Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2015

« ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΗΛΙΕ » - ΜΑΝΟΣ ΛΟΪΖΟΣ

«Όταν έχω κέφια, είμαι σε θέση να μελοποιήσω ακόμα και τον τηλεφωνικό κατάλογο. »


Μάνος Λοΐζος




Σαν σήμερα το 1982 πεθαίνει ο Μάνος Λοίζος




Αποκλειστική προδημοσίευση: Μάνος Λοΐζος - Απ


«Μάνος Λοΐζος - Απ΄ τη μνήμη στην καρδιά» είναι ο τίτλος του βιβλίου που επιμελήθηκε με ιδιαίτερη φροντίδα ο Θανάσης Συλιβός και θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μετρονόμος στα μέσα του Νοεμβρίου. Την έκδοση θα συνοδεύει πλούσιο φωτογραφικό και αρχειακό υλικό.
«Σκοπός αυτής της έκδοσης, τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του, δεν είναι η αποτίμηση της δουλειάς του ή η αγιογραφία του. Στις σελίδες που ακολουθούν προσπάθησα -μέσα από προσεκτική επιλογή- να συγκεντρώσω οτιδήποτε έχει σχέση με τον Λοΐζο: το έργο του, τις λιγοστές συνεντεύξεις του, κείμενα που έγραψαν γι’ αυτόν φίλοι και συνεργάτες του, διάφορες σκέψεις του· την ψυχή του... Θέλω μέσα από το υλικό αυτό ο αναγνώστης, και ειδικά τα νέα παιδιά, να έχουν μια συνολική εικόνα για τη ζωή και το έργο του Μάνου Λοΐζου.


Του Μάνου Λοΐζου που πέρασε από τη μνήμη στην καρδιά…»

Θανάσης Συλιβός


(Aπό τον πρόλογο του βιβλίου)

Ο Μάνος Λοΐζος μέσα από τις συνεντεύξεις του

    «Βεβαίως και πρέπει ο καλλιτέχνης να είναι στρατευμένος ιδεολογικά. Το θέμα είναι να μπορείς να είσαι στρατευμένος και συγχρόνως γνήσιος καλλιτέχνης, λέγοντας αυτά που πιστεύεις. Πρέπει να υπάρχει στρατευμένη τέχνη, γιατί, μέσα στο δρόμο αυτής της σχολής, μπορούν να βγουν αριστουργηματικά έργα. Αλλά το πιο σπουδαίο είναι, ότι η στρατευμένη τέχνη είναι ένας ελάχιστος φόρος τιμής στις χιλιάδες των φτωχών παιδιών που πεινάνε, αγωνίζονται και σκοτώνονται καθημερινά.»

   (Από συνέντευξη στον Γ. Λεονταρίτη για την εφημερίδα «Εβδομάδα», 13.7.1966)

    «Τα γρανάζια του ιμπεριαλισμού, με την εξουθενωτική εκμετάλλευση εκατομμυρίων ανθρώπων, βρίσκονται σε τρομακτική υπερλειτουργία στις δυτικές χώρες. Τα αποτελέσματα είναι σε όλους γνωστά: ο πόλεμος του Βιετνάμ, το φυλετικό, το Κυπριακό, η αναβίωση του φασισμού σε πολλές χώρες, ο κίνδυνος της δικτατορίας στον τόπο μας.
Το τεράστιο τέρας που άλλοτε λέγεται φασισμός, άλλοτε μιλιταρισμός και άλλοτε δημοκρατία δυτικού τύπου -που δεν είναι τίποτε άλλο παρά προσωπεία του ιμπεριαλισμού- στέκεται από πάνω μας απειλητικό.
    Και η αντίδραση μας είναι να τα ξεσκεπάσουμε και να φωνάξουμε μ' όλη μας τη δύναμη ενάντια τους. Είμαστε πια συνειδητοί, «γνωρίζουμε». Οι καημοί της ταβέρνας με τη μοιρολατρική αίσθηση ανήκουν στο παρελθόν πια...»   

(Από συνέντευξη στον Δημήτρη Γκιώνη για την εφημερίδα «Δημοκρατική Αλλαγή», με αφορμή το δίσκο «Τα νέγρικα», 27.12.1966)

    «Σαν καλλιτέχνης είμαι ένας δέκτης ευαίσθητος γεγονότων και καταστάσεων που ζούμε καθημερινά όλοι μας. Γεγονότα και καταστάσεις όπως οι αγώνες του λαού μας, ο αγώνας της εργατικής τάξης για το μεροκάματο για καλύτερες συνθήκες ζωής, για την Ελευθερία και τη Δημοκρατία. Νιώθω τον εαυτό μου πολύ δεμένο μ΄ ορισμένα πράγματα. Από πολύ μικρός είδα παιδιά να πεινάνε και θεώρησα υποχρέωσή μου να μην το ξεχάσω αυτό ποτέ,  να κάνω ό,τι μπορώ με την τέχνη μου για λείψει αυτή η δυστυχία.
     Σαν μουσικός που γράφω τραγούδια, ξέρω καλά ότι μπορώ να κάνω τον κόσμο να συνειδητοποιήσει ορισμένα πράγματα κι αυτό το θεωρώ μια πολύ σοβαρή λειτουργία. Μ΄ ενδιαφέρει να γράφω όχι ωραία πράγματα, αλλά πώς θάρθω σ΄ επαφή με τον κόσμο που πονάει κι αγωνίζεται».

(Aπό συνέντευξη στον Αντ. Σ. για την εφημερίδα «Αυγή», 27. 8. 1966) 

      «Ο ερχομός μου στην Ελλάδα το '55 συμπίπτει με την εμφάνιση του Χατζιδάκι σε δίσκους (‘‘Χάρτινο το φεγγαράκι’’», η ‘‘Λατέρνα’’ κ.λπ.). Δε θα ξεχάσω τι εντύπωση μου έκαναν εκείνα τα τραγούδια. Εξάλλου, όλη η Ελλάδα έζησε τότε τη γοητεία της μουσικής του Χατζιδάκι.
     Τα επόμενα χρόνια άρχισα ν' ανακαλύπτω το λαϊκό τραγούδι, και αυτό βέβαια συνεχίζεται ακόμα. Γύρω στο '60, αν θυμάμαι, ανοίγει μια νέα εποχή για την ελληνική μουσική, η εποχή του Θεοδωράκη. Κι αυτό κρατάει μέχρι σήμερα, και ο ίδιος ο Θεοδωράκης έχει πάρει πια τη μορφή ενός θρύλου, είτε το θέλουμε είτε όχι.
    Μέσα σ' όλα αυτά λοιπόν, και σε πολλά άλλα, αναπτύχθηκε και η δική μου μουσική πορεία.
    Πρωτόγραψα τραγούδια απ' τα εφηβικά μου χρόνια κι εξακολουθώ να γράφω, κατά κύριο λόγο γιατί αγαπώ το τραγούδι σαν μορφή έκφρασης, σαν μορφή επικοινωνίας και πολιτικής πράξης πολλές φορές.»

(Από συνέντευξη στον Δημήτρη Γκιώνη για το περιοδικό Τετράδιo, με αφορμή το δίσκο «Τα τραγούδια του δρόμου»,   Φεβρουάριος 1974)

    «Η άποψη μου είναι ότι έχει πληθύνει πάρα πολύ η βιομηχανία του δίσκου. Γίνονται πια πάρα πολλά τραγούδια. Δε θα ήταν δυνατόν όλα αυτά τα τραγούδια να είναι καλά. Γίνονται πια μαζικά πολλοί δίσκοι που ενδιαφέρουνε τη βιομηχανία. Οι βιομηχανίες έχουν απλωθεί πολύ. Τα γενικά τους έξοδα είναι μεγάλα, πρέπει να τα καλύψουνε κ.ο,κ.
    Υπολογίζουνε πολλούς δίσκους ετησίως και είναι επόμενο να μην έχει καμία σχέση αυτή η πληθώρα των τραγουδιών με την ανάγκη του κόσμου για τραγούδι. Γιατί πιστεύω πως ο κόσμος θα μπορούσε με 20 τραγούδια το χρόνο να ήταν μια χαρά. Δε χρειάζονται τόσα πολλά τραγούδια. Αυτά λοιπόν τα τραγούδια, η πληθώρα, αφορούν τη βιομηχανία.
    Υπάρχει το τραγούδι Τέχνη, δίσκοι που είναι Έργα. Αυτό το κάνουνε μερικοί άνθρωποι μετρημένοι στα δάχτυλα και θα εξακολουθούν να το κάνουνε. Όλη η άλλη υπόθεση είναι μια υπόθεση που αφορά το εμπόριο.»

 (Από συνέντευξη στον Γιώργο Κυριαζίδη για το περιοδικό «Μουσική», με αφορμή το δίσκο «Τα τραγούδια της Χαρούκας», Ιούνιος 1979)

  --------------------------------------------------------------------------------------------------




Συνέντευξη του Μάνου Λοΐζου στο Τετράδιο (1975)



Συνέντευξη του Μάνου Λοΐζου στο Τετράδιο (1975)

Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου Απ’ τη μνήμη στην καρδιά με σπάνια ντοκουμέντα και αρχειακό υλικό για τον Μάνο Λοΐζο, που έχει επιμεληθεί ο Θανάσης Συλιβός*, το MusicPaper παρουσιάζει ένα απόσπασμα από συνέντευξη του δημιουργού στον Δημήτρη Γκιώνη, με αφορμή το δίσκο Τα τραγούδια του δρόμου. Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο του 1975 στο περιοδικό Τετράδιο.    «Στην Αλεξάνδρεια, όπου γεννήθηκα, περνούσε σχεδόν κάθε μέρα απ' το δρόμο που μέναμε ένας γεροβιολιτζής. Τον έχω ακόμα στο μυαλό μου με την άσπρη κελεμπία του και τον άσπρο σκούφο του. Κρατούσε ένα χειροποίητο βιολί δικής του κατασκευής με το οποίο έπαιζε μ' ένα δικό του μοναδικό τρόπο και παράλληλα τραγουδούσε.

 Θυμάμαι με τι λαχτάρα τον περιτριγυρίζαμε όλα τα παιδιά της γειτονιάς. Ώσπου μια μέρα ο πατέρας μου μού αγόρασε ένα απ' αυτά τα βιολάκια, γιατί αυτή ήταν η δουλειά του γέρου, πουλούσε τέτοια βιολιά. Από τότε βάλθηκα να μάθω βιολί, αλλά πού. Το όργανο αυτό έπαιζε μόνο στα χέρια του γέρου που τα 'φτιάχνε. Ώσπου βρέθηκα μια μέρα μ' ένα αληθινό βιολί και άρχισα κανονικά μαθήματα. Μετά ήρθε στο σπίτι - δώρο του θείου - μια κιθάρα και μετά αποχτήσαμε και πιάνο. Κόντευα πια να γίνω ένας σπουδαίος μουσικός! Κάπως έτσι άρχισα και βρέθηκα λίγα χρόνια μετά να ξέρω αρκετή μουσική.» 

  «Ο ερχομός μου στην Ελλάδα το '55 συμπίπτει με την εμφάνιση του Χατζιδάκι σε δίσκους (‘‘Χάρτινο το φεγγαράκι’’», η ‘‘Λατέρνα’’ κ.λπ.). Δε θα ξεχάσω τι εντύπωση μου έκαναν εκείνα τα τραγούδια. Εξάλλου, όλη η Ελλάδα έζησε τότε τη γοητεία της μουσικής του Χατζιδάκι. Τα επόμενα χρόνια άρχισα ν' ανακαλύπτω το λαϊκό τραγούδι, και αυτό βέβαια συνεχίζεται ακόμα. Γύρω στο '60, αν θυμάμαι, ανοίγει μια νέα εποχή για την ελληνική μουσική, η εποχή του Θεοδωράκη. Κι αυτό κρατάει μέχρι σήμερα, και ο ίδιος ο Θεοδωράκης έχει πάρει πια τη μορφή ενός θρύλου, είτε το θέλουμε είτε όχι.  

  Μέσα σ' όλα αυτά λοιπόν, και σε πολλά άλλα, αναπτύχθηκε και η δική μου μουσική πορεία. Πρωτόγραψα τραγούδια απ' τα εφηβικά μου χρόνια κι εξακολουθώ να γράφω, κατά κύριο λόγο γιατί αγαπώ το τραγούδι σαν μορφή έκφρασης, σαν μορφή επικοινωνίας και πολιτικής πράξης πολλές φορές.»

 «Στην προ της δικτατορίας περίοδο το τραγούδι μας βρισκόταν σε μια προοδευτική εξέλιξη. Εξηγούμαι: έχουμε τόσο πλούσια μουσική και ποιητική παράδοση, ώστε -πιστεύω- οι νεότερες γενιές βρίσκονται σε πολύ προνομιακή θέση, γιατί έχουν όλη τη δυνατότητα να βασιστούνε πάνω της και να προχωράνε. 

  Ο δρόμος (ή, αν θέλεις, ένας δρόμος) είχε χαραχτεί πολύ πετυχημένα από τον Θεοδωράκη και τον Χατζιδάκι. Τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει την εξέλιξη. Γι' αυτό και βλέπαμε να γεννιέται μια νέα σειρά συνθετών και ποιητών. Γι' αυτό βλέπαμε -κι αυτό επίσης είναι σημείο ακμής- μια ποικιλία έκφρασης, μια διαφορά ύφους και χαρακτήρα από τον ένα στον άλλο. Γι' αυτό βλέπαμε να συνυπάρχουν απ' το γνήσιο ερωτικό τραγούδι μέχρι το πολιτικό, απ' τη σάτιρα μέχρι το έπος. Η διάθεση, όμως, που κυριαρχούσε στα τραγούδια μας ήταν διάθεση αγωνιστική, όπως αγωνιστικό ήταν το φρόνημα της νεολαίας - της νεολαίας που δίνει εκείνο τον παλμό, εκείνο το ειδικό βάρος μέσα σε μια κοινωνία (φαινόμενο παγκόσμιο, άλλωστε, αφού κι έξω οργιάζει το τραγούδι διαμαρτυρίας). 

Αυτή λοιπόν η διάθεση, αυτός ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του τραγουδιού μας, που το έκανε να 'ναι τόσο αγαπημένο απ' τον κόσμο, κόπηκε απότομα από τη δικτατορία. Ανέκαθεν το τραγούδι ενοχλούσε την Πολιτεία, γι' αυτό και η λογοκρισία υπήρχε ανέκαθεν κι εξακολουθεί ακόμα να υπάρχει.  

 Όμως η δικτατορία το φοβήθηκε ακόμα περισσότερο και το απαγόρευσε· δεν ανεχόταν ούτε καν τον πιο αθώο συμβολισμό (π.χ. την ενοχλούσε το «Όταν λευτερωθεί η Κρήτη»). Όμως η οργή, ο πόνος, η απόφαση να σταθούμε όρθιοι, πολλές φορές έφεραν το αποτέλεσμα τους και στο τραγούδι. Πολλοί -ο καθένας με το μπόι του- κράτησαν γερά.

 Τώρα, για την περίοδο που διανύουμε από την απελευθέρωση και μετά, έχω να πω πως, απ' ότι ξέρω, δεν κόβονται τραγούδια από την επιτροπή λογοκρισίας. Υπάρχει όμως η λογοκρισία του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης, που είναι και τα πιο πλατιά μέσα ενημέρωσης».

 * Ο Θανάσης Συλιβός είναι εκδότης και διευθυντής του περιοδικού και των εκδόσεων Μετρονόμος από τις οποίες κυκλοφορεί και το βιβλίο Απ’ τη μνήμη στην καρδιά.  


  --------------------------------------------------------------------------------------

«Ο Μάνος ήταν μια πλαγιά πολύχρωμα λουλούδια που έλαμπαν καθώς τα χτυπούσε ο ήλιος. Και θα λάμπουν για πάντα και πιο πολύ όσο θα υπάρχει και θα λάμπει στον κόσμο αυτός ο μοναδικός ήλιος: Η καρδιά του Ανθρώπου...»  

    Ο Μίκης Θεοδωράκης για τον Μάνο Λοΐζο



Ο Μάνος Λοΐζος σε μικρή ηλικία





Η ζωή του

22 Οκτωβρίου 1937:

 Ο Μάνος Λοΐζος γεννιέται στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Είναι το μοναδικό παιδί του Ανδρέα Λοΐζου, παντοπώλη που έχει φτάσει εκεί το 1924 από τους Αγίους Βαβατσινιάς (ένα χωριό της Λάρνακας της Κύπρου), και της Δέσποινας Μανάκη, κόρης γεωπόνου από τη Ρόδο.

1951-1952:

 Όντας μαθητής του Αβερώφειου Γυμνασίου της Αλεξάνδρειας, έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τη μουσική. Εγγράφεται σε τοπικό Ωδείο. Αρχίζει να μαθαίνει βιολί αλλά καταλήγει στην κιθάρα...

1954: 

Με συνομήλικους φίλους φτιάχνουν μια μικρή κομπανία που παίζει σε φιλικές και οικογενειακές εκδηλώσεις. Ο πατέρας του τού αγοράζει το πρώτο του πιάνο.

1955: 

Παίρνοντας το απολυτήριο του Αβερώφειου Γυμνασίου, έρχεται για ανώτερες σπουδές στην Αθήνα. Με τέσσερις φίλους από την Αλεξάνδρεια συγκατοικούν στο Κολωνάκι. Εγγράφεται στη Φαρμακευτική Σχολή. 1956: Εγκαταλείπει την Φαρμακευτική και μπαίνει στην Ανωτάτη Εμπορική.



1957: 

Οι ιδιόμορφες συνθήκες που διαμορφώνονται στην Αίγυπτο με την κατάληψη της εξουσίας από τον Νάσερ επιβάλλουν τη μόνιμη πια εγκατάστασή του στην Αθήνα. Αρχικά μένει στην Κυψέλη.

1958:

 Συντροφιά με το φίλο του, επίσης φοιτητή τότε, Φώτη Κωνσταντινίδη, μετακομίζει στη Νέα Σμύρνη. Εκεί αρχίζει να ανακαλύπτει τόσο την Μαρξιστική ιδεολογία όσο και το νέο μουσικό κίνημα που έχει αρχίσει να διαμορφώνεται με τις πρώτες "παρεμβάσεις" του Μάνου Χατζιδάκι και την ευρύτερη αναγνώριση του ρεμπέτικου.

1960-1961: 

Παίρνει την απόφαση να εγκαταλείψει την Ανωτάτη Εμπορική. Για να επιβιώσει κάνει διάφορες δουλειές, από γκαρσόνι σε ταβέρνα της Κω μέχρι γραφίστας σε διαφημιστικό γραφείο της πλατείας Κάνιγγος ή διακοσμητής. Φοιτά για λίγο στη Σχολή Βακαλό, αρχίζει να συνθέτει πιο εντατικά και βρίσκεται σε στενή επαφή με τους φοιτητικούς πολιτιστικούς μουσικούς κύκλους της Αριστεράς της εποχής. Στις 30 Δεκεμβρίου 1961 μια ομάδα 83 νέων -Φίλοι της Μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη- θα στείλουν στον Τύπο επιστολή διαμαρτυρίας "δια την άδικον και αντιπνευματικήν στάσιν των Ραδιοφωνικών μας Σταθμών, έναντι των τραγουδιών του, δια του αποκλεισμού από τας εκπομπάς των". Το όνομα Μανώλης Λοΐζου είναι το δεύτερο στη σειρά.


1962:

 Μέσω μιας κοινής φίλης, έρχεται σε επαφή με τον Μίμη Πλέσσα κι εκείνος μεσολαβεί στην εταιρία Philips, έτσι ώστε να ηχογραφήσει το πρώτο του τραγούδι. Είναι το "Τραγούδι του δρόμου", ελληνική απόδοση του Νίκου Γκάτσου από ένα ποίημα του Lorca. Τους στίχους έχει "ανακαλύψει" δημοσιευμένους στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης. Τραγουδά ο Γιώργος Μούτσιος. Γίνεται ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος στο Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής (Σ.Φ.Ε.Μ.) που δημιουργείται τον Απρίλιο με στόχο τη στήριξη του έργου του Μίκη Θεοδωράκη αλλά και την προβολή νέων δημιουργών. Στις τάξεις του συλλόγου θα βρεθούν πολύ γρήγορα ο Χρήστος Λεοντής, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Διονύσης Σαββόπουλος, η Μαρία Φαραντούρη, ο Νότης Μαυρουδής, ο Φώντας Λάδης, ο Μάνος Ελευθερίου και πολλοί άλλοι. Αναλαμβάνει τη διεύθυνση της χορωδίας του Σ.Φ.Ε.Μ. και με αυτή συμμετέχει το καλοκαίρι στις παραστάσεις της μουσικής επιθεώρησης του Μίκη Θεοδωράκη "Όμορφη Πόλη" που ανεβαίνει με μεγάλη επιτυχία στο θέατρο Παρκ.



1963:

 Στις 11 Μαρτίου δίνουν από κοινού με το Χρήστο Λεοντή την πρώτη τους συναυλία στο θέατρο Ακροπόλ. Τα έσοδα της συναυλίας διατίθενται για το Δ΄ Πανσπουδαστικό Συνέδριο. Τη συναυλία προλογίζει ο Μίκης Θεοδωράκης λέγοντας τα καλύτερα λόγια για τους πρωταγωνιστές της. Μάλιστα, τους κάνει... δώρο μια πέτρα που κάποιος εκτόξευσε εναντίον του τον Οκτώβριο του 1961 κατά τη διάρκεια συναυλίας στη Νάουσα. Το καλοκαίρι παίζει κάποια από τα πρώτα του τραγούδια στο πλαίσιο της μουσικής επιθεώρησης "Μαγική Πόλις" που ανέβηκε στο θέατρο Πάρκ σε μουσική των Μίκη Θεοδωράκη και Μάνου Χατζιδάκι.

1964: 

Εμφανίζεται στην μπουάτ Στοά, στο Κολωνάκι, με τη Μαρία Φαραντούρη και το Γιώργο Ζωγράφο. Εκεί, κάποιο βράδυ, ένα νεαρό κορίτσι θα του δώσει δυο στίχους που θα παίξουν βασικό ρόλο στην κατοπινή πορεία του. Το κορίτσι είναι η Κωστούλα Μητροπούλου και οι στίχοι προορίζονται για τα τραγούδια "Ο δρόμος" και "Ο στρατιώτης".

1965: 

Το Μάρτιο παντρεύεται τη Μάρω Λήμνου, τη μετέπειτα συγγραφέα παιδικών βιβλίων, γνωστή ως Μάρω Λοΐζου. Με τη Μάρω έχουν γνωριστεί τρία χρόνια πριν στα παρασκήνια της "Όμορφης Πόλης", συνυπάρχουν στο Σ.Φ.Ε.Μ. και έχουν ήδη γράψει μαζί και κάποια τραγούδια. Δύο από αυτά, το "Νύχτα μικρή αρχόντισσα" και το "Φεγγάρι έρημο" τραγουδά σε δίσκο 45 στροφών ο Γιάννης Πουλόπουλος, εγκαινιάζοντας τη μικρή του συνεργασία με την δισκογραφική εταιρία Lyra του Αλέκου Πατσιφά. Θα ακολουθήσουν -με τον Γιάννη Πουλόπουλο πάλι- τα τραγούδια "Καράβια-Αλήτες" (στίχοι του Φώντα Λάδη), "Μικρός ο κόσμος γύρω μου" (στίχοι του Θανάση Χαμπίπη), "Ο δρόμος" με τη Σούλα Μπιρμπίλη (ένα ακόμα μελοποιημένο ποίημα του Lorca με ελληνικούς στίχους του Νίκου Γκάτσου), "H κιθάρα" και η "Πρωτομαγιά" σε στίχους Μάρως Λήμνου. Γνωρίζει τον Γιάννη Νεγρεπόντη και πάνω σε στίχους του γράφει το "Στρατιώτη", τον "Τρίτο Παγκόσμιο" και αρκετά ακόμα τραγούδια που θα παραμείνουν ανέκδοτα στη δισκογραφία, αλλά θα ακουστούν αρκετά στο πλαίσιο του νεολαιίστικου κινήματος της εποχής. Γράφει μουσική για το έργο του Lorca "Το Σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα" από την Αλέκα Κατσέλη, για τη "Ρέστια" που ανεβάζει η Αλκηστις Γάσπαρη και για το "Ένα Κορίτσι στο Παράθυρο" που ανεβάζει ο Μίμης Φωτόπουλος. Με μουσικές και τραγούδια του γυρίζεται η ταινία "Μπετόβεν και Μπουζούκι" του Ορέστη Λάσκου. Γνωρίζει το Λευτέρη Παπαδόπουλο.

1966: 

Τον Αύγουστο γεννιέται η κόρη του Μυρσίνη. Κυκλοφορεί από την εταιρία Οdeon, το πρώτο τραγούδι που γράφει πάνω σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου ("Αυτό τ' αγόρι" με την Αλέκα Μαβίλη) και γνωρίζει επιτυχία. Τα δύο επόμενα τραγούδια που γράφουν μαζί και κυκλοφορούν με ερμηνεύτρια τη Ζωή Φυτούση ("Σαββατόβραδο" και "Πώς τον αγαπώ") θα περάσουν μάλλον απαρατήρητα. Το Δεκέμβριο, παρουσιάζει για πρώτη φορά σε συναυλία στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και με τραγουδιστές τη Μαρία Φαραντούρη και το Γιώργο Ζωγράφο, τον κύκλο τραγουδιών "Τα Νέγρικα" που έχει γράψει πάνω σε στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη. Είναι η πρώτη απόπειρα συνύπαρξης με τους σύγχρονους διεθνείς νεανικούς ρυθμούς και τα ηλεκτρικά όργανα.

Μάνος και Μυρσίνη Λοΐζου 




1967: 

Το τραγούδι "Η δουλειά κάνει τους άντρες", με στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου, ακούγεται από την Ελένη Ροδά στην ταινία του Γρηγόρη Γρηγορίου "Τρούμπα '67". Το πραξικόπημα ματαιώνει κάποιες συναυλίες που διοργάνωσε η Πανσπουδαστική και στις οποίες επρόκειτο να παρουσιαστούν τα "Νέγρικα". Προκειμένου ν' αποφύγει τη σύλληψη, εγκαταλείπει την Ελλάδα το Σεπτέμβριο και εγκαθίσταται για ένα εξάμηνο στο Λονδίνο. Εκεί για να ζήσει με την οικογένειά του -που φτάνει λίγο αργότερα- παίζει μπουζούκι σε κυπριακές ταβέρνες.

1968: 

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, ετοιμάζει μαζί με το Λευτέρη Παπαδόπουλο τον πρώτο του μεγάλο δίσκο. Ο "Σταθμός", που κυκλοφορεί στο τέλος της χρονιάς, εγκαινιάζει την ετικέτα Μinοs για λογαριασμό της δισκογραφικής εταιρίας στην οποία και θα παραμείνει έκτοτε. Παράλληλα, γράφει μουσική και τραγούδια για τις ταινίες του Ντίνου Δημόπουλου "Το Λεβεντόπαιδο" και "Η Νεράιδα και το Παλικάρι".


1969:

 Με το Λευτέρη Παπαδόπουλο γράφουν μουσική και τραγούδια για το ανέβασμα του μουσικοθεατρικού έργου του Αλκη Παππά "Γη S.O.S." από τον Αλέκο Αλεξανδράκη.

1970: Κυκλοφορούν οι "Θαλασσογραφίες", δεύτερος μεγάλος δίσκος του, πάλι με στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Παράλληλα, ηχογραφεί σκόρπια τραγούδια με τον Στέλιο Καζαντζίδη ("Δε θα ξαναγαπήσω", "Όταν βλέπετε να κλαίω") και το Γιάννη Καλατζή ("Παραμυθάκι μου", "Τα πλεούμενα").

1971: 

Γράφει μουσική για την ταινία του Αλέξη Δαμιανού "Ευδοκία". Το τραγούδι του "Αχ χελιδόνι μου" ηχογραφείται με το Γιώργο Νταλάρα και παράλληλα ακούγεται από τη Λίτσα Σακελλαρίου στην ταινία του Όμηρου Ευστρατιάδη "Η Ιδιωτική μου Ζωή", ενώ το "Μάνα δεν φυτέψαμε" ακούγεται από το Γιάννη Πάριο στην ταινία "Πρόκληση", επίσης του Ό.Ευστρατιάδη. Γράφει μουσική και τραγούδια για την ταινία του Ορέστη Λάσκου "Διακοπές στην Κύπρο".


1972: 

Κυκλοφορεί ο τρίτος μεγάλος δίσκος του ("Να 'Χαμε τι να 'Χαμε") σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Με τον Παπαδόπουλο γράφουν παράλληλα και κάποια τραγούδια που δε θα περάσουν από τη λογοκρισία της εποχής ("Ο αρχηγός", "Θα κλείσω το παράθυρο"), ενώ με δικούς του στίχους γράφει την "Πρώτη Μαΐου", τον "Τσε" και το "Μέρμηγκα". Γράφει τραγούδια για την ταινία του Τάκη Βουγιουκλάκη "Η Αλίκη Δικτάτωρ". Γίνεται ιδρυτικό στέλεχος της ΕΜΣΕ, του συνδικαλιστικού σωματείου των δημιουργών που θα ξεκινήσει με αφορμή την μεγάλη επέκταση της πειρατείας στο χώρο της δισκογραφίας.

1973:

 Η συνεργασία του με τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου ξεκινάει με ένα τραγούδι που ακούγεται στους τίτλους της ταινίας των Θανάση Ρεντζή και Νίκου Ζερβού "Μαύρο-Ασπρο": "Βγήκαμε κάποτε στο δρόμο κι ήμασταν δυο", τραγουδά η Χάρις Αλεξίου. Η μελωδία θα γίνει αργότερα πασίγνωστη με στίχους του ίδιου και με τίτλο "Καλημέρα ήλιε". Στα πλαίσια των αναζητήσεων του έξω από τις φόρμες του λαϊκού τραγουδιού, αρχίζει τη μελοποίηση ποιημάτων του Ναζίμ Χικμέτ, με ελληνική απόδοση του Γιάννη Ρίτσου. Το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου συλλαμβάνεται στο σπίτι του στο Χολαργό και κρατείται δέκα μέρες.



1974: 

Τον Απρίλιο κυκλοφορεί ο δίσκος "Καλημέρα Ήλιε" με στίχους του Δημήτρη Χριστοδούλου. Μέσα στο ξέφρενο κλίμα της μεταπολίτευσης συμμετέχει σε μεγάλες λαϊκές συναυλίες της εποχής (με αποκορύφωμα τη συναυλία στο Γήπεδο του Παναθηναϊκού που θα καταγράψει ο Νίκος Κούνδουρος στην ταινία του "Τραγούδια της Φωτιάς") και, στο τέλος του χρόνου, κυκλοφορεί στο δίσκο "Τα Τραγούδια του Δρόμου", με όλα εκείνα τα τραγούδια του που είτε είχαν απαγορευτεί τα προηγούμενα χρόνια είτε δεν τους είχε επιτραπεί η ηχογράφηση από τη λογοκρισία της επταετίας.

1975:

 Στο τέλος της χρονιάς, εννιά χρόνια μετά την πρώτη τους παρουσίαση σε συναυλίες, κυκλοφορούν για πρώτη φορά στη δισκογραφία τα "Νέγρικα", με στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη.

1976:

 Τον Οκτώβριο κυκλοφορούν "Τα Τραγούδια μας", ένας κύκλος λαϊκών τραγουδιών με στίχους του Φώντα Λάδη που καταγράφουν με άμεσο λόγο το πολιτικό κλίμα της μεταπολίτευσης. Βρίσκουν θέση σε κάθε κοινωνικοπολιτική διεκδίκηση της εποχής αλλά, την ίδια στιγμή, γνωρίζουν και αρκετούς αποκλεισμούς και απαγορεύσεις από το επίσημο κράτος.

1978: 

Αναλαμβάνει την προεδρία της ΕΜΣΕ και πρωτοστατεί στη δημιουργία φορέα είσπραξης πνευματικών δικαιωμάτων. Παντρεύεται την ηθοποιό Δώρα Σιτζάνη.

1979: 

Τον Ιούνιο κυκλοφορεί ο δίσκος "Τα Τραγούδια της Χαρούλας", με στίχους του Μανώλη Ρασούλη και του Πυθαγόρα, άλμπουμ που σηματοδοτεί την -ύστερα από τόσα χρόνια δημιουργικής πολιτικής στράτευσης- εκ νέου κατεύθυνση του δημιουργού προς ένα "καθημερινό λαϊκό τραγούδι".
1980: Τον Οκτώβριο κυκλοφορεί ο δίσκος "Για μια Μέρα Ζωής" που είναι και ο τελευταίος του. Μέσα από τραγούδια με στίχους διαφόρων στιχουργών επιχειρεί μια προσέγγιση στον ηλεκτρικό ήχο της εποχής.

1981:

 Τον Μάιο πραγματοποιεί σειρά συναυλιών στο εξωτερικό (Καναδάς, Η.Π.Α., Αγγλία, Σουηδία). Τον Ιούνιο, μαζί με τον Χρήστο Λεοντή και τον Θάνο Μικρούτσικο, ξεκινούν σειρά κοινών συναυλιών ανά την Ελλάδα. Τον Οκτώβριο θα μπει στο Γενικό Κρατικό με περικαρδίτιδα και νεφρική ανεπάρκεια και, στο τέλος του χρόνου, θα ταξιδέψει στη Μόσχα για ιατρικές εξετάσεις.

1982

Στις 8 Ιουνίου θα χτυπηθεί από εγκεφαλικό επεισόδιο. Θα μείνει ένα μήνα στο νοσοκομείο και στις 16 Αυγούστου θα ταξιδέψει εκ νέου στη Μόσχα, προκειμένου να συνεχίσει τη νοσηλεία του. Στις 7 Σεπτεμβρίου θα υποστεί και δεύτερο εγκεφαλικό, το οποίο θα αποβεί μοιραίο. Δέκα μέρες αργότερα (17 Σεπτεμβρίου) θα φύγει για πάντα...





Συνεργάστηκε


- τον Φώντα Λάδη 


- και Δημήτρη Χριστοδούλου στους στίχους

 και με τους ερμηνευτές 







Τελευταίος δίσκος του ήταν τα "Γράμματα στην Αγαπημένη" σε στίχους του Τούρκου ποιητή Ναζίμ Χικμέτ με απόδοση στα ελληνικά του Γιάννη Ρίτσου.




To 2007 χαρακτηρίστηκε από τον μουσικό χώρο ως έτος Μάνου Λοΐζου τιμώντας τα 70 χρόνια από τη γέννησή του και τα 25 χρόνια από τον θάνατό του.

Δισκογραφία

1968 Ο Σταθμός (MINOS)

1970 Θαλασσογραφίες (MINOS)

1971 Ευδοκία (MINOS) Soundtrack

1972 Να χαμε τι να χαμε (MINOS)

1974 Καλημέρα ήλιε (MINOS)

1974 Τα τραγούδια του δρόμου (MINOS)

1975 Τα Νέγρικα (Μαρία Φαραντούρη)

1976 Τα τραγούδια μας (ΜΙΝΟS)

1979 Πρώτες εκτελέσεις (ΜΙΝΟS)

1979 Τα τραγούδια της Χαρούλας (ΜΙΝΟS)

1980 Για μια μέρα ζωής (ΜΙΝΟS)

1983 Γράμματα στην αγαπημένη (ΜΙΝΟS)

1985 Ο δρόμος του Μάνου (ΜΙΝΟS)

1985 Αφιέρωμα από το Ολυμπιακό στάδιο

1992 Οι μπαλάντες του Μάνου (ΜΙΝΟS)

1995 Κάτω από ένα κουνουπίδι (Μεσόγειος)

1997 Ενθύμιο Τρυφερότητας

2002 Εκτός Σειράς. Σαράντα σκόρπιες ηχογραφήσεις

2003 Τα τραγούδια του Σεβάχ

2007 Αφιέρωμα στον Μάνο Λοίζο (Χάρις Αλεξίου)





-----------------------------------------------------------------------------------------


Όταν τα τραγούδια μιλάνε – “Το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας”




Κάθε τραγούδι έχει τη δική του ιστορία. Άλλοτε από μια προσωπική εμπειρία, άλλοτε από την ανάγνωση ή το άκουσμα μιας ιστορίας, άλλοτε εντελώς τυχαία και συμπτωματικά, έχουν γραφτεί υπέροχες μελωδίες και στίχοι που μας συντρόφεψαν στις χαρές, στις λύπες, στη διασκέδαση, στους έρωτες, στους χωρισμούς μας. Αυτές τις ιστορίες θ’ αφηγείται τούτη η στήλη, σαν ένα παραμύθι, που όμως είναι τόσο αληθινό…
Παράλληλα, θα παρουσιάζει σπουδαίες συνεργασίες δημιουργών κι ερμηνευτών που έγραψαν ανεξίτηλα το όνομά τους στις πιο χρυσές σελίδες του ελληνικού τραγουδιού…“

Αρχές καλοκαιριού του 1971, ο Μάνος Λοΐζος καλείται από τον Αλέξη Δαμιανό να γράψει μουσική για την ταινία «Ευδοκία» που γύριζε ο τελευταίος. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο συνθέτης θα «έντυνε» με τις νότες του ένα φιλμ, καθώς το είχε κάνει στο παρελθόν και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία («Μπετόβεν και μπουζούκι», «Η νεράιδα και το παλικάρι» κ.α.).
Ωστόσο, τούτη τη φορά η δουλειά του δεν είχε να κάνει με μια ταινία του «εμπορικού» σινεμά, καθώς ο Δαμιανός επρόκειτο να στείλει την «Ευδοκία» στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης. Άρχισε λοιπόν να ετοιμάζει τα μουσικά «μοτίβα» του φιλμ και κάποια στιγμή, του ζητήθηκε να φτιάξει ένα ζεϊμπέκικο για μια σκηνή κατά την οποία ο «φαντάρος» -βασικός ήρωας της ταινίας- θα το χόρευε σε μια ταβέρνα.
Ο Λοΐζος σκέφτηκε να καλέσει τον παλιό ρεμπέτη Γιώργο Μουφλουζέλη, γνωστό εκτός από τα τραγούδια του και για τον θρυλικό τζουρά του καθώς ο συνθέτης είχε σκεφτεί ευθύς εξ αρχής ότι αυτό το όργανο θα ταίριαζε για το κομμάτι που ήθελε να φτιάξει. Έτσι λοιπόν, μια μέρα στο σπίτι του Μάνου βρέθηκαν ο Δαμιανός και ο Μουφλουζέλης με το γιο του και σιγά-σιγά πάνω στον τζουρά γράφτηκε η μελωδία του ζεϊμπέκικου.


 

Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του soundtrack


Μουσικές «αλχημείες»

Όταν ήλθε η ώρα της ηχογράφησης -αρχικά για την ταινία αλλά η ίδια εκτέλεση περιλήφθηκε και στο soundtrack που κυκλοφόρησε αργότερα-, ο Λοΐζος πήρε από τον Λευτέρη Παπαδόπουλο το τζουρά του Μουφλουζέλη (άγνωστο το πώς βρέθηκε στα χέρια του στιχουργού…) και φώναξε τον Θανάση Πολυκανδριώτη ζητώντας του να παίξει μ’ αυτόν το κομμάτι.

Ωστόσο, ο τζουράς ήτανε σε κακή κατάσταση από την πολυκαιριά και δεν είχε καν «κλειδιά», αλλά …παλιές δεκάρες! Ήταν αδύνατο να κουρντιστεί και αρχικά ο Πολυκανδριώτης αρνήθηκε να παίξει. Ωστόσο, ο Λοΐζος ήθελε οπωσδήποτε ν’ ακούγεται αυτό το όργανο στην ηχογράφηση και τελικώς κατάφερε να πείσει τον σολίστα του μπουζουκιού, μαθαίνοντάς του το ρυθμό με μια κιθάρα και τη μελωδία με το …στόμα!

Βεβαίως, η ηχογράφηση ήταν σκέτη ταλαιπωρία καθώς ο τζουράς με το πρώτο παίξιμο συνεχώς ξεκουρδιζόταν, αλλά και πάλι βρέθηκε λύση: Με τη βοήθεια του τετρακάναλου που υπήρχε στο στούντιο, το ζεϊμπέκικο ηχογραφήθηκε κυριολεκτικά κομμάτι-κομμάτι (όσο δηλαδή παρέμενε κουρδισμένος ο τζουράς στο κάθε μέρος του ορχηστρικού μοτίβου…) και μετά έγινε η «συρραφή» για να ολοκληρωθεί!

Στο χώρο του θρύλου…

Το φιλμ κέρδισε μόνο ένα βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (Α’ γυναικείου ρόλου στην αείμνηστη Μαρία Βασιλείου για την ερμηνεία της ως «Ευδοκία»), εισπρακτικά δεν πήγε καθόλου καλά και την ίδια τύχη είχε και το soundtrack που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1971.

Όμως όσο περνούσαν τα χρόνια, τόσο περισσότερο το «Ζεϊμπέκικο» άρχισε να «αυτονομείται» από την ταινία και να παίρνει τη θέση του στα πάλκα και στα ΜΜΕ. Άλλωστε, ο Λοΐζος το συμπεριέλαβε με νέα ενορχήστρωση τον Δεκέμβριο του 1972 στο δίσκο «Να ‘χαμε τι να ‘χαμε» και τότε έγινε περισσότερο γνωστό.

Πλέον, σήμερα θεωρείται ένα από τα πιο γνωστά, πολυακουσμένα κι αγαπημένα ορχηστρικά θέματα στην ιστορία της ελληνικής μουσικής. Παίζεται, ακούγεται και χορεύεται παντού, απ’ όλες τις ηλικίες και χωρίς καμία αμφιβολία, έχει περάσει πια στο χώρο του θρύλου.

Κλείνουμε με μια μαρτυρία του Λευτέρη Παπαδόπουλου που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά πριν πολλά χρόνια σ’ ένα περιοδικό: Κάποια στιγμή, ο Λοΐζος του ζήτησε να γράψει στίχους πάνω στο «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» αλλά εκείνος ακούγοντάς το αρνήθηκε, λέγοντάς του χαρακτηριστικά ότι «αυτό το πράγμα δεν παίρνει λόγια»…

Ωστόσο, έπειτα από λίγο καιρό κάθισε κι έγραψε στίχους έχοντας στο νου του τη μελωδία του κομματιού αλλά δεν τους έδωσε ποτέ στον συνθέτη, γιατί φοβήθηκε ότι θα του άρεσαν, θα τους χρησιμοποιούσε και θα το χαλούσε. Ίσως να είχε δίκιο…!

 --------------------------------------------------------------------------------------------------


loizos 9

Μάνος Λοΐζος: Μια σύντομη γνωριμία με ένα μεγάλο συνθέτη

του Ανδρέα Αντωνιάδη, σκηνοθέτη

Γνώρισα τον Μάνο  Λοΐζο κάποια στιγμή το 1979. Στη Λευκωσία στο σπίτι μου στο Στρόβολο το βράδι.

Τον είχε παραλάβει από το αεροδρόμιο Λάρνακας ο δημοσιογράφος Δημήτρης Ανδρέου- το αεροδρόμιο Λευκωσιας είχε κλείσει το 1974 με την εισβολή των Τούρκων και τον πόλεμο – και έφτασαν σε μας γύρω στις 8. Ο λόγος; θα κουβεντιάζαμε τη δομή της τηλεοπτικής εκπομπής που θα σκηνοθετούσα την επόμενη μέρα. Δούλευα τότε στην Τηλεόραση του ΡΙΚ {Ραδιοφωνικό Ιδρυμα Κύπρου}.Ο Δημήτρης Ανδρέου, εκτός από φίλος του Μάνου Λοίζου, θα ήταν και ο παρουσιαστής της εκπομπής κυρίως στο μέρος της συνέντευξης που θα προηγείτο του μουσικού προγράμματος.
Αφού ετοίμασα τας ποτά του καλωσορίσματος, στρωθήκαμε στο σαλονάκι με χαρτιά, μολύβια και ιδέες για να επιλέξουμε τα τραγούδια και να συμφωνήσουμε ποια θα ήταν πλέι μπάκ και ποια «ζωντανά» που θα ερμήνευε ο ίδιος ο συνθέτης, παρέα με την κιθάρα του.

Ο Μάνος Λοΐζος με την Χάρι Αλεξίου

Η Ελένη, η γυναίκα μου, πάντα φιλόξενη, προθυμοποιήθηκε να ετοιμάσει κάποιους μεζέδες, χωρίς να κάνει κανένα σχόλιο για την παράλειψη μου να την ενημερώσω για την επίσκεψη των δυο συνεργατών μου.Αρκέστηκε  σε ένα χαμόγελο και ένα βλέμμα σε μένα που δικαίωνε την άποψη της πως συνήθως ξεχνούσα να της πω ποιους και πότε προσκαλώ στο σπίτι.

Εκεί που είχαμε καταλήξει πως η εκπομπή θα ξεκινούσε με την « Ευδοκία» { το ωραιότερο ίσως ζειμπέκικο} από την ομώνυμη ταινία του Αλέξη Δαμιανού και θα συνεχίζαμε με τον « Δρόμο» σε στίχους της ποιήτριας Κωστούλας  Μητροπούλου, εκεί λοιπόν, κτύπησε  το κουδούνι.
Ήταν ο συνάδελφος της γυναίκας μου και φίλος μας, ο Γιώργος ο Γεωργής {σημερινός πρέσβης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Αθήνα} που πέρασε να μας δει και να μας διαβάσει ένα κείμενο του για την ερωτική ποίηση του Σεφέρη. Του γνώρισα τον Μάνο Λοίζο { τον Δημήτρη ηδη τον γνώριζε καλά} και σε λίγα λεπτά , με πρόφαση να μας αφήσει να δουλέψουμε, βολεύτηκε στην κουζίνα για να βοηθήσει την Ελένη στους μεζέδες  που γευτήκαμε όλοι μαζί σαν τελειώσαμε τον οδηγό της εκπομπής.

Ο Μάνος Λοΐζος με τους Μίκη Θεοδωράκη, Χάρι Αλεξίου, Μαρία Φαραντούρη, Γιώργο Νταλάρα και Βασίλη Παπακωνσταντίνου


Γίναμε φίλοι, είπαμε ιστορίες από τη ζωή μας, ανταλλάξαμε τηλέφωνα και ο Δημήτρης πρότεινε να τελειώσει  η βραδιά στο « Τζελλάριν»  { Το Κελάρι}  ένα προωθημένο για τότε μπαράκι-ταβερνείο  που είχε φτιάξει ο ίδιος στην οδό Στασίνου, σε ένα ημιυπόγειο ενός νεοκλασσικού αρχοντικού της Λευκωσίας  όπου την εποχή εκείνη είχε μετατραπεί σε ξενώνα κυρίως καλλιτεχνών που έρχονταν να δουλέψουν στη Λευκωσία για δυο-τρεις μήνες και δεν τους συνέφερε να μείνουν σε ξενοδοχείο.

Το άλλο πρωί βρέθηκα στο ΡΙΚ για την προετοιμασία του στούντιο με τον σκηνογράφο και φίλο Στέφανο Αθηαινίτη ενώ ο Δημήτρης είχε αναλάβει να συνοδέψει τον Μάνο σε μια βόλτα-γνωριμία με την πόλη, αφου, αν δεν απατώμαι, ήταν η πρώτη φορά που ο κυπριακής καταγωγής συνθέτης, έφτανε στην Κύπρο.{ Ο πατέρας του ήταν από τους Αγίους Βαβατσινιάς της επαρχίας Λάρνακας}.
Ο Μάνος Λοίζος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1937. Στην Αθήνα εγκαθίσται το 1955. Μέχρι το 1975 έγινε σπουδαίος και δημοφιλής συνθέτης. Τα τραγούδια του αγαπήθηκαν από όλους τους Ελληνες και τα ερμήνευσαν γνωστοί τραγουδιστές. Κάποια ερμήνευσε και ο ίδιος με την κιθάρα του.

Σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις που έδωσε { ο Μάνος Λοίζος ήταν σεμνός και χαμηλών τόνων καλλιτέχνης} βρήκα να λέει τα εξής για τα παιδικά του χρόνια και την επαφή του με τη μουσική και το τραγούδι.

« Στην Αλεξάνδρεια όπου γεννήθηκα , περνούσε σχεδόν κάθε μέρα από το δρόμο που μέναμε, ένας γέρο-βιολιστής.Τον έχω ακόμα στο μυαλό μου με την άσπρη κελεμπία του και τον άσπρο σκούφο του. Κρατούσε ένα χειροποίητο βιολί, δικής του κατασκευής, με το οποίο έπαιζε μένα δικό του τρόπο και παράλληλα τραγουδούσε. Θυμάμαι με τι λαχτάρα τον περιτριγυρίζαμε όλα τα παιδιά της γειτονιάς. ΄Ωσπου  μια μέρα ο πατέρας μου μού αγόρασε ένα από αυτά τα βιολάκια, γιατί αυτή ήταν η δουλειά του γέρου, πουλούσε βιολιά. Από τότε βάλθηκα να μάθω βιολί, αλλά.. Το όργανο αυτό έπαιζε μόνο στα χέρια του γέρου που το φτιαχνε. Ώσπου βρέθηκα μια μέρα μένα αληθινό βιολί και άρχισα κανονικά μαθήματα. Μετά ήρθε στο σπίτι, δώρο του θείου, μια κιθάρα και μετά αποκτήσαμε πιάνο. Κόντευα πια να γίνω σπουδαίος μουσικός. Κάπως έτσι άρχισα και βρέθηκα, λίγα χρόνια μετά, να ξέρω μουσική.»

Ο Μάνος Λοΐζος με τον Διονύση Σαββόπουλο
Ο Μάνος Λοϊζος με τον Διονύση Σαββόπουλο


« Ο ερχομός μου στην Αθήνα το 1955 συμπίπτει με την εμφάνιση του Μάνου Χατζιδάκι, εννοώ βέβαια την εμφάνιση των πρώτων τραγουδιών του Χατζιδάκι σε δίσκους { Χάρτινο το φεγγαράκι, Λατέρνα κλπ}. Δεν θα ξεχάσω τι εντύπωση μου έκαναν εκείνα τα τραγούδια. Εξ άλλου όλη η Ελλάδα έζησε τότε τη γοητεία της μουσικής του Χατζιδάκι,»

«Τα επόμενα χρόνια άρχισα να ανακαλύπτω το λαικό τραγούδι, κι αυτό βέβαια συνεχίζεται ακόμα. Γύρω στα 1960 ανοίγει μια νέα εποχή, η εποχή του Θεοδωράκη. Και αυτό κρατάει μέχρι σήμερα και ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης έχει πάρει πια τη μορφή ενός θρύλου, είτε το θέλουμε είτε όχι. Μέσα σε όλα αυτά λοιπόν, και σε πολλά άλλα αναπτύχθηκε και η δική μου μουσική πορεία. Πρωτόγραψα τραγούδια από τα εφηβικά μου χρόνια κι εξακολουθώ να γράφω, κατά κύριο λόγο γιατί αγαπώ το τραγούδι σαν μορφή έκφρασης, σαν μορφή επικοινωνίας και πολιτικής πράξης πολλές φορές.»

Ο πρώτος μεγάλος δίσκος του Μάνου Λοίζου ήταν « Ο σταθμός». Ακολούθησαν οι «Θαλασσογραφίες», « Ευδοκία», «Νάχαμε τι νάχαμε» «Καλημέρα ήλιε» « Τραγούδια του δρόμου» « Τα νέγρικα» «Τα τραγούδια  μας», «Τα τραγούδια της Χαρούλας» και «Για μια μέρα ζωής».

Τραγούδια του Μάνου  Λοίζου ερμήνευσαν. Γιώργος Νταλάρας, Χάρις Αλεξίου, Μαρία Φαραντούρη, Γιώργος Μούτσιος , Γιάννης Πουλόπουλος, Σούλα Μπιρμπίλη, Αλέκα Μαβίλη, Μανώλης Μητσιάς, Μαρία Δημητριάδη, Ζωή Φυτούση, Δώρα Σιτζάνη, Γιάννης Καλατζής, Λίτσα Διαμάντη, Αλέκα Αλιμπέρτη, Ελένη Ροδά, Κώστας Σμοκοβίτης, Δήμητρα Γαλάνη, Γιάννης Πάριος, Μαρίζα Κωχ, Βασίλης Παπακωνσταντίνου.

Στιχουργοί και ποιητές με τους οποίους συνεργάστηκε ο Μάνος Λοίζος ηταν ο Νίκος Γκάτσος, η Κωστούλα Μητροπούλου, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο Γιάννης Νεγρεπόντης, ο Δημήτρης Χριστοδούλου, ο Τάσος Λειβαδίτης, η Μάρω Λήμνου, ο Φώντας Λάδης, ο Μανώλης Ρασούλης.
Πιθανόν να συνεργάστηκαν κι άλλοι καλλιτέχνες γενικώς, μαζί του αλλά να  μου διαφεύγουν  αυτή τη στιγμή ,Θυμάμαι πάντως τα τραγούδια του Μάνου Λοίζου που αγάπησα πολύ….Δελφινάκι, Τζαμάικα, Ο γέρο-νέγρο Τζίμ, Καλημέρα ήλιε, Παραμυθάκι μου, Η δουλειά κάνει τους άντρες, Καράβια αλήτες, Νύχτα μικρή αρχόντισσα, Πως τον αγαπώ, Στρατιώτης, Σαββατόβραδο, Δρόμος, Μια καλημέρα ειν αυτή…και το ορχηστρικό  Ευδοκία.


Τον  Φεβρουάριο του 1982 η Ελένη αποσπάται από το Υπουργείο Παιδείας της Κύπρου στην Κυπριακή Πρεσβεία της Αθήνας. Εγώ μένω στην Κύπρο μέχρι τον Ιούνιο για να τελειώσουν τα παιδιά μας, η Σοφία και ο Δώρος, τη σχολική τους  περίοδο, να τακτοποιήσω τις επαγγελματικές  μου δεσμεύσεις στο ΡΙΚ και να επιμεληθώ την πρώτη μου ποιητική συλλογή με τίτλο « Ημερομηνίες» που κυκλοφορεί τον Μάιο του ίδιου χρόνου.

΄Ολο τον Ιούλιο τον περνάμε στην εγκατάσταση μας στην Αθήνα. Σπίτι, οικοσκευή, προσαρμογή κλπ κλπ και τον Αύγουστο λογαριάζω να τηλεφωνήσω στον Μάνο Λοίζο  για να βρεθούμε, να του δώσω τα ποιήματα μου και να ξανασυναντηθούμε τέλος πάντων,  ύστερα από την πρώτη – και εκ των υστέρων μοναδική- συνάντηση μας στη Λευκωσία. Πλην όμως , διαβάζω στις εφημερίδες πως, κοντά δεκαπενταύγουστος, αναχωρεί για τη Μόσχα, για να μπει σε ένα πρόγραμμα θεραπείας της ασθένειας που τον ταλαιπωρούσε τον τελευταίο καιρό. Θα επέστρεφε σε ένα-δυο μήνες.
Δεν επέστρεψε….

Πέθανε στη Μόσχα στις 17.9.1982 και κηδεύτηκε στις 24.9.82 στο Α΄ Νεκροταφείο  Αθηνών, έχοντας παρέα πλήθος φίλων, συνεργατών και όλων που τον αγάπησαν.

Η τότε Υπουργός Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη είπε, μεταξύ άλλων, στον αποχαιρετηστήριο  λόγο της «… ο δρόμος σου είχε τη δική του ιστορία, φίλε Μάνο. Μια ιστορία σύντομη, μοναδική και μεγάλη.»

Ο Μάνος Λοίζος ειχε παντρευτεί δυο φορές. Τη στιχουργό Μάρω  Λήμνου και την ηθοποιό Δώρα Σιτζάνη. Αδυναμία της ζωής του, η κόρη του Μυρσίνη.
Κλείνοντας το σύντομο αυτό σημείωμα για τον Μάνο Λοίζο  παραθέτω μια πληροφορία για τους φίλους του.

Αν βρεθείτε  στους Αγίους Βαβατσινιάς της επαρχίας Λάρνακας στην Κύπρο, επισκεφτείτε το σεμνό μνημείο που  έστησε η Κοινότητα προς τιμήν του μεγάλου μουσικοσυνθέτη.

  ----------------------------------------------------------------------------------------


ΠΗΓΕΣ



www.musicheaven.gr › e-Περιοδικό › Βιβλίο & Μουσική









www.musiccorner.gr › ΑΡΧΕΙΟ › ΟΤΑΝ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΙΛΑΝΕ










Δημοσίευση σχολίου