Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2015

Στέλιος Καζαντζίδης


( Εισαγωγικό σημείωμα )


 Το συγκεκριμένο «πορτρέτο » στον ΑΣΤΡΟΛΑΒΟ για τον Στέλιο Καζαντζίδη,  θα ήθελα να το αφιερώσω από καρδιάς στον πεθερό μου τον Γιώργο.

Είναι ένας από εκείνους τους γενναίους, αγέρωχους και περήφανους Έλληνες, χρόνια μετανάστης στη Γερμανία.

Έπιασε τη πέτρα και το χώμα και τα έκανε προκοπή και δημιουργία.

Γιώργο, σ΄ ευχαριστώ για όλα !

Για πάρτη σου !


Τρύφωνας Παπαλεωνίδας

                           -------------------------------------------------------------














ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ   ΣΤΕΛΙΟΣ




ΤΟ ΤΕΛΟΣ  ΤΗΣ ΖΩΗΣ - Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ


10271_1.jpg (2856 bytes)





Υπάρχω και θα υπάρχω...

Το φινάλε του Στέλιου Καζαντζίδη στα 70
Έπειτα από 161 οδυνηρά μερόνυχτα πάλης με τον καρκίνο, ο Στέλιος Καζαντζίδης υπέκυψε χθες(14-9-01)  στις 10.53 το πρωί, στο 918 δωμάτιο του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών. Στο προσκέφαλό του εκείνη τη στιγμή ήταν οι γιατροί Δούκας και Χρήστου, η σύζυγός του Βάσω, ο αδελφός του Στάθης (που έπαθε σοκ), η νύφη του Γιάννα, η φίλη του Βούλα Καταμπά, η αδελφή της Βάσως, Γεωργία, ο παλιός του φίλος Σάββας Σαββίδης, ο Κώστας Καταμπάς και ο Θοδωρής, που έμενε μερόνυχτα άγρυπνος έξω από την πόρτα του δωματίου. Ο Καζαντζίδης μπήκε στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών στις 6 Απριλίου όταν είχε διαπιστωθεί ότι ήδη ο καρκίνος τον είχε καταβάλει. Λίγες μέρες αργότερα μεταφέρθηκε στο Όφενμπαχ της Γερμανίας για ραδιοθεραπεία και περί τα μέσα Μαΐου, όταν επέστρεψε, έμεινε στο σπίτι του. Στο Ιατρικό Κέντρο μεταφέρθηκε στις 4 Ιουνίου. Τον περίμεναν άσχημες μέρες και νύχτες.

Η σορός του Καζαντζίδη βρίσκεται για προσκύνημα από χθες στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Ελευσίνας όπου σήμερα στις 5 μ.μ. θα ψαλεί η νεκρώσιμη ακολουθία. Η ταφή θα γίνει στο Νεκροταφείο της Ελευσίνας, πλάι στον τάφο της μητέρας του Γεθσημανής, όπως το επιθυμούσε ο ίδιος.

Από παιδί στο τραγούδι




Η παρουσία του Στέλιου Καζαντζίδη, από τα 18 του χρόνια, στον χώρο του γνήσιου λαϊκού τραγουδιού, συνδέεται άμεσα με τα γεγονότα και προβλήματα ενός λαού που αγωνιζόταν να στηριχθεί στα πόδια του ύστερα από τον σκληρό αγώνα κατά της χιτλεροφασιστικής κατοχής και την μπόρα του εμφυλίου πολέμου. Παιδί που έζησε όλες αυτές τις εμπειρίες ο Στέλιος, ζυμωμένος με το λαϊκό στοιχείο, με όπλο την ουράνια φωνή του, βγήκε με την κιθάρα του να τραγουδήσει τα βάσανα και τους καημούς της φτωχογειτονιάς, που ήταν και δικά του βάσανα.

Ορφάνεψε πολύ μικρός από πατέρα. Οι δυσκολίες της ζωής τον έφεραν αντιμέτωπο με τη σκληρή καθημερινή πραγματικότητα. Κουβαλούσε βαλίτσες από την Ομόνοια σε σταθμούς λεωφορείων και τρένων. Πουλούσε νερό με τον μαστραπά και το κύπελλο, στην κεντρική αγορά της Αθήνας. Τις νύχτες κοιμόταν στα παγκάκια της Ομόνοιας για να μην ξοδέψει το χαρτζιλίκι που μάζευε και να το πάει τα Σαββατοκύριακα στη μάνα του στη Νέα Ιωνία, για να αγοράσουν γάλα για τον μικρότερο αδελφό του.

Αργότερα, ο Στέλιος έκανε ακόμη πιο σκληρές δουλειές. Κουβάλησε τόνους ολόκληρους ασβέστη και τσιμέντο με το πηλοφόρι στις οικοδομές της Ιωνίας και της Φιλαδέλφειας. Ο Γολγοθάς που σφράγισε τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του Καζαντζίδη τελείωσε στο υφαντουργείο «Έσπερος» στον Περισσό, όπου άλλαξε πορεία και μπήκε στο λαϊκό τραγούδι. Στην αρχή στο λαϊκό πάλκο και λίγο μετά στο στούντιο. Αλλά και στην καινούργια του δουλειά τα πράγματα δεν ήταν τόσο εύκολα. Πέρασε δύσκολες στιγμές. Ένας διαρκής, υποχθόνιος αλλά και φανερός πόλεμος από «φίλους» και αντίπαλους ανταγωνιστές.

Αδιάκοπη λατρεία

Ασπίδα του σ' αυτόν τον πολύχρονο πόλεμο, η παθολογική και αδιάκοπη λατρεία του κόσμου στο πρόσωπό του, μα κυρίως στο έργο του, με τα χίλια και πλέον λαϊκά τραγούδια του, τα οποία στην πλειοψηφία τους αποτελούν όπλο κατά της κοινωνικής αδικίας. Λόγια απλά, λιτά, κατανοητά, που μπορεί να μην τα έγραψαν ποιητές, αλλά απλοί άνθρωποι, οι οποίοι βίωσαν δύσκολες εποχές και σκληρά γεγονότα. Είναι οι λαϊκοί στιχουργοί που μίλησαν με τη φωνή του Καζαντζίδη και τις μελωδίες των λαϊκών συνθετών, στις ευαίσθητες ψυχές των απλών Ελλήνων. Αυτά τα τραγούδια που είπε ο Καζαντζίδης μπορεί να μην έχουν μεγάλους οραματισμούς. Κρύβουν όμως μια δυναμική με άμεσους προβληματισμούς.

Οι πέντε τελευταίες δεκαετίες που πέρασαν είναι στενά δεμένες με τη φωνή και τα τραγούδια του Καζαντζίδη. Αυτού του μοναδικού καλλιτέχνη, ο οποίος συνειδητά υπηρέτησε το κοινωνικό λαϊκό τραγούδι. Μέσα από αυτές τις δεκαετίες περνούν σαν κινηματογραφικό φιλμ, σαν θρίλερ ακόμη, στιγμές που σημάδεψαν την πολυτάραχη ζωή και πορεία του Στέλιου Καζαντζίδη αλλά και τη δική μας ζωή, με αλληλουχία γεγονότων.

Η μεγάλη αρχή από το 1950. Η νεανική φωνή του Στέλιου «σπάει» τα τζάμια των λουτρών του «Έσπερου» και απλώνεται στη Νέα Ιωνία. Ο Μάνθος (ο Βενέτης), υπάλληλος της αεροπορίας, τον «απήγαγε» από το φτωχόσπιτο της οδού Αλαείας και τον εγκατέστησε ως βασικό τραγουδιστή στην ταβέρνα του Βουτσά στην Καλογρέζα. Πρώτη επαγγελματική εμφάνιση για τον Στέλιο, στου Μπόκαρη στην Κηφισιά, το 1950.

Πρώτος δίσκος τον Ιούνιο του 1952 με το τραγούδι του Καλδάρα «Για μπάνιο πας» και πρώτη απογοήτευση. Ο δίσκος δεν πούλησε. Δεύτερο τραγούδι «Οι βαλίτσες» του Γιάννη Παπαϊωάννου, έγινε μεγάλη επιτυχία. Από εκεί και πέρα σερί επιτυχιών και συνεχής άνοδος με εμφανίσεις σε γνωστά πλέον λαϊκά κέντρα «Θείος», «Μπερτζελέτος», «Ροσινιόλ». Γνωριμία, αρραβώνας και συνεργασία με την Καίτη Γκρέυ, ως το καλοκαίρι του 1957. Σουξέ της εποχής το «Απόψε φίλα με» του Χιώτη.

Το είπε με την Γκρέυ. Μετά χώρισαν. Η επόμενη 8ετία (1957-1965) είναι ίσως η πιο γόνιμη και δημιουργική περίοδος για τον Στέλιο Καζαντζίδη. Γνώρισε την Μαρινέλλα στη Θεσσαλονίκη. Έσμιξαν στο τραγούδι και στη ζωή. Ταίριαξαν οι φωνές και οι καρδιές τους. Συνεργάστηκαν και έκαναν επιτυχίες με τους κορυφαίους συνθέτες του λαϊκού και του έντεχνου τραγουδιού.

Αποτέλεσμα εικόνας για στελιος καζαντζιδης


Η οκταετία 1957-1965 έφερε τον Στέλιο Καζαντζίδη στο απόγειο της δόξας και του μεγαλείου του. Στα λαϊκά κέντρα όπου εμφανιζόταν και τραγουδούσε για ολόκληρες σεζόν, όλα σχεδόν τα τραπέζια ήταν ρεζερβέ, ενώ ουρές από εκατοντάδες άτομα σχηματίζονταν τις νύχτες στις εισόδους των μαγαζιών. Στο θερινό κέντρο του «Κουλουριώτη», στην παραλία Μοσχάτου, οι θαυμαστές του Στέλιου σκαρφάλωναν στους τοίχους ώρες ολόκληρες και έβλεπαν όλο το πρόγραμμα την ώρα που τραγουδούσαν ο Καζαντζίδης, η Μαρινέλλα και οι συνεργάτες τους.

Μέσα από αφηγήσεις φίλων του (επωνύμων ή όχι) και από μαρτυρίες παλιών λαϊκών δημιουργών (που δεν ζουν πια, όπως π.χ. ο Γιάννης Παπαϊωάννου) κάποιοι «νονοί της νύχτας», στις αρχές της δεκαετίας του 1960, απείλησαν ανοιχτά και σοβαρά τη ζωή του Καζαντζίδη, ο οποίος, λόγω χαρακτήρα, είχε πλέον αντιληφθεί και έλεγε ότι η νύχτα δεν του πάει καθόλου και σε πολύ νέα ηλικία έπρεπε να εγκαταλείψει αυτά τα κέντρα, πράγμα που έκανε το 1965. Και αυτή την απόφασή του ο Στέλιος τη χαρακτήρισε στάση ζωής.

Ο Στέλιος Καζαντζίδης και η Μαρινέλλα παντρεύονται τον Μάιο του 1964 και χωρίζουν το 1966. Στα τέλη του 1965 ο Καζαντζίδης εγκαταλείπει για πάντα τις δημόσιες εμφανίσεις στις 30 Δεκεμβρίου του 1965, όταν εμφανιζόταν στο κέντρο «Φαληρικόν», Ηπείρου και Αχαρνών. Ο Στέλιος επέμεινε σ' αυτήν την απόφασή του, παρά τις δελεαστικές προτάσεις που του γίνονταν συνεχώς επί 32 χρόνια. Δέκα χρόνια μετά την οριστική αποχώρησή του από τα κέντρα και τη νύχτα, νέες συμπληγάδες ορθώνονται από κυκλώματα για τον Στέλιο Καζαντζίδη, που επικοινωνεί πλέον με το κοινό μόνο με δίσκους. Αλλά και αυτή η επικοινωνία καταργείται. Δεν κυκλοφορεί δίσκους για δώδεκα χρόνια. Και μάλιστα, σε μία περίοδο που ο Καζαντζίδης ήταν στην πιο ώριμη στιγμή της μεγάλης πορείας του στο λαϊκό τραγούδι.

























Το 1987 ο Στέλιος ξανατραγούδησε. Άρχισε να ηχογραφεί δίσκους. Από τότε τραγουδούσε μόνο στο στούντιο. Η φωνή του, όσο περνούσαν τα χρόνια, ήταν πιο καθαρή, πιο δυνατή.

Ο γύρος του κόσμου

Η είδηση του θανάτου του Στέλιου Καζαντζίδη έκανε τον γύρο του κόσμου μέσω των δύο μεγάλων ειδησεογραφικών πρακτορείων, Ρώυτερ και Ασοσιέιτεντ Πρες. Τα δύο πρακτορεία περιέγραψαν κύριες στιγμές της ζωής του Στέλιου Καζαντζίδη και στάθηκαν ιδιαίτερα στον χαρακτήρα των τραγουδιών του.

Συλλυπητήρια τηλεγραφήματα για το θάνατο του Στέλιου Καζαντζίδη έστειλαν ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης, ο υπουργός Πολιτισμού Ευάγγελος Βενιζέλος και τα κόμματα.




ΤΑΙΝΙΕΣ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ

1959: Η κυρία δήμαρχος
1961: Μάνα μου παραστράτησα
1962: Κλάψε φτωχή μου καρδιά. (Φεύγω με πίκρα στα ξένα)
1965: Η προδομένη
1965: Δεν μπορούν να μας χωρίσουν
1965: Η τιμωρία. (Να φύγω - να φύγω)
1965: Οι καταφρονεμένοι
1965: Αφήστε με να ζήσω
1965: Οι αδίστακτοι. (Ποιος δρόμος)
1966: Η αχάριστη
1967: Η ώρα της δικαιοσύνης
1967: Τα ψίχουλα του κόσμου
1967: Ο γεροντοκόρος
1967: Σαπίλα και αριστοκρατία
1968: Άδικη κατάρα
1968: Ο Γίγας της Κυψέλης
1968: Οι άνδρες δεν λυγίζουν ποτέ
1970: Φουκαράδες και λεφτάδες

ΤΑ ΝΕΑ , 15-09-2001  , Σελ.: N74  

Κωδικός άρθρου: A17142N741 


38 ολόκληρα χρόνια κοντά στον Στέλιο




ΠΑΝΟΣ ΓΕΡΑΜΑΝΗΣ





8 Οκτωβρίου 1996 στον Άγιο Κωνσταντίνο: Ο Στέλιος Καζαντζίδης συναντά τη Μαρινέλλα, μετά από 31 χρόνια. Μαζί τους ο δημοσιογράφος των «ΝΕΩΝ» και φίλος του Στέλιου, Πάνος Γεραμάνης


Μια ολόκληρη ζωή πέρασα κοντά στον Στέλιο Καζαντζίδη. Έζησα και κατέγραψα δόξες, μεγαλεία, εντάσεις, πίκρες, βάσανα και κυρίως... τραγούδια. Γιατί είναι εντελώς διαφορετικό ν' ακούς τη φωνή του Καζαντζίδη από τον βακελίτη ή το βινύλιο κι άλλο πράγμα να τον απολαμβάνεις να τραγουδά με κιθάρα στη συντροφιά του, με μπουζούκι μέσα στο αυτοκίνητό του ύστερα από κρασοκατάνυξη ή να τραγουδά χωρίς όργανα, μέσα στη βάρκα του, στο ψάρεμα κάποιο θολό ηλιοβασίλεμα, στον Άγιο Κωνσταντίνο, ανοιχτά του Βόρειου Ευβοϊκού. Να τραγουδά και ο βοριάς να παίρνει αυτή τη θεϊκή φωνή και να την ανεβάζει στον ουρανό: «Απ' τα πέρατα του κόσμου και ως την άκρια της γης, φτάνει ο πόνος ο δικός μου, που δεν ένιωσε κανείς».

Μέρες και νύχτες κοντά στον Στέλιο Καζαντζίδη, από τον Ιούλιο του 1963 μέχρι σήμερα, τις τελευταίες του στιγμές. Κάπου 38 ολόκληρα χρόνια. Μέσα απ' αυτή τη γνωριμία, τη μακρά και αδιάσειστη φιλία και από μια διακριτική (από πλευράς μου) συμπεριφορά βγήκαν 56 (!) συνεντεύξεις και κάποιες δεκάδες κασέτες, μέσα από τις οποίες ζωντανεύουν οι πιο δυνατές έως συγκλονιστικές στιγμές του Καζαντζίδη για την πολυτάραχη ζωή του και για το αυθεντικό λαϊκό τραγούδι, για το οποίο θα λέγαμε ότι γεννήθηκε μαζί του (όταν πρωτοβγήκε στη μουσική σκηνή το 1951), και πέθανε μαζί του σήμερα, πενήντα χρόνια μετά (2001).

Ο απλός λόγος του Στέλιου Καζαντζίδη ήταν αυτό που συγκινούσε στις αφηγήσεις του, που κατά καιρούς κατέγραφα σ' αυτά τα 38 χρόνια κι άλλοτε μετέφερα σε εφημερίδες, περιοδικά και ραδιόφωνα. Και αναμφισβήτητα μέσα απ' αυτά τα απλά λόγια αναδύονται τα γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή και την πορεία του ως τραγουδιστή αλλά και ως μουσικού, δηλαδή έτσι όπως τον άκουσε αλλά και τον ένιωσε, τον έζησε ένας λαός ή καλύτερα «ένας δικός του κόσμος», που μέσα απ' αυτά τα τραγούδια τον λάτρεψε και θα τον λατρεύει αιωνίως. Τα πρώτα χρόνια του Στέλιου Καζαντζίδη στη ζωή και στο τραγούδι ήταν σκληρά και δύσκολα:

Τα τραγούδια της μητέρας

«Η μητέρα μου είχε πολύ όμορφη φωνή. Στις καλές της στιγμές, μ' έπαιρνε στα γόνατά της και μου τραγουδούσε. Μου τραγουδούσε τα νοσταλγικά μακρόσυρτα τραγούδια της πατρίδας της, της Μικρασίας... Και καθώς τ' αγαπούσα όλα της μητέρας μου, αγάπησα και το τραγούδι που ήταν νανούρισμα, ήταν χάδι, ήταν η έκφραση της χαράς ή του πόνου, στους δικούς μου... Μάθαινα τα τραγούδια και τα τραγουδούσα... Η φωνή μου άρεσε στους δικούς μου, όπως άρεσε στους ξένους που μ' άκουγαν. Θυμάμαι ότι ο πατέρας μου, όταν γύριζε από τη δουλειά του, αφού πλενόταν, καθότανε στο μπαλκόνι να ξεκουραστεί, με τον καφέ ή το ούζο δίπλα του.

Έλα Στελάκι, αγόρι μου, μου φώναζε, έλα να μου πεις κανένα τραγούδι ν' ανοίξει η ψυχή μου!
Κι εγώ, όπου κι αν βρισκόμουν έτρεχα κοντά του. Ποτέ δεν αρνήθηκα να τραγουδήσω για τον πατέρα μου. Ήταν οι πιο γλυκές στιγμές της οικογενειακής μας ζωής. Αξέχαστες. Εγώ τραγουδούσα, ο πατέρας μου ρουφούσε το τσιγαράκι του χαμογελαστός κι η μάνα μου από την κουζίνα ετοίμαζε το φαγητό και συνόδευε σιγανά το δικό μου τραγούδι...



Εκείνη καμάρωνε τη φωνή μου κι εγώ θαύμαζα τη δικιά της...

Έτσι πέρασαν μερικά χρόνια ευτυχισμένης οικογενειακής ζωής, κι ήτανε πόλεμος, κι ήτανε Κατοχή...».

Και μετά την Κατοχή και την απελευθέρωση άρχισαν τα πολύ δύσκολα, που συνέπεσαν με το πέρασμα του Καζαντζίδη από την εφηβεία (κάτω από τις χειρότερες συνθήκες διαβίωσης) στο πάλκο του λαϊκού τραγουδιού. Στιγμές άσχημες, γεμάτες αγωνίες, βάσανα, πόνο, δάκρυα. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, οικοδόμου Χαράλαμπου Καζαντζίδη, έκανε ό,τι δουλειά του έδινε κάποιο χαρτζιλίκι, για να το πάει στη μάνα του και να μεγαλώσουν τον μικρότερο αδελφό του, Στάθη. Στο υφαντουργείο «Έσπερος» στον Περισσό όπου δούλευε, στα διαλείμματα τραγουδούσε. Και η φωνή του διαπερνούσε από τότε τις μεγάλες αίθουσες και τους διαδρόμους του εργοστασίου. Ένα απόγευμα τον περίμενε μια έκπληξη, που αποτέλεσε την αφετηρία της καριέρας του. Τον κάλεσε ξαφνικά ο διευθυντής του «Έσπερου».

«Θα σου χαρίσω μια κιθάρα»

Ο Στέλιος Καζαντζίδης δίνει πολύ παραστατικά αυτή τη συνάντηση και τη συνομιλία που είχε μαζί του:

«Σαστισμένος από την καλοσυνάτη υποδοχή, κάθισα και περίμενα ν' ακούσω τι θα έβγαινε από το χαμόγελο του αφεντικού.

Λοιπόν, μου λέει, εσύ ήσουν που τραγουδούσες πριν λίγο, στα ντους;

Εγώ... Μήπως, δεν έπρεπε;

Τ' αφεντικό με κοίταζε πάντα με χαμόγελο.
Πώς το είπαμε τ' όνομά σου; ρώτησε.

Καζαντζίδης Στυλιανός.

Είσαι καιρό εδώ;

Ναι... δυο χρόνια κοντά... Βοηθός μηχανικού.

Κούνησε το κεφάλι του.

Βοηθός μηχανικού, ε; Και δεν σκέφθηκες να κάνεις τίποτε άλλο στη ζωή σου;

Δηλαδή, τι άλλο; δεν καταλαβαίνω...

Χαμογέλασα για να μη φανεί ο εκνευρισμός μου.
Εκείνος ήταν φανερό πως διασκέδαζε με το χαμένο μου ύφος, και συνέχισε:

Να... Να γίνεις τραγουδιστής! Άκουσέ με. Είμαι άνθρωπος που καταλαβαίνω από τραγούδι και θα σου πω κάτι που θέλω να το προσέξεις. Έχεις εξαιρετική φωνή, Στέλιο, και σε συμβουλεύω να σπουδάσης τραγούδι. Σ' άκουσα και για σένα κατέβηκα. Γυρίζω όλα τα κέντρα, ακούω πολλές φωνές, γιατί μ' αρέσει το τραγούδι, και σου λέω ότι φωνή σαν την δικιά σου είναι σπάνια! Λοιπόν, άκουσε τη συμβουλή μου, μην αφήνεις το χάρισμα αυτό να πάει χαμένο. Σπούδασε τραγούδι!
Καζαντζίδη, άκουσέ με. Μια μέρα όλη η Ελλάδα θα μιλά για σένα, για τη φωνή σου. Αύριο θα σου χαρίσω μια κιθάρα!».










  -----------------------------------------------------------------------------------


image_27


Ο ΜΥΘΟΣ


Θρύλος εν ζωή. Ο μοναδικός στο ελληνικό τραγούδι. Με ακροατές να ορκίζονται στο όνομά του, να βαφτίζουν τα παιδιά τους με το όνομά του και να σταυροκοπιούνται μπροστά στη φωτογραφία του! Έχω γνωρίσει αρκετούς. Σαν τον «Υπάρχω» στη Σκύρο, τον καλόγερο που ερχόταν από το Άγιο Ορος στο γραφείο μου για να μάθει νέα του και τους φοιτητές από το Αριστοτέλειο που ξεκίνησαν το 1979-80 τη συλλογή υπογραφών για την αποδέσμευσή του από τη Μίνως!

Όμως, αυτή η ανθεκτική μυθοποίηση ανέβαλε επ’ αόριστον την ανάγκη να εκτιμηθεί περισσότερο σε βάθος και πλάτος η αξία και η προσφορά του, ώστε να μην περιορίζεται η αιτία της δημοτικότητάς του σε ένα είδος ρεπερτορίου και στον όγκο της φωνής του.

Σ’ αυτή την καθυστέρηση συνέβαλε η μεγάλη εχθρότητα που αντιμετώπισε το λαϊκό τραγούδι από κοινωνικές ομάδες με επιρροή και εξουσία, αλλά και η δογματική προσέγγιση του μεταπολεμικού τραγουδιού από μερίδα της ρεμπετόφιλης ιντελιγκέντσιας που εκφραζόταν απαξιωτικά για τον Καζαντζίδη. Λογοκρισία και αποκλεισμός από την άρχουσα τάξη, απόρριψη και περιφρόνηση από την πλευρά της αριστεράς, επί δεκαετίες!

Σε μια εμπεριστατωμένη επίμοχθη έρευνα που πραγματοποιήσαμε το 1986 (περιοδικό «Ντέφι», τ. 11), σε μια εποχή που το λαϊκό τραγούδι ήταν δημοφιλές, το κρατικό ραδιόφωνο ανοιγόταν δειλά στον Καζαντζίδη! Καταγράφοντας και αναλύοντας εκατοντάδες ώρες μεταδόσεων των τεσσάρων ραδιοφωνικών σταθμών της ΕΡΤ1 και της ΕΡΤ2, που είχαν το απόλυτο μονοπώλιο σε εθνική κλίμακα, διαπιστώσαμε ότι ο Καζαντζίδης είχε παιχτεί μόλις 18 φορές μέσα σε μια ολόκληρη εβδομάδα, από τους τέσσερις σταθμούς, ήτοι 4,5 τραγούδια του από τον κάθε σταθμό εβδομαδιαίως!!



 ----------------------------------------------------------------------------------------------



Καζαντζίδης: Η συγκλονιστική ανέκδοτη συνέντευξη 14 χρόνια μετά τον θάνατό του




Καζαντζίδης: Η συγκλονιστική ανέκδοτη συνέντευξη 14 χρόνια μετά τον θάνατό του


Μια συνέντευξη που είχε δώσει ο τραγουδιστης του λαού Στέλιος Καζαντζίδης και ποτέ μέχρι σήμερα δεν είχε δημοσιευτεί. Ο Γιώργος Λιάνης, 14 χρόνια μετά τον θάνατο του μεγάλου τραγουδιστή, θέλησε να δημοσιεύσει την κατάθεση της ψυχής του, που κρατούσε καλά κρυμμένη σε ένα συρτάρι.

Ο γνωστός δημοσιογράφος δημοσίευσε στην εφημερίδα «Real» όλα όσα του είχε διηγηθεί ο αείμνηστος Στέλιος Καζαντζίδης.

Ο τραγουδιστής σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής είχε μιλήσει για ένα από τα πιο τραγικά γεγονότα της ζωής του, όταν έχασε τον πατέρα του.

Όπως αναφέρει στην ανέκδοτη συνέντευξή του:

«Κάποτε, φτάσαµε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί υπήρχε ένα καράβι που είχε ειδικά χορηγηθεί από την κυβέρνηση για να µεταφέρει όλους τους πρόσφυγες που είχαµε έρθει στη Μακεδονία. Το καράβι το έλεγαν “Κορινθία”. Μπήκαµε στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο και φτάσαµε στον Πειραιά και στην Αθήνα. Λίγους µήνες µετά, ο πατέρας µου πέθανε.

Και βέβαια, η αιτία του θανάτου του ήταν το άγριο ξύλο, από                    
πό το οποίο δεν συνήλθε ποτέ. Ένα άγριο και άδικο ξύλο. Αν είχε κάνει κάτι, θα σ' το 'λεγα,Γιωργολιάνη, αλλά δεν είχε κάνει τίποτα. Ανέλαβα σε νεαρή ηλικία µεγάλες ευθύνες. Τη µάνα µου Γεσθηµανή και έµβρυο τον µικρούλη αδελφό µου που αργότερα τον ονοµάσαµε Στάθη.
Έκανα όλες τις δουλειές του κόσµου. Πουλούσα νερό µε στάµνα στην Οµόνοια, πουλούσα τσιγάρα, δούλευα στη λαχαναγορά. Το νερό άφηνε χρηµατάκια τότε. Ήταν δυσεύρετο. ∆εν υπήρχαν και τα ψυγεία. ∆ούλεψα σε εργοστάσια, δούλεψα σε οικοδοµές, αν και στενοχωριόµουν πολύ, γιατί µόλις έπιανα να ξεκινήσω, είχα µπροστά την εικόνα του πατέρα µου. Αυτός µε τα άγια χέρια του έκτισε το σπιτάκι του στη Νέα Ιωνία, πέτρα-πέτρα και δωµάτιο-δωµάτιο και µας το έκανε ένα δίπατο παλάτι. Με πιάνουν κλάµατα όταν τα θυµάµαι όλα αυτά».

Φαντάζοµαι, Στέλιο, ότι η γεµάτη από τόσες αδικίες ζωή σου, όταν ανδρώθηκες, όταν πήγες φαντάρος, θα καλυτέρευσε.

«Γιωργολιάνη, δεν καλυτερεύει η ζωή του γιου ενός αριστερού στον στρατό. Απεναντίας χειροτέρεψε. Θυµάµαι καλά ότι οι ανώτεροί µου µε κοίταζαν µε µίσος. Μέχρι που µε αποκάλεσαν “διαφθορέα του Ελληνικού Στρατού”, “άνθρωπο του εύκολου κέρδους”. Αργότερα, η µοίρα µού έφερε κι άλλο χουνέρι. Ερωτεύτηκα την Γκρέυ, την ερωτεύτηκε ένας ταγµατάρχης όταν ερχόταν να µε δει, και µε ξαπόστειλε στη Μακρόνησο. Χωρίς κανέναν άλλο λόγο. Εκεί είδα ανθρώπους να βασανίζονται αναίτια. Άγρια. Ήταν µάρτυρες του Ιεχωβά. Είναι µια θρησκεία µε την οποία δεν ασχολήθηκα ποτέ. Και για την οποία δεν ξέρω πολλά πράγµατα. Αλλά ξέρω ότι οι πιστοί αυτής της θρησκείας στον στρατό βασανίστηκαν γιατί αρνήθηκαν να πάρουν όπλο. Αυτά τα παιδιά ήταν µορφωµένα και πολλά ήταν πλούσιων οικογενειών. Η λιγότερη φυλακή που έτρωγαν ήταν 10 χρόνια. Όταν είδα λοιπόν ότι υπάρχουν µεγαλύτερες αδικίες από τη δική µου, κατάλαβα ότι στη ζωή δεν µπορείς να έχεις κέντρο τον εαυτό σου. Υπάρχουν και οι άλλοι εκτός από εσένα».



∆εν έκανες τότε όνειρα για τη ζωή σου; ∆εν σκέφτηκες να κάνεις µια οικογένεια; ∆εν θέλησες να δεις τη ζωή σου να λάµπει µέσω ενός δικού σου παιδιού;

«Ασφαλώς κι εγώ θέλησα να κάνω οικογένεια. Κάποτε το είχα σκεφτεί και προσπάθησα. Κι έφτασα και στον γάµο. Αλλά ξέρεις, οι γυναίκες που χειροκροτούνται, δύσκολα κάνουν σπίτι. Αυτές ανήκουν στον κόσµο. ∆εν ανήκουν ούτε σε σένα, ούτε στην οικογένεια».

Τη σπανιότητα της φωνής σου, το χάρισµα το µεγάλο που έχεις, πότε το ανακαλύπτεις και πού το αποδίδεις;

«Στα πάρτι µέσα, τα παιδιά το κατάλαβαν νωρίς και µε έβαζαν να τραγουδάω κάθε βράδυ. Στα εργοστάσια που δούλευα, στα υφαντουργεία, µε έβαζαν και τραγουδούσα. Όλοι τραγουδούσαµε τότε. Μια µέρα, ένας γνωστός του Γιάννη Παπαϊωάννου µε πήρε από το χέρι και µε πήγε στην “Τριάνα” του Χειλά, να µ' ακούσει. Μ' άκουσε λοιπόν ο κυρ-Γιάννης, αυτός ο θαυµάσιος άνθρωπος, και φαίνεται ότι ενέκρινε τη φωνή µου, γιατί µου ζήτησε την άλλη ηµέρα να πάω σπίτι του, να µου διδάξει ένα καινούργιο τραγούδι».

∆εν είχες κάποια κληρονοµικότητα, κάποιον συγγενή που να είχε ταλέντο ανάλογο µε το δικό σου;

«Γιωργολιάνη, µου ξύνεις πληγές. Στην κληρονοµικότητα πιστεύω εγώ. Έχω ασχοληθεί. Εεε, το αρσενικό είναι σε θέση να κληρονοµήσει µέχρι και την ελίτσα που έχει ο πατέρας σε κάποιο σηµείο του προσώπου. Κι εγώ είχα στην οικογένειά µου µια γιαγιά, στα βάθη της Ανατολής, που η µάνα µου έλεγε ότι υπήρξε µία από τις καλύτερες µοιρολογίστρες της Τουρκίας. Την καλούσαν πάντα σε κηδείες υψηλών προσώπων και αµειβόταν ηγεµονικά. Ήταν σπαρακτική η φωνή της. Την άκουσα κι εγώ µερικές φορές. Και νοµίζω πως από εκεί ξεκινάει η ρίζα της δικής µου φωνής».

Μήπως θυµάσαι κανένα περιστατικό πιο παλιό, ας πούµε από τα χωράφια που δούλευες στο Κιλκίς ή εκεί που βοηθούσες τον πατέρα σου στις οικοδοµές; Θυµάσαι τον εαυτό σου να τραγουδάει τότε;

«Βεβαίως, λες για τα χρόνια της Κατοχής. Τραγουδούσα πάντα στη φύση. Αισθανόμουν πιο άνετα, γιατί τραγουδούσα όσο δυνατά ήθελα. Μου λέγανε ότι τραγουδούσα τόσο δυνατά, ώστε από τα σηµεία που βρισκόμουν τα βραδάκια, έφτανε η φωνή µου µέχρι τα σπίτια του χωριού και οι άνθρωποι έβγαιναν στα µπαλκονάκια για να την ακούσουν και µετά, όταν γύριζα εγώ στο σπίτι, µου έδιναν ό,τι καλύτερο είχαν: πετιμέζι, γλυκό σπιτικό, φρούτα, αυτά που φύλαγαν για τα παιδιά τους. Τα θυµάµαι πολύ καλά αυτά».


Πότε έγραψες το πρώτο δικό σου τραγούδι;

«Γιωργολιάνη, ωραία ερώτηση. Το πρώτο τραγούδι που έγραψα είναι το "Η κοινωνία µε κατακρίνει"».

Τι λες; Αυτό είναι τραγουδάρα!

«Χαίροµαι που σ' αρέσει. Αυτό το τραγούδι το έγραψα όλο µόνος µου. Και στίχους και µουσική. Όταν ήµουν 17 χρόνων. Άσχετα αν το είπα σε δίσκο το 1957».

Πώς σου 'ρθε και έγραψες ένα τέτοιο κοινωνικό τραγούδι;

«Γιατί; Λίγα είναι αυτά που σου εξιστόρησα; Λίγα είναι αυτά που είχα τραβήξει; Ολόκληρη η Νέα Ιωνία εκείνα τα χρόνια ήταν φωλιά βασάνων».















Πρόκειται για μια συνέντευξη που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» στις 7 Δεκεμβρίου του 1977. Έκτοτε αναδημοσιεύτηκε κάποιες φορές, σε άλλα  έντυπα (για παράδειγμα το 2001 στην εφημερίδα «Σερραϊκόν Θάρρος»). Στις αναδημοσιεύσεις αυτές, διαπιστώνονται παρεμβάσεις επί του πρωτότυπου, που δεν αλλοιώνουν, όμως, στο ελάχιστο το περιεχόμενο (από την άλλη, συμβαίνει συχνά, συνεντεύξεις ολόκληρες «χτίζονται» πάνω σε αποσπασματικές ηχογραφήσεις ή ημιτελείς σημειώσεις).  Επιλέξαμε να δημοσιεύσουμε το πρωτότυπο, για λόγους ιστορικής ακρίβειας, ακόμα και αν οι αναδημοσιεύσεις είναι πληρέστερες ως προς την απόδοση των νοημάτων. Η συνέντευξη έλαβε χώρα στην ψαροταβέρνα «EL GRECO» στο Kornwestheim, 10 χιλιόμετρα μακριά απ’ τη Στουτγάρδη. Ευχαριστούμε τον κύριο Ιωάννη Δελόγλου που ανταποκρίθηκε, άμεσα, στο κάλεσμά μας, και μας απέστειλε την συνέντευξη και τις αναδημοσιεύσεις που κατά καιρούς γίνανε.

Καζαντζίδης: Θέλω να τραγουδήσω για σας


Αποκλειστική συνέντευξη στον Ιωάννη Π.  Δελόγλου.


Καθισμένο σε μια γωνιά ενός ελληνικού εστιατορίου της Στουτγάρδης, συντροφιά με την σύζυγο του και την οικογένειά του επιχειρηματία κ. Ανδρέα Εσπερίδη «ανακαλύψαμε» το μεγάλο Έλληνα Τραγουδιστή Στέλιο Καζαντζίδη, απλό όπως πάντα, να συζητά για τη ζωή του. Αφού έμαθε τον σκοπό της επισκέψεως μας, μας υποδέχτηκε στη συντροφιά του με το μόνιμο, ιδιότυπο χαμόγελό του. Μας έσφιξε το χέρι σαν να είμασταν φίλοι από αρκετά χρόνια πριν. Ο πολυσύνθετος καλλιτέχνης μας άνοιξε την καρδιά του και μας μίλησε για την πολυετή του θητεία στο ελληνικό λαϊκό τραγούδι. Τα χρήματα και η δόξα δεν είχαν αρκετή επιρροή επάνω του ώστε να αλλοιώσουν, έστω και ελάχιστα, την προσωπικότητά του. Είναι ίσως ο μόνος Έλληνας τραγουδιστής που δημιούργησε μια αξιοζήλευτη καριέρα χωρίς να υποκύψει στους αυστηρούς κανόνες που απαιτεί αυτή η δουλειά. Κι όμως όταν τον δει κανείς για πρώτη φορά νομίζει πως είναι σκληρός και λιγομίλητος. Αντίθετα μιλά ώρες ολόκληρες με τρόπο που σκλαβώνει τον συνομιλητή του και τον κάνει κυριολεκτικά να κρέμεται κάτω από το στόμα του. Η ζωή του και η συμπεριφορά του όπως είναι αναπόφευκτο, δημιουργούν πολλές απορίες και καμιά φορά την αντιπάθεια σε ωρισμένους συναδέλφους του. Γιατί ο Στέλιος Καζαντζίδης εφαρμόζει τους δικούς του κανόνες και δε συμμορφώνεται προς τη συμβατική συμπεριφορά των συναδέλφων του. Ενώ οι άλλοι καλλιτέχναι κάνουν ότι μπορούν για να τραβήξουν την προσοχή του κόσμου, για να μην ξεχαστούν, ο Καζαντζίδης εξαφανίζεται κατά καιρούς και για μεγάλα χρονικά διαστήματα χωρίς να γνωρίζει κανείς που βρίσκεται.





ΑΠΟ ΓΟΝΕΙΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ:

Αυτή τη στιγμή όμως εμείς πληροφορούμε τους πολυπληθείς αναγνώστες μας με λεπτομέρειες για την ζωή και τα μελλοντικά σχέδια του αυτοκράτορα του λαϊκού, που έρχονται για πρώτη φορά στο φως της δημοσιότητας: 

Ακρόπολις: Κύριε Καζαντζίδη που γεννηθήκατε και που περάσατε τα χρόνια της ζωής σας;

Καζαντζίδης: Γεννήθηκα στη Νέα Ιωνία από πρόσφυγες γονείς που ήλθαν από τον Πόντο πριν 46 χρόνια. Τα πρώτα μου χρόνια τα πέρασα στην Αθήνα αλλά κατά τα χρόνια της κατοχής επειδή η ζωή στις πόλεις ήταν δύσκολη πήγα με τους γονείς μου σε συγγενείς μας στα χωριά Μανδράκη Σερρών και Μουριές Κιλκίς,  που είναι και τα δυο πολύ κοντά. 




Α: Στα τραγούδια σας αναφέρεστε πολλές φορές στη μετανάστευση, στην ξενιτειά και στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ξενιτεμένοι Έλληνες. Εσείς πως βλέπετε την ξενιτειά έξω από το τραγούδι;



Κ: Η ξενιτειά είναι πάντα πικρή. Κακά τα ψέματα. Οι Έλληνες που ζουν στο εξωτερικό είναι κυριολεκτικά έξω από το κλίμα τους. Η πατρίδα οπωσδήποτε είναι φτωχιά για αυτό ο κοσμάκης κοιτάει με την ξενιτειά να καλύψει τη φτώχεια του. Όμως στο τέλος ότι κερδίζει πάλι στην πατρίδα κατασταλάζει στέλνοντας όλα του κέρδη. Γιατί η πατρίδα είναι πατρίδα και δεν ξεχνιέται, όσα καλά κι αν αποκτήσει κανείς στο εξωτερικό.  Στην Γερμανία αγωνίζονται όλοι σκληρά, όπως και στην Αμερική, όπου οι Έλληνες είναι αποθεματικοί, αποταμιεύουν χρήματα για να αγοράσουν κάτι στην πατρίδα. Αυτά τα βάσανα, τις δυσκολίες, την αγωνία και τις πίκρες που περνούν οι συμπατριώτες μας , τραγούδησα κατά καιρούς εκφράζοντας έτσι την αγάπη μου στους ξενιτεμένους Έλληνες.


Α: Τον τελευταίο καιρό ταξιδεύατε στην Αμερική. Πως βλέπετε τον εκεί απόδημο Ελληνισμό; Πιο οργανωμένο, πιο δεμένο ή ζουν κι αυτοί με ο άγχος του επαναπατρισμού;

Κ. Μόλις χθες ήλθα από την Αμερική να δω κάτι γνωστούς μου και σε δυο μέρες φεύγω για την Ελλάδα. Η ξενιτειά παντού είναι η ίδια. Η Αμερική, κακά τα ψέματα είναι Αμερική, όπως και να το κάνουμε, υπάρχει περισσότερο χρήμα, πιο άνετη δουλειά. Εκτός αυτού υπάρχουν πολλοί Έλληνες που ζουν στο νέο κόσμο, πολλές γενεές… Υπάρχουν ακόμη Ελληνόπουλα που δεν ξέρουν καλά τη μητρική τους γλώσσα και μερικά από αυτά δεν την ξέρουν καθόλου. Αυτό εδώ στη Γερμανία δεν το συνάντησα. 

ΤΟΥΡΝΕ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ:

Α: Το 1966 κάνατε μια μεγάλη τουρνέ στη Γερμανία από την οποία όλοι οι Έλληνες που σας άκουσαν έμειναν ενθουσιασμένοι και περιμένουν ακόμη μια δεύτερή σας εμφάνιση εδώ. Τι σχέδια έχετε; Θα ξαναέλθετε στο εγγύς μέλλον;

Κ: Όλα είναι πιθανά τίποτα δεν αποκλείεται, όμως προς το παρόν δεν υπάρχουν τέτοια σχέδια γιατί ο τότε επιχειρηματίας που μας έφερε, ο κ. Σιμηριώτης,  βρίσκεται από καιρό στην Ελλάδα και εγκατέλειψε τη δουλειά. 

Α: Μήπως με άλλους επιχειρηματίες θα τολμούσατε μια έξοδο στην Ευρώπη;

Κ: Μ’ αυτή τη δουλειά ασχολείται ο κος Σπαντιδάκης, με τον οποίο παλαιότερα δεν συμφωνήσαμε αλλά αν υπάρχουν ευνοϊκοί όροι θα ήταν ευχάριστη μια τουρνέ στη Γερμανία και σε άλλα Ευρωπαϊκά Κράτη όπου εργάζονται Έλληνες.

Α: Από ότι γνωρίζουμε έχετε πολλά χρόνια απουσίας από το πάλκο. Που οφείλεται αυτή σας η αποχή;

Κ: Το παλκοσένικο το απεχθάνομαι, το σιχαίνομαι γιατί η δουλειά μας έχει χαλάσει. Έφυγε εκείνος ο σεβασμός του καλλιτέχνη προς τον πελάτη. Σήμερα πρέπει να αλλάξει κανείς τα πράγματα τελείως και είναι κάτι που δεν μ’ αρέσει διότι δεν είναι στο κλίμα μου. Γι’ αυτό από τότε που τελείωσε η τουρνέ μου στην Γερμανία επιστρέφοντας στην Ελλάδα δεν ξαναεμφανίστηκα στο κοινό γιατί το σέβομαι και το αγαπώ.



Α: Το κοινό ήταν τότε πιο ευγενικό προς τον καλλιτέχνη;

Κ: Νομίζω ναι. Ο κόσμος τότε ερχόταν γιατί θαύμαζε τον τραγουδιστή και τον θεωρούσε σαν άνθρωπο δικό του, αλλά σήμερα ο κόσμος διασκεδάζει πολύ διαφορετικά και έχει μεγάλες απαιτήσεις από τους καλλιτέχνες. Συγκεκριμένα είδα ένα περιστατικό με τον φίλο μου τον Στράτο Διονυσίου που τον λυπήθηκα και του είπα να εγκαταλείψει το πάλκο το γρηγορότερο. Ήταν ημέρα των εγκαινίων στα Δειλινά της Αθήνας. Ο Διονυσίου αγόρασε μοντέρνα κοστούμια από την Αγγλία για την πρεμιέρα του κέντρου. Φορώντας ένα από αυτά κι ενώ τραγουδούσε, κάποια κυρία ενθουσιασμένη άρπαξε μια πιατέλα γεμάτη φρούτα και του την έφερε στο κεφάλι σε ένδειξη αγάπης. Πρώτα ο κόσμος μας άκουγε με θρησκευτική ευλάβεια και όταν τελειώναμε μας φώναζαν στα τραπέζια τους και συζητούσαμε.





Ο Στέλιος Καζαντζίδης με την αγαπημένη του μητέρα, την κ. Γεσθημανή


ΤΩΡΑ ΠΙΑ ΜΟΝΟ ΔΙΣΚΟΥΣ:

Α: Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια στον καλλιτεχνικό τομέα;

Κ: Στο μέλλον θα βγάζω μόνο δίσκους κι αυτό θα διαρκέσει όσο ζω γιατί είμαι δεμένος με το τραγούδι. Επαγγελματικά σχέδια δεν έχω. Κάποτε δημιούργησα ένα σύγχρονο εργοστάσιο παραγωγής δίσκων αλλά δυστυχώς απέτυχα γιατί το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. Δεν θέλω να ασχοληθώ με κέντρα γιατί αποφεύγω όλες τις δουλειές που έχουν σχέση με τη νύχτα. 

Α: Θα μείνετε πολύ καιρό στην Ελλάδα και γιατί πάτε;

Κ: Στην Ελλάδα έχω ότι πιο πολύτιμο υπάρχει στη ζωή. Τη μητέρα μου. Και αυτή πάω να δω. Εν συνεχεία αν συμφωνήσω με την εταιρία δίσκων, που ανήκω θα κυκλοφορήσω έναν καινούργιο δίσκο. Στην Ελλάδα δεν θα μείνω πολύ καιρό, γιατί έγινα κατά 80% Αμερικάνος υπήκοος αποκτώντας την πράσινη κάρτα και εκεί θα περάσω τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής μου… γιατί μου άρεσε πολύ η ζωή εκεί. Ο Ελληνισμός της Αμερικής δεν έχει φθαρεί. Απεναντίας δε, είναι πολύ εγκάρδιος.

Α: Από τη μακροχρόνια καριέρα σας στο Ελληνικό Τραγούδι ποιες είναι οι καλύτερες αναμνήσεις; 

Κ: Αναμνήσεις καλές δυστυχώς δεν υπάρχουν, μόνο πίκρες έχει αυτή η δουλειά γι αυτό την εγκατέλειψα πρόωρα. Αυτό που έβλεπα τότε ήταν ο σεβασμός που μου είχε ο κόσμος, ο οποίος δεν υπάρχει σήμερα. Λυπάμαι τους σημερινούς καλλιτέχνες οι οποίοι κάνουν μεγάλο αγώνα. Μπορεί η δουλειά να είναι διαφορετική γιατί τότε βγαίναμε στις 10 το βράδυ και τελειώναμε στις 4 το πρωί τραγουδώντας συνέχεια. Όμως ήταν πιο ευχάριστα γιατί ξέραμε ότι το κοινό που μας άκουγε από κάτω, μας άκουγε χωρίς θόρυβο, χωρίς κτύπημα πιρουνιού, ενώ σήμερα στο πρώτο ρεφραίν αρχίζουν οι συζητήσεις και αδιαφορούν για τον καλλιτέχνη που αγωνίζεται εκείνη την ώρα να δώσει την ψυχή του στον κόσμο.  Η αμοιβή για τον καλλιτέχνη είναι ο σεβασμός του κοινού και όχι το χρήμα . Σήμερα όμως πολλοί καλλιτέχνες πάνε για το χρήμα και αυτό χαλάει τη δουλειά.


Α: Από τραγούδια σας ποια ξεχωρίζετε ως καλύτερα;

Κ: Πολλά τραγούδια έχω πει, είναι 5500* περίπου τον αριθμό. Το τραγούδι που μιλάει πολύ στην ψυχή μου και μου αρέσει είναι το «Η ζωή μου όλη» ένα τραγούδι του Άκη Πάνου ενός πολύ μεγάλου συνθέτη, αλλά και αυτός είναι στην αφάνεια γιατί έχει φοβηθεί τους ανθρώπους. Είναι ότι καλύτερο έχουμε στην Ελλάδα. Όλα μου τα τραγούδια τα αγαπώ γιατί  ένας καλλιτέχνης σωστός αν δεν αγαπάει ένα τραγούδι και δεν το κάνει κτήμα του δεν μπορεί να το πει. Εκτός κι αν είναι παπαγάλος και επαναλαμβάνει αυτά που του λένε. Ιδιαίτερη αδυναμία έχω σε αυτό το τραγούδι γιατί βρίσκω τον ίδιο μου τον εαυτό μέσα εκεί. «Η ζωή μου όλη», λοιπόν, είναι το τραγούδι μου.

Α: Από τους τραγουδιστάς ποιους ξεχωρίζετε; 

Κ: Ξεχωρίζω μόνο τον Στράτο Διονυσίου γιατί  έχει την πιο αρρενωπή φωνή που μοιάζει με τη δική μου, που έχει απήχηση στο κοινό. Όλες τις άλλες φωνές που ακούμε δεν τις θεωρώ λαϊκές, γιατί τους λείπει η ζεστασιά που αρέσει στο πλατύ κοινό.

Α: Λέγεται ότι διάδοχος σας στο λαϊκό τραγούδι είναι ο Ξανθάκης. Εσείς τι πιστεύετε για αυτόν; 

Κ: Ομολογώ ότι δεν τον έχω πολυακούσει., Από μερικά του τραγούδια που ξέρω βγάζω το συμπέρασμα ότι είναι ένας πολύ ωραίος τραγουδιστής αλλά δεν έχει δικό του τύπο τραγουδιού και προσπαθεί να μιμηθεί εμένα. Κι αυτό είναι κακό, (να προσπαθείς να μιμηθείς τον Πικασσό;) Ενώ ο Διονυσίου τραγουδάει με δικό του τύπο.


Α: Από τους συνθέτες ποιους ξεχωρίζετε;

Κ: Η κορυφή στο ελληνικό τραγούδι, για, μένα είναι ο Άκης Πάνου γιατί είναι ο πιο σωστός. Μεγάλος συνθέτης είναι επίσης και ο Χρήστος Νικολόπουλος παλαιός μου συνεργάτης που έχω τραγουδήσει πολλά του τραγούδια, όπως το «Υπάρχω» και άλλα προγενέστερα. Μεγάλη προσφορά επίσης έχει στο λαϊκό τραγούδι και ο Απόστολος Καλδάρας.

Α: Τι έχετε να πείτε για τους Έλληνες της Γερμανίας; 

Κ: Ο Καλλιτέχνης (συνήθως) χαιρετάει τον κόσμο με την φωνή του. Θα ήθελα πολύ να μπορούσα να τραγουδήσω αλλά δυστυχώς πέρασαν τόσα πολλά χρόνια που εγκατέλειψα το πάλκο γι αυτό είναι λίγο δύσκολο. Αλλά τίποτα δεν αποκλείεται και υπάρχει  το ενδεχόμενο να ξανατραγουδήσω, στη Γερμανία πάντα, για τους Έλληνες και τότε θα τους πω πολλά με τα τραγούδια μου. 


Στο τέλος ο λεοντόκαρδος καλλιτέχνης αφού δάκρυσε αναπολώντας τα περασμένα μας είπε επίσης ότι θα υποστεί ακόμη και οικονομική ζημία αρκεί να βρεθεί τρόπος να τραγουδήσει για τους ξενιτεμένους Έλληνες για τελευταία φορά.





------------------------------------------------------------------------------------------------------





Μια συγκλονιστική και αποκαλυπτική συνέντευξη έδωσε η σύζυγος του Στέλιου Καζαντζίδη, Βάσω,με αφορμή την συμπλήρωση 13 χρόνων από τη μέρα που ο μεγάλος καλλιτέχνης έκανε το τελευταίο του ταξίδι…

«Ανήμερα του Σταυρού άφησε την τελευταία του πνοή ο κορυφαίος καλλιτέχνης, αυτός που άγγιξε την ελληνική ψυχή όσο κανένας άλλος. Ο Στέλιος, ο Στελάρας, που λατρεύτηκε από τον κόσμο ήταν ένας απλός άνθρωπος. Οικογενειάρχης, Πόντιος, ΑΕΚτζής, φίλος, οπαδός του απλού, του λαϊκού αλλά σοφού.

Είκοσι τρία χρόνια για κάποιους είναι μια ολόκληρη ζωή. Σε εκείνη όμως δεν έφθασαν. Ακόμα τον περιμένει να γυρίσει. Και δεν είναι η μόνη. Μαζί με τη Βάσω Καζαντζίδη, τον «θησαυρό» του Στέλιου, εκατομμύρια Έλληνες θα έδιναν χρόνο από τη ζωή τους για να ακούσουν το «αηδόνι του Πόντου» να ξανατραγουδάει.


Τι κι αν κλείνουν 13 χρόνια από την ημέρα που έφυγε, στις 14 Σεπτεμβρίου του 2001, η αγάπη τους για τον Στέλιο Καζαντζίδη παραμένει αιώνια. Τιμούν την μνήμη του όπως μπορούν, εξομολογείται στη συνέντευξη που μας παραχώρησε η σύζυγος του τρανού καλλιτέχνη, αφήνοντας λίγα λουλούδια στο μνήμα του, διοργανώνοντας εκδηλώσεις όπου ακούγονται τα τραγούδια του. Ο κόσμος και κάποιοι ιδιώτες, φίλοι του Στέλιου, έκαναν και κάνουν ό,τι δεν στάθηκε άξια να πράξει η πολιτεία: να τον τιμήσει όπως του αρμόζει.

Στη συνέντευξή της στο pontos-news.gr, , μια συνέντευξη γεμάτη συναίσθημα αλλά και ευγνωμοσύνη για τον άνθρωπο που έφερε η ζωή στη ζωή της, η Βάσω Καζαντζίδη μας μιλάει για το ταξίδι στον Πόντο που δεν πρόλαβε να κάνει ο Στέλιος, για την αγάπη που μοιράστηκαν, τη σχέση του με το γυναικείο φύλο, την πεθερά της την κα Γεσθημανή και την ΑΕΚ. Ας δούμε, λοιπόν, τον Στέλιο μέσα από τα μάτια της…

Κα Καζαντζίδη, πόσο Πόντιος αισθανόταν ο Στέλιος;

Ήταν πολύ περήφανος για την καταγωγή του. Για αυτό άλλωστε ήθελε να αφήσει πίσω του και κάποια τραγούδια ποντιακά. Και έκανε τρεις δίσκους. Τα Αηδόνια του Πόντου, το Συναπάντεμαν, έκανε και μια δουλειά με τον Χάρυ Κλυνν, την Λιζέττα Νικολάου και άλλους τραγουδιστές. Έκαναν την Ποντιακή Ραψωδία που περιείχε το τραγούδι «300 Κοπρομούμουλα». Άφησαν πίσω τους παρακαταθήκη. Μια καλή κληρονομιά και για τους Ποντίους. Είναι καταπληκτικά τραγούδια. Τραγούδησε με τον Στάθη Νικολαΐδη, με τον αείμνηστο Χρύσανθο, τον Χρήστο Χρυσανθόπουλο. Ήταν μια καταπληκτική δουλειά. Ο Στέλιος ήταν κάργα Πόντιος.

Έχω διαβάσει ότι φοβόταν να κάνει ποντιακά τραγούδια επειδή δεν μιλούσε καλά την ποντιακή.

Κι όμως την μιλούσε πάρα πολύ καλά. Απλά, επειδή η πεθερά μου ήταν Μικρασιάτισσα μιλούσαν τα τούρκικα περισσότερο. Αλλά όταν άρχισε να μιλάει με τον Χρύσανθο, με τον Χρήστο Χρυσανθόπουλο, με τον Στάθη Νικολαΐδη, τα δούλεψε κάνα μήνα και ήταν τέλειος. Ήταν πάρα πολύ ωραίοι αυτοί οι δίσκοι.

Ήταν και ΑΕΚτζής…

Ναιιιιιι! (γέλια). Πάντα. Παλαιότερα πήγαινε και στο γήπεδο. Παρακολουθούσε τους αγώνες. Μετά μεγάλωσε και σταμάτησε. Αλλά πάντα προσπαθούσε να στρέψει και τα εγγόνια μας προς τα εκεί. Μόνον ΑΕΚ, τίποτα άλλο δεν ήθελε να γίνουν. Και πολλά χρόνια πριν, είχε γράψει και τη μουσική για τον πρώτο ύμνο της ΑΕΚ, που τον τραγούδησε ο Μίμης Παπαϊωάννου.







Έχετε εσείς ανέκδοτα τραγούδια ή ηχογραφήσεις που δεν έχουν κυκλοφορήσει;

Δεν έχω. Ό,τι υπήρχε, ποντιακά ή άλλα τραγούδια, παρεΐστικα ή από βραδιές εδώ στο σπίτι, τα κυκλοφορήσαμε πριν από τέσσερα-πέντε χρόνια. Αυτή ήταν η τελευταία συλλογή με τραγούδια του Στέλιου. Εγώ δεν έχω τίποτα άλλο. Ό,τι είχα το έδωσα στον κόσμο. Είπα ότι δεν μου ανήκουν και τα έδωσα. Να φανταστείτε ότι τα είχαν ηχογραφήσει εδώ στην αυλή του σπιτιού με ένα μικρό κασετοφωνάκι. Κάποιοι φίλοι είχαν την ιδέα να καταγράψουν αυτές τις βραδιές. Ευτυχώς! Γιατί εγώ πίστευα ότι ο Στέλιος δεν θα φύγει ποτέ από τη ζωή. Ήταν τόσο γερός άνθρωπος, τόσο δυνατός που ακόμα δεν μπορώ να το συνειδητοποιήσω.

Μα δεν νομίζω ότι έχει φύγει. Ο κόσμος το αποδεικνύει καθημερινά.

Κι εγώ νομίζω ότι είναι ταξίδι και όλο τον περιμένω. Κάπως έτσι αισθάνομαι. Κι ο κόσμος… Είναι φοβερό αυτό που συμβαίνει. Έχουν περάσει 13 χρόνια από το θάνατό του. Αλλά ο κόσμος εξακολουθεί να έρχεται σήμερα από εδώ, στον Άγιο Κωνσταντίνο, για να δουν πού ζούσε ο Στέλιος, πώς ζούσε, τη βάρκα του την οποία έχω εδώ. Κάποια στιγμή, όταν ο Δημήτρης Μελισσανίδης κάνει το μουσείο η βάρκα θα πάει εκεί. Έχουμε ήδη μιλήσει και τα πράγματα του Στέλιου θα πάνε όλα εκεί. Στο γήπεδο της ΑΕΚ. Πηγαίνω στο νεκροταφείο και βρίσκω λουλούδια. Ο κόσμος δεν ξεχνάει. Κι άλλωστε πώς να ξεχαστεί ένας τέτοιος άνθρωπος. Δεν αναφέρομαι στον καλλιτέχνη αλλά στον άνθρωπο.

Μόνος του, στο σπίτι τραγουδούσε;

Πάρα πολύ. Αφού κάποια βράδια που έκλεινα την πόρτα και πήγαινα για ύπνο μου έλεγε «εάν ήξερε ο κόσμος μόνο ότι γρατζουνάω την κιθάρα μου, θα ήταν σκαρφαλωμένος στα μπαλκόνια για να μ’ ακούσει. Εσύ μου κλείνεις και την πόρτα κυρα-Βάσω, ε; Καλά. Καλά» (γέλια). Κάθε βράδυ τραγουδούσε. Ο Στέλιος αγαπούσε πάρα πολύ το σπίτι και δεν έβγαινε. Κι αφού ξυπνούσε το απόγευμα ξεκούραστος, τα βράδια έπιανε την κιθάρα του, έφτιαχνε διάφορες μελωδίες. Πότε τις κρατούσε, πότε όχι. Τραγουδούσε συνήθως ανατολίτικα.

Μιλούσε τούρκικα;

Βέβαια. Πολύ καλά.

Παρά το ότι ήταν μισός Πόντιος, μισός Μικρασιάτης, οι Τούρκοι τον αγαπούσαν.

Πράγματι. Πολύ. Μάλιστα σε κάποια ταξίδια που κάναμε τον αναγνώριζαν αμέσως. Μια φορά, μπήκαμε σε ταξί για να μας πάει στο ξενοδοχείο γιατί δεν ξέραμε την Πόλη κι αμέσως κάποιος του φώναξε «μπρε, Καζαντζίδη!». Ο Στέλιος του απάντησε στα τούρκικα «δεν είμαι εγώ. Ο αδερφός του Καζαντζίδη είμαι». Μου έλεγε: «τουλάχιστον, εδώ που ήρθαμε να καθίσουμε λίγες μέρες, να ξεκουραστώ κι εγώ».

Είχε και φλερτ στην Τουρκία…

Βέβαια! Ο Στέλιος και το γυναικείο φύλο… τι να λέμε; (γέλια). Φλέρταρε με την ηθοποιό Τουρκιάν Σοράι. Μια πανέμορφη, καταπληκτική ηθοποιό. Αλλά τότε ήταν παντρεμένος με την Μαρινέλλα.

Στα ταξίδια σας είχατε πάει ποτέ στον Πόντο;

Δεν είχαμε φθάσει τόσο μακριά. Δεν είχε πάει ούτε μόνος του να δει από πού κατάγεται ο πατέρας του. Αλλά πολλές φορές έλεγε να βρούμε καλή συντροφιά, να νοικιάσουμε ένα πούλμαν- γιατί δεν έμπαινε σε αεροπλάνο- και να πάμε εκεί.

Είναι αλήθεια ότι στην Αμερική είχε παντρευτεί και με μια ομογενή, την Αντωνία Κωνσταντουλάκη;

Ναι, είχε κάνει πολιτικό γάμο. Όταν έφυγε από την Ελλάδα για να πάει στην Αμερική με την προοπτική να μην ξαναγυρίσει και να φτιάξει εκεί τη ζωή του, να πάρει και την μαμά του μαζί, αποφάσισε να παντρευτεί. Ξέρετε είχε προβλέψει όλα αυτά που μας συμβαίνουν σήμερα και για αυτό ήθελε να φύγει. Η μαμά του όμως δεν ήθελε να πάει στην Αμερική και έτσι επέστρεψε. Ο γάμος δεν κράτησε. Δεν πήγε καλά και στο χρόνο πάνω διαλύθηκε. Αμέσως μετά επέστρεψε και τότε γνώρισε εμένα, το ’78.



Γιατί τον ερωτευτήκατε;

Στην αρχή ήμουν απλώς μια θαυμάστρια του και εγώ. Ήμασταν σε μια κοινή συντροφιά. Είχα μια φίλη που ήταν η αισθητικός μου. Ο άνδρας της ήταν σε αυτή την παρέα. Μια μέρα μου είπε «θα βγούμε για φαγητό το βράδυ με τον Στέλιο». Κι επειδή το άκουγα συνέχεια αυτό το όνομα, ρώτησα «μα ποιος είναι αυτός ο Στέλιος βρε παιδιά, που τον περιμένετε πώς και πώς να έρθει;». Ο Καζαντζίδης, μου είπαν. Τους ρώτησα εάν χωράω στην παρέα και μου είπαν «τι 15, τι 16 άτομα». Εκεί γνωριστήκαμε. Με κυνήγησε πολύ. Πάρα πολύ. Ήρθαμε πιο κοντά, βγήκαμε για φαγητό και γνωριστήκαμε καλύτερα. Ήταν να φύγει για την Αθήνα, αλλά τελικά έμεινε. Έκατσε στη Θεσσαλονίκη, γιατί εκεί ζούσα εγώ. Κάποια στιγμή μου ζήτησε να πάμε στο εξοχικό. «Είναι η μητέρα μου εκεί. Θέλω να σε γνωρίσει» μου είπε. Κι έτσι σιγά-σιγά ήρθαμε πιο κοντά. Ο άνθρωπος ήταν που με τραβούσε. Είχε γκελ!

Σας είχε αδυναμία όμως. Πολλές φορές είχε πει σε συνεντεύξεις ότι ήσασταν ο «θησαυρός» του.

Ο Στέλιος δεν ήταν από τους ανθρώπους που έλεγαν πολλά. Την αγάπη του την έδειχνε με τα έργα του. Και πολλές φορές όταν ήμασταν οι δυο μας, μου έλεγε ότι έπρεπε να είχα μπει στη ζωή του τουλάχιστον 20 χρόνια πριν. Του άρεσαν βέβαια οι όμορφες γυναίκες. Ήταν μονογαμικός όμως.
Εσείς δεν έχετε σχέση με τον Πόντο ή την Μικρά Ασία;

Όχι εγώ από την Λαμία είμαι. Απλώς έμενα στη Θεσσαλονίκη, επειδή εκεί είχα παντρευτεί. Έχω μια κόρη (τη Σοφία) και δυο εγγόνια. Ο ένας τέλειωσε Πληροφορική και η άλλη Φιλοσοφική. Ξέρετε με τον Στέλιο δεν είχαμε δικά μας παιδιά. Έλεγε στη Σοφία: «Σοφία μου, τη λέξη παππούς δεν θα την άκουγα ποτέ. Σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ». Αφού όταν γέννησε, πέρα από όλα τ’ άλλα, της είχε πάρει μια πάρα πολύ ωραία εικόνα του Αγίου Στυλιανού. «Ο Άγιος Στυλιανός είναι για τα παιδάκια, κι εγώ τον ευχαριστώ έτσι που θα ακούσω τη λέξη ‘παππού’» της είπε τότε. Φυσικά, όταν κι αυτά μεγάλωσαν κι έγιναν 2,5-3 ετών δεν ξεκολλούσαν από πάνω του. Τα αγαπούσε πολύ τα παιδιά. Τα λάτρευε. Θα ήταν καταπληκτικός πατέρας! Αλλά δυστυχώς… Όταν αρρώστησε και μπήκαμε στο Ιατρικό Κέντρο μου είπε «να πεις στη Σοφία, το σαββατοκύριακο να μου φέρει τα παιδιά». Κι όταν τα είδε, τα έσφιξε στην αγκαλιά του με το δεξί χέρι, γιατί το αριστερό δεν μπορούσε να το κουνήσει, τα φιλούσε κι έκλαιγε. Τα παιδιά του έλεγαν «γιατί παππού κλαις; Θα γίνεις καλά!». Αλλά τα δάκρυα, ποτάμι. Γιατί ήταν πανέξυπνος άνθρωπος και είχε καταλάβει.

Δεν ήξερε πόσο σοβαρά ήταν;

Όχι. Δεν ήθελα να ξέρει ότι τελειώνει. Κι επειδή είχε αυχενικό, οι γιατροί του είχαν πει πως δεν μπορεί να κουνήσει το χέρι του λόγω αυτού του προβλήματος, ότι θα ταλαιπωρηθεί λίγο αλλά θα περάσει. Εμείς, όμως, ξέραμε ότι κάθε μέρα που περνούσε ο Στέλιος έφευγε από κοντά μας. Γι’ αυτό και 6,5 μήνες δεν έφυγα λεπτό από κοντά του. Κι όταν νύσταζα, κοιμόμουν εκεί δίπλα του κρατώντας το χέρι του.

Όταν έχεις ζήσει με ένα θρύλο όπως ο Καζαντζίδης, είναι δύσκολο να τον αφήσεις να φύγει. Δεν θέλεις να φύγει.

Δεν με ενδιέφερε ο θρύλος. Ο άνθρωπος δεν ήθελα να φύγει. Τον γνώρισα σαν καλλιτέχνη, αλλά μετά αυτό δεν με ένοιαζε. Μείναμε μαζί, παντρευτήκαμε. Με ενδιέφερε ο άνθρωπος. Γιατί είχα βγει από ένα γάμο και η εμπειρία μου δεν ήταν καλή. Ευτυχώς μου δόθηκε η ευκαιρία να ζήσω ευτυχισμένη μαζί του. Βέβαια σε ένα γάμο γίνονται και υποχωρήσεις. Πριν να πέσει σε κώμα συζητούσαμε μια μέρα στο νοσοκομείο και μου λέει «θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη». Τον ρώτησα γιατί και μου είπε «εάν βάλεις στη ζυγαριά τις πίκρες που μου έδωσες θα γύρει λίγο. Οι πίκρες που σου έδωσα εγώ όμως θα αναποδογυρίσουν και το τραπέζι». Με τον Στέλιο ζήσαμε πάρα πολύ ωραία. Αν και έτρεμα στην ιδέα ενός δεύτερου γάμου, πόσο μάλλον με έναν καλλιτέχνη, ευτυχώς τα χρόνια που ζήσαμε μαζί ήταν ευτυχισμένα. Η ζωή μας ήταν ήρεμη. Έκανε κανέναν δίσκο, ψαρεύαμε, περνάγαμε χρόνο με φίλους καλούς, κάναμε τα γενέθλιά του, μας τραγουδούσε… Ήταν άνθρωπος που δεν είχε πατήσει μυρμήγκι.

Πιστεύετε ότι έχει τιμηθεί όσο του αξίζει από την πολιτεία;

Ο Στέλιος καταξιώθηκε από τον απλό κόσμο. Ήταν βασιλιάς στις καρδιές του κόσμου. Από την πολιτεία όχι. Δεν έκαναν τίποτα. Ο μόνος που έκανε κάτι ήταν ο Νικήτας Κακλαμάνης για πέντε μέρες στην Τεχνόπολη στο Γκάζι. Έγινε έκθεση και με τα προσωπικά αντικείμενα του Στέλιου. Είχαμε πάρα πολύ κόσμο. Από την πολιτεία, τίποτα, όμως. Επί Ζαχόπουλου, προσπαθούσα να κάνω το μουσείο του Στέλιου. Ήταν αδύνατο. Έγιναν δυο ραντεβού, μου είπε «βεβαίως, για τον Στέλιο μας», όμως στη συνέχεια όχι μόνο δεν απαντούσε στο τηλέφωνο αλλά κι όταν πήγα στο γραφείο του κρυβόταν. Κάποια στιγμή άνοιξε η πόρτα και τον είδα. Όχι δεν έχουν κάνει τίποτα για να τον τιμήσουν. Το μόνο που μου είπαν, επί Βενιζέλου, ήταν να γίνει δημοσία δαπάνη η κηδεία του. Ωστόσο δεν το δέχθηκα γιατί ήταν επιθυμία του Στέλιου. Έλεγε ότι «εάν ποτέ πεθάνω, αυτό το πράγμα δεν θα το δεχθείς. Ποτέ». Κι έτσι έκανα.

Το εντυπωσιακό ήταν ότι μετά το θάνατο του Στέλιου μας κάλεσαν να πάμε στην Κύπρο. Εκεί έκαναν μια εβδομάδα εκδηλώσεις στη μνήμη του. Όσο για τα «Καζαντζίδεια» στον Άγιο Κωνσταντίνο, τα παιδιά που το διοργανώνουν πασχίζουν πάρα πολύ. Μαζεύουν χρήματα όπως-όπως. Φέτος ο δήμαρχος της πόλης έδωσε 2.000 ευρώ και τα μαγαζιά στην πλατεία όπου φιλοξενήθηκαν οι εκδηλώσεις από 500 ευρώ, για να προχωρήσει η διοργάνωση. Ο κόσμος ήταν πάρα πολύς. Καλύφθηκαν πάνω από 5.500 θέσεις. Υπήρχε κόσμος που έφευγε. Στην αρχή κάναμε την εκδήλωση στο σπίτι, αλλά φέτος τα παιδιά που το διοργάνωναν δεν μπορούσαν. Κι έτσι το κάναμε στην πλατεία του χωριού.

Δεν του έλειπε που δεν τραγουδούσε καθημερινά σε μαγαζί;

Όχι. Όταν έφυγε από αυτή τη δουλειά, είχε πει ότι θα υπάρχει δισκογραφικά και ότι θα κάνει κάποιες εμφανίσεις. Αλλά τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα υπολόγιζε και δεν είχε και την καλύτερη ψυχολογία. Οπότε εγκατέλειψε και αυτή την ιδέα.

Υπήρχε κάτι που ήθελε να κάνει και δεν πρόλαβε;

Ναι, ήθελε να κάνει μια συναυλία. Είχαν κανονίσει μάλιστα και σε ποιες πόλεις του εξωτερικού θα πήγαιναν. Την ετοίμαζαν και ξαφνικά ένα πρωί μου είπε ότι δεν είναι καλά και πως δεν μπορεί να γράψει. «Ήθελα να δώσω ένα αυτόγραφο σε ένα κοριτσάκι που με είδε και με σταμάτησε την ώρα που έμπαινα στο αυτοκίνητο και δεν μπορούσα. Το στυλό μου έφυγε από τα χέρια» μου είπε. Ξεκινήσαμε να κάνουμε εξετάσεις και δυστυχώς έτσι ανακαλύψαμε το πρόβλημα της υγείας του.

Είχατε κοντά σας ανθρώπους που σας στήριξαν; Που του στάθηκαν;

Είχαμε. Φίλους και κουμπάρους. Μας στέκονταν και μου στέκονται ακόμα. Έχω και την οικογένεια μου, που πάντα είναι δίπλα μου. Τα αδέρφια μου, τα ανίψια μου, τα εγγόνια μου… Είμαστε μεγάλη οικογένεια.

Με την μαμά του, ήταν τόσο πολύ δεμένος όσο λένε;

Έως ενός σημείου. Ο Στέλιος πάντα έκανε αυτό που ήθελε. Όταν πέθανε ο πατέρας του ήταν 14 ετών και είχαν και τον αδερφό του τον Στάθη που ήταν 8 μηνών. Ο Στέλιος ήταν ο άνδρας του σπιτιού. Ήταν τα πάντα για ‘κείνη. Και να είναι καλά εκεί που βρίσκεται (η κυρία Γεσθημανή) γιατί πολλές φορές όταν από τη φτώχεια καταφέρεις να βγάλεις χρήματα, μπορεί να περάσεις στο άλλο άκρο. Εκείνος όμως είχε μια μάνα πίσω που τον στήριζε, που τον μάλωνε, που του φώναζε και του έλεγε «πρέπει να κάνεις οικονομία, πρέπει να έχεις πέντε δραχμές στην άκρη».

Δηλαδή είχε καταφέρει να βγάλει χρήματα;

Δόξα τω Θεώ! Ο Στέλιος δεν κυνηγούσε το χρήμα. Γιατί εάν ήθελε, η μισή Ελλάδα χωρίς υπερβολές θα ήταν δική του. Ο Στέλιος είχε μια δική του φιλοσοφία και πάντα έλεγε «Τα πολλά και τα καθόλου βλάπτουν». Είχαμε αυτά που χρειαζόμασταν κι αυτά που θέλω για να ζήσω το υπόλοιπο της ζωής μου. Δεν είμαστε πλούσιοι, αλλά δεν έχω την ανάγκη να χτυπήσω καμία πόρτα, να απλώσω το χέρι σε κανέναν. Ο Στέλιος πάντα έκανε οικονομία. Όταν αρρώστησε χρειαζόμασταν πολλά χρήματα. Η ασθένεια του είναι ασθένεια των πλουσίων. Κι από εδώ θέλω να ευχαριστήσω τον Γιώργο Αποστολόπουλο (τον πρόεδρο του Ιατρικού Κέντρου) που μου είπε ότι το νοσοκομείο ήταν δικό μας και πως μπορούσαμε να έχουμε ό,τι θέλουμε για τον Στέλιο. Δεν πλήρωσα ούτε μισό ευρώ για τη νοσηλεία του! Τον ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου. Όπως και τον Νίκο Ζαμπόγλου, που είναι και φανατικός ΑΕΚτζής, τον γιατρό που τον κούραρε στη Γερμανία. Γίναμε και κουμπάροι, του βάφτισα το παιδί. Όταν πήγαμε εκεί στο νοσοκομείο, μου είχαν ζητήσει 70.000.000 δραχμές προκαταβολή. Αλλά χάρη στον Νίκο δεν πληρώσαμε τίποτα. Να είναι καλά ο Στέλιος μου εκεί που πήγε. Και τον αδερφό του φρόντισε οικονομικά και εμένα. Για να μην έχει πρόβλημα και παράπονο κανένας.

Θα θέλατε να προσθέσετε κάτι;

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Δημήτρη Μελισσανίδη γιατί ήταν ο μεγάλος χορηγός στο ντοκιμαντέρ «Στέλιος Καζαντζίδης: τ’αχνάρια ενός μύθου…». Χωρίς αυτόν δεν θα γινόταν αυτό το έργο. Θέλω να τον ευχαριστήσω για την αγάπη που δείχνει για τον Στέλιο. Να είναι καλά και να του ευχηθώ να έχει υγεία αυτός και η οικογένειά του. Έτσι θα ήθελα να κλείσω».

-------------------------------------------------------------------------------------------------


Βιογραφία

Γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου 1931 στη Χαλάστρα Θεσσαλονίκης και πέθανε στις 14 Σεπτεμβρίου 2001 στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών. Μητέρα του ήταν η Γεσθημανή (Χατζίδαινα) που καταγόταν από την Αλάγια της νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας. Ο πατέρας του Χαράλαμπος καταγόταν από τα Κοτύωρα (σημ. Ορντού) του Πόντου. Χτίστης στο επάγγελμα ήταν στα χρόνια της κατοχής ενεργός στην Εθνική Αντίσταση, οργανώθηκε στις τάξεις του ΕΛΑΣ και δούλεψε για την Επιμελητεία του Αντάρτη (ΕΤΑ). Στα χρόνια του εμφυλίου δολοφονήθηκε από παρακρατικούς αντικομμουνιστές. Ο έφηβος Καζαντζίδης αναγκάζεται να κάνει πολλές δουλειές για να βγάλει το μεροκάματο. Δουλεύει σε εργοστάσια, υφαντουργεία, πουλάει τσιγάρα και κρύο νερό σε κεντρικά σημεία της πρωτεύουσας. Άσχημη εμπειρία για τον Καζαντζίδη η στρατιωτική του θητεία στο Διόνυσο Αττικής. Κατά τη στρατιωτική του θητεία ορίστηκε υπεύθυνος σε τάγμα μουλαράδων και εκεί μια κλωτσιά στα γεννητικά του όργανα, του στέρησε την πατρότητα.

Ο πρώτος άνθρωπος που εκτίμησε τη φωνή του ήταν κάποιο αφεντικό του, που καθώς τον άκουσε την ώρα της δουλειάς, του χάρισε μια κιθάρα. Δάσκαλος του Καζαντζίδη υπήρξε ο Στέλιος Χρυσίνης, ένας τυφλός συνθέτης.

Στα 1952, ο Καζαντζίδης κάνει το δισκογραφικό ντεμπούτο του με ένα τραγούδι του Απόστολου Καλδάρα. Το τραγούδι αυτό έφερε τον τίτλο "Για μπάνιο πάω". Ήταν ένα τραγούδι γραμμένο για τον καύσωνα που επικρατούσε εκείνο το καλοκαίρι στην πρωτεύουσα. Ο δίσκος δεν πούλησε γιατί μιμήθηκε τη φωνή του Πρόδρομου Τσαουσάκη και η καριέρα του Στέλιου Καζαντζίδη θα έσβηνε πριν καλά καλά αρχίσει. Αυτός που αντιλήφθηκε τις δυνατότητες της φωνής του Καζαντζίδη ήταν ο συνθέτης Γιάννης Παπαϊωάννου. Το τραγούδι του Οι βαλίτσες γίνεται μεγάλη επιτυχία και το φαινόμενο Καζαντζίδης αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά.

Τον Οκτώβρη του 1965, Καζαντζίδης, Μαρινέλλα και ο Μανώλης Αγγελόπουλος προετοιμάζουν συναυλίες, που τελικά δε θα πραγματοποιηθούν, αφού λίγους μήνες αργότερα ο Καζαντζίδης πήρε τη μεγάλη απόφαση να σταματήσει τις ζωντανές εμφανίσεις σε κέντρα. Αιτία είναι η αποστροφή του για την κατάσταση που επικρατούσε στα νυχτερινά κέντρα. Χαρακτηριστικά η Μαρινέλλα αναφέρει πως μόνο στο μαγαζί που ο Καζαντζίδης δούλευε απαγορευόταν (από τον ίδιο φυσικά) οι τραγουδίστριες να κάθονται στα τραπέζια των εύρωστων οικονομικά πελατών. Η αποχώρηση του Καζαντζίδη από το πάλκο, «...αποτελεί την πιο δραματική μορφή σιωπηλής διαμαρτυρίας απέναντι σε ένα αμείλικτο σύστημα διαπλοκής από νεόπλουτους θαμώνες, αφεντικά της δισκογραφίας και μπράβους της νύχτας...»

Ο Καζαντζίδης με τη Μαρινέλλα και τον ποδοσφαιριστή Μίμη Παπαϊωάννου φτάνουν στη Γερμανία για συναυλίες. Η υποδοχή που τους επιφυλάσσουν οι ομογενείς είναι συγκινητική. Μαζί τους ο νεαρός -τότε- δεξιοτέχνης του μπουζουκιού Χρήστος Νικολόπουλος. Την ίδια εποχή ο Καζαντζίδης και ο Χρήστος Κολοκοτρώνης(μουσική και στίχους αντίστοιχα) δημιούργησαν τον ύμνο της ΑΕΚ που ερμήνευσε ο Παπαϊωάννου: "Νικήστε, νικήστε".

Είχε προηγηθεί στα 1959 δικαστική διαμάχη του Καζαντζίδη με την δισκογραφική εταιρεία COLUMBIA, με αφορμή τις μεγάλου μεγέθους, πωλήσεις του τραγουδιού "Μαντουμπάλα" πωλήσεις ρεκόρ, που την εποχή εκείνη άγγιξαν τις 100.000. Στην άλλη όψη του ίδιου δίσκου περιλαμβάνεται το "Δυο πόρτες έχει η ζωή", σε μουσική του ίδιου του Καζαντζίδη και στίχους της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου. Παρά τις χωρίς προηγούμενο πωλήσεις και τη στιγμή που η εταιρεία έβγαζε εκατομμύρια από το συγκεκριμένο δισκάκι, ο ίδιος ο τραγουδιστής πήρε λιγότερες από 1000 δραχμές. Αυτό συνέβη καθώς οι τραγουδιστές τότε πληρώνονταν ένα εφάπαξ ποσό για τον κάθε δίσκο και δεν λάμβαναν ποσοστά από τις πωλήσεις. Στον Καζαντζίδη χρωστούν πολλά οι σύγχρονοι τραγουδιστές, αφού πρώτος αυτός διεκδίκησε για τον κλάδο του ποσοστά και η προσπάθειά του είχε θετικό αποτέλεσμα.

Στα 1969 αποφασίζει να αποσυρθεί για περίπου δύο χρόνια από τη δισκογραφία. Τότε είναι που κάνει και την προσπάθεια να δημιουργήσει τη δική του εταιρεία, την "STANDAR" αλλά τα κατεστημένα συμφέροντα και η λογοκρισία στα χρόνια της Χούντας των Συνταγματαρχών δεν τον αφήνουν. Την ίδια μοίρα είχαν και οι όποιες άλλες επιχειρηματικές κινήσεις, όπως η εκτροφή βατράχων, το ούζο "Υπάρχω" που κυκλοφόρησε αργότερα κτλ.

Στα τέλη του 1975 έρχεται ο δίσκος "Υπάρχω". Χρήστος Νικολόπουλος και Πυθαγόρας υπογράφουν την αποχώρηση του Στέλιου από τη δισκογραφία για δώδεκα χρόνια. Επιστρέφει το 1987 με το δίσκο (τον τελευταίο στη MINOS) "Ο δρόμος της επιστροφής". Το 1988 απεβίωσε η μητέρα του, Γεσθημανή. Ακολουθεί ο δίσκος "Ελεύθερος" στην Polygram. Οι δίσκοι του γίνονται χρυσοί και πλατινένιοι κάνοντας ρεκόρ πωλήσεων. Τελευταίο τραγούδι που ερμηνεύει λίγους μήνες πριν εισαχθεί στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών (με καρκινώματα στον εγκέφαλο) είναι το "Έρχονται χρόνια δύσκολα" και το δίσκο αυτό, που ήταν και το κύκνειο άσμα του καλλιτέχνη, τον προλογίζει απευθύνοντας χαιρετισμό στους θαυμαστές του.




Κατά τη διάρκεια της καριέρας του, τραγούδησε δημιουργίες μεγάλων συνθετών






 Θοδωρής Δερβενιώτης, Νάκης Πετρίδης,












 κα) και στιχουργών (Κώστας Βίρβος,












Έφυγε από τη ζωή, στις 14 Σεπτεμβρίου 2001, σε ηλικία 70 ετών, μετά από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο.

Δισκογραφία

1955 - Στέλιος Καζαντζίδης
1959 - Ο Ένας
1965 - Τραγουδήστε μαζί μου
1965 - Καταχνιά
1967 - Αναπολώντας
1968 - Καζαντζίδης - Μαρινέλλα
1969 - Νυχτερίδες κι αράχνες
1970 - Ένα γράμμα
1970 - Η στεναχώρια μου
1971 - Στέλιος Καζαντζίδης Νο3
1971 - Στιγμές
1972 - Ο Γυρισμός
1972 - Στέλιος Καζαντζίδης Νο4
1973 - Γυάλινος κόσμος
1973 - Το δρoμολόι της ζωής
1974 - Καζαντζίδης - Γκρέυ - Πάνου
1974 - Η ζωή μου όλη
1974 - Στην Ανατολή
1975 - Στέλιος Καζαντζίδης Νο5
1975 - Τα Ρεμπέτικα
1975 - Υπάρχω
1976 - Στέλιος Καζαντζίδης Νο6
1977 - Σε Δημοτικά τραγούδια
1977 - Καινούριοι κόσμοι
1977 - Στέλιος Καζαντζίδης Νο7
1977 - Στέλιος Καζαντζίδης Νο8
1978 - 14 Χρυσές Επιτυχίες Νο2
1978 - Τραγουδάει Κώστα Βίρβο
1978 - Μοναξιά μου
1980 - Τραγουδά Πυθαγόρα
1981 - Τα τραγούδια της Ανατολής
1981 - Τραγούδια 1951-1963
1981 - Τραγούδια 1961-1963
1982 - Τραγουδά Μπάμπη Μπακάλη
1982 - 15 Μεγάλες Επιτυχίες
1984 - Τραγουδά Βασίλη Τσιτσάνη
1985 - Ανέκδοτα τραγούδια απ΄ τις 33 στροφές
1985 - Μία Γυναίκα έφυγε
1985 - Για πάντα 1952-1963 Νο2
1987 - Ο δρόμος της επιστροφής
1987 - Λαϊκοί Βάρδοι
1987 - Καζαντζίδης-Μπιθικώτσης-Μαζί
1988 - Τα τραγούδια της ζωής μου 7 Cd
1988 - Οι Μεγαλύτερες Επιτυχίες του No1
1988 - Τώρα
1988 - Ελεύθερος
1988 - Τραγούδια από 45 & 78 στροφές 2 Cd
1989 - Ότι δεν είπα
1991 - Οι Μεγαλύτερες Επιτυχίες του 2 Cd
1991 - Τα Τραγούδια Της Αμερικής (Καζαντζίδης - Μαρινέλλα)
1991 - Οι Μεγαλύτερες Επιτυχίες του No2
1992 - Βραδιάζει
1992 - Αυτή είναι η ζωή μου 2 Cd
1993 - Τα αηδόνια του Πόντου
1993 - Οι πρώτες Αυθεντικές εκτελέσεις
1993 - Ανέκδοτα τραγούδια από τις 33 στροφές No3
1993 - Ένα γλέντι με το Στελάρα 1
1993 - Ένα γλέντι με το Στελάρα 2
1993 - Η Ελλάδα του Στέλιου και του Στράτου
1993 - Συναπάντεμαν
1993 - Τα τσιφτετέλια του Στέλιου και του Μανώλη
1994 - Τα πορτραίτα Της Μίνως ΕΜΙ 4
1994 - Και που Θεός
1994 - Δισκογραφία Τσιτσάνη Νο10
1995 - Οι Μεγάλες Επιτυχίες (Καζαντζίδης - Μαρινέλλα)
1995 - Τα Βιώματα μου
1996 - Μέσα από τις 45 στροφές
1996 - Τραγούδια Από τις 45 Στροφές
1996 - Αλλοτινές μου Εποχές
1996 - Αφιέρωμα
1996 - Εξ Ανατολών το μέλος
1996 - Μεγάλες Επιτυχίες 2 Cd
1997 - Τραγούδια Από τις 45 Στροφές No2
1997 - Πατρίδα`μ αραεύω σε
1997 - 12 Ερωτικές στιγμές
1998 - Τα Ζεϊμπέκικα του Στέλιου
1999 - Τραγουδώ
2000 - Τραγούδια Από τις 45 Στροφές No 3
2000 - Η Φωνή του όλη
2000 - Όταν η φωνή φτάνει το θρύλο
2000 - Έρχονται χρόνια δύσκολα
2000 - Ποντιακά

Συλλογές που κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατό του

2001 - Μεγάλοι ερμηνευτές 5 Cd
2001 - Υπάρχω για Εσάς
2002 - Τα Καλύτερα 2 Cd
2002 - Τραγουδά Μανώλη Χιώτη
2002 - Η πρώτη αγάπη σου είμαι εγώ
2003 - Αυτή η νύχτα μένει
2003 - Για πάντα κοντά μας 4 Cd
2003 - Μεγάλα τραγούδια
2003 - Ερμηνεύει Βασίλη Τσιτσάνη
2003 - Απ΄ έξω απ΄ τις φυλακές
2003 - Έχασα τον άνθρωπο μου
2003 - Όπως Ραγίζει Το Γυαλί
2003 - Πάρε φωτιά και κάψε με
2003 - Τα τραγούδια της Μάνας
2003 - Τα πικραμένα χείλη μου
2004 - Πάω στην Αυστραλία
2004 - Η Χαριστική βολή
2004 - Τα πιο ωραία χρόνια μου
2005 - Αυτή η νύχτα μένει 40 Μεγάλες Επιτυχίες 2 Cd
2005 - Χίλιες Νύχτες όμορφες
2005 - Σε τραγούδια της Ευτυχίας
2008 - Υπάρχω [Τα 72 καλυτερα τραγουδια]

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

ΠΗΓΕΣ




kazantzidis-stelios.gr/






  --------------------------------------------------------------------------------------------------




Δημοσίευση σχολίου