, οι φίλοι μου είναι σύρματα τεντωμένα -

  Κατερίνα Γώγου



  ==========================================================



 Η Κατερίνα Γώγου είναι γνωστή στο ευρύ κοινό από τις ερμηνείες δεύτερων ρόλων σε πολύ δημοφιλείς ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου.

 Ήταν η ατίθαση συμμαθήτρια της Αλίκης Βουγιουκλάκη στο «Ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο». Όταν ο καθηγητής Δημήτρης Παπαμιχαήλ προσπάθησε να ξεσκεπάσει μια ακόμη αταξία των μαθητριών του, η Γώγου ως Λαζάρου του απάντησε: «πρόσεχα την Πολυχρονοπούλου, που πρόσεχε την Ξανθοπούλου, που μίλαγε με τη Γιαδικιάρογλου».

 Ήταν η αεικίνητη αδελφή της Τζένης Καρέζη στην ταινία «Μια τρελή, τρελή οικογένεια», που χόρευε ασταμάτητα στο πλευρό του Τζανετάκου.

 Ήταν και η τσαχπίνα υπηρέτρια της Ελενίτσας, Μάρως Κοντού στο «η δε γυνή να φοβήται τον άντρα», που έτρεχε στο πλευρό της κυρίας της ψάχνοντας αγχωμένη «βελόνα και κλωστή» για να ράψει το κουμπί του αυστηρού αφεντικού της.

 Η Κατερίνα Γώγου όμως, όπως λένε όσοι την έζησαν, δεν ήταν αυτό το επιφανειακό κορίτσι που έβγαζε μέσα από τις ταινίες της. Ο ρόλος του θηλυκού κλόουν, όπως τη χαρακτήριζαν, δεν της ταίριαζε και ας τον ερμήνευε με τόση επιτυχία. 

Από την ταινία "Μια τρελή, τρελή οικογένεια"
Από τη ταινία - Μια τρελή, τρελή οικογένεια


Η Γώγου ήταν το ακριβώς αντίθετο. Μια μοναχική ψυχή με συνεχείς αναζητήσεις, αλλά και συγκρούσεις με το καταστημένο και ένα μυαλό που δε σταμάταγε να σκέφτεται ποτέ. Ο αληθινός χαρακτήρας της φάνηκε αργότερα μέσα από τα ποιήματά της, όταν είχε πια εγκαταλείψει την υποκριτική και είχε αφιερωθεί στο γράψιμο. 

 Παρόλο που δεν έγινε ποτέ μεγάλη σταρ, η Γώγου αγάπησε πολύ το θέατρο και τον κινηματογράφο. Ξεκίνησε να παίζει σε παιδικές παραστάσεις από την ηλικία των πέντε ετών και είχε χαρακτηριστεί παιδί-θαύμα. Γεννήθηκε την 1η Ιουνίου του 1940 στην Αθήνα και λόγω της Κατοχής και του Εμφυλίου, δεν πέρασε εύκολα παιδικά χρόνια. Έζησε με τον πατέρα της μέχρι την εφηβεία και αργότερα με τη μητέρα της. Ο πατέρας της ήταν αυστηρός. Λέγεται ότι κάποτε την είχε οδηγήσει με τη βία σε κάποιο γιατρό για να του αποδείξει ότι ήταν παρθένα. Ωστόσο, αυτός την βοήθησε να σπουδάσει υποκριτική και να κυνηγήσει το όνειρό της. Έτσι, γράφτηκε σε μια από τις καλύτερες σχολές της εποχής της, του Τάκη Μουζενίδη, ενώ τελείωσε και τη σχολή χορού Πράτσικα Ζουρούδη και Βαρούτη.


 Από την ταινία "Παραγγελιά", όπου ακούστηκαν ποιήματά της
Από την ταινία «Παραγγελιά», όπου ακούστηκαν ποιήματά της.

                   ====================================

Κατερίνα Γώγου, η αναρχική ποιήτρι
Έως τις αρχές της δεκαετίες του ΄70 ασχολήθηκε αποκλειστικά με την υποκριτική. Το πρώτο της βιβλίο με τίτλο πούλησε πάνω από 40.000 αντίτυπα, αριθμός που, όπως λένε οι εκδότες, ήταν σπάνιος για ποιητικές συλλογές και μόνο ο Ελύτης και ο Ρίτσος τον έφταναν. Το βιβλίο μάλιστα μεταφράστηκε και στα αγγλικά και κυκλοφόρησε το 1983 στην Αμερική. 

Το 1980 η Γώγου πρωταγωνίστησε στην ταινία -Παραγγελιά -». Σκηνοθέτης ήταν ο σύζυγός της, Παύλος Τάσιος. Στην ταινία χρησιμοποιήθηκαν ποιήματά της που απήγγειλε η ίδια και ήταν επενδυμένα μουσικά από τον Κυριάκο Σφέτσα. 

Η Αφροδίτη Μάνου έχει αναφέρει για την ποίηση της Γώγου: 

«ο τρόπος γραφής της δείχνει έναν άνθρωπο πάρα πολύ ευαίσθητο. Έναν άνθρωπο που έχει βγάλει το δέρμα του και ζει σε φοβερές εντάσεις». «Εμένα, οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα, στις ταράτσες παλιών σπιτιών,   Εξάρχεια, Βικτώρια, Κουκάκι, Γκύζη,   πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια μανταλάκια,   τις ενοχές σας, αποφάσεις συνεδρίων, δανεικά φουστάνια, σημάδια από καύτρες,   περίεργες ημικρανίες, απειλητικές σιωπές…   κάνουν ό,τι λάχει». ...

gwgou_3
«Ο τρόπος γραφής της δείχνει έναν άνθρωπο πάρα πολύ ευαίσθητο», Αφροδίτη Μάνου 

Φωτογραφία: Δ. Πετρουτσόπουλος 1978.



Η Κατερίνα, μητέρα

 Η Κατερίνα Γώγου είχε αρκετούς συντρόφους στη ζωή της. Η μεγάλη της αγάπη όμως ήταν ο σύζυγός της Παύλος Τάσιος. Μαζί απέκτησαν την κόρη τους Μυρτώ, η οποία άθελά της έγινε η αιτία για να μπλέξει και η ίδια η Γώγου με τα ναρκωτικά. Η κοπέλα άρχισε να κάνει χρήση ουσιών σε νεαρή ηλικία και η μητέρα της προσπάθησε να τη βοηθήσει να απεξαρτηθεί. Ωστόσο, δεν τα κατάφερε και τελικά παρασύρθηκε και η ίδια.

 Η Μυρτώ είχε μιλήσει σε αφιέρωμα της Σεμίνας Διγενή για τη Γώγου το 1993 και είχε πει για τη μητέρα της: «η Κατερίνα ήτανε ένα παιδί και κάποια στιγμή αυτό το παιδί τρώγοντας σφαλιάρες, άρχισε να απογοητεύεται με το ότι τα όνειρά της δεν πρόκειται να γίνουν πραγματικότητα».


 Η Γώγου στο πλευρό των αναρχικών

 Η Κατερίνα Γώγου ανήκε στον αντιεξουσιαστικό χώρο των Εξαρχείων και είχε ενεργή αντισυμβατική δράση. Στάθηκε στο πλευρό πολλών αναρχικών και συμμετείχε σε επιτροπές που μάχονταν για την αποφυλάκισή τους. Τον Μάρτιο του 1991 έστειλε ενυπόγραφη επιστολή στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία, μέσω της οποίας εξέφραζε την στήριξή της προς τον αναρχικό Κυριάκο Μαζοκόπο και τον Γιάννη Πετρόπουλο που ήταν φυλακισμένοι.

 Η Γώγου συνήθιζε να εικονογραφεί την ποίησή της με φωτογραφίες από πορείες διαμαρτυρίας και αγώνες του αντιεξουσιαστικού χώρου. Η σχέση της με την αστυνομία δεν ήταν καθόλου καλή, καθώς είχε συλληφθεί αρκετές φορές και είχε λογοδοτήσει στις αρχές για την αντισυμβατική συμπεριφορά της.

 Όταν τον Ιανουάριο του 1980, η «17 Νοέμβρη» σκότωσε στο Παγκράτι δύο αστυνομικούς, η Γώγου συνελήφθη σαν ύποπτη, μετά από καταγγελία ενός μάρτυρα, που υποστήριξε ότι είδε μια γυναίκα να απομακρύνεται τρέχοντας από το σημείο της δολοφονίας. Αποδείξεις  δεν βρέθηκαν ποτέ και η Κατερίνα αφέθηκε ελεύθερη.

 Έξι χρόνια μετά ήρθε και πάλι αντιμέτωπη με τις αστυνομικές αρχές. Αυτή τη φορά μετά από μήνυση που έκανε η ίδια στον τότε Υπουργό Δημόσιας Τάξης, γιατί κατά τη διάρκεια μιας πορείας είχε δεχτεί επίθεση από αστυνομικούς.

 «Όλο ταξιδεύουν οι φίλοι μου, γιατί δεν τους αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή. Όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμα γιατί τους ρημάξτε το κόκκινο. Γράφουνε σε συνθηματική γλώσσα, γιατί η δική σας, μόνο για γλείψιμο κάνει».

 Συχνά διακωμωδούσε τη σχέση της με την αστυνομία. Ο Αντώνης Καφετζόπουλος, που αν και ήταν 10 χρόνια μικρότερός της, ήταν φίλος της, έχει διηγηθεί ένα ευτράπελο περιστατικό με τη Γώγου. Οι δυο τους βρίσκονταν στον Πειραιά και έκαναν βόλτα με ένα «σαραβαλάκι» που οδηγούσε ο ηθοποιός. Εκείνη την ημέρα είχαν απεργία τα ταξί και τους έκαναν «ώτο στοπ» δύο αστυνομικοί. Αφού τα όργανα της τάξης επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο, η Γώγου είπε στον Καφετζόπουλο: «πρόσεχε πως οδηγείς γιατί αν έχουμε κανένα ατύχημα και βρουν αυτά τα τέσσερα πτώματα ανακατεμένα μέσα στο αυτοκίνητο, δε μας ξεπλένει ούτε ο Νιαγάρας».

Το μοναχικό τέλος της Γώγου 

Το 1991 η Γώγου πάλευε ήδη με τους δαίμονές της. Όπως έκαναν νωρίτερα και οι άλλοι δύο «άγιοι των Εξαρχείων», όπως τους αποκαλούν, Νικόλας Άσιμος και Παύλος Σιδηρόπουλος. Εκείνη τη χρονιά η Κατερίνα είχε πει σε συνέντευξή της:

 «Ελεύθερος σκοπευτής ήταν ο Άσιμος. Τον δολοφόνησαν. Τον Παύλο Σιδηρόπουλο, το ίδιο. Η μόνη επιζήσασα, εγώ».

 Όχι όμως για πολύ. Στις 3 Οκτωβρίου του 1993 η Κατερίνα Γώγου βρέθηκε νεκρή στο παλιό διαμέρισμα της μητέρας της, όπου είχε  αποσυρθεί. Η αιτία του θανάτου της ήταν ένα «κοκτέιλ» χαπιών και αλκοόλ. Στην είδηση του θανάτου της, η κόρη της κατέρρευσε. Οι φίλοι της στεναχωρήθηκαν. Κανείς όμως δεν εξεπλάγη. Οι περισσότεροι το περίμεναν, πολλοί μάλιστα την είχαν «ξεγραμμένη» από πολύ νωρίτερα.

 «Είχε κλείσει ο κύκλος της. Είχε ολοκληρωθεί, δεν είχε κάτι άλλο να δώσει. Μου το έλεγε. Γύρισε στο σπίτι που μεγάλωσε, στο Μεταξουργείο. Εμένα μου φαίνεται ότι είχαν στηθεί όλα από την ίδια», ανέφερε η κόρη της. Το ίδιο υποστήριξε και ο φίλος της και ποιητής Γιώργος Χρονάς. «Φεύγω για αλλού», του είχε πει λίγες ημέρες πριν αυτοκτονήσει, όταν τον είχε επισκεφτεί ένα πρωί και του είχε ζητήσει να την κεράσει λίγο ουίσκι.  «Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματα στα χέρια σας. Στο λαιμό σας. Οι φίλοι μου». Κατερίνα Γώγου...

gogou



Κατερίνα Γώγου.jpg


Η Κατερίνα Γώγου (1 Ιουνίου 1940 - 3 Οκτωβρίου 1993) ήταν Ελληνίδα ποιήτρια και ηθοποιός. Ξεκίνησε από μικρή καριέρα στην ηθοποιία αλλά αργότερα στράφηκε στην ποίηση.

Ως ηθοποιός είναι γνωστή περισσότερο για δευτερεύοντες ρόλους, όπως στην ταινία το Ξύλο βγήκε από τον Παράδεισοή το Μια τρελή τρελή οικογένεια. Οι ρόλοι της συνήθως απεικόνιζαν αστείες και ανέμελες γυναίκες. Της έχει απονεμηθεί, στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το Βραβείο Α΄ Γυναικείου ρόλου, για την ταινία Το βαρύ πεπόνι.

Ως ποιήτρια, από την άλλη, είναι γνωστή για τον αντισυμβατικό και συνειρμικό τρόπο γραφής της, καθώς και τις αναρχικές της ιδέες. Οι στίχοι της ήταν γεμάτοι οργή και επαναστατικότητα. Το σκοτάδι της, ο ασυμβίβαστος χαρακτήρας της και η κλονισμένη ψυχολογία της, όμως, την οδήγησαν, σε ηλικία μόλις 53 ετών, στην αυτοκτονία.

Βιογραφία

Νεανικά χρόνια

Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου, το 1940, ξεκινώντας μόλις σε ηλικία 5 ετών, διάφορες παιδικές παραστάσεις, χαρακτηρίζοντάς την παιδί-θαύμα. Παρόλα αυτά, δεν πέρασε όμορφα παιδικά χρόνια, ελέω Κατοχής καιΕμφυλίου Πολέμου. Στην εφηβεία της, η Κατερίνα, έμενε με τον πατέρα της, ο οποίος ήταν πολύ αυστηρός απέναντι της, κατόπιν έμεινε με τη μητέρα της. Ο πατέρας της, πάντως, αν και αυστηρός, την υποστήριξε πραγματικά, στην επιθυμία της να ακολουθήσει την υποκριτική. Σπούδασε στη σχολή του Τάκη Μουζενίδη, η οποία θεωρούνταν μια από τις καλύτερες της εποχής. Παράλληλα τελείωσε και τη σχολή χορού Πράτσικα Ζουρούδη και Βαρούτη.


Υποκριτική

Η Κατερίνα Γώγου, πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο με τον θίασο Ντίνου Ηλιόπουλου, το 1961, στο έργο των Ευαγγελίδη - Μαρή «Ο Κύριος πέντε τοις εκατό». Οι περισσότερες ταινίες, όπου συμμετείχε, ήταν παραγωγής Φίνος Φιλμ. Ενώ, προηγουμένως, την πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση την έκανε στην ταινία Ο Άλλος.

Φιλμογραφία

Πρωταγωνίστρια

Το βαρύ πεπόνι (1977) - σκηνοθεσία: Παύλος Τάσιος .... Τούλα
Παραγγελιά (1980) - σκηνοθεσία: Παύλος Τάσιος .... Κατερίνα
Όστρια, το τέλος του παιχνιδιού (1984) - σκηνοθεσία: Ανδρέας Θωμόπουλος

Υπόλοιπη φιλμογραφία

Το ξύλο βγήκε απ' τον Παράδεισο (1959) .... Λαζάρου, μαθήτρια
Δράκουλας και Σια (1959)
Άντρας είμαι και το κέφι μου θα κάνω (1960)
Το παιδί της πιάτσας (1961) .... Λιλίκα
Το έξυπνο πουλί (1961)... Μαρίνα Μανή
Του κουτρούλη ο γάμος (1962) .... Ματίνα
Νόμος 4000 (1962) .... Κλειώ
Οι γυναίκες θέλουν ξύλο (1962)
Η ψεύτρα (1963) .... Ντόλυ
Τα παλιόπαιδα (1963)
Παλληκαράκια της παντρειας (963) ...... Δώρα
Μεσάνυχτα στη βίλα Νέλη (1963)
Ανήσυχα νιάτα (1963) .... Αγνή
Άπονη ζωή (1964)
Το κορίτσι της Κυριακής (1964)
Κάλλιο πέντε και στο χέρι (1965) .... Μπέτυ Κωνσταντινέα
Φτωχολογιά (1965)
Ο τρελός τα 'χει τετρακόσια (1968)... Καίτη Λαμπρέτα
Η ωραία του κουρέα (1969)... Άννα Ψαλίδα
Η θυσία μιας γυναίκας (1969)
Αγάπη για πάντα (1969)... Πένυ
Οι Αριστόγατες (1970)... Τουλούζ (φωνή)
Τρελά κορίτσια απίθανα αγόρια (1969) .... Χριστίνα
Ρομπέν των δασών (1973)... Τσίφτης (φωνή)
Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση; (1971)... Φρόσω Καραθανάση
Υπέροχες νύφες, κορόιδα γαμπροί (1972) .... Μπουμπού
Ναι μεν, αλλά... (1972) ... μια περαστική
Το βαρύ... πεπόνι (1977) .... Τούλα
1922 (1978) .... θεατρίνα
Παραγγελιά (1980) .... κατερίνα


Βιβλία της Κατερίνας Γώγου

Εν ζωή
Τρία κλικ αριστερά, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1η έκδοση 1978
Μεταφράστηκε στα Αγγλικά ("Three clicks left") από τον Jack Hirschman και κυκλοφόρησε στην Αμερική to 1983, από τις εκδόσεις "Night Horn Books" του San Francisco. (Night Horn Books, 495 Ellis Str., Box 1156, San Francisco, CA 94102)
Ιδιώνυμο, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1η έκδοση 1980
Το ξύλινο παλτό, Εκδόσεις Καστανιώτη, ISBN 960-03-0292-8, 1η έκδοση 1982
Απόντες, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1η έκδοση 1986
Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1η έκδοση 1988
Νόστος, Εκδόσεις Λιβάνη, 1η έκδοση 1990 - Εκδόσεις Καστανιώτη, 2η έκδοση 2004

Μεταθανάτιες κυκλοφορίες

Με λένε Οδύσσεια, Εκδόσεις Καστανιώτη, ISBN 960-03-3227-4, 1η έκδοση 2002
Νόστος, Εκδόσεις Καστανιώτη, ISBN 960-03-3796-9, Επανέκδοση 2004

Βιβλία για την Κατερίνα Γώγουου

Βιργινία Σπυράτου: Κατερίνα Γώγου: Έρωτας Θανάτου, Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, 1η έκδοση 2007

Δισκογραφία

Ποιήματα από ήδη εκδοθέντα βιβλία της χρησιμοποιήθηκαν στην ταινία του (πρώην συζύγου της) Παύλου Τάσσιου "Παραγγελιά" (με υπόθεση βασισμένη στην ιστορία του Νίκου Κοεμτζή). Η μουσική της ταινίας, που έγραψε ο (μετέπειτα διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος) Κυριάκος Σφέτσας και επένδυσε τα εν λόγω ποιήματα, κυκλοφόρησε σε δίσκο (ΕΜΙ-1981) με τίτλο "ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ". Λίγο μετά το θάνατό της η EMI-Minos κυκλοφόρησε το δίσκο "ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ" σε CD (remastered ADD) το 1995. Κυκλοφόρησε σε CD και το 2006 (σε περιορισμένα αντίτυπα) στη σειρά "Αποκλειστικές Επανεκδόσεις" των "Metropolis".




---------------------------------------------------------------------------------------------------------


Η συνέντευξη που είχε δώσει η κόρη της Κατερίνας Γώγου στη LIFO

 H Μυρτώ Τάσιου βρέθηκε σήμερα νεκρή στην Αθήνα 

ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ


 «Α, δεν μου είναι δύσκολο να γελάσω ή να πάρω χαρά. Χαρούμενη με κάνει μία ωραία κουβέντα ή μία παρατήρηση με χιούμορ, μία μέρα με ήλιο κι εγώ να ζωγραφίζω»
 «Α, δεν μου είναι δύσκολο να γελάσω ή να πάρω χαρά. Χαρούμενη με κάνει μία ωραία κουβέντα ή μία παρατήρηση με χιούμορ, μία μέρα με ήλιο κι εγώ να ζωγραφίζω»


Για όλους τους άλλους είναι «Η αναρχική ποιήτρια των Εξαρχείων, Κατερίνα Γώγου» και μια από τις πιο εμβληματικές μορφές της ελληνικής ποίησης. 

Για τη Μυρτώ, τη μοναχοκόρη της, είναι απλά η μάνα της. Και η εξομολόγησή της για εκείνη ένα τρυφερό, σκληρό -αλλά το πιο ωραίο της- ανολοκλήρωτο ποίημα. Η Μυρτώ, ζωγράφος και ποιήτρια πια και η ίδια (το πρώτο της βιβλίο «Η Αλίκη δε μένει πια εδώ», κυκλοφορεί από τις «Εκδόσεις Καστανιώτη), μοναχοκόρη της Κατερίνας Γώγου από τον γάμο που είχε κάνει η ποιήτρια με το σκηνοθέτη Παύλο Τάσιο, ζει εδώ και πολλά χρόνια στο εξωτερικό, κυρίως στην Ιταλία, αποκομμένη από όσα συμβαίνουν στην Αθήνα.

 Όταν μιλήσαμε στο τηλέφωνο, της είχα εξηγήσει πως θα κάναμε μία μεγάλη κουβέντα για εκείνη και τη σχέση της με τη μητέρα της, η οποία είχε αυτοκτονήσει στις 3 Οκτωβρίου του 1993, σε ηλικία 53 ετών. «Γιατί έχει ενδιαφέρον η ιστορία σου», της είπα. Συμφώνησε. Αν και απέφευγε τις πολύ εξομολογητικές συζητήσεις για τη μαμά της, την ποιήτρια του «εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά, που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών», του «έχω μείνει στη θέση που μ' άφησες για να με ξαναβρείς», του «στο μυαλό είναι ο στόχος. Το νου σου, ε;», που συνεχίζουν να γίνονται συνθήματα σε στόματα ανθρώπων, σε πλατείες και σε τοίχους σπιτιών. 

Η Μυρτώ έδειξε εμπιστοσύνη και αφέθηκε. Την «ξεκλείδωσε» κυρίως η κοινή μας αγάπη για την Όλια Λαζαρίδου, που τη θεωρεί περίπου σαν αδελφή της. Κλείσαμε ραντεβού την επόμενη κιόλας μέρα.     

Πώς ξύπνησες σήμερα, Μυρτώ;  

Πολύ ωραία! Σε περίμενα για να μιλήσουμε! (γελάει)

Γελάς πηγαία!  

Α, δεν μου είναι δύσκολο να γελάσω ή να πάρω χαρά. Χαρούμενη με κάνει μία ωραία κουβέντα ή μία παρατήρηση με χιούμορ, μία μέρα με ήλιο κι εγώ να ζωγραφίζω. Η δουλειά μου είναι αγιογράφος. Αυτό κάνω εδώ στο Λέτσε όπου μένω, κοντά στο Πρίντεζι. 

Πώς και μένεις εκεί;  

Γνώρισα τον άντρα μου στη Γαλλία, ο οποίος είναι Ιταλός, παντρευτήκαμε και ήρθαμε να ζήσουμε στην πατρίδα του. Γιατί είχες πάει στη Γαλλία;  Είχα πάει σε μία Κοινότητα στο Παλέρμο, η οποία αφορούσε σε διαλογισμούς. Μετά από έξι μήνες, μου έκαναν πρόταση αν θα ήθελα να πάω στη Γαλλία, στην Ορλεάνη, σε ένα κάστρο το οποίο είχε μέσα μία μικρή εκκλησία, για να τη ζωγραφίσω. Εκεί πέρασα απίθανα! Εκεί έγινα φως, εκεί ξεμπουμπούκιασα. Ζωγράφιζα ανεβασμένη σε μία σκάλα, έκανα διαλογισμούς, χόρευα - ξαναγεννήθηκα! Εκεί γνώρισα και τον Φραντζέσκο, τον σύζυγό μου, ο οποίος είναι συντηρητής έργων τέχνης και παλαιών επίπλων. Ερωτευτήκαμε! Είχαμε και οι δύο το ίδιο πάθος για τις αντίκες, τα εκκλησιαστικά όργανα, τις αγιογραφίες. Είμαστε μαζί 20 χρόνια.   Να, είχα αισθανθεί μεγάλη χαρά όταν είπε η μητέρα μου: «Η Μυρτώ είναι ζωγράφος!». Και δεν με αφορούσε τίποτ' άλλο απ' τη στιγμή που το αναγνώριζε εκείνη! Εκείνη η μέρα ήταν μία από τις πιο ευτυχισμένες της ζωής μου!

 Έχετε παιδιά; 

 Όχι. Δεν μπορώ να κάνω παιδιά. Θα το ήθελα όμως! Κι είναι κάτι που με στενοχωρεί. Αν μπορούσα να κάνω ένα παιδί, θα ήταν σα να ξαναγεννιόταν η Κατερίνα! Θα έδινα όλη μου την αγάπη σ' αυτό το παιδί, την προστασία, τη στοργή. Πόσο θα 'θελα να μπορούσα να κάνω ένα παιδί χαρούμενο! Γιατί εγώ δεν ήμουνα χαρούμενη. Δεν πέρασα μία ζωή όπως όλα τα άλλα παιδιά. Η δική μου ζωή ήταν διαφορετική. Δεν έπαιζες όταν ήσουνα μικρή;  Έπαιζα πόλεμο. Με πιστόλια ψεύτικα και στρατιωτάκια. Γιατί οι δικοί μου πάντα μου έλεγαν «είμαστε συνέχεια σε πόλεμο!».  

 Όχι με κούκλες; 

 Όχι. Εξάλλου, δεν μου άρεσαν οι φούστες. Ήθελα να φοράω συνέχεια παντελόνια. Ήμουνα ένα αγοροκόριτσο. Όταν τα άλλα παιδιά έπαιζαν στο προαύλιο του σχολείου ή στον δρόμο, εγώ καθόμουν και ζωγράφιζα. Ήμουνα ένα παιδί διαφορετικό. Και μόνο. Απ' την άλλη, μέσα στο σπίτι περνάγαμε πολύ δύσκολα, ήμασταν πολύ φτωχοί, ζούσαμε με δανεικά, με πολλές δυσκολίες. Όλα άλλαξαν όταν η μητέρα μου έγραψε το «Τρία κλικ αριστερά». Τότε ήρθε η επιτυχία και από τη μία μέρα στην άλλη αποκτήσαμε χρήματα. Είχαμε τρελαθεί που μπορούσαμε να πάμε στο μπακάλικο και να πάρουμε ό,τι θέλαμε!   

Σε είχε πληγώσει ο χωρισμός των γονιών σου; 

 Πολύ! Μου έλειπε πολύ ο πατέρας μου. Αλλά και η μητέρα μου. Γιατί και οι δύο ασχολούνταν συνέχεια με τη δουλειά τους. Κάποιες φορές αισθανόμουν ξεχασμένη από τους γονείς μου. Έκλαιγα τα βράδια που δεν έβλεπα τη μητέρα μου, γιατί τότε έκαναν συγκεντρώσεις, έβγαιναν για τα πολιτικά. Υπήρχαν βράδια που κοιμόμουνα μόνη στο σπίτι. Αλλά είχα τις γιαγιάδες μου που έρχονταν τη μέρα και με πρόσεχαν!  

Πώς σου έδειχνε την αγάπη της η Κατερίνα;  

Κάποια βράδια, όταν γυρνούσε από το θέατρο, μου έφερνε μερέντα για το σχολείο, μπαλόνια, καραμέλες. Την ημέρα εγώ πήγαινα στο σχολείο μου, η Κατερίνα κοιμότανε κι έτσι δεν βλεπόμασταν όσο θα ήθελα. Και μου έλειπε πολύ! Αλλά η αγάπη της ήταν μεγάλη. Το αντιλαμβανόμουν! Μου έλεγε συχνά: «Έγραψα ένα βιβλίο, φύτεψα ένα δέντρο, έκανα ένα παιδί. Ο κύκλος μου έκλεισε».

 Υπήρχαν στιγμές που σκεφτόσουν «μακάρι να ήμουνα παιδί άλλων γονιών»;  

Ναι. Έλεγα «μα, γιατί τα άλλα παιδιά να είναι αλλιώς; Γιατί οι γονείς τους τα συνοδεύουνε στα παιδικά πάρτι κι εγώ πηγαίνω μόνη μου;». Οι γονείς μου δεν πήγαν ποτέ σε συνελεύσεις γονέων, δεν ρώτησαν ποτέ πώς τα πάω με τα μαθήματά μου. Ίσως να μου είχαν εμπιστοσύνη, δεν ξέρω. Γιατί ήμουνα πολύ καλή μαθήτρια, διάβαζα πολύ. 

Και ζωγράφιζες ταυτόχρονα;  

Από πολύ μικρή ξεκίνησα να ζωγραφίζω - αν και δεν είχα ποτέ στο μυαλό μου πως θα γινόμουν αγιογράφος. Όταν μεγάλωσα δούλεψα με τον Μιχάλη Αγγελιδάκη, φίλο του πατέρα μου, ο οποίος είναι αγιογράφος και ηθοποιός. Εκείνος μου έμαθε την τέχνη. 

Τι σου είπε η μαμά σου όταν είδε τις πρώτες σου ζωγραφιές;  

Τρελάθηκε απ' τη χαρά της! Με θυμάμαι να είμαι πέντε χρόνων, να φτιάχνω ζωγραφιές και να τις της αφιερώνω. Της έγραφα επάνω: «Με πολλή αγάπη, το παιδί σου». Όλα έγιναν με έναν τρόπο φυσιολογικό, σα να είχα μέσα στις φλέβες μου τα χρώματα. Αλλά η αγιογραφία είναι άλλο, είναι σα να παίρνει το χέρι σου κάποιος άλλος, από ψηλά, και να σχηματίζει τις μορφές. Σα να συμβαίνει θαύμα! 

Εσύ χρωστάς τη ζωή σου σε ένα θαύμα;  

Όχι. Τη ζωή μου τη χρωστάω στον εαυτό μου. Πέρασα πολλά. Όταν πήγα στην Κοινότητα ξεκίνησα να βάζω τα κομματάκια μου στη σειρά και τελικά όλα μπήκαν στη σωστή τους θέση. Μπορεί να πέθανε η μαμά μου, αλλά την αγαπώ και τη σκέφτομαι συνεχώς. Κατάφερα να κάνω ειρήνη με μένα και με τις πληγές μου. Γιατί ήθελα να είναι περήφανοι για μένα οι γονείς μου - ακόμη κι αν δεν ζούσαν! Νομίζω πως τα κατάφερα. Να, είχα αισθανθεί μεγάλη χαρά όταν είπε η μητέρα μου: «Η Μυρτώ είναι ζωγράφος!». Και δεν με αφορούσε τίποτ' άλλο απ' τη στιγμή που το αναγνώριζε εκείνη! Εκείνη η μέρα ήταν μία από τις πιο ευτυχισμένες της ζωής μου! Γιατί ήθελα να της αποδείξω ότι κι εγώ είμαι εδώ, ότι κι εγώ μπορώ να κάνω πράγματα. Ήθελα να είναι περήφανη για μένα! Ήταν τόσο ωραία όταν μου έδειχνε την αγάπη της… Θυμάμαι επίσης που μου έγραφε κάθε μέρα σε ένα τετράδιο ένα παραμύθι και δεν έβλεπα την ώρα, προτού πέσω για ύπνο, να το διαβάσω. Γιατί έτσι τη σκεφτόμουνα! Ένα από αυτά έλεγε για κάποιο παιδάκι που κρατούσε μπαλόνια που το έκαναν να πετάει στον ουρανό κι έτσι ταξίδεψε σ' όλο τον κόσμο. 

Κι η Κατερίνα σ' έκανε να πετάς;  

Η Κατερίνα με έμαθε να μην πατάω στη γη. Να κοιτάω πάντα τον ουρανό.   Σκεφτόμουν: «Δεν θέλεις να ζήσεις, μαμά; Δεν θέλω ούτε εγώ! Είσαι άσχημα, μαμά; Είμαι άσχημα κι εγώ! Θα το παλέψεις εσύ; Θα το παλέψω κι εγώ!». Ήμουν εξαρτημένη από την αγάπη της μαμάς μου!  

 Πού μεγάλωσες;  

Στην πλατεία Κυψέλης, στην πλατεία Καραμανλάκη, στα Εξάρχεια, όλο γύρω από αυτές τις περιοχές μέναμε. Εκεί έρχονταν φίλοι της μητέρας μου, ένα κύμα από ανθρώπους διαφορετικούς μεταξύ τους - ανάμεσα σ' αυτούς θυμάμαι τον Νικόλα Άσιμο, τον Παύλο Σιδηρόπουλο, τραγουδιστές, ηθοποιούς. Στο σπίτι μας ακουγόταν τότε συνέχεια μουσική. Τραγουδούσαν, έπιναν, γελούσαν. 

Γελούσε συχνά η μαμά σου; 

 Όχι. Είχε όμως μεγάλη αίσθηση του χιούμορ, δεν ήθελε να δραματοποιεί την κατάσταση. Αλλά μάλλον αυτό το έκανε για μένα. Για να μη με επιβαρύνει με προβλήματα μεγάλων. Εγώ όμως αισθανόμουν ότι ήμουνα ήδη μεγάλη, αν και ήμουνα μικρή. Θυμάμαι πως όταν μιλούσαν μεταξύ τους για τις οργανώσεις, είχα την περιέργεια να καταλάβω τι ήταν αυτά που έλεγαν. Κι έτσι υπήρχαν φορές που δεν πήγαινα να κοιμηθώ, γιατί ήθελα να τους ακούω. Θυμάμαι τον πατέρα μου, ο οποίος είχε πάρει το Κόκκινο Βιβλίο του κομμουνισμού, που με είχε βάλει κάτω και μου είπε: «Λοιπόν, Μυρτώ, αφού θέλεις να μάθεις τι κάνουμε στην οργάνωση, πρέπει να μάθεις αυτό το βιβλιαράκι απέξω!». Το έκανε σαν τιμωρία. Έλεγαν οι πρώτες γραμμές: «Ένα φάντασμα πλανιέται στη Δύση, το φάντασμα του κομμουνισμού». Κι έβαζα τα κλάματα! Γιατί ήμουνα μικρή και δεν καταλάβαινα για ποιο λόγο μ' έβαζαν να τα μάθω όλα αυτά!

 


Η μαμά σου τι έλεγε γι' αυτή την τιμωρία; 

 Η μαμά μου ήταν γλυκιά. Ο πατέρας μου ήταν πιο σκληρός. Όταν χώρισαν, αν και ήμουνα πολύ μικρή, θυμάμαι καθαρά τη μητέρα μου να λέει στον πατέρα μου: «Μην μου πάρεις το παιδί, γιατί θα σκοτωθώ!». Εκείνος της είπε «εντάξει» και με άφησε στη μαμά. Αλλά ο μπαμπάς μου δεν ερχόταν συχνά να με δει, τον έβλεπα πολύ αραιά, δεν έχω αναμνήσεις από εκείνον γιατί δεν ζούσαμε μαζί. Τη μητέρα μου την ένιωθα. Ακόμη και όταν έλειπε απ' το σπίτι. Γιατί ήξερα ότι με σκέφτεται συνέχεια. Κάποιες περιόδους η μαμά μου ταξίδευε, λόγω του θεάτρου, λόγω του Καρόλου Κουν - είχε πάει θυμάμαι στο Βέλγιο, στη Γαλλία, στην Αφρική για παραστάσεις. Αλλά όταν γυρνούσε στο σπίτι μού έφερνε πάντα ένα σωρό δώρα! Μια φορά μου είχε φέρει μία βαλίτσα γεμάτη καραμέλες! Ήταν απίθανο! Αισθανόταν αμήχανα για τις ταινίες που έκανε με τη Βουγιουκλάκη, την Καρέζη, τον Αλεξανδράκη και τόσους άλλους;  Α, πάντα μου έλεγε «εγώ ήμουνα το χαρούμενο δουλικό!». Όχι, το διασκέδαζε! 

Εσύ είχες φίλους;  

Κάποιους, ναι. Όταν μεγάλωσα λίγο, βαφόμασαταν κρυφά και πηγαίναμε στο «Κύτταρο». Γινόμασταν «φρικιά» (γελάει). Αλλά χορεύαμε πολύ!   

Το καταλάβαινες όταν η Κατερίνα δεν μπορούσε να ελέγξει τον εαυτό της; Στο έδειχνε;  

Το έβλεπα. Και έχω ενοχές! Γιατί πίστευα πως δεν θα συμβεί κάτι κακό στη μαμά μου. Η ίδια όμως ζούσε με τον κίνδυνο. Κι όταν την έβλεπα να πέφτει κάτω και να γίνεται χάλια, προσπαθούσα να κάνω κάτι για να τη σηκώσω. Δυστυχώς, δεν τα κατάφερα.   

Εσύ γιατί αισθάνεσαι ευθύνη γι' αυτό; 

 Γιατί μου λείπει! Κάθε μέρα μιλάω για εκείνη, περπατάω και σκέφτομαι εκείνη, ζωγραφίζω και σκέφτομαι εκείνη, τρώω και σκέφτομαι εκείνη, αναπνέω και σκέφτομαι εκείνη. Θα ήθελα πολύ να ζούσε και να την έφερνα να ζήσει μαζί μου στο χωριό που ζω, εδώ που βλέπω θάλασσα, που είμαι στην εξοχή. Θα ήτανε πολύ ωραία! Νομίζω πως θα χαιρόταν αν με έβλεπε να δουλεύω, να της μαγειρεύω κι εκείνη να έγραφε… Αλλά, δεν την πρόλαβα… Όλοι μάς πρόδωσαν στο τέλος! Όταν «έπεσε» η Κατερίνα εξαφανίστηκαν όλοι. Δεν υπήρχε κάποιος για να τη βοηθήσει;  Η ίδια η Κατερίνα δεν ήταν έτοιμη να βγει έξω από τα κωλοξίδια. Δεν σκεφτόταν τον κίνδυνο. Δεν την ένοιαζε τίποτα. Δυστυχώς, όταν συνέβαιναν όλα αυτά γύρω μου, ήμουνα πολύ μικρή και δεν μπόρεσα να κάνω κάτι για να τη σώσω. Θα ήθελα να ήξερε ότι τώρα είμαι καλά. Είναι τώρα 11 χρόνια που είμαι καλά.

 Η εικόνα της μαμάς σου δεν σε απέτρεψε από το να καταλήξεις να κάνεις παρόμοια πράγματα κι έτσι να βάζεις και τη δική σου ζωή σε κίνδυνο; 

 Όχι. Δεν λειτουργούσα έτσι. Σκεφτόμουν: «Δεν θέλεις να ζήσεις, μαμά; Δεν θέλω ούτε εγώ! Είσαι άσχημα, μαμά; Είμαι άσχημα κι εγώ! Θα το παλέψεις εσύ; Θα το παλέψω κι εγώ!». Ήμουν εξαρτημένη από την αγάπη της μαμάς μου! Μέσα στα ποιήματά σου γράφεις για πόνο. Πώς τον ζούσες;  Είχα πόνο για την αγάπη που μου είχε λείψει, για την αρρώστια που πέρασα με τα ναρκωτικά. Αυτό, ναι, ήταν μεγάλος πόνος! Αλλά στο τέλος, σαν θαύμα, ήταν σα να άλλαξα σελίδα και είδα τα πράγματα διαφορετικά. Ξεκίνησα να παλεύω και έλεγα: «Τουλάχιστον αυτό θα το κάνω για τη μαμά μου! Να βλέπει η μαμά μου από ψηλά ότι είμαι καλά. Να είναι ήσυχη». Σα να της μιλούσα. Εδώ, από το κηπάκι μου, εδώ που είμαι με τα γατάκια μου.  

Όλα άλλαξαν όταν η μητέρα μου έγραψε το «Τρία κλικ αριστερά». Τότε ήρθε η επιτυχία και από τη μία μέρα στην άλλη αποκτήσαμε χρήματα. Είχαμε τρελαθεί που μπορούσαμε να πάμε στο μπακάλικο και να πάρουμε ό,τι θέλαμε!


Πόσων χρόνων ήσουνα όταν πέθανε η μαμά σου; 

 Ήμουνα 26. Η Κατερίνα ζούσε τότε με τον σύντροφό της, τον Νίκο, στο σπίτι της γιαγιάς, στον Κεραμεικό. Ήταν ένα σπίτι μισογκρεμισμένο, γιατί δεν είχε χρήματα για να το φτιάξει. Τις τρεις τελευταίες μέρες προτού φύγει απ' τη ζωή δεν την είχα δει. Την είχα δει την Πέμπτη. Αλλά Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή όχι. Όμως θυμάμαι που μου έλεγε: «Τις Κυριακές δεν τις αντέχω! Άλλη Κυριακή δεν θα τη βγάλω πέρα!». Έτσι κι έγινε. Το αποφάσισε να φύγει μια Κυριακή. Νιώθω ενοχές! Γιατί δεν την πρόλαβα εκείνη την Κυριακή! Γιατί εγώ πάντα την προλάβαινα! Ήμουνα πάντα έτοιμη να τη «σηκώσω». Ξάπλωνα δίπλα της, τη χάιδευα μέχρι να κοιμηθεί, της έφτιαχνα κάτι ζεστό… Κι εγώ καθόμουν σε μια καρέκλα περιμένοντας να της περάσει η επίδραση του «ξιδιού».

 Την επόμενη μέρα, εκείνη τη Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου του 1993, έμαθες για το θάνατό της;  

Ναι. Ξύπνησα και βρήκα ένα σημείωμα κάτω από την πόρτα: «Να πάρεις επειγόντως τον νονό σου!». Ο νονός μου ήτανε αδελφός της γιαγιάς. Ξαφνιάστηκα. Σκέφτηκα: «25 χρόνια και δεν με έψαξε ποτέ! Τι συνέβη;». Τον πήρα τηλέφωνο. Και μου είπε: «Κοίταξε να δεις, κορίτσι μου. Η μητέρα σου ήτανε πολύ άρρωστη. Και επιτέλους τώρα ξεκουράζεται. Η μητέρα σου πέθανε». Έτσι ξερά μου τα είπε. Παράτησα το τηλέφωνο και άρχισα να τρέχω στην Πατησίων. Και φώναζα: «Η Κατερίνα μου πέθανε! Η Κατερίνα μου πέθανε! Η Κατερίνα μου πέθανε!»… Την ίδια μέρα είχαν έρθει να με δουν όλοι: Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο Καστανιώτης, ο Λιβάνης κι άλλοι φίλοι της που δεν ήταν γνωστοί στον κόσμο. Την αγαπούσαν όλοι… Η κηδεία της ήταν σαν μια συναυλία. Τραγουδούσαμε. Για να την κάνουμε χαρούμενη! Εγώ όμως, Γιάννη, δεν μπόρεσα να την κοιτάξω! Κοιτούσα στον ουρανό. Ήθελα να τη θυμάμαι ζωντανή. Μου έμεινε η εικόνα της ζωντανή!

   Τι σε τρόμαζε;  

Το ότι θα έμενα μόνη μου! Εγώ και οι ενοχές μου. Αφού ήξερα για τις Κυριακές, αφού ήξερα…Το ξεπέρασα. Πέρασα μετά μία περίοδο πολύ μεγάλης δυστυχίας. Ήμουνα σχεδόν πεθαμένη. Κυριολεκτικά. Αλλά τώρα τα πράγματα είναι όπως έπρεπε να είναι. Ήταν σα να είχα ένα κόκκινο φωτάκι που βαρούσε μπιπ μπιπ μπιπ, μια καρδιά που μου έλεγε «προχώρα!». Για την Κατερίνα έζησα… Για να με βλέπει από ψηλά να ζωγραφίζω, να γράφω… Η μαμά μου έζησε μια ζωή γεμάτη. Αλλά δεν πρόσεχε! 

Είχαν αντιστραφεί κάποια στιγμή οι ρόλοι σας; 

 Ναι. Έτσι ακριβώς. Από κάποια ηλικία κι έπειτα είχα γίνει εγώ η μητέρα της Κατερίνας. Την κυνηγούσα όπου πήγαινε για να την προλάβω, να μην κάνει του κεφαλιού της. Με κάποιο τρόπο παρέτεινα κάπως τη ζωή της. Όσο ζούσε καταλάβαινες τη σημαντικότητά της; 

Πόση επίδραση είχαν τα ποιήματά της σε πάρα πολύ κόσμο;

 Φυσικά! Αλλά εγώ ήμουν η μεγαλύτερη θαυμάστριά της. Εκείνη έγραφε «στο μυαλό είναι ο στόχος». Σήμερα ο στόχος πού είναι;  Στην καρδιά! Εκεί είναι ο στόχος!   Το σπίτι μας ήταν πάντα γεμάτο από κόσμο, δεν ησυχάζαμε ποτέ: από θαυμαστές της που έρχονταν για να τη δουν από όλα τα μέρη της Ελλάδας, από φίλους της με μαλλιά μακριά και γένια που τους έβλεπα και τρόμαζα, από ανθρώπους απ' τις οργανώσεις. Ζήλευα που διεκδικούσαν την προσοχή της μαμάς μου τόσοι πολλοί άνθρωποι!

 Είχατε την ίδια ευαισθησία;  

Μου φαίνεται πως είχα μεγαλύτερη ευαισθησία από εκείνη. Ήταν όμως πολύ τρυφερή. Αλλά όταν «έπινε», άλλαζε πρόσωπο. Άλλαζε όψη. Δεν ήταν αυτή που ήξερα. Την έχανα. Άλλαζε πρόσωπα επίσης στο θέατρο, στο σινεμά, στις οργανώσεις, στο σπίτι - γινόταν η γυναίκα με τα χίλια πρόσωπα.     

Σου διάβαζε πάντα τα ποιήματά της;  

Πάντα. Σε μένα και στον Γιώργο τον Κορδέλλα. Για κάθε ποίημα που έγραφε, με φώναζε και με ρωτούσε: «Σ' αρέσει;». Κι εγώ της απαντούσα «ναι» ή «όχι».




Αν απαντούσες αρνητικά, τι έκανε;  

Το άλλαζε. Και μου το ξαναδιάβαζε. Έδειχνε να μου έχει μεγάλη εμπιστοσύνη. Μάλλον γιατί έβλεπε σε μένα μια αξιοπρέπεια - στη φτώχεια, στην ανέχεια, στη μιζέρια. Τα ποιήματα της μαμάς μου τα θυμάμαι όλα απέξω!
  
   Είχες φοβηθεί ποτέ μήπως χάσεις κι εσύ τη ζωή σου, όπως συνέβη με τη μαμά σου; 

 Όχι. Δεν με ενδιέφερε κάτι τέτοιο. Με αφορούσε η ζωή! Γι' αυτό αφέθηκα και ερωτεύτηκα και πήρα από τον άντρα μου αγάπη. Ήταν σα να έγινε μία μεταβίβαση και εγώ ξαναγεννήθηκα με τον προστάτη μου, με κάποιον που πήρε τη ζωή μου στα χέρια του και μου την επέστρεψε.

 Υπήρξαν φορές που είπες στην Κατερίνα «δεν θα ήθελα να ήσουνα εσύ η μητέρα μου»; 

 Ναι. Της το είπα. Το μετάνιωνες μετά;  Όχι. Γιατί όταν της το έλεγα ήταν η αλήθεια. Γιατί υπέφερα! Κι ήθελα να το ξέρει ότι υπέφερα!

 Θα την πλήγωνες…  

Το ξέρω. Αλλά κι εκείνη με πλήγωνε. Που δεν μπορούσα, για παράδειγμα, να φωνάξω ένα φίλο μου στο σπίτι, αφού εκεί μέσα γινόταν της πουτάνας. Γιατί το σπίτι μας ήταν πάντα γεμάτο από κόσμο, δεν ησυχάζαμε ποτέ: από θαυμαστές της που έρχονταν για να τη δουν από όλα τα μέρη της Ελλάδας, από φίλους της με μαλλιά μακριά και γένια που τους έβλεπα και τρόμαζα, από ανθρώπους απ' τις οργανώσεις. Ζήλευα που διεκδικούσαν την προσοχή της μαμάς μου τόσοι πολλοί άνθρωποι! Ήθελα να την τραβήξω από το χέρι, να την πάω στο δωμάτιό μου και να μην ασχολείται με όλους αυτούς. Γι' αυτούς όλους ήμουνα «η κόρη της Κατερίνας Γώγου», δεν ήμουνα η Μυρτώ.

 Από πότε έχεις να έρθεις στην Ελλάδα; 

 Περίπου τέσσερα χρόνια. 

Δεν πήγες στην κηδεία του μπαμπά σου; 

 Όχι. Δεν μου το είχαν πει. Δεν ήξεραν πώς να το χειριστούν. Άλλωστε, ο πατέρας μου δεν ήθελε επ' ουδενί να έρχομαι στην Ελλάδα, γιατί συγκινούμαι πολύ και πίστευε πως αυτό δεν μου έκανε καλό. Γιατί πήγαινα όπου πηγαίναμε με την Κατερίνα, έβλεπα φίλους που είχε η Κατερίνα, περπατούσα στους δρόμους που περπατούσαμε με την Κατερίνα… Η καρδιά μου γινόταν κομματάκια.

 Σήμερα πώς σκέφτηκες τη μαμά σου; 

 Α, σήμερα ήταν σαν μια βασίλισσα Αιγυπτία! Με τα στολίδια της, με τα χρυσά της… 


  ------------------------------------------------------------------------------------------------


Νεκρή βρέθηκε η Μυρτώ Τάσιου, κόρη της Κατερίνας Γώγου Η Μυρτώ Τάσιου είχε έρθει ταξίδι στην Αθήνα


Η κόρη της ηθοποιού και ποιήτριας Κατερίνας Γώγου και του σκηνοθέτη Παύλου Τάσιου, Μυρτώ Τάσιου, βρέθηκε νεκρή σήμερα.   Η Μυρτώ Τάσιου είχε έρθει για ταξίδι στην Αθήνα, ύστερα από πολλά χρόνια διαμονής στο Ουτζέντο της Ιταλίας.   Τα αίτια του θανάτου της, που αναγγέλθηκε από ανάρτηση των εκδόσεων Καστανιώτη στο facebook, δεν έχουν γίνει γνωστά.  

 Γράφουν οι Εκδόσεις Καστανιώτη για τη Μυρτώ Τάσιου   Η Μυρτώ για την Μυρτώ, όπως συστηνόταν στο βιογραφικό της που συνόδευε την πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Η Αλίκη δε μένει πια εδώ»: «Γεννήθηκα στις 10 Οκτωβρίου 1967. Μητέρα μου είναι η Κατερίνα Γώγου, ηθοποιός και ποιήτρια. Πατέρας μου είναι ο Παύλος Τάσιος, σκηνοθέτης. Και οι δύο πέθαναν νέοι. »Όταν ήμουν μικρή, πήγα στη Σχολή Μοντεσόρι και μετά έβγαλα μια καλών τεχνών, γιατί είχα πάθος για τη ζωγραφική. Μετά ειδικεύτηκα στη βυζαντινή τέχνη. Άρχισα να δουλεύω με τον Μιχάλη Αγγελιδάκη. »Στο μεταξύ έκανε μπαμ η επιτυχία της Κατερίνας. Δυστυχώς έφερε αντίθετα αποτελέσματα. Άρχισε να πίνει και να αυτοκαταστρέφεται με όλους τους τρόπους. Ένιωθα ενοχές που δεν μπορούσα να τη βοηθήσω και μπλέχτηκα κι εγώ μέσα. »Ο πατέρας μου με παρακολουθούσε διακριτικά. Μου έκανε την πρόταση να πάω στην κοινότητα Saman στο Παλέρμο κι εγώ δέχτηκα. »Ένα χρόνο μετά το θάνατο της Κατερίνας άρχισα να παίρνω τα πάνω μου. Ξανάρχισα να ζωγραφίζω και να γράφω. Έβλεπα το μέλλον μου με διαφορετικό τρόπο. Όλες οι αναμνήσεις έγιναν πεταλούδες, πέρασαν. Είκοσι χρόνια πέταξαν. Το μόνο που ζητάω είναι να ζήσω ελεύθερη χρωματιστά».


Το βιογραφικό της όπως το είχε γράψει εκείνη: Γεννήθηκα στις 10 Οκτωβρίου 1967. Μητέρα µου είναι η Κατερίνα Γώγου, ηθοποιός και ποιήτρια. Πατέρας µου είναι ο Παύλος Τάσιος, σκηνοθέτης. Και οι δύο πέθαναν νέοι. Όταν ήµουν µικρή, πήγα στη Σχολή Μοντεσόρι και µετά έβγαλα µια καλών τεχνών, γιατί είχα πάθος για τη ζωγραφική. Μετά ειδικεύτηκα στη βυζαντινή τέχνη. Άρχισα να δουλεύω µε τον Μιχάλη Αγγελιδάκη. Στο µεταξύ έκανε µπαµ η επιτυχία της Κατερίνας. Δυστυχώς έφερε αντίθετα αποτελέσµατα. Άρχισε να πίνει και να αυτοκαταστρέφεται µε όλους τους τρόπους. Ένιωθα ενοχές που δεν µπορούσα να τη βοηθήσω και µπλέχτηκα κι εγώ µέσα. Ο πατέρας µου µε παρακολουθούσε διακριτικά. Μου έκανε την πρόταση να πάω στην κοινότητα Saman στο Παλέρµο κι εγώ δέχτηκα. Ένα χρόνο µετά το θάνατο της Κατερίνας άρχισα να παίρνω τα πάνω µου. Ξανάρχισα να ζωγραφίζω και να γράφω. Έβλεπα το µέλλον µου µε διαφορετικό τρόπο. Όλες οι αναµνήσεις έγιναν πεταλούδες, πέρασαν. Είκοσι χρόνια πέταξαν. Το µόνο που ζητάω είναι να ζήσω ελεύθερη χρωµατιστά.

-------------------------------------------------------------------------------------------------------


 Η ΑΛΙΚΗ ΔΕ ΜΕΝΕΙ ΠΙΑ ΕΔΩ

Παρουσίαση

Αυτό το βιβλίο είναι ένα πέρασμα απ' το παρελθόν στο μέλλον μία συνέχεια από το θάνατο στη ζωή απ' το ψέμα στην αλήθεια. Η Αλίκη είναι η ψυχή μου που θέλει να ξεφύγει απ' την κόλαση φυλακισμένη 20 χρόνια τώρα. Καταλαβαίνει πως μόνη της θα γλείφει τις πληγές της. Μόνη της θα περπατάει πάνω στ' αγκάθια. 

Η αγάπη πονάει. Πονάει όπως η αλήθεια. Και ό,τι γράφω σ' αυτές τις ρίγες είναι αλήθεια. Η φαντασία μου παρέμεινε ίδια. Τώρα είμαι ελεύθερη, μεθυσμένη από ήλιο.

Ζω, ξαναζώ. Νιώθω τις λέξεις που η μία δίπλα στην άλλη κάνουν προτάσεις ολόκληρες από ωραίες ή άσχημες εικόνες. Παίζω με τη φωτιά. Διηγούμαι παιδιά ευαίσθητα που δεν άντεξαν Drugs-Alcool, σίγουρα ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή. Εγώ τα κατάφερα να την κοπανήσω. Να με, "Η Αλίκη δε μένει πια εδώ". Σε ένα ταξίδι στη χώρα των θαυμάτων. Περπατάω ψηλά με το κεφάλι ψηλά. Νίκησα. Τώρα η ψυχή μου ησύχασε. Αυτό το βιβλίο το χαρίζω σε όποιον αγωνίζεται ακόμα γιατί: "LA VITA E BELLA". 

(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Περιεχόμενα

Η Αλίκη δε μένει πια εδώ
Στη χώρα των θαυμάτων
Τα χρώματα μιλάνε
Ο Θεός το ξέρει πόσο...
Γαλάζιο βαθύ
Δοκιμή για τραγούδι, Κατερίνα & Μυρτώ
Blade Runners
Μεσκαλίνα
Buongiorno, Principessa
Κομμάτια
από το βιογραφικό μου
Από τότε...
Βρήκα ξανά τη φυλή μου
Δεν τρομάζω
Buonanotte
Χρυσόσκονη
"Άσπρη μέρα"
Εσύ μείνε μαζί μου
Ρωσική ρουλέτα
Μη χάνεσαι
Sole mio
Μη φοβάσαι...
Είναι μέρες...
Ελεύθερη
Γεννήθηκα μεγάλη
Ομίχλη
Στην κηδεία...
Έζησα-επέζησα
Πανέμορφη
Κοιτάζοντας τον καθρέφτη
Περίμενε
Είμαι έτοιμη


Η ποιητική Μυρτώ
«Η Μυρτώ δε μένει πια εδώ», ποίηση. Εκδόθηκε όπως τα ποιήματα της Κατερίνας, στον «Καστανιώτη». Με ασπρόμαυρο εξώφυλλο και με γράμματα κόκκινα που της αρέσουν πολύ.
«Αυτό το βιβλίο είναι ένα πέρασμα
απ’ το παρελθόν στο μέλλον
μια συνέχεια από το θάνατο στη ζωή
απ’ το ψέμα στην αλήθεια»,
γράφει ιδιοχείρως σ’ ένα οπισθόφυλλο που την αυτοπροσωπογραφεί:
«Η Αλίκη είναι η ψυχή μου που θέλει να ξεφεύγει
απ’ την κόλαση φυλακισμένη 20 χρόνια τώρα.
Καταλαβαίνει πως μόνη της όλο γλείφει τις
πληγές».
«Κι ό,τι γράφω σ’ αυτές τις ρίγες
είναι αλήθεια. Η φαντασία μου παρέμεινε ίδια».

m2

Στις σελίδες της, 31 ποιήματα- εικόνες:

 «Μη φοβάσαι», 

«Μη χάνεσαι», 

«Ρώσικη ρουλέτα», 

«Άσπρη μέρα»,

 «Ομίχλη», 

«Στην κηδεία» και

 «Γεννήθηκα μεγάλη»… 

«Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων». 

Η Μυρτώ και τα περάσματα.

 Η Μυρτώ και όλες της οι σκιές:


«Τώρα είμαι ελεύθερη, μεθυσμένη από ήλιο.
Ζω, ξαναζώ. Νιώθω τις λέξεις που η μια δίπλα
στην άλλη κάνουν προτάσεις ολόκληρες από
ωραίες ή άσχημες εικόνες. Παίζω με τη φωτιά
Διηγούμαι παιδιά ευαίσθητα που δεν άντεξαν
Droga- Alcool, σίγουρα ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή.
Εγώ τα κατάφερα να την κοπανήσω.
Να με. “Η Αλίκη δε μένει πια εδώ”.
Σ’ ένα ταξίδι στη χώρα των θαυμάτων.
Περπατώ με το κεφάλι ψηλά Νίκησα.
Τώρα η ψυχή μου ησύχασε.
Αυτό το βιβλίο το χαρίζω σε όποιον αγωνίζεται
ακόμα γιατί: “LA VITAE BELLA”».
Ναι, η Μυρτώ είναι Εδώ.

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------


ΠΗΓΕΣ






tvxs.gr/news/σαν.../κατερίνα-γώγου-η-οργισμένη-ποιήτρια-των-εξαρχείω... 









fractalart.gr/myrto-tasiou 








Δημοσίευση σχολίου