Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

Μανόλης Αναγνωστάκης

( ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ )

Από τον ΑΣΤΡΟΛΑΒΟ δεν θα μπορούσαν να λείπουν αφιερώματα σε λαμπρές προσωπικότητες των Γραμμάτων που συνδέθηκαν ή συνδέονται με την αγαπημένη μου Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας.

Το συγκεκριμένο αφιέρωμα είναι για τον Μανόλη Αναγνωστάκη.
Από τη μία πλευρά, φρονώ πώς είναι ένας τρόπος για να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ και να εκφράσω έτσι την ευγνωμοσύνη μου σ΄ αυτή τη πόλη που πριν από αρκετά χρόνια με αγκάλιασε ωσάν μάνα στοργική και έγινε η δεύτερη πατρίδα μου.

Από την άλλη, είναι ένας τρόπος για να αναδείξω με τις ταπεινές μου δυνάμεις τις ζωογόνες και φωτοδότρες εκείνες φωνές μιας ολόκληρης περιοχής που μακάρι να απολάμβανε μεγαλύτερου σεβασμού εκ μέρους όχι του αθηνοκεντρικού κράτους - πάμε μια βόλτα στην γενέτειρά μου Κυψέλη Αττικής να δούμε την εγκατάλειψη που έχει προσλάβει τεράστιες διαστάσεις - αλλά του κράτους της πλατείας Συντάγματος και ο νοών νοείτω.

Οι Βόρειοι σε μεγάλο βαθμό- εννοείται ότι δεν υπάρχουν κοινωνίες αγγελικά πλασμένες - είναι ωραίοι άνθρωποι. Άνθρωποι των επιστημών, των γραμμάτων, των τεχνών, άνθρωποι της εργατιάς, του μόχθου και της βιοπάλης, πραγματικά διαμάντια, μπεσαλήδες και κιμπάρηδες στη ψυχή και στα συναισθήματα .Το λιμάνι, η πανέμορφη παραλία με τη θαλασσινή αύρα και τον θαλασσινό αέρα που ενδυναμώνει την ανθρώπινη επικοινωνία, φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά και αντικαθιστά τις σκουριασμένες ιδέες και ανόητα στερεότυπα με άλλες ιδέες φρέσκιες και προοδευτικές. Όποια πέτρα και να σηκώσεις θα βρεις σε αυτή την ένδοξη γη έναν υπέρλαμπρο πολιτισμό και ιστορία αιώνων με μορφές, μνημεία, γεγονότα που καταγράφηκαν στις χρυσές σελίδες του ελληνικού έθνους και σημάδεψαν τη πορεία της οικουμένης. 

Εννοείται ότι απόψεις και διορθώσεις εκ μέρους όλων των φίλων του ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΥ για λάθη ή παραλείψεις πέρα από απαραίτητες είναι και ιδιαιτέρως ευπρόσδεκτες.


Τρύφωνας Παπαλεωνίδας

 -----------------------------------------------------------------------------------------------

Αποτέλεσμα εικόνας για μανολης αναγνωστακης






Θεσσαλονίκη, Μέρες τοῦ 1969 μ.Χ.

Τὸ ποίημα ἀνήκει στὴ συλλογὴ Ὁ Στόχος (1970). Πρωτοδημοσιεύτηκε στὰ Δεκαοχτὼ Κείμενα, ποὺ ἡ ἔκδοσή τους ἀποτέλεσε τὴν πρώτη πράξη ὁμαδικῆς δημόσιας ἀντίστασης τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων κατὰ τῆς δικτατορίας. Εἶναι ποίημα πολιτικό, ὅπως ἐξάλλου καὶ πολλὰ ἄλλα ποιήματα τοῦ Ἀναγνωστάκη, καὶ ἀπηχεῖ τὴν πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ κατάσταση ἀπὸ τὴ μετακατοχικὴ περίοδο καὶ τὴ στρατιωτικὴ δικτατορία.


Στὴν ὁδὸ Αἰγύπτου -πρώτη πάροδος δεξιά!
Τώρα ὑψώνεται τὸ μέγαρο τῆς Τράπεζας Συναλλαγῶν
Τουριστικὰ γραφεῖα καὶ πρακτορεῖα μεταναστεύσεως.
Καὶ τὰ παιδάκια δὲν μποροῦνε πιὰ νὰ παίξουνε ἀπὸ
            τὰ τόσα τροχοφόρα ποὺ περνοῦνε.
Ἄλλωστε τὰ παιδιὰ μεγάλωσαν, ὁ καιρὸς ἐκεῖνος πέρασε ποὺ ξέρατε
Τώρα πιὰ δὲ γελοῦν, δὲν ψιθυρίζουν μυστικά, δὲν ἐμπιστεύονται,
Ὅσα ἐπιζήσαν, ἐννοεῖται, γιατὶ ᾔρθανε βαριὲς ἀρρώστιες ἀπὸ τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιῶτες,
Θυμοῦνται τὰ λόγια τοῦ πατέρα: ἐσὺ θὰ γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δὲν ἔχει σημασία τελικὰ ἂν δὲν τὶς γνώρισαν, λένε τὸ μάθημα
            οἱ ἴδιοι στὰ παιδιά τους
Ἐλπίζοντας πάντοτε πὼς κάποτε θὰ σταματήσει ἡ ἁλυσίδα
Ἴσως στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν τους ἣ στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν
            τῶν παιδιῶν τους.
Πρὸς τὸ παρόν, στὸν παλιὸ δρόμο ποὺ λέγαμε, ὑψώνεται
            ἡ Τράπεζα Συναλλαγῶν
- ἐγὼ συναλλάσσομαι, ἐσὺ συναλλάσσεσαι, αὐτὸς συναλλάσσεται-
Τουριστικὰ γραφεῖα καὶ πρακτορεῖα μεταναστεύσεως
-ἐμεῖς μεταναστεύουμε, ἐσεῖς μεταναστεύετε, αὐτοὶ μεταναστεύουν-
Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει, ἔλεγε κι ὁ Ποιητὴς
Ἡ Ἑλλάδα μὲ τὰ ὡραῖα νησιά, τὰ ὡραῖα γραφεῖα,
            τὶς ὡραῖες ἐκκλησιὲς
Ἡ Ἑλλὰς τῶν Ἑλλήνων.

 ------------------------------------------------------------------------------------------------

- Ένας από τους κορυφαίους ποιητές και δοκιμιογράφους της μεταπολεμικής γενιάς. Φυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο για τις πολιτικές του πεποιθήσεις, ενώ χαρακτηρίστηκε ο «ποιητής της ήττας» αφού οι στίχοι του αποτύπωσαν τη διάψευση των οραμάτων της Αριστεράς.

- Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ενώ μελοποιήθηκαν από συνθέτες, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Μιχάλης Γρηγορίου, ο Γιάννης Μαρκόπουλος και ο Δημήτρης Παπαδημητρίου.

- Ποιητική

-Προδίδετε πάλι τὴν Ποίηση, θὰ μοῦ πεῖς,
Τὴν ἱερότερη ἐκδήλωση τοῦ Ἀνθρώπου
Τὴ χρησιμοποιεῖτε πάλι ὡς μέσον, ὑποζύγιον
Τῶν σκοτεινῶν ἐπιδιώξεών σας
Ἐν πλήρει γνώσει τῆς ζημιᾶς ποὺ προκαλεῖτε
Μὲ τὸ παράδειγμά σας στοὺς νεωτέρους.
-Τὸ τί δὲν πρόδωσες ἐσὺ νὰ μοῦ πεῖς
Ἐσὺ κι οἱ ὅμοιοί σου, χρόνια καὶ χρόνια,
Ἕνα πρὸς ἕνα τὰ ὑπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στὶς διεθνεῖς ἀγορὲς καὶ τὰ λαϊκὰ παζάρια
Καὶ μείνατε χωρὶς μάτια γιὰ νὰ βλέπετε, χωρὶς ἀφτιὰ
Ν᾿ ἀκοῦτε, μὲ σφραγισμένα στόματα καὶ δὲ μιλᾶτε.
Γιὰ ποιὰ ἀνθρώπινα ἱερὰ μᾶς ἐγκαλεῖτε;
Ξέρω: κηρύγματα καὶ ρητορεῖες πάλι, θὰ πεῖς.
Ἔ ναὶ λοιπόν! Κηρύγματα καὶ ρητορεῖες.
Σὰν πρόκες πρέπει νὰ καρφώνονται οἱ λέξεις
Νὰ μὴν τὶς παίρνει ὁ ἄνεμος.


- «Στο αλλοιωμένο τοπίο της εποχής μας δεν θα ξαναγράψω», είχε ξεκαθαρίσει, γιατί «το έργο μου το ολοκλήρωσα. Επιλέγω τη σιωπή». Ίσως επειδή, όπως είχε πει σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του, «η ποίηση είναι έργο της νεότητας. Χρειάζεται ενθουσιασμό, αυταπάτες, ψευδαισθήσεις. Αυτά τα έχουν οι νέοι. Όσο μεγαλώνεις, κατέχεις καλύτερα τα μέσα σου. Γίνεσαι τεχνίτης, αλλά ένα ποίημα δεν χρειάζεται να είναι τέλειο για να είναι καλό».

- Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1986) και το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας (2002), ενώ αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

- Το πιο γνωστό του ποίημα ήταν το Μιλώ, που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης.

- Η ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη δεν είναι απαισιόδοξη. Όσο κι αν οι στίχοι του φτάνουν κάποτε στην απελπισία, στο βάθος του ορίζοντα διακρίνεται ένα φως που μοιάζει περισσότερο με την αναλαμπή της αυγής και λιγότερο με το λυκόφως. Η δύναμη του ποιητικού του έργου, υπερβαίνοντα τις κομματικές ταμπέλες, κατάφερε να εκφράσει την αβεβαιότητα, την αποξένωση, αλλά και τις ελπίδες μιας ολόκληρης εποχής.


---------------------------------------------------------------------------------------------------

- Ο Μανόλης Αναγνωστάκης (Θεσσαλονίκη10 Μαρτίου 1925 – Αθήνα23 Ιουνίου 2005) ήταν Έλληνας ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς.

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, το 1925, σε μια μεσοαστική οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν γιατρός και -όπως αναφέρει ο ποιητής- «ήθελε από μικροί να μορφωθούμε καλά εγώ κι οι αδελφές μου. Hταν μανιώδης ερασιτέχνης φωτογράφος. Eίχε βγάλει χιλιάδες φωτογραφίες». 

Απ’ ότι φαίνεται, αυτή η παρότρυνση προς την κατεύθυνση της τέχνης και της επιστήμης ήταν καθοριστική για την εξέλιξη των παιδιών: Άλλωστε, αδερφή του ποιητή είναι η εξαιρετική θεατρική συγγραφέας Λούλα Αναγνωστάκη. 



Όσο για τον μικρό Μανόλη έδειξε από πολύ νωρίς σημάδια μιας ασυνήθιστα οξυμένης ποιητικής ευφυΐας: Ήδη από τα μαθητικά του χρόνια, αποκτά τη φήμη του ποιητή, χάρη σε μία αυθόρμητη ικανότητα που είχε να συνθέτει στίχους. Μάλιστα, οι δάσκαλοί του είχαν τόσο εντυπωσιαστεί που του επέτρεπαν, στο μάθημα της έκθεσης, να γράφει απλώς μερικούς στίχους και να πηγαίνει στο προαύλιο για παιχνίδι. Δεν θα αργήσει, όμως, να αντιληφθεί ότι η ποίηση είναι κάτι τελείως διαφορετικό από το να βρίσκεις ομοιοκαταληξίες. 

Όπως και να ’χει, στη διαμόρφωσή του συνέβαλε αποφασιστικά η ανακάλυψη του Σεφέρη, του Ρίτσου, του Βρεττάκου, του Εγγονόπουλου και του Καρυωτάκη το καλοκαίρι του ’40, αλλά και η ποιητική «Ανθολογία» του Αποστολίδη -την οποία ήξερε απ’ έξω: Είναι κάτω από αυτές τις επιρροές που θα αφιερωθεί στην αναζήτηση του καινούργιου. Αν και πρώιμο ταλέντο αντιλαμβανόταν ότι η ποίηση είναι μια ιδιαίτερα απαιτητική τέχνη όπου ο δημιουργός επιστρατεύει όλες του τις πνευματικές και ηθικές δυνάμεις. Και αυτό δεν θα το ξεχνούσε ποτέ, ιδίως στα αμέσως επόμενα χρόνια όπου η πνευματική ισορροπία και η ηθική υπόσταση της γενιάς του έμελλε να αποδειχτούν εξαιρετικά ευάλωτες.

Τον Οκτώβριο του 1940 ο νεαρός ποιητής γράφει μερικά κομμάτια πατριωτικού περιεχομένου, εμπνευσμένα από τον πόλεμο με τους Ιταλούς που μόλις είχε αρχίσει. Ενα από αυτά -το «Μολών λαβέ»- δημοσιεύεται, προκαλώντας ποικίλα κολακευτικά σχόλια, τα οποία ενισχύουν τα όνειρά του για ποιητική καταξίωση.

 Έπειτα, συμβαίνει και κάτι άλλο: Το δεκαεξάχρονο αγόρι στέλνει, κάπως διστακτικά, μερικά ποιήματά του στον Γρηγόριο Ξενόπουλο και στο περιοδικό που διηύθυνε -τη θρυλική «Νέα Εστία- και εκείνος του απάντησε με ένα γράμμα γεμάτο πολύτιμες παρατηρήσεις, αναγνωρίζοντας -παράλληλα- την ευγλωττία, τη ρητορική και τον λυρισμό που θα αποτελούσαν γνωρίσματα της ποίησής του μέχρι τέλους.


Έτσι, μία τέτοια ενθάρρυνση ήταν ικανή να τον κάνει να συνεχίσει την ποιητική του ενασχόληση με ακόμη περισσότερη σοβαρότητα, κάτι που φάνηκε εξαρχής από τη συμμετοχή του -το 1942- στο περιοδικό «Πειραϊκά Γράμματα».

Στο μεταξύ, το φθινόπωρο του ’43, εγγράφεται στην Φυσικομαθηματική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και τον επόμενο χρόνο στη νεοσύστατη Ιατρική Σχολή. Ενώ θα περίμενε κανείς ότι αυτή η επιλογή θα τον απομάκρυνε από τον αναβρασμό της εποχής του, έγινε ακριβώς το αντίθετο.

 Αποφασίζει -καθοριστικά για τη μοίρα του- και στρατεύεται με την Αριστερά, στο οργανωμένο αντιστασιακό κίνημα. Γι’ αυτήν την πολιτική του δράση φυλακίστηκε στο διάστημα 1948-1951, ενώ το 1949 καταδικάστηκε σε θάνατο απ’ το έκτακτο στρατοδικείο. 


Χρόνια μετά θα πει: «Έχω λάβει και εγώ μέρος στην Εθνική Αντίσταση, από πολύ μικρός, όπως πάρα πολλοί, όπως όλοι σχεδόν, όπως αποδεικνύεται τώρα τελευταία. Αλλά δεν έχω να προβάλω κανέναν ιδιαίτερο τίτλο, ούτε κανένα ιδιαίτερο εύσημο. Νομίζω όμως πως έζησα πάρα πολύ έντονα αυτά τα χρόνια και ιδιαίτερα τα χρόνια του Εμφυλίου που ήταν η πιο σκοτεινή, η πιο μαύρη, η πιο ταπεινωτική περίοδος στη νεοελληνική ιστορία».


Η σημαντικότερη, ωστόσο, προσφορά του στην αποτίμηση εκείνης της εποχής εκφράζεται στην ποίησή του μέσα από την οποία αποδίδεται μοναδικά η συναισθηματική αιμορραγία, η απόγευση της σύγχρονης ελληνικής τραγωδίας. Ανάμεσα σε άλλα, λοιπόν, δημοσιεύει στο περιοδικό «Ο φοιτητής» ένα από τα πιο σημαντικά ποιήματά του με τίτλο «Χάρης 1944» για τον θάνατο ενός αγαπημένου συντρόφου: «Mια μέρα μας σφύριξε κάποιος στ’ αφτί: «Πέθανε ο Xάρης»/ «Σκοτώθηκε» ή κάτι τέτοιο. Λέξεις που τις ακούμε κάθε μέρα./ Kανείς δεν τον είδε. Ήταν σούρουπο. Θα ’χε σφιγμένα τα χέρια όπως πάντα/ Στα μάτια του χαράχτηκεν άσβηστα η χαρά της καινούριας ζωής μας/ Μα όλα αυτά ήταν απλά κι ο καιρός είναι λίγος. Kανείς δεν προφταίνει». Όπως θα πει χαρακτηριστικά σε συνέντευξή του: «Ήθελα να εκφράσω μια γενικότερη αίσθηση του χαμού των πιο εκλεκτών παιδιών της στρατιάς της κατοχής, της Αντίστασης, του Εμφυλίου, που εξοντώθηκαν όχι μόνο φυσικά αλλά και ηθικά και πολιτικά και κυρίως ανθρώπινα».

Από τη φυλακή βγήκε το 1951 με την γενική αμνηστία. Παντρεύεται την ικανή κριτικό Nόρα Bαρβέρη -μετέπειτα Αναγνωστάκη- και την περίοδο 1955-1956 φεύγουν μαζί στη Βιέννη, όπου ειδικεύεται στην ακτινολογία. Το 1957 γεννιέται ο γιος τους Aνέστης και επιστρέφουν στη Θεσσαλονίκη για να ασκήσει το επάγγελμα. Η λογοτεχνική του δραστηριότητα -έκτοτε- ήταν έντονη: Εξέδωσε το περιοδικό «Κριτική» (1959-1961), υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας των «Δεκαοχτώ κειμένων» (1970) και, βέβαια, έγραψε ποιήματα, κριτικά κείμενα και δοκίμια, όπως -μεταξύ άλλων- οι «Εποχές» (1945), «Εποχές 2» (1948), «Εποχές 3» (1951), «Η συνέχεια» (1954), «Τα ποιήματα» (1971), «Αντιδογματικά, άρθρα και σημειώματα» (1978) και το 1987 το αυτοβιογραφικό «Ο ποιητής Mανούσος Φάσσης».



Όλα αυτά τα χρόνια, μέσα από μια ποίηση εξαιρετικής μουσικότητας και λυρικών απηχήσεων, ο Αναγνωστάκης εμφανίζεται νικημένος από μια πνιγηρή απόγνωση που τον συγκλόνιζε ως τα βάθη της ψυχής του. Αλλά δεν εγκαταλείπει ποτέ την προσπάθεια για μια κάποια συνέχεια, για τη διατήρηση της μνήμης- μία πεισματική ελπίδα για καλύτερους καιρούς. Αλίμονο, όμως: Με τι κόστος!

 Η λυγμική συγκίνησή του για όσα χάθηκαν, μετασχηματίζεται σταδιακά σε έναν βασανιστικό μονόλογο, σε μια λιτανεία ατελών σκέψεων και απροσδιόριστων ενοχών με τη φωνή του να ακολουθεί τον τόνο της σχεδόν ψιθυριστής παραίνεσης ή -ακόμη περισσότερο- της τραυματικής διαπίστωσης, την οποία θέλει συνεχώς να εκμυστηρευτεί στον αναγνώστη: «Τώρα δε μένει τίποτ’ άλλο/ οι δυο τρεις λέξεις μας σε μια γωνιά του δρόμου». 

Με τα σπαρακτικά ποιήματα των τελευταίων του βιβλίων, το δραματικό του ύφος γίνεται εξαιρετικά ελλειπτικό, αντικαθιστώντας τις μεγάλες ποιητικές εικόνες με απλές λέξεις, μεμονωμένες φράσεις από τις ρωγμές των οποίων διαχέεται η διάψευση, η μεταπολεμική προδοσία των ιδεών, η φθορά, οι απογοητεύσεις, η διαπίστωση των συμβιβασμών- εκεί που άλλοτε υπήρχε η άδολη φιλία και η γνησιότητα. Είναι στην τελευταία ποιητική του περίοδο που θα αποδεχτεί αμετάκλητα -με μια πικρή αυτοειρωνεία- τον κλειστό ορίζοντα της ζωής και της τέχνης και την συνακόλουθη ανάγκη μιας αδιαπραγμάτευτης σιωπής.




Σε όλη του την πορεία αγωνιζόταν να συμφιλιώσει τις ανάγκες της ποίησης με τις προσταγές της συνείδησής του, να παραμερίσει την κομματική πειθαρχία της επίσημης Αριστεράς προς όφελος μιας αδέσμευτης κριτικής, αλλά και μιας έκφρασης αποκαθαρμένης από ρητορείες και εύκολους εντυπωσιασμούς. Και τώρα, στις αρχές του ’80 αισθανόταν ότι έπρεπε να σταματήσει να γράφει, ότι οι λέξεις εξαντλήθηκαν και το μόνο που απέμενε ήταν η επιλογή της σιωπής. «Η ποίηση είναι μια δυνατότητα έκφρασης. Θα μείνει κανείς μόνος με αυτήν τη δυνατότητα ή θα φτάσει κάποτε σε ένα σημείο που δεν θα αισθανθεί την ανάγκη της έκφρασης; Και αυτό όχι από αδιαφορία ή από παραίτηση. Εντελώς το αντίθετο: Από την οδυνηρή διαπίστωση της φτώχειας των εκφραστικών του δυνατοτήτων, της φτώχειας δηλαδή των λέξεων να αποδώσουν την ουσία της ζωής» εξηγεί για να καταλήξει: «Τότε σταματά, τότε επιλέγει τη σιωπή, που και η σιωπή σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι και αυτή μια έκφραση».

Κάπως έτσι ο εκφραστής της ήττας μιας γενιάς, αλλά και της ελπίδας για κάτι καλύτερο μέσα από μια συνεχή και επίμονη προσπάθεια, αποφάσισε να σιωπήσει, μέχρι τον θάνατό του- στις 23 Ιουνίου 2005. Προηγουμένως, γνώρισε τιμές και βραβεύσεις, σίγουρα λιγότερες απ’ όσες άξιζε, αλλά πάντως αρκετές για κάποιον που πρωτίστως τον ενδιέφερε μία χαμηλών τόνων αυτοεκτίμηση. Ήταν ο ποιητής της προσωπικής -πάνω απ’ όλα- εντιμότητας που έβλεπε ότι το ήθος της δημιουργίας έπρεπε να συνυπάρχει με το ήθος της πολιτικής δράσης και -κατ’ επέκτασιν- της ίδιας της ζωής...

Ο ανορθόδοξος κομμουνιστής

«Ο Αναγνωστάκης υπήρξε φίλος μου από το ‘50 μέχρι που πέθανε. Είχαμε συνδεθεί πριν το ‘50 και όταν φυλακίστηκε είχα τολμήσει να αλληλογραφώ μαζί του. Από τότε η αλληλογραφία μας συνεχίστηκε και όταν αποφυλακίστηκε και αργότερα όταν έβγαλα το περιοδικό «Διαγώνιος» δημοσίευσα μελέτη για το έργο του. Τότε πολλοί δεν τον ήξεραν ή δεν τον χώνευαν επειδή δεν ήταν ορθόδοξος κομμουνιστής. Καθιερώθηκε όμως στη γενική εκτίμηση ως ο μοναδικός αριστερός ποιητής ο οποίος δεν αναμασούσε τα άρθρα του «Ριζοσπάστη». Αξίζει όχι μόνο γιατί είχε μεγάλο ταλέντο αλλά και τα μάτια του ανοιχτά ώστε να μην αναμασά κομματικές ρετσέτες που είχαν υποδείξει οι κομματικοί του φίλοι». Ντίνος Χριστιανόπουλος

Το «ορυχείο» της Αντίστασης 

«Αυτή η ανεξέλεγκτη και χειμαρρώδης αντιστασιολογία, πόσο μάλλον από ανθρώπους που όψιμα ανακάλυψαν αυτό το ορυχείο, ομολογώ ότι με εκνευρίζει λίγο, με μελαγχολεί. Δεν διέπομαι από κανένα πνεύμα ρεβανσισμού και δεν αισθάνομαι καλά σε ένα κλίμα φραστικού παλικαρισμού που γίνεται εκ του ασφαλούς βέβαια. Είμαι ξένος σε αυτό το κλίμα. Κυρίως με ενοχλεί ο στόμφος, τα μεγάλα λόγια, η καθυστερημένη επίδειξη τίτλων και ευσήμων που για μένα ελάχιστοι τα δικαιούνται και αυτοί είναι εκείνοι που δεν τα προβάλλουν. Η ιστορία πλαστογραφήθηκε, εξευτελίστηκε, παραποιήθηκε. Το θέμα είναι να μην ξαναγράψουμε μια ιστορία πάλι με αποσιωπήσεις, εν ονόματι σκοπιμοτήτων δικών μας αυτή τη φορά. Αυτό μας ρίχνει σε έναν φαύλο κύκλο λειψής ενημέρωσης και κακής πληροφόρησης των νεώτερων γενιών».

Έφυγε από τη ζωή τα ξημερώματα της 23ης Ιουνίου 2005, καταβεβλημένος από χρόνια αναπνευστικά και καρδιαγγειακά προβλήματα.

------------------------------------------------------------------------------------------------------

1.jpg


Τη Θεσσαλονίκη την αγάπησε πολύ. Άλλωστε σε αυτή γεννήθηκε και μεγάλωσε. Η αγάπη μάλιστα που της έτρεφε είναι εμφανής σε πολλά από τα ποιήματά του. Ήταν παιδί της πυρίκαυστης καρδιάς της πόλης, της Πλατείας Δικαστηρίων. 

Στις αρχές της δεκαετίας του 70’ μάλιστα είχε τη «Βιβλιοθήκη», ένα προοδευτικό βιβλιοπωλείο στη Χρυσοστόμου Σμύρνης. Αξίζει, λοιπόν, να εντοπίσουμε στο χάρτη της πόλης το σπίτι του που βρίσκεται στη συμβολή των οδών Μητροπολίτου Γενναδίου και Ιουστινιανού, δηλαδή λίγο πιο πάνω από την Αριστοτέλους. Σε αυτό γεννήθηκε και έμεινε μαζί με όλη την οικογένειά του ως το 1941.


Είναι ένα τριώροφο κτίριο με ημιυπόγειο και με πολλά ανοίγματα. Μόνο στη μία όψη υπάρχουν 12 (!) παράθυρα. Ενδιαφέρον προκαλούν οι επιστέψεις των παραθύρων που ενώ στον πρώτο όροφο ακολουθούν το ρεύμα του νεοκλασικισμού, στους άλλους δύο ορόφους είναι απόλυτα λιτές και διακριτικές. 

Η είσοδος είναι επί της οδού Μητροπολίτου Γενναδίου και υπάρχει ακόμη η υπέροχη ξύλινη πόρτα, που ωστόσο έχει «πέσει» θύμα των τωρινών ιδιοκτητών (Στο σπίτι στεγάζεται σήμερα το οπαδικό κίνημα του Ηρακλή, η Αυτόνομη Θύρα 10). Αυτό που ζήλεψα ήταν οι δύο εξώστες στη νότια όψη του σπιτιού. Ίσως φταίει η αγάπη που έχω στο Μανόλη Αναγνωστάκη που αμέσως μπόρεσα να τον φανταστώ να περιφέρεται εκεί, ίσως όμως και να μη φταίει.



Γι’ αυτό σου προτείνω να διασχίσεις κι εσύ την οδό Ιουστινιανού και να σταθείς για λίγο κάτω από τους εξώστες αυτούς. Θα μεταφερθείς σε μια άλλη εποχή. Αν μάλιστα συναντήσεις κάποιον που είχε την τύχη να γνωρίζει τον Μανόλη Αναγνωστάκη θα σου πει πως ήταν πολύ σεμνός, πανύψηλος και λίγο γυρτός, με μεγάλα γυαλιά και παχύ μουστάκι, είχε εκφραστικά μάτια και μια μόνιμη παιδικότητα στο πρόσωπό του που συνδυαζόταν άψογα με το χαρακτηριστικό του χιούμορ. Έτσι, τώρα που ξέρεις και πως έμενε στην πόλη σου αυτός ο σπουδαίος ποιητής έχω να σου προτείνω κάτι. Διάβασέ τα ποιήματά του και θα δεις πως θα τον αγαπήσεις. Και την επόμενη φορά που θα φιλοξενήσεις κάποιον φίλο σου από μια άλλη πόλη, πήγαινέ τον μια βόλτα στο σπίτι του Μανόλη Αναγνωστάκη και μίλησέ του γι’ αυτόν που άρχισε να αλλάζει τον κόσμο από τα 17 του. Δεν ξέρω για εσάς, πάντως εμένα με συναρπάζει να ξεχνιέμαι σκεπτόμενη τον τρόπο με τον οποίο θα περνούσε τις μέρες του σε αυτό το σπίτι ένας μεγάλος ποιητής όπως ο Μανόλης Αναγνωστάκης φτιάχνοντας εικόνες της ζωής του στο μυαλό μου.



Υ.Γ.: Σκέφτηκα να κάνω την αρχή και να μοιραστώ το αγαπημένο μου ποίημά του. Και για δες, έχει και μια αρχιτεκτονική αναφορά…

"Για τους ερωτευμένους που παντρεύτηκαν
Για το σπίτι που χτίστηκε
Για τα παιδάκια που μεγάλωσαν
Για τα πλοία που άραξαν Για τη μάχη που κερδήθηκε
Για τον άσωτο που επέστρεψε
Για όλα όσα τέλειωσαν χωρίς ελπίδα πια".

Αφιέρωση - Μανόλης Αναγνωστάκης



*Οι φωτογραφίες είναι της Νένας Καζαντζίδου


Τη διοργάνωση εκδηλώσεων αφιερωμένων στο μεγάλο Έλληνα ποιητή, Μανόλη Αναγνωστάκη, ενέκρινε τον Δεκέμβριο του 2014 το Δημοτικό Συμβούλιο. Τον προγραμματισμό και σχεδιασμό των εκδηλώσεων έχει αναλάβει οργανωτική επιτροπή που συγκροτήθηκε για το σκοπό αυτό και η οποία κατέληξε αρχικά στις παρακάτω προτάσεις που θα αξιολογηθούν και θα οριστικοποιηθούν το επόμενο διάστημα:
Ονοματοδοσία πλατείας μεταξύ των οδών Φιλίππου, Πλάτωνος και Αμύντα στις 9 Μαρτίου.

Πραγματοποίηση μουσικολογοτεχνικής εκδήλωσης, η οποία θα περιλαμβάνει ομιλίες, απαγγελίες και μουσικό μέρος και ονοματοδοσία Αίθουσας Πολλαπλών Χρήσεων στις 23 Ιουνίου.

Διοργάνωση έκθεσης ντοκουμέντων με ταυτόχρονη έκδοση αναμνηστικού τόμου-φυλλαδίου, που θα είναι και ο κατάλογος των εκθεμάτων και θα γίνει στο ΚΙΘ.

Ανακήρυξη του 2015 ως έτους Μανόλη Αναγνωστάκη, με αφορμή τη συμπλήρωση 90 χρόνων από τη γέννηση και 10 χρόνων από το θάνατό του.

-------------------------------------------------------------------------------------------------------

Δύο μαθητές συνομιλούν με τον Μανόλη Αναγνωστάκη
Μια εντελώς διαφορετική συνέντευξη με τον γνωστό ποιητή

Γράφει: Ηρακλής Οικονόμου 


Η ιδέα και η πρωτοβουλία ήταν του συμμαθητή – κι από τότε κολλητού φίλου μου – Αργύρη Παπαστάθη. Η ενθάρρυνση ήρθε από τον καθηγητή Μιχάλη Σιάμο, υπεύθυνο του μαθητικού περιοδικού του σχολείου μας. Και η συνάντηση κανονίστηκε από τον διακεκριμένο μελετητή Γιώργο Ζεβελάκη. Κάπως έτσι, βρεθήκαμε μαζί με τον Αργύρη Παπαστάθη, μαθητές της Α’ Λυκείου χαμένοι στο διάστημα, να χτυπάμε το κουδούνι του σπιτιού του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη και της συζύγου του Νόρας Αναγνωστάκη, μια μέρα του Γενάρη του 1994. Ο εξοπλισμός μας; Ένα ημι-διαλυμένο κασετοφωνάκι και μπόλικος νεανικός ενθουσιασμός που επρόκειτο να συναντήσουμε τον τελευταίο των μεγάλων ποιητών.
Τούτη η πρωτόλεια συνέντευξη ξαναβγήκε από το συρτάρι εννιά χρόνια μετά το θάνατο του Μανόλη Αναγνωστάκη – στις 23 Ιουνίου του 2005…

Αρ. Παπ. – Ηρ. Οικ.: Γεννηθήκατε στη Θεσσαλονίκη το 1925. Οι γονείς σας είχαν σχέση με τα γράμματα και τις τέχνες;

Μανόλης Αναγνωστάκης: Όχι πολύ. Δεν είχαν σχέση με τα γράμματα. Δεν υπήρχαν πολλά βιβλία στο σπίτι.

Δεν είχατε βιβλιοθήκη;

Βιβλιοθήκη όχι, αλλά ο πατέρας μου μού αγόραζε πάντοτε βιβλία όταν ήθελα. Κυρίως βιβλία παιδικά του Δημητράκου και του Ελευθερουδάκη, που ήταν καταπληκτικά την εποχή εκείνη.

Ραδιόφωνο είχατε στο σπίτι;

Ραδιόφωνο είχαμε στο σπίτι από πολύ νωρίς. Μια μεγάλη συσκευή ραδιοφώνου, διότι ο πατέρας μου ασχολιόταν με αυτά τα πράγματα.

Ο πατέρας σας ήταν ιατρός;

Ναι.

Τι ακούγατε από το ραδιόφωνο;

Ιδίως ξένους σταθμούς. Ελληνικοί σταθμοί δεν υπήρχαν, ελληνικό πρόγραμμα δεν υπήρχε, εκτός από έναν ιταλικό σταθμό ο οποίος μετέδιδε ελληνικά προγράμματα. Υπήρχε όμως ο ιδιωτικός σταθμός του Τσιγκιρίδη.

Στη Θεσσαλονίκη;

Ναι. Ιδιωτικός σταθμός και εξέπεμπε μόνο για τη Θεσσαλονίκη, τα τραγούδια της Θεσσαλονίκης, τα τραγούδια της μόδας της εποχής.

Θα θέλαμε να θυμηθείτε τα παιδικά σας χρόνια. Σε ποιο σχολείο πήγατε; Θυμάστε τους συμμαθητές σας, τους καθηγητές, το κτίριο; Ήταν αυστηρό το σχολείο σας;

Την Α’ τάξη του Δημοτικού πήγα σε δημόσιο σχολείο, στο πρότυπο της Θεσσαλονίκης, αλλά ήμουνα πολύ μικρός. Ήμουνα πέντε χρονών και δεν μου επέτρεπαν να συνεχίσω. Γι’ αυτό πήγα σε ένα ιδιωτικό σχολείο, που ήταν από τα καλά. Ήμουν καλός …δηλαδή όχι και πολύ καλός στα μαθήματα. Ήμουν πολύ καλός όμως στην έκθεση. Έγραφα καλές εκθέσεις, τις οποίες διαβάζαμε σε όλο το σχολείο. Ήμουν όμως και ανορθόγραφος.

Η καλλιγραφία σας κούραζε;

Η καλλιγραφία με κούραζε πάρα πολύ. Δεν ήμουν ποτέ καλλιγράφος. Πάντα ήμουν κακογράφος και ανορθόγραφος.

Μετά, στο γυμνάσιο;

Στο γυμνάσιο πήγα στο καλύτερο δημόσιο σχολείο της Θεσσαλονίκης, στο Πειραματικό. Τότε είχε μόνο τρεις τάξεις. Είχα καλούς καθηγητές, που αργότερα έγιναν καθηγητές του Πανεπιστημίου. Ο Δελμούζος, ο Τατάκης, και άλλοι.

Οι πληροφορίες μας λένε πως γράφατε εκθέσεις-ποιήματα. Το δέχονταν αυτό οι καθηγητές;

Βεβαίως. Υπήρχαν καλοί καθηγητές οι οποίοι το δέχονταν. Έγραφα εκθέσεις υπό μορφή ποιήματος. Τελείωνα και κατέβαινα κάτω και έπαιζα.

Ξεκινήσατε να γράφετε ποιήματα από μικρός;

Από πολύ μικρός. Είχα ευχέρεια μεγάλη στη στιχουργία και έγραφα διάφορα ποιήματα, χωρίς να έχω διαβάσει τίποτα.

Η διαγωγή σας πώς ήταν;

Τον δεύτερο χρόνο πήρα διαγωγή κοσμία που ήταν βαρύ για την εποχή. Ήθελαν να με διώξουν από το σχολείο. Χάρη σε κάποιους καθηγητές, επειδή ήμουν καλός σε ορισμένα μαθήματα, όπως στην έκθεση και στην ιστορία, παρέμεινα. Οι καθηγητές των θεωρητικών με εκτιμούσαν. Ήμασταν λίγοι μαθητές και όποιος έφευγε από το σχολείο δεν ξαναρχόταν. Ξεκινήσαμε 30 και μείναμε 17.
Διαβάζουμε αναμνήσεις επωνύμων που αναφέρονται στο παρελθόν με ωραία λόγια. Ήταν τόσο ωραία τότε;
Κοιτάξτε, τότε η Θεσσαλονίκη ήταν μικρή. Όλη η Σαλονίκη λιμάνι ήτανε. Κάναμε βόλτες όταν ήμασταν μικροί. Υπήρχαν μεγάλες αλάνες, ακατοίκητοι χώροι οι οποίοι αργότερα χτίστηκαν. Υπήρχαν πολλές συμμορίες παιδιών. Έχω φάει πάρα πολύ ξύλο. Πετροπόλεμος, …άγρια πράγματα.

Αν έχουμε υπολογίσει καλά, ο πόλεμος του ’40 σας βρίσκει στην ηλικία που βρισκόμαστε εμείς τώρα, Σε ηλικία 15 χρόνων. Περιμένατε τον πόλεμο; Φοβόσασταν;

Ο πόλεμος είχε αρχίσει έξω ένα χρόνο νωρίτερα, το 1939. Έναν χρόνο ζούσαμε με την απειλή του. Εμείς βέβαια ως νέοι δεν τον υπολογίζαμε πολύ.

Διαβάζατε εφημερίδες, ενημερωνόσασταν;

Εφημερίδες διάβαζα από πολύ μικρός. Πριν από τον Μεταξά ακόμη. Μου επέβαλε να διαβάζω τα κύρια άρθρα ο πατέρας μου.

Πώς αντέδρασε η οικογένειά σας όταν ξέσπασε ο πόλεμος;

Φύγαμε από τη Θεσσαλονίκη την πρώτη ημέρα του πολέμου και πήγαμε στον Πολύγυρο, μια επαρχιακή πόλη στη Χαλκιδική. Ο πατέρας μου είχε επιστρατευτεί. Έμεναν εκεί πολλές οικογένειες. Εγώ ζούσα ελεύθερα. Ήμουν σαν αρχηγός της οικογένειας τότε.

Θελήσατε ποτέ να «πλησιάσετε» τον πόλεμο;

Ναι. Ύστερα από ένα μήνα ήθελα να φύγω. Ξεκίνησα μόνος για τη Θεσσαλονίκη. Με έπιασαν όμως στα μέσα του δρόμου και επειδή ήμουν πολύ μικρός με γύρισαν πίσω. Ήμουν τότε στη νεολαία του Μεταξά. Περνούσαμε πολύ ωραία. Δεν είχαμε σχολείο και ζούσαμε με τις νίκες του πολέμου.

Δημοσιεύσατε το πρώτο σας ποίημα στην εφημερίδα «Νέος Κόσμος», μια αθηναϊκή εφημερίδα που κυκλοφορούσε και στο μέτωπο.

Από τότε είχα αρχίσει να ασχολούμαι με τη λογοτεχνία. Πριν από τον πόλεμο ακόμη, διάβαζα τα περιοδικά που κυκλοφορούσαν, τη «Νέα Εστία», τα «Νεοελληνικά Γράμματα» και έγραφα ποιήματα. Αυτό ήταν και το πρώτο ποίημα που έγραψα για τον πόλεμο.


Πώς νοιώθατε όταν ακούγατε ότι το ποίημά σας το διάβαζαν οι αγωνιστές του μετώπου;

Καταπληκτικά. Έπαιρνα πολλά γράμματα από τον πόλεμο. Είχα θείους, που το μοίραζαν και έλεγαν με καμάρι: «Ο ανιψιός μου το έγραψε αυτό». Ευχαριστιόμουν πάρα πολύ. Θεωρούσα ότι είχα γίνει πια μεγάλος ποιητής.

Από το 1940 ως το 1942 βρισκόσαστε σε μια έντονη περίοδο δημιουργίας. Δημοσιεύετε το πρώτο «λόγιο» ποίημά σας στα «Πειραϊκά Γράμματα». Στέλνετε και πάλι ποίημα από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα. Αναφέρετε το όνομα «Βασιλειάδης».
Ο Βασιλειάδης ήταν ένας παλιός ρομαντικός ποιητής του 1870, τον οποίο θαύμαζα. Ήταν ποίημα ελαφρώς σατιρικό αυτό που έγραψα τότε. Ήμουν στην τελευταία τάξη του γυμνασίου. Έπαιρνα το περιοδικό στην τάξη και το διάβαζα κάτω από το θρανίο.

Τι έγινε σε αυτά τα δύο χρόνια;

Τον Μάρτιο του 1941 ήρθαμε στην Αθήνα για να αποφύγουμε τους Γερμανούς που έρχονταν. Ο πατέρας μου ήταν στο μέτωπο και μας έστειλε στην Αθήνα. Πήγα στο Γυμνάσιο των Αθηνών που ήταν 100 παιδιά σε κάθε τάξη. Μου άρεσε η Αθήνα πολύ, διότι ήμουν μόνος, ελεύθερος. Το καλοκαίρι γύρισα στη Θεσσαλονίκη. Ήταν ωραία τους πρώτους μήνες. Μετά έπεσε η πείνα. Ήμουν σπίτι κλεισμένος όλη την ημέρα και διάβαζα.

Από πότε άρχισε η πολιτική σας δραστηριότητα;

Άρχισε το 1942. Στη συνοικία που έμενα έγινε η απεργία του 1936. Κι εκεί τα είδα όλα και το μυαλό μου δούλεψε πολύ. Μετά ήρθε η δικτατορία του Μεταξά. Παρασύρθηκα κι εγώ και μπήκα στη νεολαία. Δεν ήμουν ενεργό μέλος αλλά πήγαινα συχνά.

Πώς περάσατε από τη Νεολαία του Μεταξά στην ΕΠΟΝ;

Αυθόρμητα και μέσω διαφόρων φίλων. Η εποχή εκείνη, 1943-44, ήταν η πιο γεμάτη εποχή που υπήρξε. Κάθε ημέρα ήμασταν στον αγώνα. Έγινε η καλύτερη η ζωή, υπήρξε περισσότερο ψωμί και μεγαλύτερη διάθεση για αγώνα. Τον Νοέμβριο του 1942 μπήκα στο πανεπιστήμιο, και μέσα από ’κει συνέχισα.

Ας μιλήσουμε λίγο και για το ποδόσφαιρο. Είστε φίλαθλος, σωστά;

Πάρα πολύ. Πρακτικός φίλαθλος. Πήγαινα κάθε Κυριακή στα ματς.

Πότε πρωτοπήγατε στο γήπεδο; Τι ομάδα ήσασταν;

Στο γήπεδο πήγα σε ηλικία 8 ή 9 χρόνων. Υπήρχαν τότε τοπικά πρωταθλήματα. Ήμουν φανατικός Παοκτσής. Αργότερα, το 1959, έγινα Απόλλων. Ήταν μεγάλη ομάδα ο Απόλλων τη δεκαετία του 1950.

Βλέπετε ποδόσφαιρο στην τηλεόραση;

Βλέπω πολύ, και σήμερα θα δω τον ποδοσφαιρικό αγώνα που θα παίξει η τηλεόραση. Τώρα πια είμαι υπέρ των μικρών ομάδων.

Γιατί;

Διότι πάντοτε αδικούνται.

Κύριε Αναγνωστάκη, φοβάστε τον πόλεμο; Η μαρτυρική πόλη του Σαράγεβο είναι αρκετά κοντά μας.

Ναι, είναι μαρτυρική πόλη το Σαράγεβο. Πήγα πριν από τρία χρόνια, όταν τα πράγματα ήταν καλά και ζούσαν όλοι αρμονικά. Πάρε παράδειγμα τον Μπάγεβιτς, που έχει γυναίκα μουσουλμάνα. Δεν το ξέρετε αυτό. Οι μουσουλμάνοι που λέμε δεν είναι Τούρκοι, είναι μουσουλμάνοι. Γίνεται μια σφαγή τρομαχτική. Νοιώθω πολύ άσχημα. Υπάρχουν μέσα τα πιο αλήτικα στοιχεία που δυναστεύουν τις πόλεις. Εγώ δεν είμαι ούτε υπέρ των Σέρβων, ούτε υπέρ των μουσουλμάνων, ούτε υπέρ των Κροατών. Είμαι υπέρ όλων.

Ποια θα έπρεπε να είναι η θέση της Ελλάδας;

Θα έπρεπε να μην εμπλακεί καθόλου η Ελλάδα. Να κοιτάξει την ειρήνη στα Βαλκάνια.

--------------------------------------------------------------------------------------------




 

 Φοβᾶμαι...

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἑφτὰ χρόνια ἔκαναν πὼς δὲν εἶχαν πάρει χαμπάρι
καὶ μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου
βγῆκαν στὶς πλατεῖες μὲ σημαιάκια κραυγάζοντας «δῶστε τὴ χούντα στὸ λαό».
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μὲ καταλερωμένη τὴ φωλιὰ
πασχίζουν τώρα νὰ βροῦν λεκέδες στὴ δική σου.
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ κλείναν τὴν πόρτα
μὴν τυχὸν καὶ τοὺς δώσεις κουπόνια καὶ τώρα
τοὺς βλέπεις στὸ Πολυτεχνεῖο νὰ καταθέτουν γαρίφαλα καὶ νὰ δακρύζουν.
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γέμιζαν τὶς ταβέρνες
καὶ τὰ σπάζαν στὰ μπουζούκια κάθε βράδυ καὶ τώρα τὰ ξανασπάζουν
ὅταν τοὺς πιάνει τὸ μεράκι τῆς Φαραντούρη καὶ ἔχουν καὶ «ἀπόψεις».
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν
καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.
Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο.



Εργογραφία

Εποχές, Θεσσαλονίκη, ιδιωτ. έκδοση, 1945, σσ. 32.
Εποχές 2, Σέρρες, ιδιωτ. έκδοση, 1948, σσ. 24
Εποχές 3, Θεσσαλονίκη, ιδιωτ. έκδοση, 1954, σσ. 16.
Τα Ποιήματα (1941-1956) (Εποχές, Εποχές 2, Παρενθέσεις, Εποχές 3, Η Συνέχεια 2), Αθήνα, ιδιωτ. έκδοση, 1956.
Η Συνέχεια 3, Θεσσαλονίκη, ιδιωτ. έκδοση, 1962, σσ. 32.
Υπέρ και Κατά, Θεσσαλονίκη, Α.Σ.Ε., 1965, σσ. 112.
Τα Ποιήματα (1941-1971), (Εποχές, Εποχές 2, Παρενθέσεις, Εποχές 3, Η Συνέχεια 2, Η Συνέχεια 3, Ο στόχος), Θεσσαλονίκη, ιδιωτ. έκδοση, 1971· Αθήνα, Πλειάς, 1976· Αθήνα, Στιγμή, 1985· Αθήνα, Νεφέλη, 2000, σσ. 192, ISBN 960-211-538-6.
Αντιδογματικά: Άρθρα και σημειώματα (1946-1977), Αθήνα, Πλειάς, 1978· Αθήνα, Στιγμή, 1985, σσ. 232.
Το περιθώριο '68-69, Αθήνα, Πλειάς, 1979· Αθήνα, Στιγμή, 1985· Αθήνα, Νεφέλη, 2000, σσ. 48, ISBN 960-211-552-1.
Μανούσος Φάσσης: Παιδική Μούσα (τραγούδια για την προσχολική και σχολική ηλικία), Αθήνα, Αμοργός, 1980.
Υ.Γ., Αθήνα, ιδιωτ. έκδοση, 1983· Αθήνα, Νεφέλη, 1992, σσ. 40.
Τα Συμπληρωματικά (σημειώσεις κριτικής), Αθήνα, Στιγμή, 1985, σσ. 176.
Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης. Η ζωή και το έργο του. Μία πρώτη απόπειρα κριτικής προσέγγισης, Αθήνα, Στιγμή, 1987, σσ. 144. ISBN 960-269-029-1.
Η χαμηλή φωνή: Τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς - μία προσωπική ανθολογία του Μανόλη Αναγνωστάκη, Αθήνα, Νεφέλη, 1990, σσ. 224.



Δισκογραφία 


Στο έργο Αρκαδία VIII, 1974
Μιλώ
Χάρης (από το ποίημα Χάρης 1944)
Στο έργο Της εξορίας, 1973
Ήτανε νέοι, ήταν παιδιά
Δεν έφταιγεν ο ίδιος
Έφτασες Αργά
Κάθε πρωί
Στο έργο Μπαλάντες, 1975, επανέκδοση 2004
Το Ναυάγιο
Δρόμοι Παλιοί
Κάτω απ’ τα ρούχα μου
Χαρά χαρά
Οι στίχοι αυτοί
Μες στην κλειστή μοναξιά μου
Και περνούσανε τα τραμ
Όλα έχουν αποδελτιωθεί
Όταν μιαν άνοιξη
Ίσκιοι βουβοί
Μιχάλης Γρηγορίου
Η αγάπη είναι ο φόβος, 1980

-----------------------------------------------------------------------------------------


ΠΗΓΕΣ

  



el.wikipedia.org/wiki/Μανόλης_Αναγνωστάκης

tvxs.gr/.../πέντε-χρόνια-χωρίς-τον-«ποιητή-της-ήττας»-μανόλη-αναγνωστ...














Δημοσίευση σχολίου