Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Ηλίας Βενέζης


        Αποτέλεσμα εικόνας για ηλιας βενεζης                              



BENEZHS 1


Από τους 3.000 αιχμαλώτους των Κυδωνιών επέστρεψαν μόνο 23



Ο Ηλίας Βενέζης και η θητεία του στα «Τάγματα Θανάτου» των Τούρκων.



«Το νούμερο 31328» υπήρξε το πρώτο μυθιστόρημα του Ηλία Βενέζη, ένα βιβλίο-ντοκουμέντο για τις δύσκολες στιγμές που πέρασε ο συγγραφέας στα κάτεργα της Ανατολής, όταν ήταν αιχμάλωτος στα τούρκικα τάγματα εργασίας.

 Γεννημένος στο Αϊβαλί το 1904, έζησε τους διωγμούς και τον ξεριζωμό των ελλήνων της Μικρασίας. Με τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατέφυγε με τη μητέρα και τα αδέρφια του στη Μυτιλήνη, αλλά επέστρεψαν το 1919.

Τρία χρόνια αργότερα, ο νεαρός Ηλίας Μέλλος (όπως ήταν το πραγματικό του όνομα) βρίσκεται στο επίκεντρο της τραγωδίας. Αν και η οικογένεια του καταφέρνει να φύγει αλώβητη από τη Μικρά Ασία, ο ίδιος δεν προλαβαίνει να επιβιβαστεί στο πλοίο. Αιχμαλωτίζεται από τους Τούρκους που τον στέλνουν στα βάθη της Μικράς Ασίας να υπηρετήσει στα τάγματα θανάτου, τα γνωστά, «αμελέ ταμπουρού». Επρόκειτο για τάγματα εργασίας στα οποία σύρονταν Αρμένιοι και “Ελληνες χριστιανοί για να δουλέψουν κάτω από απάνθρωπες συνθήκες σε ορυχεία και στην κατασκευή δημοσίων έργων.

 Ο Βενέζης ήταν από τους ελάχιστους που κατάφεραν να γλιτώσουν  «Το νούμερο 31328» ήταν ο αριθμός του Βενέζη στα τάγματα εργασίας. Το βιβλίο αποτελεί ένα χρονικό των κακουχιών και βασανιστηρίων που βίωσαν οι Έλληνες αιχμάλωτοι στα χέρια των Τούρκων, που στην πραγματικότητα εφάρμοζαν πρόγραμμα εξόντωσης. Για 14 μήνες ο συγγραφέας ζούσε καθημερινά τον εξευτελισμό, την πείνα, το κρύο και τη συστηματική κακομεταχείριση. Οι περισσότεροι αιχμάλωτοι πέθαιναν. Αυτός ήταν άλλωστε ο απώτερος στόχος των Τούρκων. Ο Βενέζης ήταν ένας από τους ελάχιστους που κατάφεραν να επιβιώσουν.

 Το 1923 αφέθηκε ελεύθερος και επέστρεψε στην οικογένειά του στη Λέσβο. Πέθανε στις 3 Αυγούστου του 1973, σε ηλικία 69 ετών. Ο ίδιος το 1945 θα γράψει: «Το βιβλίο τούτο είναι γραμμένο με αίμα». Ένας κριτικός σημείωνε κάποτε για το ύφος του: «Έχει κάτι απ” τη φονική λαμπρότητα των πολεμικών όπλων, τη φονική λαμπρότητα του αδυσώπητου φωτός. Αλλά εγώ δε μιλώ για το ύφος. Λέω για την καυτή ύλη, για τη σάρκα που στάζει το αίμα της και πλημμυρίζει τις σελίδες του…αν βγεις στα τρίστρατα και ρωτήσεις τους μάρτυρες, αυτούς που τα κορμιά τους βασανίστηκαν, ενώ πάνω τους σαλάγιζε ο θάνατος —και είναι τόσο εύκολο να τους βρεις, η εποχή μας φρόντισε και γέμισε τον κόσμο— αν τους ρωτήσεις, θα μάθεις πως τίποτα, τίποτα δεν υπάρχει πιο βαθύ και πιο ιερό από ένα σώμα που βασανίζεται.»




Το σπίτι του Ηλία Βενέζη στο Αϊβαλί


Το σπίτι του Ηλία Βενέζη στο Αϊβαλί




                    =========================================



Το νούμερο 31328


Η κόρη του Ηλία Βενέζη, Άννα Βενέζη Κοσμετάτου, μιλάει στο ντοκιμαντέρ «Γράμματα χωρίς παραλήπτη» της ιστορικού δρος Ειρήνης Σαρίογλου Σκοτ για τον πατέρα της:


Το νούμερο 31328 πάνω στη σιδερένια πλάκα που φορούσε στο χέρι του, και που του έσωσε τη ζωή, γιατί δήλωνε ότι ήταν κάποιος, ανθρώπινο ον, στα Τάγματα Εργασίας, βαθιά στην Ανατολή της κακουχίας, ο πατέρας μου δεν το αποχωρίστηκε ποτέ. Το ‘χε πάνω στο γραφείο του, το ‘παιρνε μαζί του όταν πήγαινε ταξίδι.


από άρθρο στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (27/10/2007) της  Ελένης Μπίστικα


                    =============================================



Αυτά διηγόταν η μεγάλη αρκούδα για την ιστορία της φυλής τους στο αρκουδάκι, τη σεληνοφώτιστη νύχτα, ψηλά στα Κιμιντένια. Άκουγε το μικρό με ξαφνιασμένα μάτια και προσπαθούσε να καταλάβει το νόημα του κόσμου.

“Τι γίνανε οι άλλες αρκούδες της φυλής μας που ήρθανε στα Κιμιντένια;” ρώτησε.

‘Κι εδώ μας βρήκε ο άνθρωπος. Χάθηκαν όλες απ’ το χέρι του”.

“Κι ο πατέρας μου; Τι απόγινε ο πατέρας μου;”

Η μεγάλη αρκούδα θα ‘θελε πολύ να μη βάζει σε λύπη από τόσο μικρό το παιδί της. Μα δε γινόταν. Έπρεπε από τώρα ν’ αρχίσει να μαθαίνει τον κόσμο και να ξέρει τη μοίρα του:

“Ήταν τον καιρό που τα χιόνια αρχίζουν να λιώνουν κι οι αγριομέλισσες αφήνουν τις φωλιές τους και γυρίζουν στα δέντρα να φάνε”, είπε. “Πήγε να μας φέρει μια φωλιά με μέλι, γιατί ό,τι σε είχα γεννήσει κι ήμουνα ανήμπορη. Δεν ξαναγύρισε”.

“Γιατί;”

“Ο άνθρωπος!”, είπε η μάνα. “Θα συναπαντήθηκε με άνθρωπο!”

Τι φοβερό θεριό, λοιπόν, να ‘ναι αυτό, “ο άνθρωπος”, συλλογιζόταν το αρκουδάκι. Και να βρίσκεται παντού, να ‘χει πλημμυρίσει τον κόσμο: απ’ το Λίβανο ίσαμε το Καζ. 

– Νταγ και τα Κιμιντένια!

“Τι έχει μ’ εμάς ο άνθρωπος; Τι έχει με τη φυλή μας;”

“Του μοιάζουμε”, είπε η μεγάλη αρκούδα. “Μπορούμε να σταθούμε στα δυο ποδάρια καταπώς στέκεται αυτός. Μπορούμε να χορέψουμε ολόρθες σαν αυτόν. Μπορούμε όπως κι αυτός να σηκώσουμε αλύσίδες. Του μοιάζουμε”.

“Και μ’ αυτό τι;”

“Ο άνθρωπος αγαπά να χτυπά όσους του μοιάζουν”, είπε πάλι η μεγάλη αρκούδα. “Αγαπά να σκοτώνει τον όμοιό του”.

“Αχ!” στενάζει το αρκουδάκι, κι είναι ο πρώτος στεναγμός που βγαίνει απ’ το στόμα του στον κόσμο. “Τι καλά που θα ‘ταν να μην ήταν ο άνθρωπος”.

“Τι καλά που θα ‘ταν”, είπε η μεγάλη αρκούδα.

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ “ΑΙΟΛΙΚΗ ΓΗ”
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

Πού να βρεις ρότα με την ψυχή τ’ ανθρώπου;

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ «ΩΚΕΑΝΟΣ»
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

Το θέλει ο άνθρωπος να μιλά και να ξαλαφρώνει.

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ «ΩΚΕΑΝΟΣ»
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

Το βάσανο τ’ ανθρώπου δεν είναι μαθές αυτό: πως πρέπει να συλλογίζεται;

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ «ΩΚΕΑΝΟΣ»
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

Παίζουν οι άνεμοι, παίζουν τα σύννεφα, παίζει ο Θεός με τους ανθρώπους.

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ «ΑΙΟΛΙΚΗ ΓΗ»
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

Όταν κανείς είναι φτωχός και βασανίζεται, τι να λυπηθεί; Δεν έχει καιρό, όλα θέλουν ηρεμία. Το σώμα έγινε με πηλό, πρώτο, κ’ έπειτα, πολύ έπειτα, έγινε η καρδιά και αποτέθηκε μέσα του.

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ «ΓΑΛΗΝΗ»
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ





Ο μαρτυρικός θριαμβικός ανήφορος του Βενέζη

Τα παρακάτω αποσπάσματα είναι από άρθρο του Γ. Βαλέτα για τον Ηλία Βενέζη :

Γράψε το, μου είπε, αυτή είναι η αλήθεια. Δεν ήμουν -και ποιος είναι;- έγινα. Το ταλέντο που έφερα στον κόσμο, το είχαν και άλλοι, ίσως και περισσότερο. Η Μοίρα μου όμως το μεγάλωσε, γιατί εμένα -ξεχωριστά εμένα και κανένα άλλο στα γράμματά μας, καθώς εσύ το ξέρεις καλλίτερα ως ιστορικός της λογοτεχνίας- μ’ έφερε πιο κοντά στον ανθρώπινο πόνο και μ’ έκανε να ζήσω αυτά που έπαθα και έγραψα, να μαρτυρήσω με τη διπλή σημασία της λέξης: να βασανιστώ και να δώσω σαν καλλιτέχνης τη μαρτυρία μου για ένα υλικό της εθνικής μας ιστορίας, που δεν μπορεί να το συλλάβει ο νους και η ιστορία.

Δεν γίνεσαι συγγραφέας αν δεν το πληρώσεις ακριβά με τη ζωή σου, μου έγραφε λίγους μήνες πριν από το θάνατό του όταν το Δεκέμβριο του 1972 τα “Αιολικά Γράμματα” του αφιέρωσαν ένα πολυσέλιδο τεύχος τους, όπου δημοσιεύτηκε και από μένα ένα σχεδίασμα βιβλιογραφίας του.

Ερωτημένος στα 1970 σε μιαν εκρηκτική φιλολογική συνέντευξή του με τον Β. Ψυρράκη των “Σημερινών” (29/10/1970) αν είναι ευχαριστημένος μ’ αυτό που έδωσε ως συγγραφέας, απάντησε απερίφραστα από το ύψος που είχε ανεβεί:

“Συνήθως σε παρόμοια ερωτήματα δίνεται απάντηση με επιδεικτική μετριοφροσύνη. Εγώ θα σας απαντήσω με ευθύτητα. Αγρύπνησα σ’ όλη τη ζωή μου δουλεύοντας βιοποριστικά στην Τράπεζα και γράφοντας τις νύχτες βιβλία. Τα βιβλία αυτά αποτελούν μια μικρή βιβλιοθήκη. Διαβάστηκαν και διαβάζονται όσο ελάχιστα. Θα πρέπει να μεταδίδουν κάποια ευχαρίστηση, κάποια συγκίνηση. Τα βιβλία αυτά είχαν και μιαν άλλη καλή μοίρα: μεταφράστηκαν και εκυκλοφόρησαν σχεδόν σ’ όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες και στην Αμερική. Για το συγγραφέα που γράφει σε μια γλώσσα την οποία μιλούν ελάχιστα εκατομμύρια ανθρώπων, το να βλέπει το έργο του σε τόσες γλώσσες, στα χέρια τόσου ξένου κόσμου είναι μια σπάνια και δυνατή χαρά. Γιατί λοιπόν να σας πω οτιδήποτε που δεν είναι αληθινό; Μάλιστα, είμαι ευγνώμων στη Μοίρα που μου προορίστηκε ως Έλληνος συγγραφέως.

Το γυρισμό του στη Μυτιλήνη, ύστερα από την αιχμαλωσία, περιγράφει σε μια συνέντευξή του (Απογευματινή 5/6/1969). “Ήταν η μέρα που γύριζα στη Μυτιλήνη από τα κάτεργα της Ανατολής. Η αποβάθρα ήταν γεμάτη κόσμο. Όλοι ήθελαν να μου σφίξουν το χέρι, να μου μιλήσουν, να με ρωτήσουν για τους δικούς τους, που είχαν μείνει στην απέναντι αιολική γη…”

Τότε τον πλησίασε ένας άγνωστος άνθρωπος, ο Μυριβήλης! Του έσφιξε το χέρι και τον ρώτησε:

-Τι σκοπεύεις να κάνεις τώρα;

-Να ξεχάσω! είπα απλά.

-Πρέπει να τα γράψεις όλα.

-Όλα! ρώτησα με αγωνία.

-Όλα.

Δίσταζα, δεν ήθελα να γράψω, δεν μπορούσα να γράψω.

-Άκου, μου λέει ο φίλος μου. Είμαι κι εγώ λίγο συγγραφέας. Δημοσιεύω ένα δικό μου μυθιστόρημα στην “Καμπάνα”. Είναι μια καλή εφημερίδα. Όταν τελειώσω το δικό μου, κοίτα να έχεις έτοιμο το δικό σου… Η “Ζωή εν τάφω” τέλειωσε σε μερικές εβδομάδες. Ο Μυριβήλης διάβαζε τα χειρόγραφά μου και κινούσε το κεφάλι. “Καλά πας”, μου ‘λεγε. “Γράφε”.




ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ, “Ο ΜΑΡΤΥΡΙΚΟΣ ΘΡΙΑΜΒΙΚΟΣ ΑΝΗΦΟΡΟΣ ΤΟΥ ΒΕΝΕΖΗ”
περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ
τεύχος 1139 Χριστούγεννα 1974


Από μακριά


Αλλά οι Τούρκοι, όταν το “Νούμερο 31.328 μεταφράσθηκε σε ξένες γλώσσες και το διάβασαν μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, τάβαλαν μαζί μου ότι τους προσβάλλω. Ήθελαν να καταγράψω αγγελικά τα συμβάντα κατά τη μικρασιατική καταστροφή: τις πυρπολήσεις, τον “λευκό θάνατο” των ομήρων και τις σφαγές – στα οποία ήμουν αυτόπτης. Επαναλαμβάνω: μπόρεσα να γράψω το χρονικό αυτό χωρίς μίσος. Και, καθώς φαίνεται, νέος τότε ήλπιζα ότι η λογοτεχνία μπορεί να εξημερώνη, να βοηθά τους ανθρώπους να γίνουν καλύτεροι, με το να τους υπενθυμίζη το τι συμβαίνει όταν αποχαλίνωνται τα ένστικτα. Η αγριότητα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου μας έβγαλε απ’ αυτές τις αφελείς αυταπάτες. Κατερείπωσε και αυτά τα όνειρα.

Οι Τούρκοι μετά την έκδοση του “Νούμερο 31.328 στην Ευρώπη μου έχουν απαγορεύσει την είσοδο στη χώρα τους.

(…)

Δεν θα πάω στην Ανατολή, δεν πρόκειται. Θα βλέπω από μακριά, απ’ την Εφταλού, τα βουνά της πατρίδας μου, της Ίδης, του Ιλίου. Και θα σκέπτομαι ότι και αυτό είναι ένα προνόμιο: Εκατομμύρια ξερριζωμένων ανθρώπων του εκπληκτικού διαστημικού αιώνα μας δεν το έχουν, ούτε αυτό. Το από μακριά.

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ “Οι Τούρκοι και ένας Έλληνας συγγραφέας”
εφημερίδα  ”ΤΟ ΒΗΜΑ”, 30/3/1971
από το ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΛΑΜΠΡΑΚΗ


Το αηδόνι

Ο Ηλίας Βενέζης θυμάται τον Στράτη Μυριβήλη:

Μια μέρα, στην πρώτη νιότη μας, στη Μυτιλήνη, μου είπε :

-Στο Ακλειδιού ήρθε ένα αηδόνι σπουδαίο. Θα πάμε να ξαγρυπνήσουμε για να τ’ ακούσουμε την αυγή.

Ακλειδιού είναι είναι ένα μαγευτικό μέρος, παράλιο, έξω απ’ τη Μυτιλήνη. Αντίκρυ είναι τα βουνά της Ανατολής, το Δικελή, η Πέργαμος, το Τραπέζι του Δαιμόνου, το Λιος, τα Κιμιντένια.

 Στο Ακλειδιού ο Ελευθέριος Βενιζέλος, επαναστάτης του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ξεμοναχιαζόταν και κοίταζε ονειροπόλος την απέναντι Μικρασία την Μεγάλη Ελλάδα των πατέρων μας.

 Εκεί στο Ακλειδιού, πήγαμε με τον Μυριβήλη και ξενυχτήσαμε, εκείνην την άνοιξη της νιότης μας, περιμένοντας ως την αυγή το ξακουστό αηδόνι. Δεν θυμάμαι πια, ύστερα από τόσα χρόνια που πέρασαν, αν ήρθε το αηδόνι και αν το ακούσαμε.




ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ, περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ,
τ. 1033 (15/7/1970)

Ο Ηλίας Βενέζης στην καλύβα του Πόε (I):


Fordham. Εδώ κάποτε, ήταν χωράφια και δάσος. Η Νέα Υόρκη ήταν ακόμα πολύ μακριά. Καλύβες ξυλοκόπων και δουλευτών της γης, γύρω τα μεγάλα δέντρα, γαλήνη βαθιά. Εδώ, κυνηγημένος απ’ τη φτώχεια του ήρθε, νοίκιασε μια καλύβα κι έζησε με τη γυναίκα του και με τη μητέρα της τρία απ’ τα πιο πικρά του χρόνια ο Έντγκαρ Άλαν Πόε (1846-1849). Εδώ, σ’ αυτό το καλύβι του Fordham, έγραψε την «ANNABEL LEE», το «EUREKA». Εδώ γράφτηκαν οι εξαίσιοι ρυθμοί των «THE BELLS». Εδώ, σ’ αυτό το καλύβι, πέθανε εκείνο το αγνό, αγγελικό πρόσωπο, η Virginia Poe. Εδώ.

Εδώ, τώρα, η καλύβα αυτή είναι ένα απ’ τα εθνικά μνημεία της Αμερικής, μια απ’ τις δόξες της. Ένα μικρό πάρκο ζώνει την καλύβα.

Η καλύβα ακόμα είναι κλειστή. Θα ανοίξει στη μία το μεσημέρι.

Το ωραίο κορίτσι στο παγκάκι του Poe Park σήκωσε τα μάτια απ’ το βιβλίο, κοίταξε λίγο τον ουρανό, τέντωσε τα χέρια του, έκλεισε τα μάτια. Σα να ήταν το φως πολύ. Σα να μην μπορούσε να το βαστάξει το φως, μαζί και την ποίηση. Το χοντρό δεμένο βιβλίο του «The modern library» έμενε στα γόνατά της.

It was many and many a year ago,

in a kingdom by the sea

That a maiden there lived whom you may know

By the name of ANNABEL LEE;

And this maiden she lived with no other thought

Than to love and be loved by me.

I was a child and she was a child,

In this kingdom by the sea;

But we loved with a love that was more than love-

I and my Annabel Lee;

………………

Έβλεπα τα χείλια του κοριτσιού, έβλεπα, καθώς ήμουν πλάι της, στο βιβλίο της. Η αίσθηση της μνήμης, η αίσθηση του παρελθόντος, καθώς το αγίαζε η ποίηση επενεργούσε ολοένα απάνω της σα να ήταν ένα γεγονός δικό της, μνήμη δική της. Σα να ήταν κάτι πέρα απ’ αυτό: το πεπρωμένο της αιωνιότητας.

Όταν έφτασε στους τελευταίους εξαίσιους στίχους ήταν κάτωχρη:

For the moon never beams without bringing me dreams

Of the beautiful ANNABEL LEE ;

And the stars never rise but I feel the bright eyes

Of the beautiful ANNABEL LEE ;

And so, all the night-tide, I lie down by the side

Of my darling- my darling- my life and my bride,

In the sepulchre there by the sea,

In her tomb by the sounding sea.

Γύρισε απότομα, με κοίταξε για πρώτη φορά στο πρόσωπο.

-Το ξέρετε πως «αυτό» έγινε εδώ ;… είπε σχεδόν βάναυσα και ήταν πάντα κάτωχρη.  Πως γράφτηκαν εδώ, σ’ αυτό το καλύβι ;…

-Το ξέρω, είπα.

-Ήρθατε γι’ αυτό;

-Ήρθα γι’ αυτό.

Έκλεισε το βιβλίο της, κοίταξε τους αδιάφορους ανθρώπους γύρω της, στα παγκάκια, τους Εβραίους της Ουγγαρίας, της Γερμανίας.

-Φοβάμαι πως θα είμαστε οι μόνοι που ήρθαμε γι’ αυτό.

Στο στενό μικρό δωμάτιο, όπου είναι το κρεβάτι, είναι τα άδυτα. Ένα κορδόνι φράζει την είσοδο. Δεν μπορούμε να μπούμε μέσα. Αυτό το ξύλινο χαμηλό κρεβάτι με τους χοντρούς στύλους είναι το κρεβάτι τους. Της Βιργινίας και του Έντγκαρ Πόε. Εκεί, σ’ αυτό το κρεβάτι, ένα Σάββατο του Γενάρη του 1847, επιτέλους αναπαύθηκε, τόσο νέα, η Βιργινία Πόε.

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ «Η ΚΑΛΥΒΑ ΤΟΥ ΠΟΕ»

απόσπασμα από άρθρο του στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 545, 15/3/1950

Ηλίας Βενέζης (1904-1973)

             =============================

Ενδιαφέρουσες ιστοσελίδες:







               =========================


Τα δύστηνα συμφραζόμενα, πριν και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, σφράγιζαν επωδύνως το έργο του Ηλία Βενέζη



Ο ανεξερεύνητος Βενέζης

Ο μικρασιάτης συγγραφέας που συνέδεσε το όνομά του με τον τόπο του και την πικρή ιστορία του παραμένει ζωντανός και για τον σύγχρονο αναγνώστη

Κουζέλη Λαμπρινή



Ο ανεξερεύνητος Βενέζης
Στο γραφείο του στην Τράπεζα της Ελλάδος. (Αρχείο Άννας Βενέζη-Κοσμετάτου)

Το 1923, μόλις απελευθερώνεται από τα τουρκικά τάγματα εργασίας, ο νεαρός Ηλίας Βενέζης (1904-1973) από το Αϊβαλί καταφεύγει στη Μυτιλήνη, όπου βρίσκεται η υπόλοιπη οικογένειά του. Εκεί ο Στράτης Μυριβήλης τον ενθαρρύνει να γράψει τις εμπειρίες του από την αιχμαλωσία και τις δημοσιεύει σε συνέχειες στην εφημερίδα του «Καμπάνα» το 1924 με τον τίτλο «Το νούμερο 31328». Το 1939 Μυριβήλης και Βενέζης μοιράζονται το πρώτο στην ιστορία Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας για το «Γαλάζιο βιβλίο» και τη «Γαλήνη» αντίστοιχα. Το 1956 είναι και οι δύο υποψήφιοι για την έδρα της Λογοτεχνίας στην Ακαδημία Αθηνών. Εκλέγεται το 1957 ο Βενέζης. Οι δυο τους συναντώνται ξανά το 1958 στις σελίδες της «Ακροπόλεως», όπου γράφουν εκ περιτροπής μαζί με τον Τερζάκη και τον Καραγάτση «Το μυθιστόρημα των τεσσάρων». Την ίδια χρονιά ο Μυριβήλης είναι πάλι υποψήφιο μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και ο μικρασιάτης ακαδημαϊκός επιφορτισμένος να κάνει τη σχετική εισήγηση.

«Ήταν τότε συνυποψήφιοι ο Μυριβήλης και ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος. Με τον πρώτο ήταν γνωστό ότι οι σχέσεις του Βενέζη δεν ήταν απ' τις καλύτερες» είπε περιγράφοντας τη στενή αλλά ταραγμένη σχέση των δύο συγγραφέων της Αιολικής Σχολής ο μυτιληνιός συγγραφέας και φίλος του Βενέζη Τάκης Χατζηαναγνώστου στην τιμητική εκδήλωση που πραγματοποίησε η Τράπεζα της Ελλάδος στις 7 Απριλίου για τα 110 χρόνια από τη γέννηση του Ηλία Βενέζη, του υπαλλήλου και χρονικογράφου της: «Ο μεγάλος μας Μυριβήλης δεν είχε συγχωρήσει  το γεγονός ότι κατά την απονομή των Κρατικών Βραβείων Πεζογραφίας το 1939 οι κριτές τοποθέτησαν τη "Γαλήνη" του Βενέζη στο ίδιο ύψος με κάποιο δικό του βιβλίο, δίνοντας το μισό βραβείο σ' εκείνον και το άλλο μισό  στον "μαθητή"  του - έτσι θεωρούσε τον Βενέζη... Αρνήθηκε το βραβείο και έκοψε και την "καλημέρα" στον νέο συγγραφέα. Απ' την άλλη μεριά, ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος ήταν στενός προσωπικός φίλος του Βενέζη. Yστερα από πολλή αγωνία και βάσανο πήρε τις αποφάσεις του. Και με πήρε ιδιαίτερα στο γραφείο του να μου δείξει το χειρόγραφο της εισήγησής του λέγοντας: "Μπορεί ο Μυριβήλης να μη με λογαριάζει και μπορεί ακόμα και να με υποτιμά· απ' την άλλη μπορεί ο Γιάννης (ο Ι. Μ.) να είναι προσωπικός μου φίλος· εμένα ωστόσο η συνείδησή μου μού λέει ότι πρώτος τη τάξει, σαν αξία, είναι ο Μυριβήλης και έπειτα έρχεται ο φίλος μου...". Και εξελέγη τότε ο Μυριβήλης. Και εξεμάνη εναντίον του Βενέζη ο φίλος του ο Ι. Μ.».

Δεν είναι μονάχα η σχέση του Βενέζη με τους άλλους εκπροσώπους της γενιάς του 1930 που χρειάζεται διερεύνηση, είναι το έργο του συνολικά. Εξαιρετικά δημοφιλής λογοτέχνης και δημόσιος διανοούμενος στην εποχή του, με εκπομπή στο ραδιόφωνο, με θεσμικές θέσεις στο Εθνικό Θέατρο, στην Εθνική Λυρική Σκηνή, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ιδρυτικό μέλος της Ομάδας των Δώδεκα που με το ομώνυμο βραβείο της ανέδειξε το μεταπολεμικό μυθιστόρημα και τακτικός επιφυλλιδογράφος του «Βήματος» (από το 1946) και της «Ακροπόλεως» (από το 1958), είναι εντυπωσιακό ότι σαράντα χρόνια μετά τον θάνατό του ο Βενέζης δεν έχει ακόμη συστηματικά μελετηθεί. Παραμένει ανέκδοτη η αλληλογραφία του, δεν έχουμε ένα αναλυτικό βιογραφικό χρονολόγιό του και μόλις πρόσφατα δημοσιεύθηκε η εργογραφία των αυτοτελών εκδόσεών του. Τα δημοσιεύματά του, οι επιφυλλίδες, οι ομιλίες του παραμένουν ακατάγραφα.

Δεν ήταν αξιοποιήσιμος πολιτικά

«Μετά τη Μεταπολίτευση οι ερευνητές ενδιαφέρονταν για τις ιδεολογίες. Ο πατέρας μου δεν ήταν της μόδας, δεν μπορούσε να τον οικειοποιηθεί εύκολα κάποιος ιδεολογικά. Για τους αριστερούς ήταν δεξιός και για τους δεξιούς αριστερός. Δεν ήταν τίποτε από τα δύο, ήταν ενάντιος στον πόλεμο» μας είπε η κόρη του Αννα Βενέζη-Κοσμετάτου. «Η τελευταία μεγάλη φασαρία ιδεολογικού χαρακτήρα που προκλήθηκε για τον πατέρα μου ήταν η έκδοση της "Αιολικής γης" το 1943. Η αριστερή κριτική υποστήριξε ότι δεν μπορεί ένας συγγραφέας μέσα στην Κατοχή να γράφει ένα βιβλίο σαν παραμύθι αφηγούμενος τις παιδικές του αναμνήσεις. Για τον πατέρα μου ήταν ένας τρόπος να αντιδράσει σε αυτή τη φρίκη».

Το Αρχείο του πατέρα της παραχώρησε η Άννα Βενέζη-Κοσμετάτου στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη κρατώντας τα βιβλία του, την προσωπική αλληλογραφία των γονιών της και το φωτογραφικό αρχείο. Τα υπόλοιπα, αλληλογραφία, ομιλίες στην Ακαδημία, εκδόσεις, μεταφράσεις, πλήρως ταξινομημένα και καταλογογραφημένα, περιμένουν τους ερευνητές να τα ανακαλύψουν. «Ο Βενέζης είναι παρθένο έδαφος για τους μελετητές» λέει. «Στην εποχή του ήταν αναγνωρίσιμος. Στα πρώτα χρόνια μετά τον θάνατό του διαβαζόταν, ήταν ακόμη πολύ ζωντανός για να μελετηθεί. Με την αλλαγή του αιώνα από τη γενιά του 1930 προβλήθηκαν και μελετήθηκαν πολλοί συγγραφείς που είχαν γράψει θεωρητικά κείμενα, όπως ο Θεοτοκάς, τα οποία ο σύγχρονος σχολιασμός θα μπορούσε να αξιοποιήσει μιλώντας για ζητήματα πολιτικά και κοινωνικά. Την ίδια εποχή περιορίστηκε η διδασκαλία των έργων του Βενέζη στο σχολείο, σε ένα διήγημα και ένα απόσπασμα της "Γαλήνης". Οι νέοι πλέον δεν γνωρίζουν το έργο του».

«Οι αναγνώστες της γενιάς μου, της γενιάς του Πολυτεχνείου, που διαβάσαμε τον Βενέζη στην εφηβεία μας, θεωρούσαμε τη γλύκα της λογοτεχνίας του γλυκερή» ανέφερε στην εκδήλωση της Τράπεζας της Ελλάδος ο συγγραφέας Τάκης Θεοδωρόπουλος. Πολλά χρόνια αργότερα, τι έχει να πει ο συγγραφέας των αλύτρωτων πατρίδων και της προσφυγιάς στον σύγχρονο αναγνώστη; «Είναι ο συγγραφέας που έχει την τάση να βλέπει πάντα έναν δρόμο επιβίωσης, μια πορεία προς τα εμπρός, φαίνεται καθαρά στο "Νούμερο 31328" και στη "Γαλήνη"» λέει η κόρη του Βενέζη.

Σε ανυπόγραφο σημείωμα στα γαλλικά που συνοδεύει το δακτυλόγραφο της μετάφρασης του πρώτου κεφαλαίου του «Νούμερου 31328» στα γαλλικά το 1945, το οποίο απόκειται στο Αρχείο Βενέζη, ο συντάκτης του, πιθανότατα ο Θράσος Καστανάκης, επισημαίνει στους εκδότες των Éditions du Pavois: «Εκτός από τον τοπικό τους χαρακτήρα, βρίσκουμε στα βιβλία του Βενέζη την αγάπη για τον άνθρωπο, τον άνθρωπο που είναι δεμένος με τη γη του, που μισεί τον πόλεμο και αγαπά τη φύση και αυτός ο άνθρωπος υπήρχε πάντοτε και υπάρχει παντού». 


             ===============================================



 

Ηλία Βενέζη, Αιολική Γη (απόσπασμα)

Το μυθιστόρημα ανασυνθέτει την ευτυχισμένη ζωή των Ελλήνων στη Μικρασία πριν την μικρασιατική καταστροφή. Το πλήθος των φανταστικών προσώπων, των εμψυχισμένων φυσικών στοιχείων, των παιδιών και των μεγάλων που συνθέτουν τον κόσμο της Αιολικής γης είναι δοσμένα από το ώριμο ύφος του συγγραφέα με μορφή παραμυθένια, με πληρότητα μαγική. Η Αιολική γη είναι το βιβλίο του χαμένου παραδείσου των παιδικών χρόνων στα παράλια της Μικρασίας και του δραματικού ξεριζώματος από τη γενέθλια γη.

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Κόσμος

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Κιμιντένια

ΟΤΑΝ παραμέρισαν τα κύματα του Αιγαίου κι άρχισαν ν' αναδύονται απ' το βυθό τα βουνά της Λέσβου υγρά, στιλπνά και γαλήνια, τα κύματα είδαν ξαφνιασμένα το νησί, το νέο τους φίλο. Ήταν συνηθισμένα να ταξιδεύουν απ' τα μέρη του Κρητικού πελάγου και να σβήνουν στις ακρογιαλιές της Ανατολής, και ό,τι ξέρανε από στεριά ήταν σκληρά βουνά, κοφτοί θεόρατοι βράχοι, γη από κίτρινη πέτρα. Τούτο δω, με το νέο νησί, ήταν κάτι άλλο - ω, πόσο διαφορετικό! Γι' αυτό είπαν τα κύματα:

«Ας πάμε το μήνυμα στην πιο κοντινή γη, στη γη της Αιολίδας. Ας της πούμε για το νησί, τη νέα γη που έδεσε το φως με τη γαλήνη, για τη γραμμή και την κίνηση του που είναι τόσο ήμερη σα να έχει μέσα της τη σιωπή, ας της πούμε για το θαύμα του Αιγαίου!»

Ήρθαν τα κύματα και φέραν το μήνυμα του πελάγου στην αιολική ακτή. Ήρθαν και άλλα κύματα, κι άλλα - όλα τα κύματα. Όλα λέγαν για το παιχνίδι της γραμμής του νησιού, για το παιχνίδι της αρμονίας και της σιωπής.

Τ' άκουσαν την πρώτη μέρα τα σκληρά βουνά της Ανατολής και μείνανε αδιάφορα. Τ' άκουσαν και την άλλη, και πάλι δεν ταράχτηκαν. Όμως όταν το κακό παράγινε και κάθε στιγμή άλλο δεν ακούγανε παρά τη βουή του πελάγου να τους λέει για το θαύμα, τα βουνά παράτησαν την αταραξία τους και, περίεργα, σκύψανε πάνω απ' τα κύματα να δουν το νησί του Αιγαίου. Ζηλέψανε την αρμονία του και είπαν:

«Ας κάμουμε κ' εμείς έναν τόπο γαλήνης στη γη της Αιολίδας, που να 'ναι σαν το νησί!»

Παραμερίσανε τότε τα βουνά, τραβήχτηκαν στο βάθος, κι ο τόπος που άφησαν έγινε ο τόπος της Γαλήνης.

Τα βουνά κείνα της Ανατολής τα λένε Κιμιντένια.

ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΜΟΥ δουλέψανε σκληρά τη γη που είναι κάτω απ' τα Κιμιντένια. Όταν εγώ γεννήθηκα, ένα μεγάλο μέρος της περιοχής το όριζε η φαμίλια μας. Το χειμώνα μέναμε στην πόλη, αλλά μόλις τα χιόνια φεύγανε απ' τα Κιμιντένια κ' η γη πρασίνιζε μας έπαιρνε η μητέρα μας, όλα τ' αδέρφια μου, την Ανθίππη, την Αγάπη, την Άρτεμη, τη Λένα, εμένα, και πηγαίναμε να ζήσουμε τους μήνες του καλοκαιριού στο κτήμα, κοντά στον παππού και στη γιαγιά μας.

Η θάλασσα ήταν μακριά από κει, κι αυτό στην αρχή ήταν μεγάλη λύπη για μένα επειδή γεννήθηκα κοντά της. Στην ησυχία της γης θυμόμουν τα κύματα, τα κοχύλια και τις μέδουσες, τη μυρουδιά του σάπιου φυκιού και τα πανιά που ταξίδευαν. Δεν ήξερα να τα πω αυτά, επειδή ήμουνα πολύ μικρός. Αλλά μια μέρα η μητέρα μου βρήκε το αγόρι της πεσμένο μπρούμυτα καταγής, σα να φιλούσε το χώμα. Το αγόρι δε σάλευε, κι όταν η μητέρα πλησίασε τρομαγμένη και το σήκωσε είδε το πρόσωπο του πλημμυρισμένο στα δάκρυα. Το ρώτησε ξαφνιασμένη τι έχει, κ' εκείνο δεν ήξερε ν' αποκριθεί και δεν είπε τίποτα. Όμως μια μητέρα είναι το πιο βαθύ πλάσμα του κόσμου, κ' η δική μου, που κατάλαβε, με πήρε από τότε πολλές φορές και πήγαμε ψηλά στα Κιμιντένια, απ' όπου μπορούσα να βλέπω τη θάλασσα. Κ' ενώ εγώ αφαιριόμουνα στη μακρινή μαγεία του νερού, εκείνη δε μου μιλούσε, για να αισθάνομαι πως είμαστε μονάχοι, η θάλασσα κ' εγώ. Περνούσε πολλή ώρα έτσι, τα μάτια μου κουράζονταν να κοιτάνε και γέρναν, έγερνα κ' εγώ στη γη. Τότε τα δέντρα που με τριγύριζαν γίνονταν καράβια με ψηλά κατάρτια, τα φύλλα που θροούσαν γίνονταν πανιά, ο άνεμος ανατάραζε το χώμα, το σήκωνε σε ψηλά κύματα, τα μικρά τριζόνια και τα πουλιά ήταν χρυσόψαρα και πλέανε, κ' εγώ ταξίδευα μαζί τους.

Σαν ξυπνούσα, έβλεπα από πάνω μου τα μάτια της μητέρας μου να περιμένουν.

— Ήταν ωραία, αγόρι; με ρωτούσε χαμογελώντας γλυκά.

— Αχ, μητέρα, πάντα είναι ωραία με τη θάλασσα!

ΜΙΑ ΑΠΟ ΚΕΙΝΕΣ τις καλοκαιρινές μέρες γυρίζοντας με τη μητέρα μου απ' το «ταξίδι της θάλασσας στα Κιμιντένια», σταθήκαμε στην κοίτη ενός μικρού ποταμίου. Το ποτάμι ήταν γεμάτο καθαρό άμμο, έτρεχε όμως και λίγο νερό.

— Πώς τρέχει νερό, είπα, αφού είναι καλοκαίρι και τα Κιμιντένια δεν κατεβάζουνε νερό;

— Έλα! μου λέει η μητέρα, που είχε ζήσει όλα τα παιδικά της χρόνια στα Κιμιντένια κ' ήξερε τον τόπο καλά. Έλα να δεις!

Περπατήσαμε μες στο ποτάμι, ακολουθώντας το βαθιά στην κοιλάδα, και τότε βρήκαμε σε μια κουφάλα την πηγή απ' όπου ανάβλυζε το νερό. Έκανε πολύ δροσιά εκεί· μολοντούτο δεν είχε βρύα και πλατάνια, όπως θα 'πρεπε σε τόσο υγρό τόπο.

— Δοκίμασε το νερό, μου λέει η μητέρα μου. Να δεις τι δροσερό που είναι!

Πήρα με τη χούφτα μου και το 'φερα στα χείλια μου. Αλλά μόλις το άγγιξαν, το άφησα να χυθεί και σκούπισα τη γλώσσα μου.

— Μα αυτό είναι θάλασσα! είπα ξαφνιασμένος.

Η μητέρα μου γελούσε με πολλή χαρά. Με πήρε στην αγκαλιά της και μου είπε:

— Βλέπεις; Η θάλασσα είναι παντού!

Κι όταν έπειτα πήραμε το δρόμο του γυρισμού έγινε σοβαρή και μου εξήγησε πως όλη η περιοχή κάτω απ' τα Κιμιντένια ήταν κάποτε κακή γη, επειδή πολύ βαθιά μέσα της ζούσε η θάλασσα, έμπαινε μέσα της η θάλασσα. Και χρειάστηκε από γενιά σε γενιά ο ασταμάτητος μόχθος των ταπεινών μου προγόνων για να φύγει το νερό και να γίνουν τα δέντρα και τα κλήματα.

ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ του πάππου μου, του πατέρα της μητέρας μου, η γη πια ήταν έτοιμη κ' έγινε το υποστατικό. Απ' τη μητέρα μου έμαθα το πώς έγινε η πρώτη καλύβα, πότε η γιαγιά μου φύτεψε με τα χέρια της τον πλάτανο στην αυλή, πότε φυτέψανε τα κλήματα. Στο υποστατικό έμπαινες από μια μεγάλη πόρτα, καμωμένη με σκαλιστό ξύλο. Στη μέση ήταν μια αυλή και γύρω γύρω της, η μια χτισμένη κοντά στην άλλη, ήταν οι οικοδομές. Στα κάτω πατώματα ήταν οι αποθήκες κ' οι στάβλοι, στ' απάνω η κατοικία του παππού και της γιαγιάς μας, πλάι ο ξενώνας, και πλάι οι κατοικίες για τις γυναίκες και τους ζευγάδες που δουλεύανε στο κτήμα ολοχρονίς. Μια ξύλινη σκάλα σε ανέβαζε απ' την αυλή στο σπίτι του πάππου, κι από κει άρχιζε το ξύλινο μπαλκόνι που ένωνε κυκλικά όλα τα χτίρια. Τα παράθυρα όλα βλέπαν μες στην αυλή, και μονάχα το σπίτι του παππού είχε ένα σιδερόφραχτο παράθυρο που έβλεπε έξω, τον κόσμο τον έξω απ' τη μεγάλη πόρτα. Έτσι το υποστατικό έμοιαζε σα μοναστήρι ή σα φρούριο, καμωμένο όλο με γερή πέτρα του Σαρμουσάκ για το φόβο των ληστών. Όμως δεν είχε τίποτα απ' την ασκητική αυστηρότητα των μοναστηριών, μήτε απ' την αγριότητα των φρουρίων. Ήταν βαμμένο με γαλάζιο χρώμα.

Σ' ένα επιτούτου δωμάτιο ήταν φυλαγμένα σαν πολύτιμα πράματα τα όπλα, γκράδες και μαρτίνια και σπαθιά, όσα θα φτάνανε για ν' αρματώσουν όλους τους ζευγάδες σε ώρα ανάγκης, αν μας ρίχνονταν ληστές. Αυτό το δωμάτιο το λέγαμε το «Κίτρινο» επειδή ήταν βαμμένο με δυνατό κίτρινο χρώμα. Το δικό μας, των παιδιών, ήταν πλάι στα όπλα, κ' η γειτονία τους μας έκανε να τα συλλογιζόμαστε πολύ. Και καθώς το Κίτρινο ήταν πάντα κλειδωμένο και κανένας δεν είχε την άδεια να το ανοίξει εκτός απ' τον παππού, η φαντασία μας του έδινε μεγάλες διαστάσεις, το σχημάτιζε σα μυστικό καταφύγιο μυθικών πλασμάτων.

Τις νύχτες, όταν γινόταν ησυχία έξω, όταν τα τσακάλια πια δεν ούρλιαζαν και μονάχα τα φύλλα των δέντρων ακούγονταν που σάλευαν, κάθε άλλος σιγανότατος θόρυβος που έφτανε ως εμάς μας φαινόταν να 'ρχεται από το απαγορεμένο δωμάτιο. Τότε το ένα παιδί ξυπνούσε το άλλο.

— Άκουσες; έλεγε η μικρή Άρτεμη και μ' έσπρωχνε. Ξυπνούσα τρομαγμένος και ρωτούσα:

— Τι είναι;

— Άκου! Πλάι κάτι γίνεται! Στο Κίτρινο...

Έβαζα όλη την προσοχή κι αφουγκραζόμουν. Η γη αναπαύεται και γονιμοποιεί τους σπόρους, κι απ' το μυστικό της έργο έρχεται ένας ελάχιστος θόρυβος που μπορεί να φτάξει μονάχα σ' ένα παιδί. Οι ρίζες των δέντρων σαλεύουν στα σκοτεινά γυρεύοντας νερό να πιουν, οι φλούδες των κορμών σαλεύουν για να χυθούν οι χυμοί στους κλώνους και στα φύλλα, τα τυφλά σκουλήκια αγωνίζουνται έρημα το μικρό τους αγώνα, ένα ζαρκάδι πέρασε και χάθηκε, ένα άλλο, κυνηγημένο από μεγαλύτερο του αγρίμι, δεν μπόρεσε να περάσει στο δάσος να γλιτώσει κι ακούγεται η σπαραχτική φωνή του βαθιά, η φωνή του θανάτου. Ύστερα όλα ησυχάζουν, κ' έρχεται η Μεγάλη Σιωπή.

— Άκου!.. λέει πάλι η Άρτεμη όταν γίνεται ησυχία.

— Τσακάλι θα 'ταν και πέρασε, της λέω.

— Μα όχι! Όχι το τσακάλι! Να! Τώρα, τώρα! Κει μέσα! Άκουσε!

Τεντώνω το αυτί μου κι ανοίγω τα μάτια μου όσο μπορώ. Η καρδιά μου χτυπά με αγωνία επειδή αισθάνουμαι την ανάγκη ν' ακούσω ό,τι μπορεί ν' ακούσει εκείνη.

— Αχ! λέω τέλος απελπισμένα. Δεν ακούω τίποτε! Μονάχα τα φύλλα...

— Καημένε! Τα φύλλα. Τι λες για φύλλα! κάνει η φωνή της μες στο σκοτάδι, και ξέρω πως στα μάτια της θα λάμπει η περιφρόνηση. Μα τόσο λοιπόν μικρός είσαι;

Εγώ ήμουνα έξι χρονώ κ' εκείνη είχε κλείσει πια τα οχτώ.

Αυτό δε με πείραζε τόσο. Αλλά μου ερχόταν να κλάψω απ' το κακό μου και απ' το παράπονο επειδή η Άρτεμη ήταν κορίτσι, κ' ένα κορίτσι δε θα 'πρεπε να ξέρει πιο πολλά από ένα αγόρι. Κι όμως, να που έτσι γινόταν - αδικία πολλή ήταν στον κόσμο.

— Ό,τι θέλεις λες! της κάνω τέλος θυμωμένα. Ακούς τα φύλλα στα δέντρα και θαρρείς πως είναι στο Κίτρινο! Χμ!

— Κακομοίρη! Εγώ λέω ό,τι θέλω; διαμαρτύρεται η Άρτεμη. Δε θυμάσαι πως κ' εσύ τις προάλλες τ' άκουσες που περπατούσαν τα σπαθιά μες στο Κίτρινο και μιλούσαν με τα πιστόλια; Ακούς, να λέω, ό,τι θέλω!

Η Άρτεμη είχε δίκιο. Τις προάλλες φύσηξε πολύς αγέρας, αργά μετά τα μεσάνυχτα, κι όλο το υποστατικό σα να σάλευε. Από ψηλά, απ' τα Κιμιντένια, ερχόταν ο θρήνος των δέντρων που πάλευαν με τον άνεμο. Μήτε τα τσακάλια δεν είχαν τολμήσει να βγούνε κείνο το βράδυ απ' τις φωλιές τους, μήτε άλλα ζαρκάδια, καμιά φωνή δεν ακουγόταν. Τότες ακούσαμε το μυστικό θόρυβο που ερχόταν μεσ' από το Κίτρινο, και μείναμε κ' οι δύο σύμφωνοι, η Άρτεμη κ' εγώ, πως τα σπαθιά μιλούσαν. Λοιπόν, τώρα γιατί να μην πιστεύω;

— Εσύ όλο κοιμάσαι, αυτό είναι! συμπεραίνει η Άρτεμη, θέλοντας να εξηγήσει την αδυναμία μου. Εγώ όμως ξαγρυπνώ κ' έχω συνηθίσει τ' αυτί μου να παίρνει.

— Καλά, καλά! της λέω πάλι. Εσύ τα ξέρεις όλα! Κάθισε, λοιπόν, να ξαγρυπνάς με το σκοτάδι...

Γυρίζω στο μικρό κρεβάτι μου και κουκουλώνουμαι με το σεντόνι. Μα την ίδια στιγμή ένας καθαρός, καθαρότατος θόρυβος, ένα τικ τικ, έρχεται μες στη νύχτα απ' το μέρος του Κίτρινου.

— Τ' άκουσες επιτέλους; ψιθυρίζει στα σκοτεινά η φωνή της Άρτεμης, και θαρρώ πως τρέμει. Τ' άκουσες;

— Αχ, τ' άκουσα! μουρμουρίζω κ' εγώ με ταραχή. Τι να 'ναι;

— Τα σπαθιά ξυπνούνε..., λέει εκείνη.

Μα τότε ξυπνά κ' η Ανθίππη. Είναι η μεγαλύτερη αδερφή μας, είναι ως δώδεκα χρονώ κ' είναι η δεύτερη μητέρα μας. Πάντα της λέγαμε τα μυστικά μας.

— Τι έχετε εσείς εκεί; ρωτά σιγανά.

— Ανθίππη, άκου!.. λέει η Άρτεμη, κ' η φωνή της είναι σα να γυρεύει βοήθεια. Τα σπαθιά ξύπνησαν στο Κίτρινο!..

Η Ανθίππη ακούει κ' ύστερα λέει ατάραχη:

— Ποντίκια είναι, μην κάνετε έτσι. Κοιμηθείτε!

Την ακούμε που γυρίζει απ' το άλλο πλευρό να κοιμηθεί, σα να μην έγινε τίποτα. Σκεπάζουμαι κ' εγώ ως το κεφάλι, μα τα μάτια δεν κλείνουν. Οι θόρυβοι του δάσους, της γης, των ζαρκαδιών γίνουνται ένα, γίνουνται η παράξενη μουσική που λέει για τα παραμύθια και για τα όνειρα, λέει για τα ταξίδια των παιδιών που πάνε καβάλα σε χρυσόψαρα να βρούνε τη «Ροδοπαπούδα» με το άσπρο φόρεμα και τ' ασημένια μαλλιά και με το Μεγάλο Δράκο που φυλάει στην πόρτα της. Τα σπαθιά και τα πιστόλια στο κίτρινο δωμάτιο δεν είναι πια άγρια πλάσματα, ξύπνησαν μονάχα γιατί ζήλεψαν, θέλουν κι αυτά να καβαλικέψουν τα χρυσόψαρα, να μην είναι κλεισμένα κ' έρημα. Ανοίγουν σιγανά την πόρτα της φυλακής τους, απλώνουνε τα χέρια και ξέρουν πως, κι αν δεν είναι χρυσόψαρο, ένα μικρό καλό δελφίνι θα περιμένει να τα πάρει. Κ' ενώ τα χρυσόψαρα αρχίζουν το ταξίδι, πλέοντας μες στον αγέρα, ακούγεται πίσω τους η φωνή των σπαθιών, πάνω στο δελφίνι, που ικετεύουνε:

«Περιμένετε να 'ρθουμε! Περιμένετε να 'ρθουμε κ' εμείς στη Ροδοπαπούδα!»

«Ελάτε!» τους λέει φιλικά το μικρό αγόρι απ' το χρυσόψαρο. «Ελάτε και σας περιμένουμε!»

..............................................................................................................................................

Το άλλο πρωί η Ανθίππη με ρωτά:

— Ποιόν περίμενες χτες τη νύχτα;

— Εγώ περίμενα κανέναν;

— Μα ναι, κάποιον φώναζες στον ύπνο σου να 'ρθει.

Δε θυμούμαι πια τίποτα και της λέω πως θα 'ταν όνειρο.


[πηγή: Ηλίας Βενέζης, Αιολική Γη, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1975 (11η έκδ.), σ. 23-29]

          =======================================================




Ο Ηλίας Βενέζης (πραγματικό όνομα Ηλίας Μέλλος, Αϊβαλί, 4 Μαρτίου 1904 -Αθήνα, 3 Αυγούστου 1973 ) ήταν Έλληνας συγγραφεας, μέλος τηςΑκαδημίας Αθηνών. Έγινε γνωστός για τα μυθιστορήματά του Αιολική Γη, Το νούμερο 31328 και το θεατρικό έργο Μπλοκ C.

Βιογραφικά στοιχεία

Γεννήθηκε στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας στις 4 Μαρτίου 1904, σύμφωνα με αυτοβιογραφικό του σημείωμα, σύμφωνα όμως με άλλες πληροφορίες από επίσημα έγγραφα πρέπει να είχε γεννηθεί το 1898. Ο πατέρας του, Μιχαήλ Μέλλος, καταγόταν από την Κεφαλλονιά και η μητέρα του από τη Λέσβο. Βενέζης λεγόταν ο παππούς του Δημήτριος από την πλευρά της μητέρας του.

Τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα έζησε στο Αϊβαλί, μέχρι τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1914, όταν και εγκαταστάθηκε με τη μητέρα και τα αδέρφια του στη Μυτιλήνη μέχρι το 1919. Το 1922 η οικογένειά του εγκατέλειψε οριστικά πλέον τη Μικρά Ασία, ο ίδιος όμως δεν πρόλαβε να επιβιβαστεί στο πλοίο: αιχμαλωτίστηκε και εστάλη στα εργατικά τάγματα για 14 μήνες. Οι εμπειρίες του από τα εργατικά τάγματα περιέχονται στο πρώτο μυθιστόρημά του, Το νούμερο 31328.

Το 1923 απελευθερώθηκε και επέστρεψε στη Μυτιλήνη. Εκεί υπήρχε αξιόλογη λογοτεχνική κίνηση με πρωτεργάτη τον Στράτη Μυριβήλη. Αυτός μάλιστα τον παρακίνησε να καταγράψει την αιχμαλωσία του και έλεγε χαρακτηριστικά ότι "του έμαθε πώς να κρατάει το μολύβι στο χέρι". Το Νούμερο 31328 δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά σε συνέχειες το 1924 στην εφημερίδα Καμπάνα της Μυτιλήνης, διευθυντής της οποίας ήταν ο Μυριβήλης. Το 1939 ο Βενέζης μοιράστηκε μαζί με τον Μυριβήλη το πρώτο στην ιστορία Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας. Το 1956 ήταν και οι δυο υποψήφιοι για την έδρα Λογοτεχνίας στην Ακαδημία Αθηνών, όπου και εκλέχτηκε ο Βενέζης.




Από αριστερά: Θράσος Καστανάκης, Στράτης Μυριβήλης, Άγγελος Τερζάκης, Ηλίας Βενέζης

Στη Μυτιλήνη εργαζόταν στην Τράπεζα της Ελλάδος και το 1932 πήρε μετάθεση και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα ( υπήρξε υπάλληλος στην τράπεζα το διάστημα 1930-1957) . Δυο χρόνια πριν από την αποχωρησή του το 1955 κατόπιν προτρύνσεως του τότε διοικητή Ξενοφώντα Ζολώτα συνέγραψε το ¨΄Χρονικό της Τραπέζης της Ελλάδος¨΄ μια εξιστόρηση της πρώτης 25ετίας της Τράπεζας. Διώχθηκε για τις πολιτικές του ιδέες από τον νόμο του "Ιδιωνύμου", από τη δικτατορία  του Μεταξά και κατά τη διάρκεια της Κατοχής συνελήφθη με την κατηγορία ότι σε συγκέντρωση του προσωπικού της Τράπεζας είχε μιλήσει για ελευθερία, σε συγκέντρωση εργαζομένων της τράπεζας μέσα στο κεντρικό κτίριο, με αφορμή την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου. Φυλακίστηκε στο "Μπλοκ C" των φυλακών Αβέρωφ και η εκτέλεσή του απετράπη έπειτα από αντιδράσεις του πνευματικού κόσμου.

Μετά τον πόλεμο διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην πνευματική ζωή της χώρας με επίσημες θέσεις όπως του Διευθύνοντος συμβούλου του Εθνικού Θεάτρου, Αντιπροέδρου του διοικητικού συμβουλίου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Το 1957 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Παράλληλα το έργο του γνώριζε πολύ μεγάλη επιτυχία στην Ελλάδα με συνεχείς επανεκδόσεις και στο εξωτερικό με πολλές μεταφράσεις. Ήταν εξαιρετικά δημοφιλής λογοτέχνης στην εποχή του, με εκπομπή στο ραδιόφωνο και ιδρυτικό μέλος της Ομάδας των Δώδεκα που με το ομώνυμο βραβείο της ανέδειξε το μεταπολεμικό μυθιστόρημα.

Τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του (1971-1973) υπέφερε από σοβαρό πρόβλημα υγείας. Πέθανε στις 3 Αυγούστου 1973 στην Αθήνα, από καρκίνο του λάρυγγα. Κηδεύτηκε και τάφηκε στη Μήθυμνα (Μόλυβο) της Λέσβου.





H ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΤΟΥ ’30, ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ, Κ.Θ. ΔΗΜΑΡΑΣ, Γ.Κ. ΚΑΤΣΙΜΠΑΛΗΣ, ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ, ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ, ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΕΤΣΑΛΗΣ-ΔΙΟΜΗΔΗΣ, ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ, ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗΣ, ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ, Γ. ΘΕΟΤΟΚΑΣ


Εργογραφία

Μυθιστορήματα

Το νούμερο 31328 (1931)

Γαλήνη (1939)

Αιολική Γη (1943)

Ωκεανός (1956)

Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων, μαζί με τους Μυριβήλη, Καραγάτση, Τερζάκη (195 Λέκας (συλλογή, 1927)

Εμανουήλ Λεύκας (συλλογή, 1939)

Αιγαίο (συλλογή, 1941)

Ακήφ (διήγημα, 1944)

Άνεμοι (συλλογή, 1944)

Ώρα Πολέμου (συλλογή, 1946)

Οι νικημένοι (συλλογή, 1954)

Αρχιπέλαγος (συλλογή, 1969)



Ταξιδιωτικά και αφηγήσεις

Φθινόπωρο στην Ιταλία (ταξιδιωτικό, 1950)

Αμερικανική Γη (ταξιδιωτικό, 1955)

Αργοναύτες (χρονικά και ταξίδια, 1962)

Εφταλού (αφηγήσεις, 1972)

Περιηγήσεις (ταξιδιωτικό, 1973)

Στις ελληνικές θάλασσες (αφηγήσεις, 1973)

Μικρασία Χαίρε (αφηγήσεις, 1974)


ΕΦΤΑΛΟΥ



Ραδιόφωνο

Πλοία και Θάλασσες (συγγραφή & αφήγηση, 1969)

Έλληνες και Ξένοι Περιηγητές (συγγραφή & αφήγηση, 1970)

Θέατρο

Μπλοκ C (θεατρικό, 1963)


ΒΕΝΕΖΗ:  ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ

 

Άλλα έργα

Έξοδος (χρονικό της κατοχής, 1950)


Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός (ιστορικό, 1952)


Χρονικόν της Τραπέζης της Ελλάδος (ιστορικό, 1955)


Εμμανουήλ Τσουδερός (ιστορικό, 1966)


                      ==============================================



Διάβασα τη Γαλήνη του Ηλία Βενέζη. Φωναχτά. Στην 14χρονη κόρη μου. Θα ήθελα να σας διηγηθώ πως έγινε και ενδιαμέσως να σας πω και για το βιβλίο.

 Το Πικραμύγδαλο το διάβασε μόνη της, αλλά στη Γαλήνη τα βρήκε σκούρα. Οπότε είπαμε να διαβάζουμε φωναχτά ένα κεφάλαιο σχεδόν κάθε βράδυ και να εξηγώ ό,τι δεν καταλαβαίνει. Στην αρχή το σχέδιο πήγαινε καλά. Κάποια βράδια ήμασταν πολύ κουρασμένες, κάποια βαριόμασταν, αλλά γενικά διάβαζα εγώ, άκουγε εκείνη, ρωτούσε πολλά, απαντούσα εγώ, κάποια δεν τα ήξερα, εκείνη τσαντιζόταν με την άγνοια μου, κλπ κλπ. Μετά η κυρία τους, είπε στα παιδιά ότι η εργασία θα γινόταν μετά το (Καθολικό) Πάσχα οπότε χαλαρώσαμε και το ξαναπιάσαμε τώρα που η Αγγελική γράφει την εργασία της.JΤο βιβλίο ήταν ένα από τα δύο βιβλία που ανέθεσε η φιλόλογος της τάξης στα παιδιά (το άλλο ήταν η Γεύση από Πικραμύγδαλο του Μάνου Κοντολέων). Αρχίσαμε να το διαβάζουμε πριν τα Χριστούγεννα. Μάλλον άρχισε να το διαβάζει η μικρή και στις πρώτες τρεις σελίδες ήρθε κλαίγοντας και μου είπε ότι δεν καταλαβαίνει τίποτε. Να πω εδώ ότι το παιδί μου δεν αγαπάει την ανάγνωση. Πώς είναι κάτι παιδάκια που καταβροχθίζουν ό,τι βιβλίο δουν, που έχουν άποψη, που δεν μπορούν να κοιμηθούν αν δεν διαβάσουν μερικές σελίδες; Ε, καμία σχέση

Σήμερα το ξανάπιασα κι εγώ μόνη μου και διάβασα τα τελευταία τρία κεφάλαια μόνη μου με την ησυχία μου. Είχα να διαβάσω Βενέζη από το Γυμνάσιο. Και η αλήθεια είναι ότι στην αρχή με ξένισε η γλώσσα. Το διάβαζα και το έβλεπα με τα μάτια της κόρης μου και συνειδητοποιούσα πόσο δύσκολο είναι, πόσο η γλώσσα του διαφορετική από τη γλώσσα που ξέρει το παιδί, πόσες ιστορικές αναφορές έχει που εκείνη αγνοεί.

Σήμερα όμως που διάβασα τα τελευταία τρία κεφάλαια, το εκτίμησα πιο πολύ. Είναι μάστορας ο Βενέζης. Τόσα χρόνια μετά και θυμάμαι πολύ καλά τις εικόνες της Αιολικής Γης και του Νούμερου 31328. Και η Γαλήνη μου αφήνει το ίδιο αίσθημα. Η γαλήνη. Γιατί ο συγγραφέας διάλεξε αυτόν τον τίτλο ήταν μια από τις ερωτήσεις της εργασίας. Όλοι δεν ψάχνουμε τη γαλήνη; ρώτησα την κόρη μου. Εγώ όχι μου απάντησε. Και με το δίκιο της. Είναι 14, βράζει το αίμα. Αλλά εμείς ;

Ψάχνουν μάταια οι ήρωες λίγη γαλήνη μετά απ’όσα πέρασαν. Είναι ήρωες με όλη τη σημασία της λέξης. Έχασαν τον τόπο τους, την ευτυχία, όση είχαν εκεί πέρα, και προσπαθούν ξανά απ’την αρχή να ζήσουν. Μόνο τους τίτλους των κεφαλαίων να διαβάσεις παίρνεις μια ιδέα για τη μελαγχολία και την πίκρα του βιβλίου: Δυο καταμόναχοι άνθρωποι. Το παραμύθι της Ανατολή. Ο πλοίαρχος Σκωτ, ο Νότιος Πόλος, ο Δημήτρης Βένης και ο Σαρωνικός. Μια γυναίκα της Ανατολής τολμά να συμφιλιωθεί με τη θάλασσα.

Οι χαρακτήρες του βιβλίου όλοι ζωντανοί. Ακόμη κι αυτοί που δεν είναι πρωταγωνιστές είναι άνθρωποι που τους αναγνωρίζουμε. Είναι πρόσωπα που θα μπορούσαμε να έχουμε γνωρίσει. Διάβασα σε μια ανάλυση ότι το πρόσωπο που ενέπνευσε τον κεντρικό χαρακτήρα του Βενέζη ήταν πεθερός του αδελφού του. Ο ίδιος ο συγγραφέας μάλιστα επισκεπτόταν συχνά την Ανάβυσσο εκείνη την εποχή. Το αν τα γεγονότα είναι πραγματικά ή όχι λίγο μας απασχολεί. Το πώς τα κάνει να φαίνονται τόσο πιστευτά είναι μεγάλη μαστοριά.

Θα μου πείτε και με το δίκιο σας, Τι μας λες τώρα δηλαδή annabooklover, ότι διάβασες ένα κλασικό, πολύ βραβευμένο βιβλίο, και σου άρεσε. Ναι, αυτό σας λέω. Είχα ξεχάσει λίγο αυτού του είδους τη λογοτεχνία. Παρόλο που η φίλη μου η Όλγα μου το λέει συχνά. Και παρόλο που εξακολουθώ να το βρίσκω δύσκολο για 14χρονους εφήβους με μικρή εμπειρία στη λογοτεχνική ανάγνωση. Σκεφτόμουν σήμερα που διάβασα το επεισόδιο με το βιασμό και το φόνο ότι αν ο Βενέζης το είχε τελειώσει λίγο πριν αυτά τα συνταρακτικά γεγονότα δε θα ήταν Βενέζης αλλά Πηνελόπη Δέλτα και Παραμύθι χωρίς Όνομα. Ο Βενέζης όμως ξέρει ότι τα παραμύθια δεν έχουν καλό τέλος συνήθως, αντίθετα με όσα νομίζουμε.

Θα ήθελα να τελειώσω με τον Πρόλογο της 4ης έκδοσης που βγήκε τον Ιούλιο του 1943 σε ιδιαίτερα φορτισμένες συνθήκες. Ίσως ήταν ο τρόπος του συγγραφέα να δώσει λίγη ελπίδα:

«Στη μητέρα μας, το Αιγαίο, θα φυσούν σίγουρα κ’εφέτος τα μελτέμια. Είναι ο καιρός τους. Τα κύματα όπως πάντα, θα δέρνουν τους γυμνούς βράχους των νησιών, και στις ασέληνες νύχτες θα στεφανώνουν τον αφρό τους με άστρα. Σε κάποιο νησί του Αρχιπελάγου μας είναι ένας κόρφος. Λένε πως στο βυθό του αναπαύονται οι αρχαίες θαλασσινές θεότητες του Αιγαίου. Μια από αυτές τις νύχτες του καλοκαιριού θα ξυπνήσουν και θ’ανεβούν στην επιφάνεια. Είναι ο καιρός τους. Θα πάνε ως το ακρογιάλι και θα ρωτήσουν τα γέρικα δέντρα, τις ελιές με τους τυρρανισμένους κορμούς, να μάθουν αν τίποτα νέο υπάρχει απ’την Ελλάδα, – για τον Πάνα και για τους Σατύρους. Τα φύλλα θα σαλέψουν αλάφρά για ν’αποκριθούν πως «Όχι,Τίποτα ακόμα.» «Άραγες θα ζουν;» θα ρωτήσουν πάλι οι πικραμένες θεότητες της θάλασσας. Κ’οι ελιές που είναι βέβαιες γι’αυτό θα τις ησυχάσουν. «Ω! Πως γίνεται να πεθάνουν;»

                 ============================================


Μπλοκ C (1946)

Εθνικό Θέατρο: Κεντρική Σκηνή


Πίσω :

Χρήστος Ευθυμίου (Κύριος Φαίδων),

Θάνος Κωτσόπουλος (Αντισμήναρχος Παύλος Δεσύλλας).

Μπροστά :

 Γεώργιος Ταλάνος (Θαλαμάρχης), Ιωάννης Αυλωνίτης (Γερμανός δεσμοφύλακας).

Τον Οκτώβριο του 1943 ο Βενέζης συλλαμβάνεται από τα Γερμανικά SS και φυλακίζεται στο κελί των μελλοθανάτων του Μπλόκ C στις φυλακές Αβέρωφ. Το μοναδικό θεατρικό έργο του συγγραφέα εμπνέεται από τη δοκιμασία αυτή. Επτά άνθρωποι περιμένουν το θάνατο από στιγμή σε στιγμή. Ανήκουν ο καθένας σε διαφορετικό κόσμο: ένας αντισμήναρχος, ένας φοιτητής, ένας διπλωμάτης, ένας αντάρτης, ένας σαλταδόρος, ένας αγαθός ανθρωπάκος, ένας δειλός που γίνεται καταδότης.

Παίζουν :

 Γιώργος Τζώρτζης, Κώστας Καστανάς, Νίκος Φιλιππόπουλος, Γιώργος Νέζος, Θεόδωρος Έξαρχος, Βασίλης Ανδρονίδης, Κώστας Παπαγεωργίου, Νίκος Τζόγιας, Παύλος Δεσσύλας, Γιάννης Κώστογλου, Μαίρη Βλυσσίδη, Γιώργος Γεωγλερής, Σπύρος Ολύμπιος, Νίκος Παπακωνσταντίνου.


ΜΠΛΟΚ C // ΔΡΑΜΑ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ


Όλοι έχουμε μάθει πως στις κορυφαίες ώρες του κινδύνου, όταν η ζωή παίζει με το θάνατο, το ένστικτο για την αυτοσυντήρηση είναι η πιο αυτοματική λειτουργία του ανθρώπου. Αλλού η δύναμή του τα παρασέρνει όλα για να μείνει αυτή μόνη κυρίαρχη, αλλού χτυπιέται πάνω σε ότι λέμε κόσμο ηθικό, αντιμετριέται μαζί του, και τότε το πανίσχυρο ένστικτο υποχωρεί, λουφάζει το ζώο, για να μείνει λάμποντας στο χώρο της αρετής ο Άνθρωπος.

Όμως ανάμεσα σ' αυτές τις δυο ακραίες καταστάσεις υπάρχει μια σχεδόν ανεξάντλητη ποικιλία τόνου, ανάλογα με το βαθμό που το κάθε άτομο πέφτει ή εξυψώνεται.

Αυτή η ποικιλία των διαβαθμίσεων εξηγεί γιατί, περισσότερο από κάθε άλλη στιγμή του βίου, οι άνθρωποι στην ώρα του κινδύνου είναι πιο μόνοι, επειδή περισσότερο από κάθε άλλη ώρα αισθάνονται τον πλαϊνό τους να είναι ένας κόσμος ξένος, άγνωστος και σκοτεινός.

Αυτό εξηγεί γιατί την ώρα του κίνδυνου ο πίνακας που παρουσιάζουν οι άνθρωποι είναι η πιο θαυμαστή και αναντικατάστατη σύνθεση ζωής. ( Από την έκδοση )

                              ====================================

                         


ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ



Την άνοιξη του 1958 η εφημερίδα «Ακρόπολις» δημοσίευσε σε συνέχειες, με τεράστια επιτυχία, αυτό που ονομάστηκε «Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων».

 Με πρωτοβουλία του Γιάννη Μαρή, παλιού συνεργάτη της «Ακροπόλεως», τέσσερεις από τους γνωστότερους συγγραφείς της γενιάς του '30, ο Στρατής Μυριβήλης, ο Μ. Καραγάτσης, ο Άγγελος Τερζάκης και ο Ηλίας Βενέζης, πείστηκαν, ύστερα από πολλές αμφιβολίες, να λάβουν μέρος σ' ένα πείραμα εντελώς πρωτότυπο. Δέχτηκαν, δηλαδή, να γράψουν μαζί, αλλά εκ περιτροπής, ένα μυθιστόρημα, χωρίς να έχει προηγηθεί καμιά συνεννόηση μεταξύ τους, ή να έχει συμφωνηθεί κάποιος σκελετός.

Η σειρά με την οποία θα έγραφαν αποφασίστηκε με κλήρωση. Άρχισε ο Μυριβήλης, που κάλυψε την πρώτη εβδομάδα, συνέχισε ο Καραγάτσης, κι ακολούθησαν, ανά εβδομάδα, ο Τερζάκης και ο Βενέζης. Η ίδια διαδικασία επαναλήφθηκε για τέσσερεις ακόμα εβδομάδες, ώσπου να ολοκληρωθεί το μυθιστόρημα με τον Βενέζη (2 Μαρτίου - 26 Απριλίου).

 Ακολούθησε πανελλήνιος διαγωνισμός για τον «οριστικό» τίτλο του μυθιστορήματος, που θα διάλεγαν ανάμεσα στους προτεινόμενους οι συγγραφείς (στο διαγωνισμό συμμετείχαν 4.208! αναγνώστες).

Διαβάζοντας σήμερα «Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων» δεν θα πρέπει να ξεχνάμε τις ιδιότυπες αυτές συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκε και παρουσιάστηκε. Οι συνθήκες αυτές εξηγούν την όλη δομή του, τον αποσπασματικό του χαρακτήρα· εξηγούν όμως επίσης και το κέφι που το διαπνέει, την επινόηση περίπλοκων καταστάσεων και μυστηρίων - όχι τόσο, υποψιάζεται κανείς, για να κινηθεί το ενδιαφέρον των αναγνωστών, όσο κυρίως για να δούμε πώς θα ξεμπλέξει από τις κακοτοπιές ο φίλος συγγραφέας που ακολουθεί. Με το πνεύμα αυτό, του παιχνιδιού και του πειραματισμού, θα 'πρεπε ίσως να πλησιάσουμε κι εμείς το «Μυθιστόρημα των Τεσσάρων». ( Από τον πρόλογο της έκδοσης)

    ===========================================

ΠΗΓΕΣ


Ο Ηλίας Βενέζης και η θητεία του στα «Τάγματα Θανάτου ...
  


Ο ανεξερεύνητος Βενέζης - βιβλία + ιδέες - Το Βήμα Online





ΜΠΛΟΚ C / ΒΕΝΕΖΗΣ ΗΛΙΑΣ - Βιβλιοπωλείο Πολιτεία


Ηλίας Βενέζης - Βικιπαίδεια


                        ==========================








Δημοσίευση σχολίου