Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2015

ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ



                                        












Γιώργης Παυλόπουλος - Τί εἶναι ποίηση...

Ὁμιλία τοῦ ποιητῆ Γιώργη Παυλόπουλου στὴν ἐκδήλωση τοῦ περιοδικοῦ «Γράμματα καὶ Τέχνες» ποὺ ἔγινε πρὸς τιμήν του στὸ «Σπίτι τῆς Κύπρου»στὶς 8-12-1997. Ἀναδημοσιεύεται διασκευασμένη σὲ πολυτονικὸ ἀπὸ τὸ τεῦχος 83 τοῦ περιοδικοῦ «Γράμματα και Τέχνες» (Φεβρουάριος - Μάρτιος 1998)


«Ἂν ἕνα πουλὶ μποροῦσε νὰ πεῖ μὲ ἀκρίβεια τί τραγουδάει, γιατί τραγουδάει, καὶ τί εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸ κάνει νὰ τραγουδάει, δὲν θὰ τραγούδαγε».


Κυρίες και Κύριοι,

Φίλες και Φίλοι,


Παραλλάζοντας αὐτὴ τὴ σημείωση τοῦ Πὼλ Βαλερύ, ἡ ὁποία παραπέμπει ἀμέσως στὸν Ποιητὴ καὶ στὴν Ποίηση, θὰ λέγαμε: «Ἂν ἕνας ποιητὴς μποροῦσε νὰ πεῖ μὲ ἀκρίβεια τί γράφει, γιατί γράφει καὶ τί εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸν κάνει νὰ γράφει, δὲν θὰ ἔγραφε».

Κι ἐγὼ τώρα δὲν ξέρω νὰ σᾶς πῶ τί εἶναι Ποίηση καὶ γιατί γράφω ποιήματα. Πολὺ περισσότερο δὲν ξέρω νὰ σᾶς πῶ σὲ τί μᾶς βοηθάει ἡ Ποίηση καὶ ποιὸς εἶναι ὁ σκοπός της.

Τὸ μόνο ποὺ ξέρω εἶναι πῶς ὁ Ποιητὴς ἦταν πάντα ἕνας ἀφοσιωμένος τῆς Ζωῆς. Εἴτε τὸν γεμίζει χαρά, εἴτε τὸν θλίβει ἡ Ζωή, εἴτε τὸν πάει στὸν Οὐρανό, εἴτε τὸν κατεβάζει στὴν Κόλαση, αὐτὸς μένει πάντα ὁ ἀφοσιωμένος της.

Τὴ μυστήρια ἀγάπη του γιὰ τὴ Ζωὴ δὲν ἔχει ἄλλο τρόπο νὰ τὴν ἐκφράσει: γράφει ποιήματα. Νομίζω ὅτι προσπαθεῖ νὰ ἐκφράσει κυρίως αὐτὸ ποὺ κρύβει ἡ ζωή. Ὅπως ὁ ἔρωτας κρύβει αὐτὸ ποὺ μᾶς κάνει ἐρωτευμένους.

Ἡ Ποίηση λοιπὸν εἶναι πράξη ἐρωτική; Ἢ μήπως πράξη ἀπόγνωσης; Ἢ μήπως καὶ τὰ δυό; Πράξη ἐρωτικὴ καὶ συνάμα πράξη ἀπόγνωσης.


Γιὰ τὴν ποιητικὴ πράξη ἔχουν γραφτεῖ πολλὰ καὶ διάφορα. Καὶ ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς τεχνῖτες καὶ ἀπὸ τοὺς θεωρητικούς. Πολλὲς φορὲς οἱ Ποιητὲς προσπάθησαν νὰ διατυπώσουν τὸν ἀνύπαρκτο ὁρισμὸ τῆς Ποίησης, σὰν νὰ κοίταζαν σ᾿ ἕναν καθρέφτη ὅπου δὲν ἔβλεπαν τὸ πρόσωπό τους, ἀλλὰ τὸ ἀπόλυτο κενό.


 Πρόχειρα σταχυολογήματα

Ἡ ποίηση εἶναι ἡ αἰτία ποὺ φθείρει τὸ κάθε τί ἀπὸ τὸ μὴ εἶναι στὸ εἶναι.
Πλάτων

Ἡ ποίηση ἕνα πρᾶγμα ἀνάλαφρο, ἱερὸ καὶ φτερωτό.
Πλάτων

«Διὸ εὐφυοῦς ἡ ποιητικὴ ἐστιν ἢ μανικοῦ. Τούτων γὰρ οἱ μὲν εὔπλαστοι οἱ δὲ ἐκστατικοὶ εἰσίν».
(Ἡ τέχνη τῆς ποίησης εἶναι ἔργο τοῦ προικισμένου μᾶλλον παρὰ τοῦ μανικοῦ καλλιτέχνη, γιατί ὁ πρῶτος εἶναι ὁ ἐπιδέξιος μιμητής, ἐνῷ ὁ δεύτερος κατέχεται ἀπὸ ἐνθουσιασμὸ καὶ τοῦ λείπει ἡ ψυχικὴ ἠρεμία).
Ἀριστοτέλης

Οἱ ποιητὲς ὅλων τῶν ἐποχῶν ἔλαβαν μέρος στὴ συγγραφὴ ἑνὸς Μεγάλου Ποιήματος ἀενάως ἐν ἐξελίξει.
Σέλλεϋ

Ὅλη ἡ ποίηση εἶναι ποίηση πειραματική.
Στῆβενς

Ἡ ποίηση εἶναι ἡ ἀναζήτηση τοῦ ἀνεξήγητου.
Στῆβενς
Ἡ ποίηση εἶναι ἕνας φασιανὸς ποὺ χάνεται στοὺς θάμνους.
Στῆβενς

Ἡ ποίηση ἀρχίζει πάντα, ὅταν κάποιος ποὺ πρόκειται νὰ γίνει ποιητής, διαβάζει ἕνα ποίημα.
Μίλτον

Ἡ ποίησή μας δημιουργεῖ τὴν ἐντύπωση, ὄχι πὼς ἀνακαλύψαμε κάτι καινούργιο, ἀλλὰ πὼς θυμηθήκαμε κάτι ποὺ εἴχαμε ξεχάσει.
Μπράντλεϋ

Ἡ ποίηση ἀρχίζει μὲ τὴν ἐπίγνωση ἐκ μέρους μας ὄχι τῆς Πτώσης, ἀλλὰ τοῦ ὅτι πέφτουμε.
Μπλούμ

Ἡ ποιότητα ἑνὸς μεγάλου ποιητὴ εἶναι πανταχοῦ παροῦσα καὶ πουθενὰ ὁρατὴ σὰν μία ξεχωριστὴ συγκίνηση.
Κόλεριτζ ἢ Ντὲ Κουίνσυ

Ἡ ποίηση δὲν εἶναι ἕνα ἐλευθέρωμα τῆς συγκίνησης, ἀλλὰ ἀπόδραση ἀπὸ τὴ συγκίνηση. Δὲν εἶναι ἔκφραση τῆς προσωπικότητας, ἀλλὰ ἀπόδραση ἀπὸ τὴν προσωπικότητα.
Τ. Σ. Ἔλιοτ

Οἱ ἀνώριμοι ποιητὲς μιμοῦνται. Οἱ ὥριμοι ποιητὲς κλέβουν.
Τ. Σ. Ἔλιοτ

«Ὁ ποιητὴς κάνει τὸν ἑαυτό του ὁραματιστὴ μέσα ἀπὸ μία μακριά, ἀπεριόριστη καὶ συστηματικὴ ἀποδιοργάνωση ὅλων τῶν αἰσθήσεων. Ὅλες οἱ μορφὲς ἔρωτα, πόνου, τρέλας. Διερευνᾷ τὸν ἑαυτό του, ἐξαντλεῖ μέσα του ὅλα τὰ δηλητήρια καὶ διατηρεῖ τὴν πεμπτουσία τους. Δοκιμασία ἀκατανόμαστη, ὅπου θὰ χρειαστεῖ τὴ μεγαλύτερη πίστη, τὴν ὑπεράνθρωπη δύναμη, ὅπου θὰ γίνει αὐτὸς μέσα ἀπ᾿ ὅλους, ὁ μέγας σακάτης, ὁ μέγας ἀφορισμένος καὶ ὁ ὑπέρτατος ἐπιστήμων. Γιατί φτάνει τὸ ΑΓΝΩΣΤΟ! Ἔτσι λοιπόν, τί κι ἂν καταστραφεῖ στὴν ἐκστατικὴ πτήση του μέσα ἀπὸ πράγματα πρωτάκουστα, ἀκατανόμαστα;»
Ἀρτοὺρ Ῥεμπώ

Ἡ ποίηση ὑπαγορεύεται ἀπὸ ἕνα δαιμόνιο, ἂν καὶ θὰ ἦταν ὑπερβολὴ νὰ τὸ χαρακτηρίσει κανεὶς ἀγγελικό.
Σέσλαβ Μίλοζ

Στὴν ἴδια τὴν οὐσία τῆς ποίησης ὑπάρχει κάτι τὸ ἀπρεπές: Φανερώνονται πράγματα ποὺ δὲν ξέραμε πὼς τὰ κρύβαμε μέσα μας καὶ τρομάζουμε σὰ νὰ εἶχε ξεπηδήσει μία τίγρης καὶ στεκόταν μπροστά μας στὸ φῶς τινάζοντας τὴν οὐρά της.
Σέσλαβ Μίλοζ

Ἡ ποίηση εἶναι ἔκφραση, ἂν ἕνας στίχος εἶναι ἔκφραση, ἂν καθένα ἀπὸ τὰ μέρη ποὺ ἀπαρτίζουν ἕνα στίχο, κάθε μία λέξη, εἶναι ἐκφραστικὰ μόνα τους.
Κρότσε

Ἡ ποίηση δὲν ἀνήκει σ᾿ αὐτοὺς ποὺ τὴ γράφουν ἀλλὰ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ τὴν ἔχουν ἀνάγκη.
Πάμπλο Νερούντα

Ἡ ποίηση εἶναι ἡ πιὸ πυκνὴ μορφὴ προφορικῆς ἔκφρασης.
Ἔζρα Πάουντ

Ἂν κάποιος μάθει καλὰ ἑλληνικά, μπορεῖ νὰ βρεῖ σχεδὸν «ὁλόκληρη τὴν ποίηση» στὸν Ὅμηρο.
Ἔζρα Πάουντ

Ἡ ποίηση δὲν ἔχει καθόλου χρῆμα, ἀλλὰ καὶ τὸ χρῆμα δὲν ἔχει καθόλου ποίηση.
Ρόμπερτς Γκρέιβς

Ἂν δὲν μπορεῖς νὰ εἶσαι ποιητής, γίνε τὸ ποίημα.
Ντέιβιντ Καραντάιν

Ἡ χειρότερη μοῖρα γιὰ ἕναν ποιητὴ εἶναι νὰ τὸν θαυμάζουν χωρὶς νὰ τὸν καταλαβαίνουν.
Ζὰν Κοκτώ

Ἡ ποίηση εἶναι τὸ καταφύγιο ποὺ φθονοῦμε.
Κώστας Καρυωτάκης

Ἡ ποίηση ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀνθρώπινη ἀνάσα.
Γιῶργος Σεφέρης

Εἶναι παράξενο πὼς γράφει κανεὶς ποιήματα.
Γιῶργος Σεφέρης

Ἡ ποίησις εἶναι ἀνάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου.
Ἀνδρέας Ἐμπειρίκος

Ἀφοῦ δὲν εἶπες τίποτα κύριε ποιητή, γιατί ἐνόχλησες τὶς λέξεις;
Κώστας Μόντης

Ἡ ποίηση δὲν εἶναι ὁ τρόπος νὰ μιλήσουμε, ἀλλὰ ὁ καλύτερος τοῖχος νὰ κρύψουμε τὸ πρόσωπό μας.
Μανόλης Ἀναγνωστάκης

Ἡ ὀμορφιὰ καραδοκεῖ. Ἂν εἴμαστε εὐαίσθητοι, θὰ τὴν αἰσθανθοῦμε μέσα στὴν ποίηση ὅλων τῶν γλωσσῶν.
Μπόρχες

Ὅταν διαβάζουμε ἕνα καλὸ ποίημα, φανταζόμαστε πὼς κι ἐμεῖς θὰ μπορούσαμε νὰ τὸ ἔχουμε γράψει, πὼς τὸ ποίημα προϋπῆρχε μέσα μας.
Μπόρχες


Ὁ κατάλογος εἶναι ἀνεξάντλητος ὅπως ἀνεξάντλητες εἶναι οἱ ἄπειρες αἰσθήσεις ποὺ μᾶς ὑποβάλλει ἡ Ποίηση. Θὰ σταματήσω ἐδῶ. Καὶ θὰ τὸν κλείσω μὲ μία φράση τοῦ Πεσόα:

Ὁ ἄνεμος φυσάει
ἔτσι ὅπως τὸν ἄκουσε ὁ Ὅμηρος
ἀκόμα κι ἂν δὲν ὑπῆρξε ποτὲ

Ἀνέφερα τὸν Πεσόα, ἀλλὰ δὲν σᾶς ἀποκάλυψα τὰ ὀνόματα ἐκείνων ποὺ ἔγραψαν αὐτοὺς τοὺς στοχασμοὺς γιὰ τὴν Ποίηση. Καλύτερα ἔτσι.Ἴσως αὐτὸς ὁ τρόπος μᾶς φέρνει πιὸ κοντά σε Κεῖνον ποὺ ἀποσβύνοντας ὁλοένα τὸ πρόσωπό του μέσα στὸ ἔργο του, γίνεται ὁ ἄλλος, γίνεται οἱ ἄλλοι, γίνεται ὁ Κανένας. Θέλω νὰ πῶ μας φέρνει πιὸ κοντὰ στὸν Ποιητὴ καὶ στὸ Ποίημα.

Καὶ τί εἶναι τελικὰ τὸ Ποίημα; Ἴσως εἶναι τὸ νόμισμα ποὺ σφίγγει στὰ δόντια του ὁ Ποιητὴς γιὰ νὰ μπεῖ στὴ βάρκα τοῦ Θανάτου. Μὲ αὐτὸ θὰ πληρώσει γιὰ τὸ μέγα θαῦμα ποὺ ἀξιώθηκε καὶ ποὺ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν ἴδια τη ζωή.
Ἔχω γράψει τοῦτο τὸ χαϊ-κού:

Ὅλοι χωρᾶμε
οἱ ζωντανοὶ κι οἱ νεκροὶ
σ᾿ ἕνα ποίημα

Ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ μνήμη τοῦ κόσμου χωράει μέσα στὴν Ποίηση. Ἢ τουλάχιστον αὐτὴ τὴ μαγικὴ ἐντύπωση μᾶς δίνει ἡ τέχνη τῆς Ποίησης. Πὼς ὅσα ἔχουν χαθεῖ καὶ κεῖνα ποὺ θὰ ἔρθουν καὶ θὰ περάσουν καὶ θὰ χαθοῦν θὰ μείνουν γιὰ πάντα μέσα στὴν Ποίηση. Θὰ μείνουν γιὰ πάντα μέσα στὴν Ποίηση «ὅσα κι ἂν εἶναι λίγα αὐτὰ ποὺ σταματιοῦνται», ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Ἀλεξανδρινός.


-------------------------------------------------------------------------------------------------






Γιώργης Παυλόπουλος, Τα αντικλείδια

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για να ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.

Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.



υλικό για τη διδασκαλία
(από το "δυσεύρετο" βιβλίο του καθηγητή)



1. Αν ό,τι λέμε ποίηση δεν είναι μόνο και τόσο το άθροισμα των εκατομμυρίων ποιημάτων που γράφτηκαν πάνω στη γη, αλλά προπάντων ο ρυθμός που συνέχει τον μέσα και τον έξω κόσμο (το μοναχικό τραγούδι των Μουσών στο προοίμιο της Θεογονίας του Ησιόδου), τότε η τύχη του ποιήματος εξαρτάται από το κατά πόσον αναπολεί και ανακαλεί αυτόν τον κρυφό ρυθμό, που κάποτε γίνεται και ονειρικός εφιάλτης. Ας πούμε λοιπόν πως το κάθε ποίημα είναι ένα βέλος μοναχικό που σκοπεύει το ρυθμικό κέντρο του κόσμου και φαντάζεται πως είναι και μοναδικό, σημάδι και σύμβολο, εκείνης της κρυμμένης ποίησης. Αν καθ' οδόν πολλαπλασιάζεται, τούτο συμβαίνει γιατί ο ποιητής αισθάνεται πως η βολή κάπως και κάπου αστόχησε, και ξαναδοκιμάζει.
Το παράκανα ίσως με τις μεταφορές και τις παραβολές, προσπαθώντας να πω πως Τα Αντικλείδια του Παυλόπουλου πρέπει πρώτα να ακουστούν μόνα τους: ως δοκιμές για να οριστεί το άπιαστο είδωλο της ποίησης και το φάντασμα του ενός ποιήματος. Κι αυτή, νομίζω, είναι η πρώτη αρετή τους.

Δ.Ν. Μαρωνίτης, «Τα αντικλείδια της ποίησης», Διαλέξεις, Στιγμή, 1992, σ. 135-151






2. Τόσο στα Αντικλείδια όσο και στον Αίνο άμμο, λοιπόν, έχουμε να κάνουμε με ποιήματα ποιητικής, τα περισσότερα από τα οποία αποπνέουν την αίσθηση του ανικανοποίητου και του φευγαλέου, του χειροπιαστού -σώματος ή πράγματος- που όμως ξαφνικά εξαϋλώνεται και εξαφανίζεται, από κοντινό και οικείο γίνεται μακρινό και απρόσιτο, από φιλικό γίνεται απροσδόκητα άφιλο ή και εχθρικό ακόμη, κάποτε μάλιστα γίνεται επίβουλα εχθρικό, όπως συμβαίνει συνήθως με το εκάστοτε γραφόμενο -τη στιγμή που γράφεται- ποίημα.

Κώστας Παπαγεωργίου, «Ο ποιητής Γιώργης Παυλόπουλος», Γράμματα και Τέχνες, ό.π.,σ. 29-30.



3. Ας πάρουμε ως πρώτο παράδειγμα το ποίημα του «Τα Αντικλείδια» από την ομώνυμη συλλογή του. Ο Παυλόπουλος γράφει:

Πολλά έχουν γραφεί για αυτό το ποίημα. Αυτό όμως είναι εντελώς φυσικό, γιατί ένα ποίημα που έχει ως θέμα την υφή της ίδιας της ποίησης αναπόφευκτα θα τραβήξει το ενδιαφέρον των κριτικών και θεωρητικών της ποίησης. Αλλά το ποίημα δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις στα ερωτήματα για την φύση της ποίησης που απασχολούν και τον ίδιο τον ποιητή. Οι δυσκολίες γίνονται μεγαλύτερες καθ' όσον προσπαθούμε να διατυπώσουμε τις ιδέες του ποιητή για τη φύση της ποίησης ανεξάρτητα από το ποίημα. Έτσι πολλοί, στην προσπάθεια τους να ερμηνεύσουν τις ιδέες του ποιητή ανεξάρτητα από το ποίημα, έχουν αντιμετωπίσει ερωτήσεις που φαίνονται αναπάντητες. Αν η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή, γιατί χρειαζόμαστε αντικλείδια; Αν η ποίηση είναι πόρτα, σε τι είναι πόρτα; Όταν κοιτάμε μέσα, σε τι μέσα κοιτάμε;

Ίσως όμως κάτι μπορεί να καταλάβουμε από το νόημα του ποιήματος χωρίς να απαντήσουμε όλες αυτές τις ερωτήσεις. Η ποίηση, μας λέει ο ποιητής, είναι μια πόρτα ανοιχτή. Μερικοί συναντούν την πόρτα και την προσπερνούν. Δεν κοιτάζουν για τίποτα, αλλά ούτε και βλέπουν τίποτα. Αυτοί όμως που βλέπουν κάτι και που συναρπάζονται από τη μαγεία του, προσπαθούν να μπουν μέσα - προσπαθούν να δουν περισσότερα. Η πόρτα (η ποίηση) τότε κλείνει και δεν υπάρχει κλειδί γι' αυτήν. Αναπόφευκτα μερικοί χάνουν όλη τους τη ζωή ψάχνοντας για το ανύπαρκτο κλειδί που θα τους ανοίξει την πόρτα της ποίησης - θα τους επιτρέψει να εννοήσουν τη φύση της. Δυστυχώς ή ευτυχώς, το μόνο που μπορεί να κάνει κανείς, είναι αντικλείδια - δηλαδή, ποιήματα. Με άλλα λόγια, η κατανόηση μας του ποιητικού κόσμου, αυτό που προσπαθούμε να αρπάξουμε με το μάτι μας όταν κοιτάμε μέσα, μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τα ποιήματα που δημιουργούμε.

Γιώργος Αναγνωστόπουλος, «Γιώργης Παυλόπουλος - Ποιητής ολίγων λέξεων και πολλών ιδεών», Γράμματα και Τέχνες, τεύχ. 83, Φεβρ.-Μάιος 1998, σ. 31 -36.



4. Η ποιητική δημιουργία είναι μια πράξη ερωτική και συνάμα μια υπέρτατη δοκιμασία, παλεύοντας στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου να φτάσεις στην αλήθεια της τέχνης σου. Η στιγμή αυτής της αλήθειας είναι απατηλή και πρόσκαιρη όπως η στιγμή κάθε ευτυχίας. Γρήγορα ξαναρχίζεις, πέφτοντας πάλι στην ίδια κατάσταση. Και η μόνη φιλοδοξία σου είναι, να μην καταλάβει ποτέ κανείς την αγωνία σου όταν έγραφες το έργο σου, να μην φανεί ποτέ μέσα στο έργο το παραμικρό σημάδι αυτής της αγωνίας.

Τα πράγματα που αγγίζουν σε βάθος, τη ζωή μας, όπως η Ποίηση, μπορεί να ειπωθούν μονάχα μέσα από τις προσωπικές εμπειρίες μας. Δεν ορίζονται μέσα από θεωρίες και αφηρημένες έννοιες. Νομίζω ότι δεν υπάρχει κανένας ορισμός για την Ποίηση. Ωστόσο ας μου επιτραπεί να την φαντάζομαι και να την ονειρεύομαι σαν μια πόρτα ανοιχτή.

«Ο Γιώργης Παυλόπουλος μιλάει για την ποίηση και το έργο του», Γράμματα και Τέχνες, τεύχ. 83, Φεβρ.-Μάιος 1998, σ. 24-26



5. Και τώρα μπορώ να πω ότι θεωρώ τον Γιώργη Παυλόπουλο ένα πολύ σημαντικό ποιητή γιατί πέρα από θαυμάσιους στίχους και εξαίσια ποιήματα έχει ντύσει ένα ολόκληρο ποιητικό έργο, έναν πολυδιάστατο ποιητικό κόσμο. Ο Παυλόπουλος δεν μας αναγκάζει να διαρρήξουμε τις πόρτες αυτού του κόσμου. Ούτε όμως αφήνει πάντα τις πόρτες του ανοιχτές. Μας δίνει τα αντικλείδια, όπως λέει ο ίδιος, για να μπούμε μέσα του, να τον αναγνωρίσουμε, να δούμε ότι οι πόρτες του είναι άπειρες, και να ξαναβγούμε στο δικό μας κόσμο πολύ πιο πλούσιοι από πριν.

Τίτος Πατρίκιος, «Ο Γιώργης Παυλόπουλος και τα αντικλείδια της ποίησης», Γιώργης Παυλόπουλος Νέο Επίπεδο, Μάρτιος 1995, σ. 3-8


6. Η μετακίνηση του Παυλόπουλου από τη συμβολική διαστρωμάτωση του ποιητικού μύθου, στην παραβολική διαχείριση του, που ήδη αναγνωρίζεται εύκολα στα ποιήματα των «Αντικλειδιών» και στα επόμενα, νομίζω ότι σχετίζεται άμεσα με την ταυτόχρονη μετάβαση του από το ποίημα-γεγονός, έστω και αν αυτό λειτουργεί μέσα σε μια συστοιχία άλλων ομοειδών ποιημάτων, στο ποίημα εκείνο όπου η δοκιμασία του δημιουργού της ποιητικής σύνθεσης αποτελεί την κυρίως υπόθεση του ποιήματος. Κατ' αναλογία, εξασθενίζουν οι ιστορικές συνδηλώσεις απ' όπου άλλα προγενέστερα συνήθως ποιήματα αντλούσαν τη δραματική τους απόγευση και, αντίθετα, δυναμώνουν οι αποστασιοποιητικοί μηχανισμοί, ενεργοποιώντας συνάμα τη φαντασία του ποιητή η οποία και καταλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερο χώρο ως προς τα όρια της συμμετοχής της στη διαμόρφωση του ποιήματος. Είναι αυτό που διαπιστώνει αμέσως ο αναγνώστης, διαβάζοντας «Τα αντικλείδια», με τη μυθική ατμόσφαιρα να εξαρτάται όλο και πιο λίγο από τις προποιητικές εμπειρίες, ενώ οι σκηνοθετικοί χειρισμοί του ποιητή, είναι αυτοί που υποβάλλουν στον αναγνώστη τα ερωτήματα που τον έχουν ήδη δοκιμάσει.

Αλέξης Ζήρας, «Ο καθρέφτης ως σύμβολο του μεταιχμίου. Μια ανασκευή του μύθου στην ποίηση του Γιώργη Παυλόπουλου», Νέο Επίπεδο, ό.π., σ. 3-10.


7. Το ποίημα είναι αφήγηση ενός προσώπου - δεν ενδιαφέρει νομίζω αν ταυτίζεται ή όχι με τον ποιητή• η αφήγηση δεν αφορά ένα συγκεκριμένο συμβάν, αλλά μια επαναλαμβανόμενη ανά τους αιώνες διαδικασία απόπειρας να παραβιασθεί η ανοιχτή πόρτα της ποίησης. Το πρόσωπο που αφηγείται δεν εμφανίζεται στο ποίημα ως υποκείμενο ενός άμεσου πρώτου ρηματικού προσώπου- τα όσα λέγει διεκδικούν την εγκυρότητα του αντικειμενικού, αυτού που αορίστως επαναλαμβανόμενο συμβαίνει και που περιγράφεται στο ποίημα από ένα πρόσωπο που διαθέτει μία συνολική εποπτεία στον χώρο - που είναι ο κόσμος -το σύμπαν- και στον χρόνο που είναι από τότε που υπάρχει ο κόσμος.

[...] Αλλά ας επιστρέψουμε στην αναζήτηση του κλειδιού. Το κλειδί είναι ένα - τα αντικλείδια πολλά, όμως, Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ για όσους μπόρεσαν να δουν στο βάθος. Το βάθος είναι απροσπέλαστο; Αυτό σημαίνει ότι η ποίηση δεν μπορεί να κατακτηθεί ως ουσία; Ας θυμηθούμε την πλατωνική αντίληψη για το σπήλαιο• μόλις βγουν οι ψυχές απ' αυτό και αντικρύσουν το φως της ιδέας, τυφλώνονται από την λάμψη του• στιγμιαία μόνο μπορούν να το κοιτάξουν.

Τα ποιήματα είναι αντικλείδια δεν είναι κλειδιά• είναι αντικλείδια• -για ν' ανοίξουμε την πόρτα, που είναι ανοιχτή όσο δεν θέλουμε να την διαβούμε και που κλείνει, όταν θελήσουμε να την περάσουμε-. Αναζητούμε την μαγεία της ποίησης και μόλις θελήσουμε να γίνουμε κοινωνοί της, η πόρτα κλείνει, όπως όταν πας σε μια πηγή να ξεδιψάσεις και εκείνη στερεύει, όπως δηλ. σε ένα εφιάλτη - επομένως ο ποιητής είναι ένας εξόριστος από τον κόσμο της ποιητικής μαγείας. Ανήκει όμως σ' αυτόν γι' αυτό και η αγωνιώδης προσπάθεια να διαβεί την κλειστή της πόρτα. Επομένως η Ποίηση δεν είναι το σύνολο των ποιημάτων που γράφτηκαν από τότε που υπάρχει ο κόσμος• είναι αυτό που ποτέ δεν ειπώθηκε και ούτε πρόκειται ποτέ να ειπωθεί.

Το ποίημα τελειώνει όπως άρχισε (κύκλος). Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή • η πρόσκληση ανανεώνεται• η περιπέτεια δεν έχει τέλος• η πόρτα θα ξανακλείσει, αλλά θα παραμένει ανοιχτή. 

Αντίφαση λογική, όχι όμως ποιητική, ούτε φιλοσοφική:
Ξυνόν γαρ αρχή και πέρας επί κύκλου περιφερείας

[Ηράκλειτος]

Τασούλα Καραγεωργίου, «Τα αντικλείδια του Γιώργη Παυλόπουλου μία διδακτική δοκιμή», Γράμματα και Τέχνες, ό.π., σ. 37-39.

 --------------------------------------------------------------------------------------------------------------



Ο Γιώργης Παυλόπουλος  απαντά μιλώντας για την Ποίηση και τα αντικλείδια της στη συνέντευξή του στον Κώστα Λιόντη που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα  «Η ΑΥΓΗ» στις 1.6.1986



«  Όταν έχεις γεννηθεί και έχεις ζήσει σε μια χώρα με τεράστια και τόσο πολυσήμαντη πνευματική και ποιητική παράδοση, προσπαθώντας να γράψεις τα λίγα ποιήματα σου σε μια γλώσσα από τις αρχαιότερες του ευρωπαϊκού πολιτισμού, τις πιο πλούσιες και πιο ζωντανές, νιώθεις να σου κόβονται συχνά τα γόνατα. Ωστόσο οι καλύτεροι ποιητές της δικής μου γενιάς που την αποδεκάτισαν στον Πόλεμο, στην Κατοχή και στον Εμφύλιο —της πρώτης μεταπολεμικής όπως συνηθίζουν να τη λένε— φρόντισαν να μη χάσουν τη συνείδηση αυτής της παράδοσης και να μη ψευτίσουν τη γλώσσα. Φρόντισαν να βλέπουν όσο μπορούν καθαρότερα τον κόσμο μας, τον άνθρωπο και την εποχή μας — εποχή αδικίας, απανθρωπιάς και μεγάλου πόνου. Και ακόμη προσπάθησαν να κρατηθούν «στο ύψος μιας Ελλάδας που γυρεύουμε με τόσο πάθος και που τόσο λίγοι προσεγγίζουν», όπως γράφει ο Γιώργος Σεφέρης.

Αν αυτά τα στοιχεία υπάρχουν, καθώς νομίζω, και στη δική μου δουλειά, δεν ξέρω να πω σε τι με βοήθησαν και τι μπορεί να έδωσα μέχρι σήμερα στην Ποίηση. Ανακαλούν μονάχα τη συγκίνηση που ένιωθα όταν έγραφα τα ποιήματα μου. Την πιο βαθιά της ζωής μου.

Πολλές φορές, γράφοντας ένα ποίημα, έχεις το δυνατό συναίσθημα ότι σε παραστέκουν όλοι οι τεχνίτες που σε ανάθρεψαν και που αγάπησες πολύ. Σαν τους δίνεις αναφορά για κείνο και για τ' άλλο που θέλεις να κάνεις. Κι ενώ σε παρακολουθούν προσεχτικά, διαπιστώνεις ξαφνικά ότι σ' έχουν αφήσει ολομό­ναχο. Έτσι, πρέπει να πας ως το τέλος. Ολομόναχος. Κι ωστόσο, από τη στιγμή που το ποίημα θα«πιάσει» μέσα σου και θα αρχίσεις πάλι τα ίδια — σκαψίματα, θεμελίωμα, σκαλωσιές κ.λ.π. — δεν ξέρεις αν δουλεύεις μόνος σου ή με σαράντα πέντε μαστόρους κι εξήντα μαθητάδες. Κάπως έτσι νιώθω τη μαθητεία μου στον Σεφέρη και την επίδραση που δέχτηκα από το έργο του και την προσωπικότητα του.

Δεν μπορείς να εξηγήσεις πώς γίνεται ένα ποίημα. Ένα ποίημα προετοιμάζεται μέσα σου από τα παιδικά σου ακόμη χρόνια. Ένα άλλο προαισθάνεσαι να σε περιμένει στο στρίψιμο του δρόμου. Και πράγματι σε περιμένει. Ένα άλλο που δεν θα το γράψεις ποτέ, ξέρεις ότι θα το σκέφτεσαι ως την ώρα του θανάτου σου.

Το ποίημα έρχεται και φεύγει, ξαναγυρίζει, ξαναφεύγει, ξαναγυρίζει. Μπορεί να περάσουν χρόνια ή μια ολόκληρη ζωή, παλεύοντας να πιάσεις τον ίσκιο ενός πουλιού. Κι όταν το τελειώσεις, όταν νομίζεις ότι το τελείωσες, ποτέ δεν θα μπορέσεις να ξεχωρίσεις αυτό που ήθελες να κάνεις από κείνο που έκανες. Σου αρέσει βέβαια να λες «Αυτό πήγαινα να κάνω». Όμως όταν ξεκινούσες δεν ήξερες τίποτα σχεδόν από αυτό που πήγαινες να κάνεις. Έψαχνες στα σκοτεινά.

Αν από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι τη δικτατορία των συνταγματαρχών, η ζωή σε τούτο τον τόπο πέρασε ανάμεσα σε συρματοπλέγματα, φωτιά και αίμα· αν ο διάλογος των νεκρών και των επιζώντων αυτής της τραγωδίας, συνεχίζεται ακόμη μέσα στο ολόφωτο δικαστήριο της μνήμης· αν όταν μιλάμε για τον άνθρωπο και τον πόνο του ανθρώπου, λογαριάζουμε πιο πολύ τη δίψα του για Δικαιοσύνη· αν ο παλιοτενεκές του Πολέμου, δεμένος στην ουρά μιας σκύλας ανθρωπότητας που κατατρομαγμένη τρέχει και δε σώνει, ακούγεται πάντα στους εφιάλτες μας· αν ο Ποιητής μελετώντας το σκοτάδι, δεν έχει άλλο μέτρο από το φως — τότε μπορώ να πω ότι η ευθύνη μου στην Ποίηση ήταν εκτός από ό,τι άλλο και η ελεύθερη κατάθεση μου για την εποχή μας, μέσα από τέτοια βιώματα και εμπειρίες.

Άλλωστε πιστεύω ότι όλη η Ποίηση είναι βιωματική. Τα πρόσωπα και οι εικόνες που περνάνε ολοένα μέσα στην Ποίηση δεν είναι τίποτ' άλλο από τα «γεννήματα της ψυχής» του ποιητή.

Είμαι οπωσδήποτε ολιγογράφος. Όμως πιστεύω ότι ο αριθμός των ποιημάτων που θα γράψει ένας ποιητής είναι αμετάκλητος και δεν εκφράζεται ούτε με το «λίγο», ούτε με το «πολύ». Είναι, επιτρέψατε μου να πω, ένας αριθμός μαγικός. Τον προϋποθέτουν όλοι οι αριθμοί των ποιημάτων που γράφτηκαν πριν και που θα γραφούν μετά από αυτόν. Με την έννοια ότι η Τέχνη δεν γίνεται με τον Έναν αλλά με τους Πολλούς, που το άθροισμα των έργων τους είναι αποτέλεσμα μιας βαθιάς αλληλεγγύης ανάμεσα τους. Έπειτα, ο αριθμός των ποιημάτων ενός συγκεκριμένου ποιητή, είναι συνάρτηση της ζωής του, μοναδικής όπως του κάθε ανθρώπου η ζωή. Δεν μπορώ να φανταστώ ένα ποίημα λιγότερο ή ένα ποίημα περισσότερο από τα υπάρχοντα λ.χ. του Μπασό ή του Βιγιόν, γιατί δεν μπορώ να φανταστώ διαφορετικό το άθροισμα των ημερών του βίου αυτών των ποιητών. Ακόμη θα έλεγα ότι ο αριθμός αυτός είναι τόσο υποθετικός όσο και πραγματικός, αφού ο χρόνος, είτε το θέλουμε είτε όχι, θα τον καθορίζει διηνεκώς στη συνείδηση του κόσμου.

Εξηγούμαι: πόσα ποιήματα έχουν μείνει στη συνείδηση του κόσμου από εκείνα πολυγραφότατων ποιητών που ξεπέρασαν κατά εκατοντάδες λ.χ. εκείνα τα 154 του Καβάφη. Μήπως όμως και ο αριθμός των αποτυχημένων ποιημάτων μας πρέπει να λογαριάζεται στο σύνολο των έργων που σημαδεύουν την πρόοδο της Τέχνης;

Όσο για τη «βασανιστική πικρή μνήμη» που επισημαίνετε στα ποιήματα μου, δεν την θεωρώ ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της δικής μου μόνο δουλειάς. Στα χρόνια μας οι περισσότεροι ποιητές είδαν τον κόσμο να σβήνει, τους ανθρώπους να χάνονται για το τίποτα, την ιστορία να γίνεται σκόνη, το κακό να χτυπάει παντού. Μερικοί κατέβηκαν ως κάτω τη σκάλα και περπάτησαν ανάμεσα στους νεκρούς. Πικράθηκαν πολύ και δεν μπορούνε να ξεχάσουν. Και η μνήμη γίνεται βασανιστική καθώς πάει να σε προδώσει γιατί φοβάσαι ότι δεν θα προφτάσεις να μαρτυρήσεις όλη την αλήθεια. Συλλογίζομαι τώρα ότι η ποίηση που γράφτηκε σε κάποιους όλβιους καιρούς, μας δίνει πολλές φορές την εντύπωση μιας κότας ψευτοβιασμένης από πληκτικούς, ακμαίους λυρικούς κοκκόρους. Ίσως γινόμαστε άδικοι. Ίσως τη συγκρίνουμε με την ποίηση του καιρού μας που μας συγκινεί περισσότερο γιατί μοιάζει πιο πολύ με την κουρελιασμένη μνήμη μας. Μια κουρελιασμένη οθόνη όπου προβάλλονται βασανιστικά, ακατάπαυστα κουρελιασμένες εικόνες.

Δεν ξέρω να σας πω ποιο είναι το κέντρο και ποια η περιφέρεια όταν συλλογίζομαι τη γεωγραφία της Λογοτεχνίας. Άμα πιστεύεις στη δουλειά σου έχεις το θαυμάσιο συναίσθημα ότι δουλεύεις μέσα σε μια παγκόσμια συντεχνία. Αυτό, για έναν συνειδητό δημιουργό, είναι μια φυσική κατάσταση. Και νομίζω ότι δεν θα του άρεσε να τον κατατάσσουν σε κάποια κατηγορία, ανάλογα με το μέρος που του έλαχε να ζει είτε από ανάγκη, είτε από τύχη, είτε από δική του επιλογή. Έχω έναν φίλο Ινδιάνο. Είναι ποιητής και ζει χρόνια σ' ένα δάσος της Δυτικής Βιργινίας, στις παρυφές των Απαλαχίων. Δεν μπορώ να σκεφτώ και κείνον και μένα που ζω σε μια μικρή πόλη της Δυτικής Πελοποννήσου, περιχαρακωμένος σε κάποια περιφέρεια, έξω από τα μεγάλα κέντρα του Πνεύματος και της Τέχνης ή τις λεγόμενες πολιτιστικές πρωτεύουσες. Αν είναι αλήθεια ότι ο κόσμος αρχίζει από τη γειτονιά μας, τότε είναι και αλήθεια ότι ο κήπος της Λογοτεχνίας ποτίζεται από όλες τις γειτονιές του κόσμου. Ποιος θα μου πει όμως σε ποια περιφέρεια εντάσσονται οι λογοτέχνες που γράψανε το έργο τους πάνω σε καράβια, μέσα σε φυλακές, σε εξορίες, ή διωγμένοι και κυνηγημένοι από τόσο σε τόπο;

Συχνά στα ποιήματα μου εκμεταλλεύτηκα τα όνειρα που είδα στον ύπνο μου. Πιστεύω ότι στα όνειρα επανέρχονται εναργέστερα οι σημαντικές του κόσμου και της ζωής μας στιγμές. Γιατί ο ύπνος είναι ο σκοτεινός θάλαμος όπου τυπώνονται τα αρνητικά των αυθεντικών εικόνων της ύπαρξης μας.

Η ποιητική δημιουργία είναι μια πράξη ερωτική και συνάμα μια υπέρτατη δοκιμασία, παλεύοντας στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου να φτάσεις στην αλήθεια της τέχνης του. Η στιγμή αυτής της αλήθειας είναι απατηλή και πρόσκαιρη όπως η στιγμή κάθε ευτυχίας. Γρήγορα ξαναρχίζεις, πέφτοντας πάλι στην ίδια κατάσταση. Και η μόνη φιλοδοξία σου είναι, να μην καταλάβει ποτέ κανείς την αγωνία σου όταν έγραφες το έργο σου, να μην φανεί ποτέ μέσα στο έργο το παραμικρό σημάδι αυτής της αγωνίας.

Τα πράγματα που αγγίζουν σε βάθος, τη ζωή μας, όπως η Ποίηση, μπορεί να ειπωθούν μονάχα μέσα από τις προσωπικές εμπειρίες μας. Δεν ορίζονται μέσα από θεωρίες και αφηρημένες έννοιες. Νομίζω ότι δεν υπάρχει κανένας ορισμός για την Ποίηση. Ωστόσο ας μου επιτραπεί να την φαντάζομαι και να την ονειρεύομαι σαν μια πόρτα ανοιχτή.  "


  ------------------------------------------------------------------------------------------



(Περιοδικό ΟΡΟΠΕΔΙΟ #1, Αύγουστος 2006)

Ο Γιώργης Παυλόπουλος (Πύργος, 1924) εμφανίστηκε στα Γράμματα το 1943 με τη δημοσίευση του ποιήματός του «Ο νεκρός Γ. Π.» στο τεύχος 4 του περιοδικού ‘Οδυσσέας’, που εξέδιδε ο ίδιος με φίλους του στον Πύργο. Έχει εκδώσει μέχρι σήμερα τις ποιητικές συλλογές: , Ερμής 1971, , Κέδρος 1980, , Στιγμή 1988, , Στιγμή 1990, , Νεφέλη 1997, , Κέδρος 2004.

 Με έξι μόλις βιβλία σε μια ποιητική διαδρομή 60 χρόνων γίνεται αντιληπτό ότι ο ποιητής είναι ολιγογράφος, αν και χαρακτηριστικός και σημαντικός εκπρόσωπος της γενιάς του, της Α΄ Μεταπολεμικής. 

Στο σύνολό της σχεδόν η ποίηση του Παυλόπουλου χαρακτηρίζεται από μια ήπια και κατασταλαγμένη δραματικότητα. Μια δραματικότητα που πηγάζει εν γένει από την απώλεια: συντρόφων, φίλων και συναγωνιστών, αγαπημένων γυναικών, της νεότητας αλλά και της ζωής γενικά που μεταβάλλεται και φεύγει, του έρωτα που αμβλύνεται και παρέρχεται. 

Η γραφή του είναι αισθαντική και διάχυτα μελαγχολική, εκφραστική και λιτή, ευανάγνωστη και διαυγής στην επιφάνεια, ωστόσο πολυσήμαντη και ενίοτε σκοτεινή στο βάθος της, βιωματική, αφηγηματική και με διάθεση φιλοσοφική, με εικόνες εναργείς που κινούνται διαλεκτικά μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας.

 Στη θεματογραφία του εξέχουσα θέση κατέχουν η μνήμη για όσα οδυνηρά βίωσε τόσο σε σχέση με τη δύστροπη εποχή στην οποία ανδρώθηκε (Πόλεμος, Κατοχή, Αντίσταση, Εμφύλιος, ψυχροπολεμική μετεμφυλιακή περίοδος) όσο και σε σχέση με την προσωπική του ζωή, ένας διαβρωτικός –άλλοτε ορατός και άλλοτε αδιόρατος– φόβος, η διάψευση των οραμάτων και των ελπίδων, ο θάνατος, οι εν Άδη καταβάσεις και οι νεκροί, οι αλλεπάλληλες και διαρκείς μεταμορφώσεις, μια εναγώνια μέχρις οδύνης επιθυμία αυτοπροσδιορισμού, τα όνειρα, ο έρωτας –ως αντιστάθμισμα, εκτός των άλλων, στα επαχθή της ζωής του γεγονότα– και, κυρίως, η αγάπη η αναλλοίωτη.

 Εμφανή στην ποίησή του είναι ακόμη η ερωτοτροπία με θέματα και πρόσωπα από την αρχαιοελληνική λογοτεχνική παράδοση, η υιοθέτηση ορισμένες φορές τρόπων του δημοτικού τραγουδιού, καθώς και μια έντονη αυτοαναφορικότητα, ένας αγωνιώδης προβληματισμός για την ποίηση και την ποιητική –κυρίως στις συλλογές και τα ποιήματα ποιητικής αφθονούν. Πάντως, σε κάθε περίπτωση η σχέση του Παυλόπουλου με την ποίηση είναι αναμφισβήτητα ερωτική. 

Το παρόν Ανθολόγιο με τον περιορισμένο αριθμό ποιημάτων από το σύνολο του ποιητικού corpus του δημιουργού έγινε με γνώμονα δύο κριτήρια:

 Πρώτον, την αντιπροσωπευτικότητα σε συνδυασμό με την ποιότητα· από τα καλύτερα δηλαδή ποιήματά του ανθολογήθηκαν τα πιο αντιπροσωπευτικά, με σκοπό την ανάδειξη των κύριων χαρακτηριστικών της παυλοπουλικής ποίησης και ποιητικής. 

Δεύτερον, επελέγησαν ποιήματα που να αποτελούν κλειδιά στην προσέγγιση και κατανόηση του όλου έργου. Είναι βεβαίως αυτονόητο ότι η επιλογή των ποιημάτων αντικατοπτρίζει το γούστο του ανθολόγου και την προσωπική ανταπόκρισή του στο έργο του ποιητή. Και η ανταπόκριση του καθενός έχει να κάνει με την ψυχοσύνθεση, αλλά και με ένα σύνολο κοινών τόπων, αντιλήψεων ή βιωμάτων. Η υποκειμενικότητα επομένως έπαιξε το ρόλο της και στην παρούσα ανθολόγηση.


ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ

Κάπου ξεκαρφώνουν απ’ το πρωί.
Απ’ τ’ ανοιγμένα μνήματα βγαίνουνε κρίνα
κι ο ήλιος μέσ’ στη συννεφιά
σα Λάζαρος με σάβανο.
Έπειτα λάμπουν οι στολές των πεθαμένων
το μετάξι, τα χρυσαφικά, τα λεμονάνθια
όλα τ’ ανώφελα των ενταφιασμών
και τα μικρά σκεύη του κάτω κόσμου.
Τώρα τους βλέπω.
Πηγαίνουν σιγά, πλάι στα κυπαρίσσια
προσέχοντας μήπως δρασκελίσουν
το σχήμα που τους έδωσε ο θάνατος
απλώνοντας τ’ αδύναμα χέρια τους
ν’ αγγίξουν λίγο φως ή τον αγέρα
αυτόν που ανασαίνουμε.
Φτωχά σαγόνια, φαγωμένα χαμόγελα.
Δεν ξέρουνε πώς να φερθούν·
γυρίζουν αφηρημένοι εκεί
κατά το μέρος που ολοένα ξεκαρφώνουν.
Θυμούνται.
*
Δεν είναι πόνος, μήτε ξεκούραση καν·
μονάχα σα να σε κατεβάζουν προσεχτικά απ’ το πρωί
χωρίς να τους δίνεις φρίκη
μέσα σ’ ένα άσπιλο σεντόνι και το νιώθεις
καθώς μετατοπίζουν τις σκάλες από καρφί σε καρφί
ώσπου μένουν τα τέσσερα σημεία στον άνεμο
γυμνά, ματωμένα.


ΣΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ

Πλάγιαζα στο σκοτάδι και την περίμενα
ακούγοντας ν’ ανεβαίνει τη σκάλα
μέσ’ στη δροσιά του σπιτιού
σαν ψίθυρος από φιλιά κι ανάσες.
Γύρευα τότε να ξεφύγω
μα η ομορφιά της στάλαζε στα κόκαλά μου
νύχτες που μελετούσα το κενό
πηγαίνοντας από την ηδονή στον Άδη.
Και τα λαγόνια της να φέγγουνε στον ύπνο μου
ματόκλαδα και χείλια που τάσκιζε ο πόθος μου
κι ο γυρισμός στον ύπνο μου μονάχα
λίγος καπνός από μακριά
λουλούδια κι ένα δροσερό σταμνί.
Και το καράβι μου στον κήπο της
δεμένο κι άγρυπνο
σαν ένα μεγάλο μαύρο σκυλί
μου θύμιζε κάποτε τους σύντροφους που χάθηκαν
ή τις παράξενες αφορμές της αγάπης.


ΤΟ ΣΑΚΙ

Ήμουν παιδί ακόμη δεν τους καλοθυμάμαι.
Μπήκανε στο χωριό μου ένα πρωί
μα δε σταθήκανε. Περάσανε
αργά πάνω στο χιόνι. Τα γένια τους
ανάμεσα στα σύννεφα και τις κοτρόνες
καθώς τους χώνευε το βουνό.
Μονάχα ο τελευταίος δε φεύγει απ’ το μυαλό μου.
Κράτα το άλογο, μου είπε
και βάζοντας το σκούφο του στην αμασχάλη
έσκυψε στο νερό να πιει
και τόνα μάτι του με κοίταζε απ’ το πλάι.
Κοίταζε τα κουρέλια μου
τα πόδια μου μες στις λινάτσες
τις ξόβεργες στα ξυλιασμένα χέρια μου
και πώς του χαμογέλαγα
κρατώντας τ’ άλογο με περηφάνια.
Το ίδιο εκείνο μάτι με κοίταζε τον άλλο χρόνο
αχνό βασιλεμένο
όταν αδειάσαν ματωμένο το σακί
και κύλησαν στη μέση της πλατείας
κομμένα τα κεφάλια τους.
Ήταν ο χρόνος που κατέβηκα στην πόλη
και πούλαγα τσιγάρα σε δρόμους και πλατείες.

ΚΑΤΑΒΑΣΗ

Μονάχα ένα σκυλί κι εγώ κοιτάζαμε.
Το ποτάμι να φεύγει όπως ο πεθαμένος
γύρω γονατισμένα τα βουνά
εκείνο το κουρέλι
μαύρο ανεμίζοντας στα σύρματα
και κοντά στα βούρλα μια λιωμένη αρβύλα.
Κι ανάμεσα σε τούτες τις εικόνες
πάλι τα πολυβόλα στην καταχνιά
πάλι ο θάνατος η ακρίδα
πηδώντας από κορμί σε κορμί
πάλι να χάνω τον τόπο
να μην ξέρω πού βρίσκομαι
εδώ ή εκεί
στο άλλο ποτάμι σε τούτα τα βουνά
σε τούτο το χαντάκι σε κείνα τα πλατάνια
εδώ ή εκεί
ακούγοντας κάποιον να μου φωνάζει
απ’ την αντικρινή όχθη
χωρίς να ξεχωρίζω
μήτε τη φωνή μήτε τον άνθρωπο.
Ποια φωνή και ποιος άνθρωπος;
Αυτός που τον σκοτώνουν;
αυτός που μας σκοτώνει;
Μονάχα ένα σκυλί κι εγώ κοιτάζαμε.
Κατεβαίνοντας τώρα
εκεί που δεν ήταν τίποτε
να κοιτάξουμε.


ΑΣΚΗΣΗ

Άρχισε τότε να βγάζει προσεχτικά τα φτιασίδια
Η μορφή του σαν του πνιγμένου
κάτω από το νερό
κυμάτιζε περνώντας ολοένα
μέσα στον καθρέφτη
χωρίς να βουλιάζει
Σιγά-σιγά φανερωνόταν
πιο καθαρά το πρόσωπό του
Ξαφνικά το είδε
να πλησιάζει γρήγορα μικραίνοντας
και πάλι γρήγορα να μεγαλώνει
καθώς χανότανε σβησμένο
σε μια καταχνιά
Έκλεισε τα μάτια και στα τυφλά
πήγε ν’ αγγίξει το κρύσταλλο
μα δεν ήταν εκεί κανένας καθρέφτης
Τρομαγμένος ψηλάφισε τον αέρα
ψάχνοντας για το πρόσωπό του
φώναξε δυνατά ν’ ακούσει τη φωνή του
και η φωνή δεν έβγαινε από πουθενά.
Τότε κατάλαβε πως βρισκότανε πάλι
σε μιαν αόρατη σκηνή
χωρίς να τους βλέπει και χωρίς να τον βλέπουν
έτοιμος ν’ αρχίσει
υπολογίζοντας τώρα στην τέλεια παράσταση.

ΟΙ ΜΑΣΤΟΡΟΙ

Ξυπνήσαμε ακούγοντας χτύπους απόμακρους βαθιά στο θόλο
σαν κάτι να μαστόρευαν πολύ ψηλά στον Ουρανό.
Κάποιος έδειξε κατά τον ήλιο. Βλέπω είπε χρυσές σκαλωσιές
τους βλέπω είπε ν’ αλφαδιάζουν και να καρφώνουν εκεί πάνω.
Εμείς ψάχναμε ολοένα μες στο φως μα τίποτε δεν φαινόταν
τους χτύπους ακούγαμε μονάχα.
Ύστερα ένας Άγγελος ήρθε στο πηγάδι μας, άρχισε να βγάζει νερό.
Τα φτερά του γεμάτα γαλάζια λάσπη.
Χανότανε στα ύψη και πάλι ξαναγύριζε αμίλητος και σοβαρός
κι όλη μέρα ανέβαζε νερό να ξεδιψάν εκεί πάνω.
Δουλεύουν και διψάνε είπαμε όπως κι εμείς εδώ κάτω.
Σαν βράδιασε ρίξανε το σκοινί. Κανένας δεν κατέβηκε.
Από την άκρη του έσταζε στο χώμα λίγο αίμα.
Και ποτέ δεν μάθαμε μήτε ρωτήσαμε ποτέ
τι απογίναν οι μαστόροι.

ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΚΑΙ Ο ΤΕΧΝΙΤΗΣ

Στην Ισμήνη και στον Στέλιο Τριάντη
Σαν έκλεινε το μουσείο
αργά τη νύχτα η Δηιδάμεια
κατέβαινε από το αέτωμα.
Κουρασμένη από τους τουρίστες
έκανε το ζεστό λουτρό της και μετά
ώρα πολλή μπροστά στον καθρέφτη
χτένιζε τα χρυσά μαλλιά της.
Η ομορφιά της ήταν για πάντα
σταματημένη μες στο χρόνο.
Τότε τον έβλεπε πάλι εκεί
σε κάποια σκοτεινή γωνιά να την παραμονεύει.
Ερχόταν πίσω της αθόρυβα
της άρπαζε τη μέση και το στήθος
και μαγκώνοντας τα λαγόνια της
με το ένα του πόδι
έμπηγε τη δυνατή του φτέρνα
στο πλάι του εξαίσιου μηρού της.
Καθόλου δεν την ξάφνιαζε
κάθε φορά που της ριχνόταν.
Άλλωστε το περίμενε το είχε συνηθίσει πια.
Αντιστεκόταν τάχα σπρώχνοντας
με τον αγκώνα το φιλήδονο κεφάλι του
και καθώς χανόταν όλη
μες στην αρπάγη του κορμιού του
τον ένιωθε να μεταμορφώνεται
σιγά-σιγά σε κένταυρο.
Τώρα η αλογίσια οπλή του
την πόναγε κάπου εκεί
γλυκά στο κόκαλο
και τον ονειρευότανε παραδομένη
ανάμεσα στο φόβο της και τη λαγνεία του
να τη λαξεύει ακόμη.
ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Φεύγει νύχτα μ’ ένα παλιό αμάξι
γέρος πια φοράει μαύρα.
Ποιος είναι και πού πηγαίνει
κανείς δεν ξέρει.
Μέσα στη σκέψη του υπάρχει το ποίημα
που ποτέ δεν θα γράψει.
Τόσο αόριστο σαν τη ζωή του.
Μέσα στο κούφιο μπαστούνι του
υπάρχει ένα φίδι χρυσό.
Καθώς θα το τυλίγει απόψε στο λαιμό της
σε κάποιο ελεεινό ξενοδοχείο
θα τον κοιτάζει στον καθρέφτη
χλωμός ο άλλος εαυτός του.
Αυτός που χρόνια φτιάχνει το ποίημα
καλπάζοντας τώρα στο πλάι του
και ανάβοντας ολοένα τ’ άλογα που έχουν μεθύσει
απ’ το σκοτάδι και τη λάσπη.


13
Να θέλω κι άλλο
κι άλλο ακόμη. Κι εσύ
να μη μου δίνεις.
(Τριαντατρία Χαϊκού)

24
Ουρά παγονιού
σε πισινό μαϊμούς
τούτος ο κόσμος.
(Τριαντατρία Χαϊκού)

33
Όλοι χωράμε
οι ζωντανοί κι οι νεκροί
σ’ ένα ποίημα.
(Τριαντατρία Χαϊκού)

Η ΣΙΩΠΗ

Στην Αυγή - Άννα Μάγγελ
Η Σιωπή είναι μια άγνωστη
που έρχεται τη νύχτα.
Ανεβαίνει τη σκάλα
χωρίς ν’ ακούγονται πατήματα
μπαίνει στην κάμαρα
και κάθεται στο κρεβάτι μου.
Μου φοράει το δαχτυλίδι της
και με φιλεί στο στόμα.
Τη γδύνω.
Μου δίνει τότε τις βελόνες
και τα τρία χρώματα
το κόκκινο το μαύρο και το κίτρινο.
Κι αρχίζω να κεντάω
πάνω στο δέρμα της
όλα όσα δε σου είπα
και ποτέ πια δε θα σου πω.


ΤΗΣ ΓΥΦΤΙΣΣΑΣ

Στην Ανθή
Είπα σε μια Γύφτισσα
θέλω να γίνω γύφτος
να σε πάρω
Μπορείς μου λέει να φας για βράδυ
χόρτα πικρά χωρίς αλάτι
κι έπειτα να πλαγιάσεις;
Μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει να πλαγιάσεις
χωρίς να κλαις από το κρύο
πάνω στην παγωμένη λάσπη;
Μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει πάνω στη λάσπη
να μου ανάψεις το κορμί
και να το κάνεις στάχτη;
Αυτό κι’ αν το μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει τη στάχτη μου
να τη ρίχνεις στο κρασί σου
για να μεθάς πολύ, να με ξεχνάς;
Όχι αυτό, δεν το μπορώ της λέω
Γύφτος δε γίνεσαι μου λέει.


Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ

Στη μνήμη του Φρανσουά, του Κάρολου και του Αρθούρου
Αχτύπητη κι ωραία πάνω στη Γιαμάχα της
κόβει το κρύσταλλο της νύχτας σαν διαμάντι
στην όψη της χορεύουν φλόγες
από την Κόλαση του Δάντη.
Μπαίνει στα μπαρ σεκλετισμένη κι οι νέοι ποιητές
την τρέμουνε και την κερνάνε βότκα και ουίσκι
μα Εκείνη κοιτάζει αόριστα στην πόρτα να φανεί
χλομός ο πρίγκιψ Μίσκιν.
Δεν έχει πού να κοιμηθεί, γυρίζει εδώ κι εκεί
με μια κιθάρα και δισάκι
διαβάζει κάτω από τις γέφυρες
Βιγιόν και Καρυωτάκη.
Όταν πλαγιάζει με τους οικοδόμους στα γιαπιά
το Κοινοβούλιο συνέρχεται εκτάκτως και βελάζει.
Εκείνη ονειρεύεται τη μάνα Επανάσταση
όλους να μας θηλάζει.
Κόβει με όνειρο τις φλέβες της
για να τη βλέπουνε της νύχτας οι καθρέφτες
για να παγώνει μέσα της ο κόσμος ο κακός
οι μαστροποί κι οι κλέφτες.
Ανοίγει τα συρτάρια επιδόξων συγγραφέων
με του διαβόλου τ’ αντικλείδια
κλέβει τα αισθηματικά τους κείμενα
και τα πετάει στα σκουπίδια.
Κάποτε κλαίει σαν παιδί
χώνοντας το πρόσωπο στη γούνα του ανέμου
κι άλλοτε είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα
ψάχνει για το υποβρύχιο του πλοιάρχου Νέμου.
Στο άχτιστο φως της λέξης μένει εκστατική
με δέος, ηδονή και τρόμο
στα βάθη της λογοτεχνίας χάνεται
χωρίς επιστροφή, χωρίς να βρίσκει δρόμο.
Την ποθούν, μα τους περιφρονεί
τους δήθεν εραστές του απολύτου
το γκόλφι της το χάρισε σ’ έναν τρελό τραγουδιστή
για ένα πικρό φιλί του.
Κι εμένα όταν μου λέει «Πάρε με»
τα παίζει όλα, η θεατρίνα,
με προκαλεί ποζάροντας
σαν μια πουτάνα σε βιτρίνα.
Κι όταν μου λέει «Πεθαίνω εγώ για σένα»
εγώ δεν την πιστεύω
την άπιαστη ομορφιά της με θλίψη καρχαρία
σε μαύρη άβυσσο γυρεύω.
Αχτύπητη κι ωραία καβάλα στη Γιαμάχα της
σκίζει τις διαβάσεις του μυαλού μου σαν πριονοκορδέλα
πηδάει τους τάφους των ονείρων μου
τ’ αγάλματα και την παλιά μου ομπρέλα.
Με παίρνει πισωκάπουλα στη σέλα της
κι εγώ την αγκαλιάζω από τη μέση
γέρνω γλυκά στην πλάτη της
κλείνω τα μάτια και μ’ αρέσει.
Και μ’ ανεβάζει ανάλαφρα στον ουρανό
κι από τον ουρανό με κατεβάζει κάτου
μπαίνουμε στο βαρέλι και μαρσάροντας
γυρίζουμε γυρίζουμε το γύρο του θανάτου.

------------------------------------------------------------------------------------------------------


Η φιλόλογος και ποιήτρια Τασούλα Καραγεωργίου γράφει για τον ποιητή στο αφιέρωμα του λογοτεχνικού περιοδικού της Ηλείας "Οροπέδιο" (τχ. 1, καλοκαίρι 2006):

 "Ο μελετητής του Παυλόπουλου αντιμετωπίζει την εξής δυσκολία: είναι αδύνατο να παραθέσει αποσπασματικά κάποιους στίχους του χωρίς να αδικήσει τον δημιουργό τους, αλλά και χωρίς να τραυματίσει το σώμα του ποιήματος από το οποίο αποσπά τους στίχους. Ο λόγος είναι ο εξής: ο Γιώργης Παυλόπουλος είναι δημιουργός ποιητικών μύθων και η επικοινωνία με την ποίησή του στην ουσία προϋποθέτει την αντιμετώπιση του ποιήματος ως ενός μικρού και αδιάσπαστου σύμπαντος και την αποδοχή και τον σεβασμό από τον αναγνώστη του των κανόνων του παραμυθιού που διέπεται από τους δικούς του νόμους: την κατάργηση της λογικής τάξης και την α-χρονική και α-τοπική λειτουργία του μύθου, στοιχεία που προϋποθέτουν την κατά βάση βιωματική και όχι νοητική συμμετοχή του αναγνώστη. [...]

Πρόκειται για μια ποίηση αφηγηματική κατά βάση, με ιστορίες παράξενα χτισμένες με μια εικαστική τεχνική και μια κινηματογραφική οπτική που υπηρετείται εύστοχα από μια γλώσσα "χωρίς μαλάματα", πυκνή και εκφραστική μέσα στη λιτότητά της, από την οποία απουσιάζουν τα περιττά επίθετα και τα σχήματα λόγου και στην οποία κυριαρχεί το ρήμα. Η γλώσσα αυτή που διαθέτει την απέριττη αμεσότητα των λαϊκών μύθων, κάποιες φορές ανακαλεί απόηχους απ' το δημοτικό τραγούδι. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι δεν συναντάμε στην ποίηση του Παυλόπουλου ποιήματα στα οποία εγγράφεται η ιστορική μνήμη. Εξάλλου η ιστορία στιγμάτισε δεινά τη γενιά του, την πρώτη μεταπολεμική γενιά, μια γενιά που ούτως ή άλλως κουβάλησε βαρύτατα ιστορικά φορτία ήδη στην ακμή της νεότητάς της. Όμως και αυτά ακόμη, όσα αναφέρονται σε ιστορικά βιώματα, είναι αφηγηματικά ποιήματα στα οποία η ιστορία καταθέτει τη μαρτυρία της μέσω ενός μύθου από τον οποίο απουσιάζει η ευθεία αναφορά στον τόπο και στον χρόνο. [...]"

Αναλυτική βιβλιογραφία του ποιητή, των ετών 1940-2005, δημοσιεύτηκε από τον Γιάννη Ξούρια στο περιοδικό "Μικροφιλολογικά" της Κύπρου, τχ. 5, 2005 (και σε συνοπτική μορφή στο ίδιο τεύχος του περιοδικού "Οροπέδιο").

 ----------------------------------------------------------------------------------


Συγκεντρωτική έκδοση των ποιητικών συλλογών: "Το κατώγι" (Ερμής, 1971), "Το σακί" (Κέδρος, 1980), "Τα αντικλείδια" (Στιγμή, 1988), "Τριαντατρία χαϊκού" (Στιγμή, 1990) και "Λίγος άμμος" (Νεφέλη, 1997).




Στην εισήγηση σας κατά την έναρξη της προς τιμήν σας ποιητικής βραδιάς, αναφερθήκατε μεταξύ άλλων και σε ορισμένα λόγια -εν είδη αποφθέγματος- μεγάλων ποιητών, όπως στο "η Ποίηση είναι ταυτόσημη με την Αλήθεια ". Είπατε πως η Αλήθεια είναι το ζητούμενο, σε κάθε περίπτωση. Αυτό λοιπόν ψάχνει κανείς να βρει; την κρυμμένη αλήθεια; 

—Σίγουρα, πέρα απ' τη γοητεία της ποίησης, είναι η Αλήθεια -δηλαδή δεν τελειώνει η ποίηση με το να μας μαγέψει απλώς.

Να μας μαγέψει σαν λεκτικό κατασκεύασμα, σαν εικόνα; 

—Σαν αισθητική έκφραση. Πέρα απ' αυτό η Ποίηση αναζητά την Αλήθεια. Αυτό κυρίως θέλει να εκφράσει.

Φαίνεται καθαρά στο ποίημα σας "τα Αντικλείδια". Εκεί λοιπόν λέτε -απ' ό,τι καταλαβαίνω- ότι δεν υπάρχουν αντικλείδια, οι πόρτες είναι ανοιχτές. Όμως υπαινίσσεσθε στο ποίημα, ότι ο ποιητής λειτουργεί σαν ένα αντικλείδι, διότι βλέπει την κρυμμένη αλήθεια στα πράγματα. 

—Είναι κι αυτό μια εκδοχή για την πρόσληψη του ποιήματος. Το ποίημα αυτό προσφέρεται για πολλές εκδοχές και όσες περισσότερες είναι αυτές, τόσο πιο καλό είναι το ποίημα. Εγώ ποτέ δεν αναλύω. Αφήνω την περαιτέρω έρευνα για τον αναγνώστη.

Επιδέχονται περαιτέρω έρευνα; 

—Πρέπει να φτάσεις σ' ένα σημείο και να σταματήσεις γιατί από κει και πέρα μπορεί και να το χαλάσεις,. οι δυνατότητες σου δεν πάνε πιο πέρα, Αλλά έχεις την αίσθηση ότι δεν τέλειωσε ποτέ κι ούτε τελειώνει ποτέ. Εσύ όμως δεν μπορείς να πας παραπέρα. 

Το παραδίδεις όμως στον αναγνώστη σκοπεύοντας ότι θα βρει περισσότερα νοήματα.
Οι εκδοχές αφορούν στον αναγνώστη. Κάθε ένας, μπορεί να έχει τη δική του εκδοχή, να το προσεγγίσει με τη δική του συγκίνηση, γι αυτό οι αναλύσεις των ποιημάτων δεν ευστοχούν πάντοτε, δεν μπορείς να πεις, αυτό λέει αυτό το ποίημα.

Στο ποίημα Το άγαλμα και ο τεχνίτης, παίρνουμε μια παράσταση σ' ένα αέτωμα, προβάλλει το αρχέτυπο του έρωτα μπαίνοντας ο ποιητής στη θέση του Τεχνίτη. Παίρνουμε μια παράσταση. Είναι προφανές ότι ο τεχνίτης ταυτίζεται με το δημιούργημα του κάποια στιγμή. 

—Κάνετε και σεις μια δική σας προσέγγιση. Κατ' αρχήν εγώ δεν μπορώ να κάνω μια ανάλυση πάντως εδώ είναι προφανές ότι ο τεχνίτης ταυτίζεται με το δημιούργημα του κάποια στιγμή δηλαδή ερωτεύεται αυτό που κάνει διότι η τέχνη είναι πράξη ερωτική επομένως με το δημιούργημα του... Το ίδιο το δημιούργημα -το άγαλμα- γίνεται ερωτικό αντικείμενο. Αυτό λέει το ποίημα.

Το οποίο είναι το μοντέλο... και μια ερωτική σχέση μ' αυτό. 


Το καλοκαίρι του 1985, με την ευκαιρία των σπουδών του γιου τους στην Αμερική, o Παυλόπουλος και η γυναίκα του Μήτσα προσεκλήθησαν στο Γουέινσμπορο της Βιρτζίνια, από τον εκεί εγκατεστημένον φίλο τους -ψυχίατρο Ντίνο Ηλιόπουλο.
Από το Γουέινσμπορο ο Παυλόπουλος μου απέστειλε τις τρεις, δημοσιευόμενες εδώ, επιστολές (οι οποίες διατηρούν κάτι και από το άρωμα του προφορικού του λόγου): μέσα από τις συναρπαστικές περιγραφές των ανθρώπων, της φύσεως και των εκδρομών, ο αναγνώστης μπορεί να απολαύσει ένα λαμπρό δείγμα ταξιδιωτικής πεζογραφίας.
(Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος)


—Πέρα απ' αυτό είναι αυτό που κάνει το ίδιο το άγαλμα -γίνεται ερωτικό αντικείμενο το ίδιο το ποίημα του.

Αυτό το αέτωμα υπάρχει στην Ολυμπία... 

—Σας παρακαλώ, ένα από τα κορυφαία αγάλματα της παγκόσμιας τέχνης βρίσκεται εκεί. Τα δύο αετώματα που υπάρχουν εκεί, είναι από τα κορυφαίες γλυπτικές συνθέσεις της παγκόσμιας τέχνης. Πρόκειται για το δυτικό αέτωμα που αναπαριστά την αρπαγή της Νύμφης Δηιδάμειας από τον Ευρυπίωνα τον βασιλιά των Κενταύρων. Η ιστορία είναι πως όταν ο βασιλιάς της Θεσσαλίας πάντρευε την κόρη του Δηιδάμεια, οι Κένταυροι Λάπηθες μεθυσμένοι, πρωτοστατούντος του Ευρυπίωνα, αρπάξανε τη νύμφη Δηιδάμεια. Οι αναλυτές λένε πως εκεί συμβολίζεται ο αγώνας μεταξύ φωτός και σκοταδιού, πολιτισμού και βαρβαρότητας.

Η μάχη του πνεύματος με τα ζωώδη πάθη λοιπόν. Εκεί στο ναό του Ολυμπίου Διός, στην Ολυμπία... 

—Θα 'χω πάει 2000, 3000, μπορεί και 10000 φορές. Στο Μουσείο... από μικρό παιδί πηγαίνω. Όλοι μου οι περίπατοι έχουν γίνει εκεί πέρα. Ασύλληπτο είναι. Ασύλληπτο είναι να μη πάει κάποιος να δει αυτά τα δυο κορυφαία δημιουργήματα...

Η ίδια σκηνή;

—Το άλλο περιγράφει την αρματοδρομία.

Στην υποσημείωση λέτε για τους φίλους σας. Τους το αφιερώνετε. Έχει ενδιαφέρον, ποιοι είναι αυτοί οι φίλοι σας;

Ο Τριάντης από τους πιο αγαπημένους μου φίλους, ήταν έφορος Αρχαιοτήτων του Μουσείου. Από τους διαπρεπέστερους συντηρητές αρχαίων μνημείων, γλύπτης ο ίδιος. Πολύ στενοί φίλοι μου κι αυτός και η γυναίκα του που είναι καθηγήτρια στο Παν. Ιωαννίνων, διευθύντρια του Μουσείου της Ακροπόλεως. Έζησα κοντά τους. Ο Τριάντης αναστήλωσε τα δυο αετώματα πετώντας τους παλιούς γύψους όταν μεταφέρθηκαν απ' το παλιό μουσείο στο καινούργιο. Τα είδα, ήταν 2.500 κομμάτια κι αυτός ο μαγικός για μένα τεχνίτης αναστηλώνοντας τα, προσπάθησε να βρει την τέλεια αναστήλωση -πράγμα που σημαίνει ότι έβγαλε όλα τα πρόσθετα. Αν π.χ. είχαν αντικαταστήσει μια κνήμη με γύψινη, την πέταξε τελείως. Δυστυχώς τώρα δεν ζει πια.

Το γράψατε το 1988. Βλέπουμε πως εκδίδετε περίπου ανά 10ετία. Διαφαίνεται πως δεν είναι απλό πράγμα να βγάλεις μια συλλογή. Πρέπει να περάσει ένα μεγάλο διάστημα... 

—Ο καθένας δουλεύει όπως μπορεί. Δεν ισχύει για όλους τους ποιητές. Μπορεί άλλοι να είναι πολυγραφότατοι. Άλλοι δεν έχουν αυτό τον ρυθμό. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ποιότητα κρίνεται από τον χρόνο εκδόσεως μιας Συλλογής. Μπορεί σε μια νύχτα να φτιάξεις ένα αριστούργημα. Μπορεί να περάσουν και δέκα χρόνια. Γιατί κοιτάτε, τα ποιήματα δεν πέφτουν απ' τον ουρανό! Δουλεύονται μέσα μας χρόνια και χρόνια... Κι έρχεται κάποια στιγμή που νιώθεις την ανάγκη να εκφράσεις αυτό που σε βασανίζει και θέλει να βγει από μέσα σου. Ο τρόπος κι ο ρυθμός που θα το γράψεις ποικίλει από δημιουργό σε δημιουργό αλλά δεν σημαίνει ότι για να γράψεις σε μια βδομάδα ή σ' ένα μήνα μέσα, πως σου ήρθε Θεία Φώτιση. Τα ποιήματα δουλεύονται μέσα μας χρόνια και χρόνια.


Χωρίς να το ξέρουμε. 

—Μπορεί να μη το ξέρουμε αλλά το υποψιαζόμαστε, το καταλαβαίνουμε, πως κάτι πάει κι έρχεται συνεχώς μέσα μας. Ακόμη κι απ' τα παιδικά μας χρόνια. Ένα ποίημα μπορεί να έχει την καταγωγή του, την αρχή του στα παιδικά μας χρόνια... Κι εκεί τείνουμε όλοι οι ποιητάδες: Να ξαναζήσουμε την πρώτη μας αθωότητα. Να γράψουμε κάτι με όση μπορούμε καθαρότητα -όπως θα το συλλάμβανε μια αθώα ύπαρξη.

Εννοείτε πως το ποίημα προϋπήρχε από την παιδική ηλικία; 

—Οι παιδικές μας εντυπώσεις ακόμα μπορεί να δουλεύονται μέσα μας χρόνια και χρόνια και να καταλήξουν σ' ένα ποίημα.

Για έναν άνθρωπο που ασχολείται με το γράψιμο... 

—Η ποίηση είναι βιωματική, δεν μπορούμε να γράψουμε με αοριστίες. Η ουσιαστική ποίηση είναι βίωμα. Είναι κάτι που θα το ζήσεις και μετά θα το μεταπλάσεις σε ποιητική έκφραση.

Στην περίπτωση του "Αγάλματος", θέλατε να πείτε πράγματα που τα είχατε μέσα σας εξ αφορμής αυτού του αετώματος. Κάποιος που δεν είναι ποιητής ή καλός ποιητής, θα τα πει διαφορετικά χωρίς να αναπλάσει τη δική σας οπτική. 

—Δεν κάνουμε καμιά συγκριτική μεταξύ καλού και κακού ποιήματος. Είναι ένα ποίημα Ποιητικής κι αυτό θέλω να πω. ότι τελικά ταυτίζεσαι με το δημιούργημα, ότι ταυτίζεσαι με το ίδιο το ποίημα.

Κάτι που το' χεις μέσα σου σαν ιδέα. Δεν έρχεται εξ αποκαλύψεως. 

—Το 'παμε αυτό -τα ποιήματα δεν πέφτουν απ' τον ουρανό.

Προσωπικά διαβάζοντας κάποια απ' τα ποιήματα σας δεν είχα τον χρόνο χρειάζεται καιρός για να εμβαθύνεις, έχω την αίσθηση πως μιλάνε για πράγματα που σας απασχολούν, σας έχουν σημαδέψει αλλά ταυτόχρονα το κάνετε μέσω μιας αναγωγής -κάτι σαν παρομοίωση ή αλληγορία. Μιλάτε για τον Τεχνίτη του αγάλματος, για την Τσιγγάνα που λέει "μπορείς να πιεις τη στάχτη μου;" Είναι βιωματικά αλλά ταυτόχρονα χρησιμοποιούν σαν εκφραστικό μέσο την αλληγορία, χρησιμοποιούν μια ιστορία... 

—Κάνετε λάθος. Αυτό που γράφω το έχω ζήσει. Όλη η ποίηση είναι βιωματική.

Εννοείτε πως σας είπε αυτή τη φράση; να πιεις τη στάχτη μου... 

—Του λέει να ξεπεράσει τα αισθήματα του γι αυτήν, να μπορεί να την ξεχνάει. Του λέει "Μπορείς να με ξεχάσεις;" μπορεί και να σου φύγω, μπορεί και να πεθάνω, μπορείς να με ξεχάσεις, να γίνεις τόσο ελεύθερος δηλ. -(οι τσιγγάνοι είναι ένα σύμβολο ελευθερίας) Να ξεπεράσεις τα συναισθήματα σου, να μπορείς να με ξεχνάς. Της λέει πως αυτό δεν το μπορεί. Τότε του λέει, δεν θα γίνεις ποτέ ελεύθερος, δεν θα γίνεις ποτέ γύφτος.

—Πολύ ωραίο ποίημα. Πράγματι, οι τσιγγάνοι είναι ελεύθεροι άνθρωποι. 

Όπως είπε και η εισηγήτρια στην Ποιητική Βραδιά, η Κα Παπαλεωνίδα, στην ποίηση σας είναι οι μνήμες του πολέμου, τα άλογα, οι οπλές. Σουρεαλιστική -είναι λίγο- η ποίηση σας; 

—Καθόλου! (με αγανάκτηση)

Δεν εννοώ πως είσθε ακαταλαβίστικος. Όμως παίρνετε κάποιες λέξεις και τις κάνετε σύμβολα-κλειδιά όπως: σακί, άλογο, οπλή, οστά -που σημαίνουν σίγουρα κάτι -και για σας και για όλους. 

—Ακούστε, κάθε ποιητής, κάθε δημιουργός ζει την εποχή του. Η ποίηση λέει τα ίδια πράγματα απ 'τον καιρό που στήθηκε ο κόσμος. Απ' τον καιρό που άρχισε να γράφεται η ποίηση, οι ποιητές λένε τα ίδια πράγματα.

Εξ ου και στα "αντικλείδια". Τα πράγματα είναι ίδια, δεν αλλάζουν;

—Μιλάμε για τον έρωτα, για τον θάνατο, την αδικία ή το δίκιο, για όλα τα πράγματα. με τη μόνη διαφορά πως σε κάθε εποχή ανανεώνονται τα εκφραστικά μέσα ανάλογα με τον ρυθμό της εποχής -πάει πακέτο, είναι σύμφυτο με την αιώνια αναζήτηση μέσω της έκφρασης, των πραγμάτων. Εμείς εζήσαμε μια πικρή εποχή. πολύ πικρή -Τον πόλεμο...
Η εποχή του πολέμου, της κατοχής ήταν στη δική μου γενιά.


Ήσασταν τότε στην Αθήνα; 

—Στην κατοχή ήμουν στον Πύργο .Στην απελευθέρωση ήρθα στην Αθήνα. Ζήσαμε πείνα τέσσερα χρόνια. Όσοι επέζησαν απ' αυτή τη λαίλαπα δεν μπορούν να ξεχάσουν με τίποτα. Ξέρετε η δική μου γενιά δεν χαμογελάει εύκολα. Ούτε μπορεί να την κοροϊδέψουν εύκολα. Δεν είναι δυνατόν να μας κοροϊδέψει κανείς.

Ποιος να κοροϊδέψει; 

—Οι πολιτικές, οι πολιτικοί, οι, οι, οι... έχουμε ζήσει την κόλαση.

Όμως εκ παραλλήλου λένε πως παλιά οι άνθρωποι διασκέδαζαν, είχαν αισθήματα... 

—Μα τι λέτε τώρα, Κάθε μέρα πεθαίναμε...

Εννοώ σ' ένα γενικό πλαίσιο της παλιάς εποχής...

—Άλλη η προπολεμική εποχή... και πάλι όμως ήταν η δικτατορία Μεταξά. Εμείς βιώσαμε πολύ σκοτεινές περιόδους της νεώτερης ιστορίας μας, τις οποίες νιώσαμε στο πετσί μας. Ο πόλεμος, η κατοχή, ο εμφύλιος, η μετεμφυλιακή εποχή και τελικά, ύστερα από την προσδοκία για ένα καλύτερο κόσμο, βρισκόμαστε μπροστά σε μια απαίσια δικτατορία ηλιθίων ανθρώπων. Η χώρα μας ευτελίστηκε παγκοσμίως, έγινε κι ένα μέγα έγκλημα -ο διαμελισμός της Κύπρου. Κι όλα αυτά εμείς τα ζήσαμε όπως σας είπα στο πετσί μας, μας έχουν σφραγίσει. Και θέλω να καταλήξω πως τα βιώματα περνάνε και στην ποίηση. Δεν μπορείς να μείνεις αδιάφορος, γιατί όλα αυτά είναι μέσα σου και σε βασανίζουν και κάπου θέλεις να τα εκφράσεις.

Άρα για να δημιουργήσεις, όλη αυτή η φοβερή απογοήτευση, η δυστυχία, γίνεται κινητήρια δύναμη; 

—Στην ποίηση δεν υπάρχει θεματογραφία. Για να γράψει ο Ντοστογιέφσκι το «Έγκλημα και Τιμωρία», δεν πήγε να σκοτώσει. Αλλά βίωσε κάποια ιστορία. Και σεις αν πείτε κάποια ιστορία που να με αγγίξει, μπορεί να γίνει βίωμα μου. Με ρώτησαν κάποτε για ένα ποίημα μου που υπάρχει στη δεύτερη συλλογή μου το "Σακί" -που μιλάει για τον Εμφύλιο, για ένα παιδί που κράτησε το άλογο ενός αντάρτη την ώρα που έπινε νερό και σαν το παιδί κατέβηκε στην πολιτεία και πούλαγε τσιγάρα στους δρόμους και πλατείες, σε μια πλατεία είδε το κεφάλι του αντάρτη που του κράτησε το άλογο, κομμένο να το κοιτάζει. Μου είπανε -επειδή είναι σε α΄ πρόσωπο γραμμένο το ποίημα, πως πράγματι, εσείς ήσασταν το παιδί; Και είπα όχι, δεν είμαι αυτό το παιδί. Δεν υπήρξα ποτέ αυτό. Όμως είμαι και το παιδί, και το άλογο, και ο αντάρτης και το κομμένο κεφάλι. Όλα αυτά μαζί -δηλαδή, είμαι η εποχή μου. Αφού έζησα αυτή την εποχή, την έχω μέσα μου. Μιλάμε για τα βιώματα μας -είτε πικρά είναι, είτε χαρούμενα, θα περάσουν μέσα στα ποιήματα μας όταν νιώσουμε την ανάγκη να τα εκφράσουμε.

Σε ό,τι σας αφορά, πάντα λέτε ιστορίες. Πολύ ενδιαφέρουσες... 

—Είναι ένας τρόπος αφηγηματικός. Ο καθένας διαλέγει τον τρόπο του. Αφηγείσαι κάτι χωρίς να το σχολιάζεις κι απ' την ίδια την αφήγηση προκύπτει η συγκίνηση -αν προκύπτει- αν είσαι ισχυρός ποιητής και το μπορείς.

Δηλαδή να ταυτισθεί ο αναγνώστης με το ποίημα, να έρθει στη θέση του δρώντος μεσ' στο ποίημα που είναι ο ίδιος ο ποιητής-γράφων και αφηγητής; 

—Ο αναγνώστης είναι αποδέκτης του ποιήματος, από κει και πέρα αν ταυτίζεται ή όχι...

Εσείς το θεωρείτε επιτυχία σαν γράφων, αν ταυτισθεί ο αναγνώστης και ζήσει την ίδια συγκίνηση που ζήσατε και σεις; Toυ το εύχεστε; 

—Ξέρετε στην τέχνη προσπαθούμε να αποσβήσουμε τον εαυτό μας, το πρόσωπο μας, δεν πρέπει καν να φαίνεται. Να σας πω κάτι απλό. Αν καθίσω και γράψω μια προσωπική μου ιστορία -ας πούμε μια ερωτική απογοήτευση- εκατομμύρια ερωτικές απογοητεύσεις, ποιον ενδιαφέρει αυτό; Όμως αν γράψω μ' έναν τέτοιο τρόπο που ο αναγνώστης να πει: "σα να το 'χω ζήσει αυτό, σα να είναι δική μου υπόθεση..." το καταλάβατε; Πρέπει να σβήσουμε το πρόσωπο μας μεσ' στο έργο μας. Μόνο τότε μπορούμε να φτιάξουμε κάτι. Αν καθίσουμε και χτυπιόμαστε και κλαίμε με τα προσωπικά μας συναισθήματα δεν πρόκειται να φτιάξουμε τίποτα.

Ποιες είναι οι παράμετροι; Τι πρέπει να έχει ένα ποίημα για να πάψει να λέγεται προσωπικό; Πως να είναι; 

—Δεν μπορώ να διδάξω την ποίηση. Δεν ξέρω τι είναι η ποίηση, κι αυτό εκφράζω με "Τα αντικλείδια" κλπ. Δεν υπάρχει ορισμός της ποίησης.




Όμως είστε έτσι φτιαγμένος. Δεν το κάνετε επίτηδες. Αυτό είναι. Όταν εσείς μιλάτε για πράγματα... ας πούμε για το αέτωμα... Τι είναι, τι μπορεί να είναι αυτό που ανυψώνει σε ποίηση την απλά βιωματική εξιστόρηση; 

—Σας είπα πως δεν ξέρουμε τι είναι η Ποίηση. Δεν υπάρχει ορισμός. Όμως όλοι συμφωνούμε π.χ. όταν διαβάζουμε την Ιλιάδα, ότι αυτό είναι μια μεγάλη ποίηση., Όλοι το καταλαβαίνουμε. Δεν υπάρχει τρόπος να διδάξουμε την ποίηση. Δεν διδάσκεται. Η ποίηση είναι ελεύθερη έκφραση κι ο καθένας ανάλογα με την καλλιέργεια του, με τα βιώματα του εκφράζεται όπως μπορεί. Οι αναγνώστες είναι οι αποδέκτες. Νομίζω γίνομαι σαφής μ' αυτά που λέω.

Εν πάση περιπτώσει να χρησιμοποιήσω πάλι τη λέξη αντικλείδι. Να πω ότι η ποίηση είναι το "αντικλείδι" -για να αναφερθώ στο ποίημα σας- για την κατανόηση του κόσμου; 

—Έχω ξαναπεί πως μέσα στην ποίηση υπάρχει η αυθεντική ιστορία του κόσμου, η μη παραχαραγμένη ιστορία, διότι η αυθεντική ιστορία δεν έχει γραφτεί ακόμα -αν εξαιρέσουμε τον Θουκυδίδη. Αλλά η ποίηση τα λέει όλα και οι εποχές έχουν σωθεί μέσα απ' την ποίηση, αλλά και η ουσία των πραγμάτων, και η μνήμη των πραγμάτων, και τα πάντα υπάρχουν μέσα στην παγκόσμια ποίηση που έχει γραφτεί.

Δυστυχώς όμως η ποίηση δεν έχει την ανάλογη υποδοχή, Ιδίως στους νέους. Είναι κάπως παραγνωρισμένη, αρκετά θα έλεγα, ή πάρα πολύ θα λέγανε κάποιοι...

—Σ' αυτό δεν φταίει η ποίηση. Φταίει το επίπεδο Είναι ζήτημα παιδείας, και σε καιρούς παρακμιακούς η ποίηση δεν έχει προσβάσεις στο αναγνωστικό κοινό. Και η εποχή μας είναι μια εποχή παρακμής...

Είναι μήπως το αποκορύφωμα λέτε της άσχημης εποχής που λέγατε πρωτύτερα; -της διάψευσης, της απελπισίας, της απογοήτευσης, του άνισου αγώνα... Διανύουμε μήπως τώρα, αυτό το αποκορύφωμα;. 

—΄Όχι επί Μεταξά, είναι για τον Χίτλερ εδώ Πριν από 40 χρόνια καίγαμε ανθρώπους στους φούρνους. Τώρα είναι μια παρακμή. Το μέγα πολιτικό πρόβλημα, για μένα είναι η καταστροφή του περιβάλλοντος, η καταστροφή της μάνας γης. Αν δεν σταματήσει αυτό -κι εγώ λέω πως δεν θα σταματήσει- οραματίζομαι πως θα 'ρθουν εποχές που θα καίμε τα αυτοκίνητα, θα τα πετάμε, θα καίμε τις τηλεοράσεις, όλες αυτές τις αηδίες, τις πλασματικές ανάγκες και θα περιορισθούμε στις ουσιαστικές μας ανάγκες. Έχουμε φορτώσει τη ζωή μας, την έχουμε κάνει κόλαση. Απ' το Μαρούσι για να πας στο κέντρο της Αθήνας θέλεις 1 με 1 1/2 ώρες. Έφαγες τη μέρα σου, για να πας να κάνεις μια δουλειά σου! Λοιπόν, αυτοί οι ρυθμοί είναι ας πούμε βίος αβίωτος.


Και ποιος είναι τώρα ο ρόλος του ποιητή; Ο ποιητής πρέπει να έχει πράγματα να εμπνέεται. Σε μια τέτοια κοινωνία που δεν είναι ωραία; 

—O ποιητής δεν μπορεί ν' ανατρέψει τίποτα. Απλώς γράφει τα ποιήματα του. Δεν μπορεί να ανατρέψει τα πράγματα του κόσμου. Αυτό έχει φανεί μέσα στους αιώνες. Εάν ανέτρεπε η ποίηση αυτά που δεν είναι καλά για τον άνθρωπο, δηλ. ο πόλεμος, μετά την Ιλιάδα δεν έπρεπε να γίνεται πόλεμος. Ο Όμηρος μας είπε τη φρίκη του πολέμου, τα πάθη των ανθρώπων μέσ' στον πόλεμο, όλα αυτά μας τα είπε, αλλά ο άνθρωπος δεν έβαλε μυαλό. -Επίσης χρειάζεται πίστη. Αν δεν πιστεύεις στον κόσμο, στο αύριο, γιατί ν' ασχολείσαι; -O ποιητής είναι αφοσιωμένος στη ζωή. Είτε η ζωή είναι έτσι ή αλλιώς, είναι αφοσιωμένος. Διότι είναι πλάσμα αγάπης ο ποιητής. Δεν μπορεί να γράψει αν δεν αγαπήσει τη Φύση, τους Συνανθρώπους του, τη Ζωή την ίδια. Τα ποιήματα δεν γράφονται με μίσος. Μπορεί να εκφράσουν το μίσος πολλές φορές, αλλά δεν γράφονται με μίσος αλλά με αγάπη και με πίστη στον άνθρωπο.






Η οποία γίνεται εντονότερη γιατί βλέπεις μια κατάσταση που δεν είναι ωραία, και η αγάπη σε κάνει να γράψεις το ποίημα για ν' αλλάξεις αυτήν την κατάσταση, να σώσεις; 

—Δεν σώζεις τίποτα. Απλώς λες ότι αν δεν γράψω μπορεί και να πεθάνω. Είναι ανάγκη να εκφραστείς. Η ποίηση είπε κάποιος μεγάλος μας ποιητής είναι κοντά στην ανάσα του ανθρώπου. Είναι μια δεύτερη ανάσα. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει αν δεν εκφραστεί. Ο Χριστός είπε δεν μπορούμε να ζήσουμε μόνο με ψωμί.

Εν αρχή ην ο λόγος... 

—Αυτό πάει βαθύτερα. Τι είναι το άλλο που πρέπει να έχουμε για να ζήσουμε; Είναι νομίζω η Έκφραση και η Έκφραση είναι μια αναζήτηση, για το πως θα ζήσουμε πιο μονιασμένοι, πιο αγαπημένοι, πιο κοντά ο ένας στον άλλο...

Και πως θ' αλλάξουμε τα πράγματα προς το καλλίτερο; -Λέτε "εμείς, η γενιά που πέρασε πολλά". Θα ήθελα να ρωτήσω, επειδή έχει ακουσθεί πως γνωρίσατε τον Τάκη Σινόπουλο, τον Γιώργο Σεφέρη, τον Τίτο Πατρίκιο, τον Ηλία Παπαδημητρακόπουλο και για τον Άγγελο Σικελιανό έχετε διηγηθεί πως τον συναντήσατε στο Ζάππειο ντυμένο με την χλαμύδα του να απαγγέλλει.. 

—Πέρναγε ο άνθρωπος, δεν τον γνώρισα προσωπικά...

Κάποιους απ' αυτούς τους είχατε φίλους... με το Σεφέρη... δείχνει ο Σεφέρης να 'ταν κλειστός άνθρωπος, μέσα σ' έναν κόσμο που μέσω της ποίησης του δημιουργούσε ο ίδιος... (Για τον απλό αναγνώστη της ποίησης του εννοώ) -σ' έναν ερμητικό κόσμο... 

—Καθόλου, δεν είναι ερμητική ποίηση, κάθε άλλο. Είχα την τιμή να τον γνωρίσω. Έζησα αρκετά χρόνια κοντά του. -Είναι δύσκολη η ποίηση του, δεν διηγείται απλώς μια ιστορία. -Κοιτάχτε, ο Σεφέρης είναι πολύ μεγάλος ποιητής... τι άλλο να σας πω...

 -Ήταν εκείνος που σας παρότρυνε να γράψετε;





 -Γνώρισα το '62, στην Αθήνα τον Σεφέρη, αλλά έγραφα απ' το '41 -από πολύ νέος, από 19 χρονών παιδί. Ήταν απ' τους ευγενέστερους ανθρώπους που έχω γνωρίσει. Μια βαθιά συνείδηση.

-Mπορεί η Ποίηση να γίνει ο καταλύτης που θα οδηγήσει και τον γράφοντα αλλά και τον αναγνώστη, στη Λύτρωση απ' τις αγωνίες και τα ερωτήματα; 

—Δεν ξέρω αν οι αναγνώστες μπορούν να λυτρωθούν, αλλά μπορούν να συγκινηθούν και να μαγευτούν και να προσεγγίσουν μια Αλήθεια μέσα από έναν ποιητή. Οι ποιητές είναι δυστυχισμένα πλάσματα που παλεύουν μέρα νύχτα να εκφράσουν το ανέκφραστο και το πιο δύσκολο.

Που είναι η Απογοήτευση; 

—Όχι, κάθε άλλο... μπορείς να γράψεις για μια μύγα, ή για ένα λουλούδι. Την ίδια σημασία έχει με το να γράψεις ένα έπος για τον πόλεμο. Το ζήτημα είναι πως εκφράζεσαι, πως προσεγγίζεις ποιητικά το μυστήριο των πραγμάτων, της ζωής, του κόσμου. Αυτό έχει σημασία. Δεν υπάρχει θεματική στην ποίηση. δηλαδή δεν ξεχωρίζει την ποίηση ένα σπουδαίο θέμα. Έπειτα δεν γράφεις με ιδέες. Μπορεί να έχετε σπουδαίες ιδέες, αλλά μόλις τις ρίξετε στο χαρτί, μπορεί να γράψετε αηδίες... γιατί άλλο τι σκεπτόμαστε... Γίνεται -πως να το πω, ουσία ας πούμε, κάθε μας σκέψη και κάθε μας ιδέα μέσα από την Έκφραση. Αν γράψουμε ποιητικά, όλα τα θέματα το ίδιο είναι.



Να σας ρωτήσω κάτι πιο καθημερινό. Πώς περνάτε τη μέρα του ένας ποιητής; 

—Γράφοντας. Κοιτάχτε, επειδή όλη μου τη ζωή δούλευα σ' ένα γραφείο για να επιβιώσω -οι ώρες που μου έμεναν κι είχα κάποια ηρεμία, ήταν μετά τις 10 το βράδυ και τα περισσότερα πράγματα που έχω γράψει ήταν μέσ' τη νύχτα γιατί δεν είχα ώρες. Όταν συνταξιοδοτήθηκα και είχα ελεύθερο χρόνο, μπορούσα να κάθομαι και πέντε ώρες, κι επτά ώρες, στο γραφείο μου, και να παλεύω να γράψω όλα αυτά, όχι για να γίνω σπουδαίος, ούτε για να γίνω γνωστός, αλλά γιατί ένιωθα απλώς την ανάγκη να τα γράψω αυτά τα πράγματα. Ένιωθα την ανάγκη να εκφραστώ. και καθόμουν να γράψω... Σε συγκινεί κάποια αναγνώριση στον καιρό σου. Σε συγκινεί να δεχθείς κάποια τιμή η απ' τους συγκαιρινούς σου, όμως πρέπει να μένεις εντελώς αδιάφορος για οποιαδήποτε προβολή σου.

-Αυτό φαίνεται σε σας. Είστε πολύ σεμνός και μετρημένος. 

—Να μην επιδιώκεις καμία προβολή, διότι όσο και να προβληθείς, όση φασαρία κι αν γίνει στον καιρό σου, δεν έχει σημασία αυτό. Ο χρόνος μόνο μας καθορίζει. Αν αξίζει κάτι απ' αυτό που έφτιαξες, όση φασαρία κι αν γίνεται αν όλα αυτά έφτιαξες είναι κίβδηλα και άνευ ουσίας θα χαθούν. Αν όμως έφτιαξες κάτι και αξίζει, αυτό θα μείνει. -Βέβαια, υπάρχουν ποιητές που ήταν άγνωστοι ή παραγνωρισμένοι π.χ. ο Καρυωτάκης. Ποιος τον ήξερε στον καιρός του; -Aυτό σας είπα... Ο χρόνος θα δείξει...

Επίσης ασχοληθήκατε και με τη μετάφραση... 

—Κάποιες νεανικές προσπάθειες αυτές, αλλά γρήγορα κατάλαβα πως πρέπει να είσαι πολύ επαρκής στη γλώσσα, να ξέρεις πολύ καλά τη γλώσσα απ' την οποία θα μεταφράσεις για να μπορέσεις να φέρεις στη δική σου γλώσσα και μάλιστα να δοκιμαστείς, να δοκιμάσεις πόση δυνατότητα έχεις να φέρνεις στη γλώσσα σου ένα άλλο κείμενο.

Πιστεύετε στην απλή μετάφραση ή στην ελεύθερη; 

—Τι πάει να πει ελεύθερη; -Να δημιουργήσεις ένα νέο ποίημα. -Πολλοί λένε και διατείνονται πως η Ποίηση είναι αυτό που δεν μεταφράζεται. Δεν μπορείς να μεταφέρεις απολύτως στη γλώσσα σου αυτό που υπάρχει στη γλώσσα που γράφτηκε αλλά είναι μια δοκιμή, μια δοκιμασία, να δεις τις δυνατότητες σου -όσο μπορείς να αποδώσεις αυτό που γράφτηκε σε μια άλλη γλώσσα. -στην ποίηση είναι πολύ δύσκολο πράγμα. και γρήγορα κατάλαβα πως δεν ήμουν επαρκής.

Απ' τον Έλιοτ τι έχετε μεταφράσει; 

—Ένα ποίημα του, επίσης ένα του Πάουντ, δέκα της Ήντιθ Σίγκουελ όταν ήμουν 23-24 χρόνων.

Όμως έχουν μεταφραστεί δικά σας -σε ανθολογίες, περιοδικά. Στα Αγγλικά, Γαλλικά, Πολωνικά, Ρωσικά... Είστε ευχαριστημένος; 

—Δεν μπορώ να εκτιμήσω απόλυτα τα πράγματα γιατί δεν ξέρω και πολύ καλά Αγγλικά.

Τι γνώμη έχετε για τον Μπωντλέρ; έχει μιλήσει για πολλά πράγματα, για πολύ σπουδαία πράγματα. Όπως για τον ποιητή "που τα μεγάλα του φτερά τον εμποδίζουν να περπατήσει στη γη". Βλέπει την πραγματικότητα πολύ πιο έντονη, ανάγλυφη, με όλα της τα προβλήματα. Αυτή η πραγματικότητα του ρίχνει τα φτερά βαριά στους ώμους. Είναι πολύ πελώρια φτερά που τον εμποδίζουν να περπατήσει... 

—Τι να λέμε τώρα, είναι πολύ μεγάλος ποιητής.

Στα δικά σας ποιήματα δεν υπάρχει ομοιοκαταληξία, όμως υπάρχει ρυθμός. 

—Είναι πιο δύσκολο να γράψεις ελεύθερη παρά ομοιοκατάληκτη ποίηση. Όλα αυτά είναι σχετικά. Ο Μπωντλέρ που έγραψε με τον τρόπο που έγραψε ή τόσοι δικοί μας έχουν γράψει σπουδαία ποιήματα. Ο Όμηρος δεν έγραψε σε ομοιοκαταληξία, όμως έγραψε μ' ένα ρυθμό.

Γύρω στους τοίχους υπάρχουν ορισμένοι πίνακες. Ο Γιώργης Παυλόπουλος μας λέει πως είναι δικοί του. Ανάμεσα τους και μια λιθογραφία του Φερνάν Λεζέ.

—Επειδή τα έργα του ήταν πανάκριβα, για τους επισκέπτες της έκθεσης του έκανε μια μεταξοτυπία σε χίλια αντίτυπα.

Γύρω πολλοί άλλοι πίνακες

Είναι δικά σας;
Απαντά καταφατικά επιβεβαιώνοντας πως οι πνευματικοί άνθρωποι επιδίδονται και σε άλλες τέχνες, συχνά στη ζωγραφική.

Με ποιες ύλες είναι φτιαγμένα; με ποια τεχνική;

—Σαν πρώτη ύλη είναι το απλό πλαστικό αναμεμειγμένο με τέρες. Απλό πλαστικό σαν αυτό που βάζουμε στους τοίχους. Πολύ ελαφρύ και φθηνό υλικό.

Δική σας επινοήσεως; 

—Όχι, ο Σικελιώτης έχει έτσι δουλέψει, με απλό πλαστικό. (Έναν πίνακα του τον ονομάζει "Πουλιά μεσ' τη νύχτα" -μια ποιητική εντελώς εικόνα...)
Δεν έχω κάνει ξέρετε ατομική έκθεση, όμως κάποιοι φίλοι που τους είχα χαρίσει έργα μου, τα πήγαν σε μια "Πανελλήνια" στο Ζάππειο. Η επιτροπή τα ενέκρινε, έτσι όταν πήγα στην έκθεση είδα και τα έργα μου.

Πολλές γυναικείες γυμνές φιγούρες. Πολύ ωραία χρώματα... γήινα. 

— (χαμογελώντας) Κοιτάχτε, η όμορφη γυναίκα είναι απ' τα πιο μεγάλα δώρα....

(Και για μας, η συνάντηση μαζί σας, ήταν απ' τα πιο μεγάλα δώρα!...)
Όλοι λέμε ποιητές φοβούμενοι πως ένας ποιητής θα 'ναι αλαζών, υπεροπτικός, λιγομίλητος...

—Τους θεωρούνε σαν κάποια όντα απόκοσμα, η και ηλιθίους στον καιρό μας κυρίως -ότι δεν ασχολούνται με πρακτικά πράγματα, με τη ζωή, ότι είναι κάποια ψώνια... να το πω έτσι...

Ιδίως όταν δεν βγάζεις νόημα... δεν καταλαβαίνεις... 

—Δεν σημαίνει ότι όσοι γράφουν στίχους, όχι ποιήματα -έχει διαφορά- είσαι ποιητής. Έχω πει πως για να πεις ότι είσαι ποιητής θα καεί το στόμα σου. Ποτέ μην πεις ή να διατείνεσαι ό,τι«Ξέρεις εγώ είμαι ποιητής». Αυτό ως ένα βαθμό είναι ύβρις. Το μόνο που πρέπει να υπάρχει μέσα σου είναι η πίστη στο έργο σου. Ποτέ μη πεις με αλαζονεία: ξέρετε εγώ είμαι ποιητής.

Αυτή η πίστη προϋπάρχει: 

—Όταν αρχίζει να γίνεται Συνείδηση, τρόπος ζωής και το καταλαβαίνεις αυτό. Όταν γράφεις χωρίς να πιστεύεις σ' αυτό που κάνεις δεν πρόκειται να γίνεις ποτέ ποιητής.

Από νέος πιστεύατε πως αυτό που γράφατε ήταν αξιόλογο; 

—Όταν εσείς κοιμόσαστε τη νύχτα ωραία, εγώ αγρυπνούσα. Όταν οι άλλοι κοιμόνται στο κρεβατάκι τους, ή κάνουν τη ζωή τους, οι ποιητές αγρυπνούν και χτυπιόνται να εκφράσουν κάτι που υπάρχει μέσα τους και αφορά όλους μας.

Για λογαριασμό λοιπόν της ανθρωπότητας, του κόσμου; 

—Δεν υπάρχει αυτοσκοπός στην ποίηση. Δε λες ότι δουλεύω για να σώσω την ανθρωπότητα κλπ. Αλλά, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς παρά να εκφραστώ. Τώρα άλλο πράγμα είναι, αν έχεις τη δύναμη, αν είσαι ισχυρός να εκφράσεις αυτά τα πράγματα.

--------------------------------------------------------------------------------------------

Με τον Γ Σεφέρη
 - Μ' ενδιαφέρει η ποίηση του Γ.Π. γιατί είναι αποτελεσματική χωρίς ψιμύθια. Λέγοντας «ψιμύθια», εννοώ: χωρίς γλωσσικούς κορδακισμούς, που συνήθως είναι επιφανειακά σχήματα χωρίς ν' αγγίζουν τίποτε στο βάθος - και η ποίηση είναι, αν μπορώ να πω, έκφραση βάθους. Σε τι προχωρεί, μ' αυτόν, η ποίηση; Δεν ξέρω, άλλοι θα το πουν. αλλά στα χρόνια που ζούμε, το να κρατά κανείς την τέχνη σε μια ορισμένη στάθμη, είναι πρόοδος. ΓIΩPΓOΣ ΣEΦEPHΣ

Ο Γιώργης Παυλόπουλος (Πύργος Ηλείας22 Ιουνίου 1924 – Πύργος Ηλείας26 Νοεμβρίου 2008) ήταν Έλληνας ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς.

Τελείωσε το δημοτικό και το γυμνάσιο στη γενέτειρά του. Ξεκίνησε το 1942 να σπουδάζει νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά εγκατέλειψε τις σπουδές του για να αφοσιωθεί στην ποίηση. Για βιοποριστικές λόγους, εργάστηκε για πολλά χρόνια ως λογιστής και γραμματέας στο ΚΤΕΛ Ηλείας.
Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1940, οπότε δημοσίευσε δύο διηγήματα στην εφημερίδα Πατρίς του Πύργου. Άρχισε να γράφει ποιήματα από το 1941. Δημοσίευσε το πρώτο του ποίημα «Ο νεκρός Γ.Π.» στο περιοδικό Οδυσσέας (τεύχος 4, Δεκέμβριος 1943, που εξέδιδε ο ίδιος με φίλους του στον Πύργο. Ήταν στενός φίλος με τον Τάκη Σινόπουλο και συνεργάστηκε μαζί του σε μια πειραματική γραφή κοινών ποιημάτων, τα οποία συμπεριέλαβε ο Σινόπουλος στο έργο του. Ήταν επίσης φίλος με τους πεζογράφους Νίκο Καχτίτση και Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλο, καθώς και με τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη.

Η πρώτη του ολοκληρωμένη συλλογή ποιημάτων με τίτλο Το κατώγι κυκλοφόρησε το 1971. Είχαν ωστόσο προηγηθεί πολλές δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε λογοτεχνικά περιοδικά του Πύργου και της Αθήνας, καθώς και σε έναν τόμο Για το Σεφέρη, που κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1962

Ακολούθησαν οι συλλογές: Το σακί (1980), Τα αντικλείδια (1988), Τριάντα τρία χαϊκού (1990), Λίγος άμμος (1997), Ποιήματα 1943–1997 (2001), Πού είναι τα πουλιά (2004) και Να μην τους ξεχάσω(2008, κυκλοφόρησε λίγες ημέρες μετά τον θάνατο του ποιητή). 

Επίσης το 2008, κυκλοφόρησαν σε έναν μικρό τόμο με τίτλο Γράμματα από την Αμερική οι επιστολές που έστειλε από τις ΗΠΑ σε φίλο του ψυχίατρο το 1985.

Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Ο αιώνας μας, Αλφειός, Γράμματα και Τέχνες, Νέα Πορεία, Ποιητική Τέχνη, Αιολικά Γράμματα, Σημείο, Νέο Επίπεδο, Η Συνέχεια, Χρονικό, Ελίτροχος. Επίσης, έγραφε στην εφημερίδα Καθημερινή.

Τα ποιήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες και περιελήφθησαν και σε σχολικά βιβλία. Ο ίδιος συμμετείχε σε συνέδρια και παρουσιάσεις ποιητών στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ήταν ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Πέρα από την ποίηση, ασχολήθηκε ερασιτεχνικά και με την ζωγραφική. Με την φροντίδα μερικών φίλων του, πίνακές του εκτέθηκαν στην ΙΘ΄ Πανελλήνια Έκθεση Ζωγραφικής το 1977.

Τα ποιήματά του, όλα σε ελεύθερο στίχο, έχουν έντονο βιωματικό χαρακτήρα. «Αυτό που γράφω το έχω ζήσει», είχε πει ο ίδιος. Στα πρώτα του ποιήματα σκιαγραφούνται οι τραυματικές εμπειρίες της Κατοχής και του Εμφυλίου. Στα τελευταία του ποιήματα, ο λόγος του επικεντρώνεται στις υπαρξιακές αγωνίες του ανθρώπου: τον έρωτα και τον θάνατο.




   -------------------------------------------------------------------------------------------


Το χαϊκού (ιαπ.: 俳句, "αστείος στίχος") είναι μια ιαπωνική ποιητική φόρμα. Παραδοσιακά αποτελείται από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνται σε τρεις στίχους για έμφαση ή σε έναν, χωρισμένο με κενά. Το χαϊκού είναι με συνολικά 17 συλλαβές η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο. Περιγράφει μια εικόνα της φύσης και δίνει στοιχεία για την εποχή του χρόνου μέσα από εποχιακές λέξεις (Κίγκο). Υπάρχουν επίσης ποιητές χαϊκού οι οποίοι ακολουθούν μια πιο ελεύθερη φόρμα. Ο ιδρυτής του σύγχρονου χαϊκού ως αυτόνομης μορφής ποίησης ήταν ο Μασαόκα Σίκι, ο οποίος επίσης διαμόρφωσε τον όρο χαϊκού (από τους παλιότερους χαϊκάι ή χόκκου).


Ζωγραφιά μανιταριών από τον Τσικούσο (1763-1830) και το χαϊκού "κάτι διασκεδαστικό" του Ρανγκιού (1798-1876)):Μετά την πυρά/σώθηκ' η θράκα/ένα κόκκινο φύλλο


ΠΗΓΕΣ


users.uoa.gr/~nektar/arts/.../giwrghs_paylopoylos_ti_einai_poihsh.htm

users.sch.gr/symfo/sholio/kimena/pavlopulos-antiklidia.htm


fotodendro.blogspot.com/2013/04/blog-post_21.html





 Γιώργης Παυλόπουλος, συνέντευξη στην Λ. Σ. Αρμυριώτη, περιοδικό Ύφος, 7 Ιανουαρίου 2008. 




-----------------------------------------------------------------------------------------------------





-------------------------------------------------------------------------------------------------------



Δημοσίευση σχολίου