Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2015

Τένεσι Ουίλιαμς / Tennessee Williams




Ο θηλυκός κόσμος του Τένεσι Ουίλιαμς


 ΤΟΥ ΣΑΒΒΑ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ


Άρχισε τη συγγραφική του καριέρα στα 28 του χρόνια, στα 34 βρήκε τον ατομικό του λόγο με τον «Γυάλινο κόσμο», στα 36 έγινε ο υπ' αριθμόν ένα δραματικός συγγραφέας της γενιάς του με το «Λεωφορείο ο πόθος», στα 44 έγραψε την τελευταία εμπορική του επιτυχία («Νύχτα της Ιγκουάνα»), στα 70 το τελευταίο του θεατρικό έργο («Now, the Cats With Jewelled Claws») και στα 72 πέθανε από ένα πώμα μπουκαλιού που σφηνώθηκε στον λαιμό του, ολομόναχος σ' ένα άξενο δωμάτιο ξενοδοχείου της Νέας Υόρκης, της πόλης που τον ανέδειξε αλλά και τιμώρησε, καταβροχθισμένος από τα θραύσματα του ραγισμένου κόσμου του.







Αυτός είναι ο Τένεσι Ουίλιαμς, ο «καταραμένος ποιητής» (poète maudit) του αμερικανικού θεάτρου, ο καλλιτέχνης που έκανε τη ζωή του θέατρο και τα πάθη του τραυματισμένου «Εγώ» του ρυθμιστές της σκηνικής του γλώσσας. Ο καλλιτέχνης που, περισσότερο απ' οποιονδήποτε άλλον Αμερικανό δραματικό συγγραφέα, έσπρωξε τον εγχώριο ρεαλισμό πέρα από την καταγραφή της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας, προς το συναίσθημα και τον ψυχισμό.

ΣΕΞ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ

Χωρίς ιδιαίτερες αφηγηματικές ικανότητες ή βαθυστόχαστες και πρωτότυπες ιδέες, χωρίς ξεκάθαρη εικόνα για πολλούς από τους χαρακτήρες του (συχνά δεν ξέρει τι να τους κάνει), χωρίς ιδιαίτερους κοινωνικούς ή ιδεολογικούς προβληματισμούς (σ' αντίθεση με τον άλλο μεγάλο της εποχής του, τον Αρθουρ Μίλερ), θα περίμενε κανείς μια πλήρη αποτυχία ή, στην καλύτερη περίπτωση, μια «χρυσή μετριότητα». Κι όμως, το έργο του όχι μόνον επιπλέει, αλλά και ορθώνεται μπροστά μας σαν μια καταξιωμένη ποιητική μαρτυρία θαυμαστής ευαισθησίας και σκηνικής αρτιότητας. Αρκεί να πούμε ότι είναι ο δημοφιλέστερος αμερικανός δραματικός συγγραφέας στην Ευρώπη. Σε 110 υπολογίζω τις παραγωγές των έργων του στην Ελλάδα, με πρώτο τον «Γυάλινο κόσμο». Μακράν δεύτερος ο Ε. Ο' Νιλ με 35 παραγωγές και τρίτος ο Αλμπι. Δεν θυμάμαι θεατρική σεζόν που να μην έχει να παρουσιάσει έστω και έναν Ουίλιαμς.

Φέτος, το Εθνικό θέατρο επέλεξε το «Γλυκό πουλί της νιότης» (σκην. Ε. Θεοδώρου), για να γιορτάσει έτσι και τα εκατό χρόνια από τη γέννησή του. Μια εύστοχη επιλογή, καθώς πρόκειται για ένα έργο-συμπερίληψη των βασικών χαρακτηριστικών (ακόμη και ελαττωμάτων) της δραματουργίας του. Εκεί τέμνονται το συναίσθημα με τον βαθύ υπολογισμό, το ηθικό δέος και το καλλιτεχνικό δέον, ο ατομικός λόγος και ο κοινός, η ποίηση και η φλυαρία, η ευλογία του έρωτα και ο αναθεματισμός του.
Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι κανένας άλλος αμερικανός δραματικός συγγραφέας δεν είναι τόσο επικεντρωμένος στο σεξ όσο αυτός. Και το ενδιαφέρον είναι ότι, ενώ οδηγεί τους ήρωές του στον δρόμο της σάρκας, στο τέλος τούς τιμωρεί παραδειγματικά για τις επιλογές τους. Με τον τρόπο του είναι σαν να αποτίει φόρο τιμής στον καλβινιστή Θεό του γενέθλιου τόπου του, έναν Θεό τιμωρό. Από την άλλη, πάλι με τον τρόπο του, είναι σαν να αποτίει φόρο τιμής στη Μέκκα του αμερικανικού θεάτρου, το μεσοαστικό Μπρόντγουεϊ.

ΘΥΣΙΑ ΣΤΟ ΒΩΜΟ ΤΗΣ ΦΗΜΗΣ

Είναι γνωστό πως ο Ουίλιαμς, από την αρχή της καριέρας του, αποζητούσε το μεγάλο κοινό. «Όσο μεγαλύτερο το κοινό τόσο το καλύτερο», συνήθιζε να λέει. Ακόμη και αυτοί οι γκροτέσκοι χαρακτήρες που δημιουργεί (και δεν είναι λίγοι), εμπίπτουν σ' αυτή τη λογική του φλερτ με τον ορίζοντα των προσδοκιών του μεγάλου κοινού. Είναι σαν να ζητά απ' αυτό να μην τους κρίνει με αυστηρώς αποδεκτά μέτρα και σταθμά, αλλά να τους δει ως «άλλες», ειδικές περιπτώσεις (άρα, με συγκατάβαση). Η τρέλα της Μπλανς ζητάει μια ειδική αντιμετώπιση, όπως και οι εμμονές της Σεραφίνα («Τριαντάφυλλο στο στήθος»), ο γυάλινος κόσμος της Λόρα κ.ο.κ. Ο Ουίλιαμς, γενικά, ήξερε να επιβιώνει στο μεταίχμιο της σύμβασης και της ανατροπής της. Η θεατρική του καριέρα ήταν ένα συνεχές σλάλομ μεταξύ του αποδεκτού και του μη αποδεκτού, γεγονός που τον βοήθησε να δημιουργήσει ιδιόμορφα σκηνικά πλάσματα, στα οποία διοχέτευσε τις ευαισθησίες των πολλών από τη μια και τις δικές του απόψεις περί διαφορετικότητας, από την άλλη.

ΓΥΝΑΙΚΟΚΡΑΤΙΑ

Στα έργα του λειτουργεί συνήθως ένα τρίγωνο, όπου στην κορυφή βρίσκεται ένας άντρας (τρόπαιο και θύμα μαζί) και, στη βάση, δύο γυναίκες (αρπακτικές και θερμόαιμες) έτοιμες για όλα. Απ' όλα τα γυναικεία πορτρέτα που δημιούργησε, ο ίδιος ομολογεί πως με την Αλμα («Καλοκαίρι και καταχνιά») ταυτίζεται πιο πολύ γιατί, όπως αυτή, έτσι και ο ίδιος ξύπνησε αργά στη ζωή του. Από μια ηρωίδα του στιλ των ηρωίδων ενός Κορνέιγ (αφοσιωμένη στην αγάπη, το καθήκον, την έντιμη ζωή), μεταμορφώνεται σε μια παρουσία με το προσωπείο των dramatis personae του Ρακίνα (παραδομένη στις έξεις και τις ορέξεις της).

Γενικά, το θεατρικό σύμπαν του Ουίλιαμς είναι ένας κόσμος δυνατών και επιθετικών γυναικών και σεξουαλικά αβέβαιων ανδρών, ανίκανων να δημιουργήσουν ζωή, ικανών όμως να πάρουν ζωή. Δεν υπάρχει χώρος για τον γάμο σ' αυτή την κοινωνία με τις Αμαζόνες, όπου η βασική λειτουργία του άνδρα είναι να λειτουργεί ως διαθέσιμο πέος, όπως διαπιστώνει κανείς στο «Γλυκό πουλί της νιότης», όπου η οικονομικά ευκατάστατη Αλεξάνδρα ντελ Λάγκο είναι εκείνη που θέτει τους όρους της συνδιαλλαγής. Μάταια προσπαθεί ο Τσανς, ο ζιγκολό και εραστής της, να της επιβληθεί. «Είμαι πιο παλιά πουτάνα σ' αυτό το παιχνίδι», του λέει και του κόβει τη φόρα. Αυτή η αδυναμία να ελέγξει καταστάσεις τον ευνουχίζει, με τον ίδιο τρόπο που ο χρόνος ευνουχίζει τις γυναίκες, όπως του υπενθυμίζει η Αλεξάνδρα, αλλά και το νυστέρι του γιατρού ευνουχίζει τη Χέβενλι, όταν της αφαιρεί τη μήτρα (το τίμημα της σχέσης της με τον Τσανς).

Δεν υπάρχει εύκολη εξίσωση ανάμεσα στον συγγραφέα και τα λάγνα θηλυκά του. Ο ίδιος είπε κάποτε ότι ταυτίζεται περισσότερο με τις γυναίκες των έργων του, γιατί υπήρξαν γι' αυτόν πηγή έμπνευσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα θηλυκά του είναι θηλυπρεπείς άνδρες σε μεταμφίεση (drag) ή ότι ο Ουίλιαμς μας κοροϊδεύει προτάσσοντας στο προσκήνιο έναν χαρακτήρα, όπως η Μπλανς, με το προσωπείο και όχι το σώμα μιας γυναίκας.

Η Μπλανς (ή η όποια Μπλανς) είναι ένα απόβλητο της συμβατικής κοινωνίας που, ανίκανη να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα, βυθίζεται όλο και πιο πολύ στις γειτονιές του φανταστικού της κόσμου, εκεί όπου οι πληγές δεν πονούν και οι ρυτίδες δεν φαίνονται. Γι' αυτήν, όπως και για όλους τους ήρωες-παραβάτες του Ουίλιαμς, δεν υπάρχει απόδραση. Είναι καταδικασμένοι να ζουν μέσα στο και για το «βρόμικο» σώμα τους.

Ο Ουίλιαμς γράφει σαν ένας διχασμένος μποέμ, ένας ασταθής πουριτανός που κατόρθωσε να παντρέψει το σεξ με τον θάνατο, χωρίς το happy end μιας τελικής υπέρβασης ή απελευθέρωσης. Θα περάσουν αρκετά χρόνια μέχρι να σπάσει τον κώδικα σιωπής και να μιλήσει πλέον ανοιχτά για τη διαφορετικότητά του. Βέβαια, όταν το έκανε ήξερε πως το Μπρόντγουεϊ του είχε ήδη κλείσει για πάντα την πόρτα. Δεν είχε να χάσει τίποτε. Σε κάθε περίπτωση, κανείς δεν μπορεί να του αρνηθεί μια εξέχουσα θέση στη θεατρική ιστορία της χώρας του (και όχι μόνο). Με το έργο του (κυρίως το πρώιμο) βοήθησε, όσο κανένας άλλος, το αμερικανικό θέατρο να εγκαταλείψει το ερώτημα «Τι έγινε;» ή «Γιατί έγινε;» και να στραφεί στις συνέπειες του συμβάντος, δηλαδή εντός.

ΕΠΑΝΕΡΜΗΝΕΙΕΣ


Σήμερα, τόσο η θεωρία του φεμινισμού όσο και η θεωρία της διαφορετικότητας, της περφόρμανς και της διαπολιτισμικότητας, έχουν ανοίξει τον δρόμο για νέες αναγνωστικές προτάσεις, οι πιο πολλές από τις οποίες στρέφονται σ' αυτό που θεωρούν ως ανομολόγητη ομοφυλοφιλία των χαρακτήρων. Τα αποτελέσματα, ανάμεικτα. Στο μιούζικαλ «Bellle Reprieve», λ.χ. βασισμένο στο «Λεωφορείο ο Πόθος» (συμπαραγωγή του γνωστού νεοϋορκέζικου λεσβιακού σχήματος Split Britches και του λονδρέζικου Bloolips), οι συντελεστές έκοψαν κι έραψαν το έργο ώστε να του φορέσουν το κοστούμι της σεξουαλικής διαφορετικότητάς τους. Κατάληξη: μια παρωδία της πλάκας. Στη σαφώς πιο σοβαρή πολυφυλετική παράσταση της «Λυσσασμένης γάτας» (Νέα Υόρκη, 2008), το επίκεντρο ήταν η πολυπρισματική προβολή του εσωτερικού κόσμου διαφορετικών ατόμων ιδιαίτερου ψυχισμού. Άποψη που εν μέρει κυριάρχησε και στην παράσταση του έργου «Λεωφορείο ο Πόθος» που είδαμε στο Φεστιβάλ Αθηνών (2010), σε σκηνοθεσία Βαρλικόφσκι. Η Μπλανς (της Ιζαμπέλ Ιπέρ), δεν ήταν αυτό που ξέρουμε: γλυκομίλητη, μελοδραματική και νάρκισσος. Ήταν μια φιγούρα ψυχικά ταραγμένη και μόνη, σε μια στάση λεωφορείου. Η απόλυτη μοναξιά, που έπαιξε ανάμεσα στην εικόνα και το σώμα και που στήριξε μια πληθώρα από videowall που δεν λειτούργησαν ως αγκωνάρι στον λόγο, αλλά ως ισότιμος «συνταξιδιώτης». Μία σωματική και εγκεφαλική ανάγνωση, αρκούντως υπερβολική, που άνοιξε τους ορίζοντες του έργου στο αθέατο δράμα ενός μυαλού που βρίσκεται στον προθάλαμο του ψυχιατρείου. Από τη mise en scène στη mise en abyme. 





Γυάλινος Κόσμος





Ο Γυάλινος Κόσμος (αγγλικός τίτλος: The Glass Menagerie, Το Γυάλινο Θηριοτροφείο) είναι θεατρικό έργο του Αμερικανού συγγραφέα Τένεσι Ουίλιαμς. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το Δεκέμβριο του 1944 στο θέατρο Σιβίκ (Civic) του Σικάγου το 1944 και την επόμενη χρονιά στη Νέα Υόρκη (Θέατρο Playhouse, Μάρτιος 1945), όπου κέρδισε το Βραβείο New York Drama Critics Circle Award. Αποτέλεσε τη πρώτη μεγάλη θεατρική επιτυχία του Τένεσι Ουίλιαμς, που καθιερώθηκε ως ένας από τους μεγαλύτερους θεατρικούς συγγραφείς του αιώνα.

Περίληψη του έργου

Στο έργο εξιστορείται μέσα από τις αναμνήσεις του Τομ η ζωή της οικογένειας Γουίνγκφιλντ, που την απαρτίζουν ο γιος Τομ, η μητέρα Αμάντα και η κόρη Λώρα. Ο πατέρας τούς έχει εγκαταλείψει για χρόνια κι εκείνοι ζουν σ' ένα δικό τους "γυάλινο κόσμο". Η μητέρα έχει έμμονη ιδέα με τα παιδικά και νεανικά της χρόνια στο Νότο, ωστόσο τώρα δείχνει την εικόνα της "ξεπεσμένης καλλονής", ένα μοτίβο που επανέρχεται σε πολλά έργα του συγγραφέα.

Ταυτόχρονα, ονειρεύεται ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά της, ωστόσο η πραγματικότητα είναι σκληρή. Για το γιο της, θεωρεί ότι είναι ένας εγωιστής ονειροπόλος, ο οποίος είναι ανεύθυνος και καταφεύγει στο αλκοόλ, στην ποίηση, στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο, αντί να συνεισφέρει ουσιαστικά στην οικογένεια. Ο ίδιος ονειρεύεται να φύγει και αυτός όπως ο πατέρας του. Η Λώρα είναι μια εύθραυστη παρουσία, ανάπηρη στο πόδι, φοβάται τον έξω κόσμο, προτιμώντας τη συλλογή της από γυάλινα ζωάκια και την συλλογή παλιών δίσκων γραμμοφώνου του πατέρα της.
Κάποια στιγμή, όλη η οικογένεια στρέφει την ελπίδα της σε ένα τέταρτο πρόσωπο, τον Τζιμ, έναν επισκέπτη από τον έξω κόσμο, με τον οποίο έχει ένα σύντομο φλερτ η Λώρα. Ωστόσο, τα πάντα γκρεμίζονται, καθώς εκείνος διαλύει τις αυταπάτες τους κι έτσι επανέρχονται στη σκληρή πραγματικότητα.

Το έργο και η προσωπική ζωή του συγγραφέα

Σε πολλά από , τα έργα του, ο Τένεσι Ουίλιαμς ενσωματώνει στοιχεία της δικής του προσωπικής ζωής και των παιδικών του χρόνων με την οικογένειά του. Ο Γυάλινος Κόσμος θεωρείται το πιο αυτοβιογραφικό έργο του Αμερικανού συγγραφέα. Στην ουσία, περιγράφει την ίδια του την οικογένεια. Ο πατέρας του, μια αυστηρή πατριαρχική φιγούρα, τον θεωρούσε ουσιαστικά "απόντα" λόγω της δουλειάς του. Ο Τομ του έργου είναι ο ίδιος ο συγγραφέας (το πραγματικό μικρό όνομα του Ουίλιαμς ήταν Τόμας), η Αμάντα είναι η μητέρα του, μια αριστοκρατική γυναίκα, ωστόσο υπερπροστατευτική, αλλά κυρίως έχει επηρεαστεί από την αδερφή του, Ρόουζ. Η Ρόουζ είναι η έμπνευση για τη Λώρα, καθώς η ίδια έπασχε από σχιζοφρένεια κι είχε υποβληθεί σε λοβοτομή, με αποτέλεσμα να μείνει σχεδόν ανάπηρη για το υπόλοιπο της ζωής της.

Όπως εύστοχα παρατήρησε ο Πλωρίτης,

"Οι χαρακτήρες του γυάλινου κόσμου δεν σβήνουν μαζί με το έργο. Προεκτείνονται στα κατοπινά έργα του Ουίλλιαμς. Η Άλμα του 'Καλοκαίρι και καταχνιά" είναι ομογάλακτη αδελφή της Λάουρας, κι ο ξεπεσμός της Άλμας στην τελευταία σκήνή του έργου συνεχίζεται δραματικός σ'όλοκληρο το "Λεωφορείο ο Πόθος", όπου η Μπλάνς Ντυ Μπουά ξαναγυρίζει στις φαντασιώσεις της Αμάντας του "Γυάλινου κόσμου". Ουσιαστικά σε όλα τα έργα του Ουίλλιαμς υπάρχει ένας βασικός χαρακτήρας, μία βασική κατάσταση: ο άνθρωπος (η γυναίκα κυριώτατα), που ανήμπορος να πλάσει την πραγματικότητα σύμφωνα με τα όνειρά του και μή αντέχοντας τη θλιβερότητά της, γλιστράει στη φαντασία για να βρει μιαν υπνωτική λύτρωση." 

Παραστάσεις

Στην Ελλάδα, έχουν πραγματοποιηθεί πολλές παραστάσεις από διάφορους θιάσους, όπως του Εθνικού Θεάτρου, του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, καθώς και Δημοτικών Περιφερειακών Θεάτρων.

Το έργο για πρώτη φορά παρουσιάστηκε από το Θέατρο Τέχνης το 1946 σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν και μουσική Μάνου Χατζιδάκι. (Κουν,ΛαμπέτηΓιαννακοπούλουΚαλλέργης). Για την παράσταση, είχε γράψει ο Μ. Καραγάτσης:

«Ο κ. Κουν έπαιξε σαν ηθοποιός τον πρώτο ανδρικό ρόλο. Ο κ. Καλλέργης απέδωσε πολύ καλά τον τύπο του νεαρού, θετικού και πεζολόγου Αμερικανού. Όσο για την δ. Λαμπέτη, πρέπει να ομολγήσουμε ότι εγέμισε τη σκηνή με το δημιουργικό παίξιμό της. Μολονότι αποφεύγω τις προφητείες, έχω την εντύπωση πως αυτή η κοπελίτσα θα πάει μακριά και ψηλά!» 













Λεωφορείον ο Πόθος


A-Streetcar-Named-Desire-Poster.jpg.jpg


Το Λεωφορείον ο Πόθος (τίτλος πρωτοτύπου A streetcar named Desire) είναι ταινία του σκηνοθέτη Ηλία Καζάν γυρισμένη το 1951. Βασίζεται στο ομώνυμο δράμα του Τένεσι Ουίλιαμς. Η ταινία έλαβε δώδεκα υποψηφιότητες και βραβεύτηκε με τέσσερα βραβεία όσκαρ.


Το 1997 το Λεωφορείον ο Πόθος έλαβε την 45η θέση ως μια από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου


Υπόθεση

Η Μπλάνς (Βίβιαν Λι), μια καθηγήτρια από τις Νότιες Πολιτείες, επισκέπτεται μετά τον πλειστηριασμό της οικογενειακής περιουσίας της την αδελφή της Στέλλα (Κιμ Χάντερ), που ζει με τον άντρα της Στάνλεϋ Κοβάλσκυ (Μάρλον Μπράντο) στη Νέα Ορλεάνη. Ο Κοβάλσκυ, που ως Πολωνός μετανάστης και εργάτης αντιμετωπίζεται υποτιμητικά από την Μπλανς, καθηλώνει την Στέλλα με τον οξύθυμο και επιβλητικό χαρακτήρα του σε μία σχέση που κυριαρχείται από το ωμό πάθος. Η υπερευαίσθητη και κάπως υπερβολική Μπλανς, τονίζοντας την ευγενή καταγωγή και την καλή ανατροφή της, μπαίνει στο στόχαστρό του και ενδόμυχα γεννιέται ένας κρυφός πόθος. Όσο περνά ο καιρός, αποκαλύπτονται μυστικά του παρελθόντος της Μπλανς και λόγω της συγκατοίκησης δημιουργούνται εντάσεις και πολλαπλά ξεσπάσματα που αφαιρούν ένα ένα τα πέπλα από τους πολύπλοκους χαρακτήρες των ηρώων. Εν τέλει το όριο μεταξύ λογικής και παράνοιας γίνεται όλο και περισσότερο θολό, με αποτέλεσμα το ολέθριο τέλος.

Βραβεία όσκαρ

Η ταινία προτάθηκε για δώδεκα Όσκαρ το 1951, λαμβάνοντας συνολικά τέσσερα βραβεία Όσκαρ, εκ των οποίων τα τρία ήταν για τις ερμηνείες των Λι, Μάλντεν και Χάντερ. Είναι η μοναδική ταινία μέχρι και σήμερα που έχει λάβει τρία ερμηνευτικά βραβεία και μοιράζεται το ρεκόρ με την ταινία του 1976 Το Δίκτυο (The Network). Ο Μάρλον Μπράντο ήταν ο μοναδικός από τους ηθοποιούς της ταινίας που ήταν υποψήφιοι που δεν τιμήθηκε με το βραβείο, το οποίο έχασε από τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ για την ταινία Η βασίλισσα της Αφρικής (The African Queen), ενώ η ταινία έχασε το όσκαρ καλύτερης ταινίας από το Ένας Αμερικανός στο Παρίσι (An American In Paris, 1951)
.

Βράβευση:

Α’ Γυναικείου Ρόλου – Βίβιαν Λι

Β’ Ανδρικού Ρόλου – Καρλ Μάλντεν

Β’ Γυναικείου Ρόλου – Κιμ Χάντερ

Καλλιτεχνικής διεύθυνσης (σκηνικών) – Ρίτσαρντ Ντέι και Τζορτζ Χόπκινς










Λυσσασμένη Γάτα (ταινία)


Catonahottinroof.jpg


Η ταινία Λυσσασμένη Γάτα (Αγγλ. Cat on a Hot Tin Roof) είναι δράμα παραγωγής 1958, σε σκηνοθεσία Ρίτσαρντ Μπρουκς. Η ταινία αποτελεί κινηματογραφική μεταφορά του θεατρικού μελοδράματος του Τένεσι Γουίλιαμς το οποίο διασκεύασαν για τη μεγάλη οθόνη ο Ρίτσαρντ Μπρουκς σε συνεργασία με τον Τζέιμς Πόου. Πρωταγωνιστές της ταινίας είναι ο Πωλ Νιούμαν κι η Ελίζαμπεθ Τέιλορ. Η ταινία έλαβε 6 υποψηφιότητες για βραβείο Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, χωρίς όμως να κερδίσει κάποιο.


Υπόθεση

Ο Μπιγκ Ντάντι Πόλιτ (Μπερλ Άιβς), πλούσιος ιδιοκτήτης φυτείας, είναι ανήσυχος για το μέλλον του μικρού του γιου Μπρικ (Πωλ Νιούμαν) που είναι αλκοολικός και παντρεμένος χρόνια με τη Μάγκι (Ελίζαμπεθ Τέιλορ) με την οποία δεν έχει ακόμη αποκτήσει παιδιά, ενώ ο μεγάλος του γιος Γκούπερ (Τζακ Κάρσον) κι η σύζυγός του Μέι (Μάντλιν Σέργουντ) περιμένουν το τέταρτο παιδί. Ο Μπιγκ Ντάντι αγνοώντας το γεγονός ότι πρόκειται σύντομα να πεθάνει από καρκίνο ετοιμάζεται να παρευρεθεί στο δείπνο των εξηκοστών πέμπτων γενεθλίων του. Κατά τη διάρκεια των εορτασμών όμως μια σειρά γεγονότων οδηγούν τον Μπιγκ Ντάντι να ανακαλύψει την αλήθεια πάνω στις σεξουαλικές προτιμήσεις του γιου του Μπρικ και το λόγο για τον οποίο προσπαθεί να πνίξει τον πόνο του στο αλκοόλ και για τον οποίο δείχνει αδιαφορία στην πανέμορφή του σύζυγο. Η σύγκρουση πατέρα και γιου πρόκειται να αλλάξει τις ζωές όλων.

Κεντρικοί Ρόλοι

Ελίζαμπεθ Τέιλορ ως Μάργαρετ Μάγκι η Γάτα Πόλιτ
Πωλ Νιούμαν ως Μπρικ Πόλιτ
Μπερλ Άιβς ως Χάρβεϊ Μπιγκ Ντάντι Πόλιτ
Τζούντιθ Άντερσον ως Άιντα Μπιγκ Μάμα Πόλιτ
Τζακ Κάρσον ως Κούπερ Γκούπερ Πόλιτ
Μάντλιν Σέργουντ ως Μέι Φλιν Πόλιτ

Πληροφορίες Παραγωγής

Το θεατρικό του Τένεσι Γουίλιαμς έκανε πρεμιέρα στο Μπρόντγουεϊ στις 24 Μαρτίου του 1955 με τον Μπεν Γκαζάρα στο ρόλο του Μπρικ και την Μπάρμπαρα Μπελ Γκέντες στο ρόλο της Μάγκι. Όταν η εταιρία παραγωγής Metro-Goldwyn-Mayer ανακοίνωσε την κινηματογραφική μεταφορά του θεατρικού οι Μπερλ Άιβς και Μάντλιν Σέργουντ κλήθηκαν να αναλάβουν τους ρόλους που είχαν ερμηνεύσει στο θέατρο, εκείνους του Μπιγκ Ντάντι και της Μέι. Ο Μπεν Γκαζάρα απέρριψε το ρόλο του Μπρικ, παρά το γεγονός ότι τον είχε ερμηνεύσει στο θέατρο. Έπειτα οι παραγωγοί προσέγγισαν τον Έλβις Πρίσλεϊ, ο οποίος επίσης απέρριψε το ρόλο, καταλήγοντας τελικά στον Πωλ Νιουμαν. Η Λάνα Τάρνερ κι η Γκρέις Κέλι απέρριψαν το ρόλο της Μάγκι πριν τον αναλάβει η Ελίζαμπεθ Τέιλορ.

Τα γυρίσματα ξεκίνησαν στις 12 Μαρτίου του 1958, αλλά μια βδομάδα αργότερα η Τέιλορ προσβλήθηκε από ιό που την κράτησε για μικρό χρονικό διάστημα εκτός των γυρισμάτων. Στις 21 Μαρτίου, η Τέιλορ ακύρωσε τα σχέδιά της να ταξιδέψει με το σύζυγό της Μάικλ Τοντ μέχρι τη Νέα Υόρκη, όπου εκείνος επρόκειτο να τιμηθεί με βραβείο από το κλαμπ Friars. Το αεροπλάνο του Τοντ συνετρίβη κι όλοι οι επιβάτες σκοτώθηκαν. Κυριευμένη από τη θλίψη η Τέιλορ έμεινε εκτός γυρισμάτων για ένα περίπου μήνα κι επέστρεψε στο κινηματογραφικό πλατό αδυνατισμένη και αδύναμη.

Διαφορές σε σχέση με το θεατρικό

Ο Τένεσι Γουίλιαμς ήταν απογοητευμένος από το σενάριο, στο οποίο είχαν αφαιρεθεί σχεδόν όλες οι αναφορές πάνω στην ομοφυλοφιλία του Μπρικ και όπου είχε προστεθεί μια σκηνή στην οποία ο Μπρικ συμφιλιώνεται με τον πατέρα του. Ο Πωλ Νιούμαν ήταν επίσης απογοητευμένος από την προσαρμογή του θεατρικού. Ο Κώδικας Κινηματογραφικής Δεοντολογίας του Χέιζ έβαλε περιορισμούς στη σεξουαλική επιθυμία του Μπρικ για τον Σκίπερ και εκμηδένισε το βασικό θέμα του έργου του Γουίλιαμς εκείνο της ομοφοβίας. Ο Γουίλιαμς ήταν τόσο απογοητευμένος από τη μεταφορά του θεατρικού του που είπε σε κάποιους από τους θεατές που έκαναν ουρά για να δουν την ταινία: Αυτή η ταινία θα γυρίσει την κινηματογραφική βιομηχανία 50 χρόνια πίσω. Γυρίστε στα σπίτια σας!

Βραβεία

Παρά τις σεναριακές παραλείψεις της ταινίας, οι κριτικοί την υποδέχτηκαν με θετικά λόγια. Η ταινία επίσης ήταν μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες της χρονιάς κάνοντας εισπράξεις 26.355.000 εκατομμυρίων δολαρίων, έχοντας ως προϋπολογισμό μόλις 3 εκατομμύρια. Επιπλέον η Ακαδημία των Όσκαρ την αντάμειψε με 6 υποψηφιότητες χωρίς όμως να της παραχωρήσει κανένα αγαλματίδιο. Η ταινία βρέθηκε υποψήφια για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, το οποίο έχασε από το μιούζικαλ Ζιζί (Gigi, 1958). Ο Πωλ Νιούμαν που έλαβε την πρώτη του υποψηφιότητα για Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου ηττήθηκε από τον Ντέιβιντ Νίβεν που κρίθηκε νικητής για την ταινία Χωριστά Τραπέζια (Seperate Tables, 1958) κι η Ελίζαμπεθ Τέιλορ που έλαβε τη δεύτερή της υποψηφιότητα για Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου έχασε το βραβείο από τη Σούζαν Χέιγουορντ νικήτρια για την ταινία του Ρόμπερτ Γουάιζ Θέλω να Ζήσω (I Want to Live). Η επόμενη ταινία της Τέιλορ ήταν το Ξαφνικά, Πέρυσι το Καλοκαίρι (Suddenly Last Summer, 1959), επίσης βασισμένη σε θεατρικό του Γουίλιαμς.

Υποψηφιότητα:

Καλύτερης Ταινίας – Λώρενς Βάινγκαρτεν
Σκηνοθεσίας – Ρίτσαρντ Μπρουκς
Α’ Ανδρικού Ρόλου – Πωλ Νιούμαν
Α’ Γυναικείου Ρόλου – Ελίζαμπεθ Τέιλορ
Φωτογραφίας, Έγχρωμη Ταινία – Γουίλιαμ Ντάνιελς
Διασκευασμένου Σεναρίου – Ρίτσαρντ Μπρουκς & Τζέιμς Πόου

Επανεκτελέσεις

Η ταινία γυρίστηκε άλλη μια φορά το 1984, αυτή τη φορά για την τηλεόραση. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους εμφανίστηκαν η Τζέσικα Λανγκ κι ο Τόμι Λι Τζόουνς

                    ----------------------------------------------------------

Οι τρεις πρωταγωνιστές της «Λυσσασμένης γάτας» του Τενεσί Ουίλιαμς συζητούν για την παράσταση στο Εθνικό Θέατρο

Ο έρωτας, ο θάνατος και η... γάτα



Ο έρωτας, ο θάνατος και η... γάτα


Η Μάγκι και ο Μπρικ. Ο πατέρας. Τρία πρόσωπα, τρεις ρόλοι γραμμένοι από τον Τενεσί Ουίλιαμς, συνθέτουν ένα διαφορετικό τρίγωνο, το τρίγωνο της «Λυσσασμένης γάτας».Και οικογενειακό και ερωτικό. Το ζευγάρι, ο Μπρικ και η Μάγκι. Ο πατέρας και ο γιος. Ο πατέρας και η νύφη του. Ένα έργο με παρελθόν στη μεγάλη οθόνη (με χολιγουντιανές παραγωγές) και στο σανίδι. Στην αθηναϊκή εκδοχή του στο Εθνικό Θέατρο ο Ανδρέας Βουτσινάς υπογράφει μια παράσταση όπου ο ρεαλισμός εναλλάσσεται με μη ρεαλιστικά στοιχεία. Το αιώνιο παιχνίδι του έρωτα και του θανάτου, της απελπισίας και της ελπίδας, της γονιμότητας και της στειρότητας, της φιλίας και της οικογένειας. Ο αλκοολισμός και η ομοφυλοφιλία. Πολλά τα ερωτήματα που θέτει η «Λυσσασμένη γάτα» και αναπάντητα. Όπως συμβαίνει στα μεγάλα έργα.

Ο πατέρας - Άγγελος Αντωνόπουλος (Α.Α.), ο Μπρικ - Δάνης Κατρανίδης (Δ.Κ.) και η Μάγκι - Φιλαρέτη Κομνηνού (Φ.Κ.) στα παρασκήνια του Εθνικού Θεάτρου συζητούν για την παράσταση, τους ρόλους και τις επί σκηνής σχέσεις τους, το έργο, τον συγγραφέα και τον σκηνοθέτη, τη συνεργασία και την παρουσία τους στην πρώτη κρατική σκηνή της χώρας.

Πώς βιώνονται οι σχέσεις, οικογενειακές και ερωτικές, στη «Λυσσασμένη γάτα»;

Άγγελος Αντωνόπουλος: Η σχέση πατέρα και γιου είναι αρχετυπική. Μόνον που εδώ, με την υπογραφή του συγκεκριμένου συγγραφέα, η ανέλιξη των καταστάσεων είναι τέτοια ώστε δίνει πολλά ερεθίσματα στον ηθοποιό που θέλει να παίξει τον ρόλο. Η σχέση τόσο με τον γιο όσο και με τη γυναίκα του, τη μητέρα των γιων του, διαθέτει ιδιαιτερότητες. Ζουν ιδιαίτερες καταστάσεις αφού στην ατμόσφαιρα πλανώνται υποψίες. Και οι υποψίες καθορίζουν το έργο και την παράσταση».

Φιλαρέτη Κομνηνού: Στη σχέση της Μάγκι με τον Μπρικ τα πράγματα δεν είναι ξεκάθαρα. Το αν είναι ή όχι ο άνδρας της ομοφυλόφιλος είναι ασαφές από το ίδιο το έργο. Η ηθοποιός όμως που καλείται να παίξει τον ρόλο πρέπει να έχει ξεκαθαρίσει τα πράγματα μέσα της. Όπως όμως λέει και ο Άγγελος, η υποψία είναι καθοριστική. «Μου μπήκε η ιδέα» λέει σε κάποια στιγμή σχετικά με την ομοφυλοφιλία του Μπρικ. Και αυτό δεν μπορεί να την κάνει να ησυχάσει.

Δάνης Κατρανίδης: Δεν είναι τόσο η υποψία όσο το ότι μπήκε στη Μάγκι το μικρόβιο της ζήλειας. Και αυτό είναι που την οδήγησε να πλαγιάσει με τον φίλο του Μπρικ για να το διαπιστώσει η ίδια. Η σχέση του Μπρικ με τη Μάγκι δεν διέπεται μόνον από την ερωτική αποχή αλλά και από μια διάθεση εκείνου να την τιμωρήσει γι' αυτό που έκανε με τον φίλο του.

Ο Μπρικ είναι αλκοολικός ενώ η υπόνοια της ομοφυλοφιλίας τον ακολουθεί.Πόσο σημαντικά είναι αυτά τα δύο στοιχεία στην απόδοση του ρόλου;

Δ.Κ.: Και τα δύο καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την ερμηνεία μου. Εξαρτάται από τη δοσολογία και πάντα σε συνεννόηση με τον σκηνοθέτη. Ζητούμενο πάντα είναι η σκηνική ισορροπία με όλους. Στην παράσταση δεν αντιμετωπίζεται ρεαλιστικά ο αλκοολισμός. Άρα ούτε και εγώ τον αντιμετωπίζω έτσι. 

Ο Βουτσινάς δίνει στον Μπρικ μια υπερκινητικότητα, κάτι που με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Όσο για την ομοφυλοφιλία, είναι κάτι που δεν αποδεικνύεται ούτε στο ίδιο το έργο. Για τον Μπρικ σημαντικότερο όλων ήταν η φιλία.

Ποια στοιχεία καθορίζουν τη Μάγκι ως ρόλο;

Φ.Κ.: Κατ' αρχήν να πω ότι είναι ένας δύσκολος και σύνθετος ρόλος. Τίποτα στη Μάγκι δεν είναι ξεκάθαρο. Είναι μια γυναίκα που έχει ανάγκη να ξεσπάσει και συγχρόνως μια γυναίκα που συσσωρεύει την ενέργειά της γιατί έχει στόχο να κατακτήσει ξανά τον άνδρα της. Είναι σε αναβρασμό και ένταση. Ούτε την επίθεσή της μπορεί να οργανώσει απόλυτα ούτε την ψυχραιμία της να διατηρήσει. Δέχεται λεκτικά και σωματικά χαστούκια από τον άνδρα που θέλει, τον άνδρα της. Είναι περισσότερο απελπισμένη γάτα παρά λυσσασμένη. Ως ρόλος με πολλαπλό παρελθόν στον κινηματογράφο και στο θέατρο διεθνώς έχει δημιουργήσει στο κοινό φαντασιώσεις.
Και αυτό είναι κάτι που μπορεί να λειτουργήσει αρνητικά στην παράσταση;

Φ.Κ.: Όχι. Απλώς ίσως ο κόσμος να περιμένει να δει κάτι συγκεκριμένο από τη Μάγκι. Την ίδια στιγμή, όμως, κι αυτό θέλω να το πω, οι ρόλοι με παρελθόν είναι και πρόκληση για τον ηθοποιό. Η πρόκληση είναι επικίνδυνη.

Α.Α.: Είναι όμως καλό να αφήνεις τους θεατές να έρχονται στο θέατρο με τις δικές τους φαντασιώσεις, με τους μύθους τους.

Δ.Κ.: Εμένα με γοητεύει το γεγονός ότι ο θεατής μπορεί να έρθει και να συγκρίνει μια παράσταση με μια ταινία, έναν ηθοποιό με έναν άλλον ­ κι ας είναι και ο Πολ Νιούμαν. Το βρίσκω πολύ θετικό.

Α.Α.: Όλα αυτά είναι σπέρματα φαντασίωσης και τα χρειάζεται το θέατρο. Η υποψία του ομοφυλόφιλου ή η υποψία της «λυσσασμένης» γάτας είναι συν για μια παράσταση.

Δ.Κ.: Άλλωστε όλα αυτά είναι μνήμες του κοινού. Είναι θετικό να συναντηθούν η φαντασία και η ανάμνηση με την πραγματικότητα. Το έχω βιώσει και με το «Καμπαρέ» και με το «Αμαντέους». Και το έχω εισπράξει θετικά.
Εκτός από έργο σχέσεων, η «Λυσσασμένη γάτα» είναι και έργο συναισθημάτων,έστω και αν αυτά δεν είναι πάντα ξεκάθαρα.

Φ.Κ.: Υπάρχει κάτι το μετέωρο· στο ζευγάρι της Μάγκι με τον Μπρικ, του πατέρα με τη μητέρα, του άλλου αδελφού με τη γυναίκα του...

Δ.Κ.:... που προσπαθεί να αποδείξει μέσα από την τεκνοποιία ότι είναι ευτυχισμένο.

Φ.Κ.: Η Μάγκι, εκτός από την ερωτική επιθυμία για τον άνδρα της, θέλει να μείνει και έγκυος για να αποκτήσει τη θέση της μέσα στην οικογένεια...

Α.Α.:... αλλά και μέσα στην κληρονομιά. Ο πατέρας δεν είναι αποστασιοποιημένος. Είναι ένα πάσχον πρόσωπο που είναι συνεχώς παρόν. Τα ξέρει όλα και συμμετέχει σε όλα με τον δικό του τρόπο. Άλλοτε σαν πάτερ φαμίλιας και άλλοτε προσεγγίζοντας τα πάντα με πλήρη συναισθηματική φόρτιση.

Δ.Κ.: Και εδώ είναι που συνδέεται με τον γιο. Κανένας εκ των δύο δεν λέει τι πραγματικά νιώθει.

Α.Α.: Είναι μια εύστοχη αντιμετώπιση από τον συγγραφέα η σχέση πατέρα και γιου. Υπάρχει μεταξύ τους μια απόσταση. Δεν αγγίζονται, γι' αυτό και οι στιγμές που επιτυγχάνεται η προσέγγιση είναι ξεχωριστές.

Φ.Κ.: Το λέει άλλωστε ο ίδιος ο Ουίλιαμς στον Καζάν σε κάποια γυρίσματα: «Αν μπορούσε ο ένας να εξομολογηθεί στον άλλον αυτό που σκέφτεται και αισθάνεται, τότε όλα θα ήταν λυμένα». Πρέπει να δημιουργηθεί στον θεατή η ανάγκη να πει: «Μα γιατί δεν κοιτά ο ένας τον άλλον στα μάτια, γιατί δεν λέει την αλήθεια;».

Α.Α.: Υπάρχει ένα διάλογος επ' αυτού ανάμεσα στον πατέρα και στον γιο. Θέλουν να μιλήσουν. Πάντα στη ζωή τους υπάρχει ένα φράγμα που προσπαθούν να σπάσουν αλλά δεν τα καταφέρνουν.

Δ.Κ.: Καθοριστικό στοιχείο είναι και ο χρόνος της παράστασης, που είναι και ο πραγματικός χρόνος. Όλα γίνονται μέσα σε αυτές τις δύο ώρες.

Ο ρόλος του πατέρα δεν είναι καταλυτικός;

Φ.Κ.: Σαφώς και είναι.

Α.Α.: Γίνεται φορέας θανάτου.

Δ.Κ.: Έτσι όλοι αναγκάζονται να αλλάξουν.

Θεωρείτε, τέλος, την παρουσία σας στο Εθνικό απόδειξη ότι η πρώτη σκηνή της χώρας άνοιξε πράγματι τις πόρτες της;

Α.Α.: Αν είναι άνοιγμα το γεγονός ότι εμείς βρισκόμαστε στο Εθνικό, αυτό δεν θα το κρίνουμε εμείς.

Δ.Κ.: Για μένα είναι μια επιστροφή μετά από είκοσι χρόνια. Αλλά η εμπειρία από τις κρατικές σκηνές δεν μου λείπει. Εχω δουλέψει και στο Κρατικό της Θεσσαλονίκης.


Φ.Κ.: Για μένα το Εθνικό αποτελεί μια φυσική συνέχεια της πορείας μου στο Κρατικό Βορείου Ελλάδος επί 14 χρόνια. Μόνο δύο χρόνια δούλεψα στο ελεύθερο και να 'μαι τώρα στο Εθνικό. Πιστεύω ότι δεν είναι γκέτο και ότι πρέπει να ανανεώνεται.

                           --------------------------------------------------







Το γλυκό πουλί της νιότης

 Ιδού μερικές από τις διασημότερες πρωταγωνίστριες που έχουν ερμηνεύσει τον κεντρικό ρόλο της παρηκμασμένης σταρ Αλεξάνδρα ντελ Λάγκο, διεθνώς αλλά και στην Ελλάδα.

Από τον Χρήστο Παρίδη 




Δύο ανθρώπινα ψυχολογικά ράκη, δύο διαφορετικοί κόσμοι σε απόγνωση για διαφορετικούς λόγους, δύο χαρισματικά πλάσματα που ο καθένας τους έχει διανύσει άλλη πορεία και τώρα βρήκαν ο ένας καταφύγιο στη θαλπωρή του άλλου. Ο Τσανς Γουέιν, ένας όχι και τόσο νέος πια ζιγκολό, και η Αλεξάνδρα ντελ Λάγκο (που φέρει το ψευδώνυμο Πριγκίπισσα Κοσμονόπολις), μια σταρ του κινηματογράφου που καταρρέει μπροστά στην εικόνα του ρυτιδιασμένου της προσώπου στα γκρο πλαν, που το πέρασμα του χρόνου τη συντρίβει. Εξαρτημένη από το αλκοόλ εκείνη, από τα ναρκωτικά εκείνος. Καταλήγουν με το αυτοκίνητό της στο Σεν Κλάουντ της Φλόριντα, μια άχρωμη κωμόπολη του υπερσυντηρητικού αμερικανικού Νότου όπου επικρατεί ο νόμος του ισχυρού. Γενέτειρα του Τσανς, στην οποία επιστρέφει για να διεκδικήσει έναν νεανικό του έρωτα. Φεύγοντας χρόνια πριν, άφησε πίσω του τη Χέβενλι Φίνλεϊ, κόρη του σημαντικότερου παράγοντα της πόλης, του Μπος Φίνλεϊ, ενός διεφθαρμένου πολιτικού των υπόγειων συναλλαγών, του μαφιόζικου χρήματος αλλά και της Εκκλησίας. 




Τότε ο Τσανς έφυγε γιατί δεν είχε καμιά ελπίδα να τον αφήσουν να παντρευτεί τη Χέβενλι. Τώρα πιστεύει ότι με τη βοήθεια της Ντελ Λάγκο έχει ελπίδες για μια καριέρα στο Χόλιγουντ. Ο Φίνλεϊ τον κατηγορεί ότι μόλυνε την κόρη του με ένα αφροδίσιο νόσημα, καταστρέφοντας το σώμα της και τη ζωή της. Τον απειλεί ότι αν δεν εξαφανιστεί, θα πληρώσει για το κακό που έκανε στην κόρη του. Ο Τσανς εκβιάζει την Ντελ Λάγκο, αλλά δεν πετυχαίνει τίποτα. Ένα τηλεφώνημα από τον ατζέντη της που την πληροφορεί ότι η τελευταία της ταινία σκίζει αναπτερώνει την αυτοπεποίθησή της για το μέλλον της στον κινηματογράφο. Τελικά, ο ζιγκολό επιλέγει να μην την ακολουθήσει και να υποστεί τις συνέπειες της επιστροφής του.





Ο Τενεσί Ουίλιαμς επεξεργαζόταν το έργο από το 1956. Αρχικά, ήταν δύο διαφορετικά μονόπρακτα. Το ένα διαδραματιζόταν μεταξύ του νεαρού άντρα και της ξεπεσμένης σταρ, ενώ το δεύτερο, με τον τίτλο «Η ροζ κρεβατοκάμαρα», ενέπλεκε στην ιστορία τον διεφθαρμένο πολιτικό. Το 1959 το παρέδωσε ολοκληρωμένο, έχοντας συναινέσει σε αρκετές παραχωρήσεις και συμβιβασμούς από τον φόβο της λογοκρισίας και του πουριτανισμού της εποχής. Έτσι, ανέβηκε τον Μάρτιο του ’59 σε σκηνοθεσία Ελία Καζάν στο Μπρόντγουεϊ, συγκεκριμένα στο Martin Beck Theater, με πρώτη διδάξασα την Τζεραλντίν Πέιτζ στον ρόλο της Αλεξάνδρα ντελ Λάγκο και τον Πολ Νιούμαν στον ρόλο του Τσανς. Πριν καλά καλά γυριστεί σε ταινία, στην Ελλάδα η Μελίνα Μερκούρη κατεβαίνει στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης τη χειμερινή σεζόν 1959-1960 για να τη σκηνοθετήσει ο Κάρολος Κουν ως Πριγκίπισσα Κοσμονόπολις. Τσανς είναι ένας τελειόφοιτο της σχολής του Κουν, ο Γιάννης Φέρτης. Η μετάφραση είναι του Μάριου Πλωρίτη και η μουσική του Μάνου Χατζιδάκι.




Το 1962 ο Ρίτσαρντ Μπρουκς μεταφέρει στον κινηματογράφο το έργο με την Πέιτζ και τον Νιούμαν. Το 1971 ανεβαίνει στο Παρίσι, στο Théâtre de l’ Atelier, σε μετάφραση Φρανσουάζ Σαγκάν και σκηνοθεσία Μπερνάρ Μιρά με την Εντβίζ Φεγιέρ και το 1975 ξανανεβαίνει στο Μπρόντγουεϊ, στο Harkness Theater, σε σκηνοθεσία του Έντουιν Σέριμ με την Αϊρίν Γουόρθ και τον Κρίστοφερ Γουόκεν. Η Γουορθ κερδίζει το βραβείο Τόνυ καλύτερης γυναικείας ερμηνείας. Δέκα χρόνια μετά, το 1985, ο Χάρολντ Πίντερ το σκηνοθετεί στο Λονδίνο με τη Λορίν Μπακόλ. Η παράσταση μεταφέρεται στο Λος Άντζελες. Στο μεταξύ, η Μελίνα, τον χειμώνα του 1980, το ανεβάζει για δεύτερη φορά (20 χρόνια μετά την πρώτη φορά), πάλι με τον Φέρτη στο ρόλο του Τσανς και με σκηνοθέτη τον Ζιλ Ντασέν.   Το 1989 ο Νίκολας Ρεγκ το γυρίζει ως τηλεταινία με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ και τον Μαρκ Χάρμον. Έναν χρόνο αργότερα, τη χειμερινή σεζόν 1990-1991, η Αλίκη Βουγιουκλάκη κάνει στην Ελλάδα την προσωπική της υπέρβαση ως Αλεξάνδρα ντελ Λάγκο με Τσανς τον Κώστα Σπυρόπουλο. Η μετάφραση είναι για μία ακόμα φορά του Πλωρίτη, η σκηνοθεσία του Ανδρέα Βουτσινά η και μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη. Το 2002 ανεβαίνει στο θέατρο Χώρα, με την Άννα Παναγιωτοπούλου και τον Γιώργο Πυρπασόπουλο στους κεντρικούς ρόλους και τον Πέτρο Ζούλια στη σκηνοθεσία.



Πιο πρόσφατα, το 2005, ανέβηκε στο Παρίσι στο Théâtre de la Madeleine με την Κλαούντια Καρντινάλε σε σκηνοθεσία Φιλίπ Ανριέν, το 2010 στο δικό μας Εθνικό Θέατρο με τη Μαρία Σκουλά και τον Ανδρέα Κωνσταντίνου σε μετάφραση της  Έφης Γιαννοπούλου και σκηνοθεσία της  Έφης Θεοδώρου. Το 2012 στο Goodman Theater του Σικάγο Αλεξάνδρα ντελ Λάγκο ήταν η Νταϊάν Λέιν σε σκηνοθεσία Ντέιβιντ Κρόμερ και μόλις τον Ιούνιο του 2013 το ανέβασε το Old Vic στο Λονδίνο με την Κιμ Κατράλ και σκηνοθέτη τη Μαριάν Έλιοτ.




Στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος ανεβαίνει σε μια νέα εκδοχή, στην οποία έχουν επανέλθει λογοκριμένα μέρη, σε μετάφραση του Αντώνη Γαλέου και σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαΐδη. Αλεξάνδρα ντελ Λάγκο η Κοραλία Καράντη και Τσανς ο Μέμος Μπεγνής.  Από τις 21 Φεβρουαρίου στο Βασιλικό Θέατρο Θεσσαλονίκης.





    -------------------------------------------------------------------------------------





Τένεσι Ουίλιαμς

Ο Τένεσι Ουίλιαμς (26 Μαρτίου 1911-25 Φεβρουαρίου 1983), φιλολογικό ψευδώνυμο του Τόμας Λανιέ Ουίλιαμς, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς θεατρικούς συγγραφείς, μαζί με το σύγχρονό του, Άρθουρ Μίλλερ. Έζησε για μεγάλο χρονικό διάστημα στη Νέα Ορλεάνη, όπου και άλλαξε το όνομά του από την πολιτεία καταγωγής του πατέρα του. Έγραψε ποιήματα, νουβέλες, θεατρικά έργα και παιχνίδια, ιστορίες και μυθιστορήματα. Κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ το 1948 για το "Λεωφορείον ο Πόθος" και το 1955 για τη "Λυσσασμένη Γάτα". Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πάνω από 30 γλώσσες, ενώ αποτελούν ιδιαίτερα δημοφιλείς παραστάσεις σε όλο τον κόσμο.




Βιογραφία

Ο Τένεσι Ουίλιαμς γεννήθηκε το 1911 στο Κολόμπους του Μισισίπι. Η μητέρα του καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια, ενώ ο πατέρας του δούλευε ως πλασιέ για μια εταιρεία παπουτσιών. Σε ηλικία 5 ετών, του διαγνώστηκε παράλυση των κάτω άκρων, ασθένεια που τον καθήλωσε για τα επόμενα δυο χρόνια. Ανήμπορος να κάνει οτιδήποτε, η μητέρα του τον ενθάρρυνε να φαντάζεται και να γράφει ιστορίες.

Η οικογένεια του Ουίλιαμς

Σε πολλά από τα έργα του ο Ουίλιαμς εμπνεύστηκε από την ίδια την οικογένειά του για την ανάπτυξη των πρωταγωνιστικών του χαρακτήρων.

Ο πατέρας του Ουίλιαμς υιοθετούσε όλο και πιο βάναυση συμπεριφορά απέναντι στα παιδιά του με το πέρασμα των χρόνων. Συχνά ευνοούσε τον αδερφό του Τένεσι, ίσως λόγω και της ασθένειας και της αδύναμης γενικότερα φύσης του ίδιου στα παιδικά του χρόνια. Η μητέρα του είχε βλέψεις ως εκλεπτυσμένη κυρία της υψηλής κοινωνίας του Νότου, δημιουργούσε μια ασφυκτική ατμόσφαιρα, ενώ πιθανότατα είχε νευρική διαταραχή.

Ο Ουίλιαμς ήταν πολύ κοντά με την αδερφή του, τη Ρόουζ, η ζωή της οποίας τον επηρέασε ίσως περισσότερο από κάθε άλλο. Σε νεαρή ηλικία, έμαθε ότι πάσχει από σχιζοφρένεια και πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής της σε ψυχιατρικές κλινικές. Σε μια προσπάθεια καταπολέμησης της ασθένειάς της, οι γονείς του Ουίλιαμς ενέκριναν τη λοβοτομή στη Ρόουζ το 1937 στην Ουάσινγκτον. Δυστυχώς, τα αποτελέσματα δεν ήταν τα αναμενόμενα και η Ρόουζ σακατεύτηκε για το υπόλοιπο της ζωής της.
Ο Τένεσι υπέστη ισχυρό σοκ από το γεγονός αυτό και δε συγχώρησε ποτέ τους γονείς του. Η ασθένεια της αδερφής του συνέβαλε ίσως στην εξάρτησή του από το αλκοόλ, ωστόσο πιθανώς να υπήρχε γενετική προδιάθεση, καθώς και ο ίδιος υπέφερε από κατάθλιψη.


Μετέπειτα σταδιοδρομία και θεατρική επιτυχία

Στα 16 του κέρδισε το πρώτο του βραβείο για το δοκίμιό του «Can a Good Wife Be a Good Sport?». Σπούδασε δημοσιογραφία το 1929 στο πανεπιστήμιο του Μισούρι, όπου οι συμφοιτητές τού κόλλησαν το παρατσούκλι 'Tennessee λόγω της συρτής νότιας προφοράς του, και θεατρολογία στο πανεπιστήμιο Ουάσινγκτον στο Σαιν Λούις, όπου παρουσιάστηκαν και τα πρώτα του έργα "Κεριά στον Ήλιο" και "Φυγάς". Τελικά, το 1938 παίρνει το πτυχίο του από το Πανεπιστήμιο της Αϊόβα.
Ο Ουίλιαμς μετακόμισε το 1939 στη Λουιζιάνα και έμεινε για κάποιο χρονικό διάστημα στη Γαλλική Συνοικία στη Νέα Ορλεάνη, όπου ξεκίνησε το 1947να γράφει το έργο "Λεωφορείον ο Πόθος", τοοποίο τελείωσε αργότερα στη Φλόριντα. Το έργο γνώρισε τεράστια επιτυχία: πήρε το Βραβείο Κριτικών της Νέας Υόρκης και το βραβείο Πούλιτζερ. Παρουσιάστηκε στη Νέα Υόρκη σε σκηνοθεσία Ελία Καζάν με τον Μάρλον Μπράντο στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ έγινε και ταινία το 1951, όπου χάρισε το βραβείο Όσκαρ στη Βίβιαν Λι.

Το 1947 γνώρισε και ερωτεύτηκε το Φρανκ Μέρλο, Ιταλό δεύτερης γενιάς, μέχρι το θάνατό του από καρκίνο το 1963. Όσο ήταν μαζί έγραψε το "Τριαντάφυλλο στο Στήθος" (μεταφέρθηκε και σε ταινία με την Άννα Μανιάνι και τον Μπαρτ Λάνκαστερ), το μόνο έργο του με ευτυχή κατάληξη, ενώ ο Μέρλο εξισορροπούσε τις κρίσεις κατάθλιψης του Ουίλιαμς και του φόβου του ότι θα οδηγούνταν στην παράνοια και την τρέλα, όπως η αδερφή του.




Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του '50 και του '60, ο Ουίλιαμς ήρθε αντιμέτωπος με σκληρή κριτική από ορισμένους κριτικούς του θεάτρου, εξαιτίας του τρόπου που ζούσε και τόνιζε τις ομοφυλοφιλικές του προτιμήσεις. Με τον καιρό, το ύφος των έργων του Ουίλιαμς ωρίμαζε και σε κάποια προχωρούσε σε πειραματισμούς, κάτι που τον αποξένωσε ακόμη περισσότερο από τους κριτικούς.

Το 1976, υπήρξε Πρόεδρος της επιτροπής του Φεστιβάλ Καννών.

Στις 25 Φεβρουαρίου 1983, ο Τένεσι Ουίλιαμς βρέθηκε νεκρός στο δωμάτιο που είχε νοικιάσει στο ξενοδοχείο Elysee στη Νέα Υόρκη, έχοντας σφηνωμένο στο λαιμό του ένα φελλό. Ο ίδιος επιθυμούσε να αποτεφρωθεί και να σκορπιστούν οι στάχτες του στον Κόλπο του Μεξικού, ωστόσο θάφτηκε στον οικογενειακό τάφο στο Σαιν Λούις.

Σχετικά με το έργο του

Ο Τένεσι Ουίλιαμς είχε επιρροές από τον Άντον Τσέχωφ, τον Αύγουστο Στρίντμπεργκ και άλλους συγγραφείς. Συνήθης φυσιογνωμία στα έργα του είναι η ηρωίδα στα όρια της παράνοιας, με καθαρές επιρροές από τη ζωή της αδερφής του, Ρόουζ. Από την αδερφή του και τη μητέρα του φαίνεται ότι εμπνέεται για τους γυναικείους χαρακτήρες (Laura, Amanda) στο "Γυάλινο Κόσμο", ενώ ο χαρακτήρας της Μπλανς Ντυμπουά στο "Λεωφορείο ο Πόθος" φαίνεται βασίστηκε στη Ρόουζ, αλλά και στον ίδιο, καθώς την περίοδο που έγραφε το έργο, πίστευε ότι θα πεθάνει κι ότι θα αποτελούσε τοκύκνειο άσμα του. Στη "Λυσσασμένη Γάτα" διακρίνονται στοιχεία από τη ζωή του Ουίλιαμς, όπως η ομοφυλοφιλία, ο αλκοολισμός και οι ψυχικές διαταραχές.

Εργογραφία

Κεριά στον Ήλιο (1936)

Φυγάς (1937)

Ανοιξιάτικη Θύελλα (1937)

Όχι για αηδόνια (1938)

Μάχη των Αγγέλων (1940)

Το πορτρέτο μιας Μαντόνας (1941)

Λαίδη Φθειροζόλ (1941)


You Touched Me (1945)

Stairs to the Roof (1947)


Καλοκαίρι και καταχνιά (1948)

Η ρωμαϊκή άνοιξη της Κας Στόουν, νουβέλλα, (1950)



Μίλα μου σαν τη βροχή (1953)



Κάτι που δε λέγεται (1958)






Το βασίλειο της γης (αρχικά, Οι εφτά κάθοδοι της Μυρτλ, 1968)

Στο μπαρ ενός ξενοδοχείου του Τόκυο (1969)

Ο κύριος Μέρριγουέδερ θα γυρίσει από το Μέμφις; (1969)


Έργο για ΄δύο πρόσωπα (1973)

Το σημάδι του διαβόλου (1975)

Αυτό είναι διασκέδαση (1976)

Vieux Carré (1977)

Ουρά τίγρης (1978)

Μια υπέροχη Κυριακή για εκδρομή (1979)

Ρούχα για καλοκαιρινό ξενοδοχείο (1980)

Τα ημερολόγια του Τριγκόριν (1980)

Something Cloudy, Something Clear (1981)

Ετοιμόρροπο σπίτι (1982)

Προς κατεδάφιση

Χαιρετισμούς από την Μπέρτα

Υπόθεση Μιμόζες

Αμέρικαν Μπλουζ

Η αδέσμευτη

Σκοτεινό δωμάτιο

Ελληνικές μεταφράσεις

The Glass Menagerie (Το γυάλινο θηριοτροφείο, ελλην. τίτλος "Γυάλινος Κόσμος") : Ν.Σπάνιας ("Δωδώνη")

A Streetcar named Desire (Λεωφορείον ο Πόθος) : Γερ.Σταύρου (Θέατρο 1965)

Summer and Smoke (Καλοκαίρι και καταχνιά) : Μάριος Πλωρίτης ("Γκόνη")

The Rose Tatoo (ελλην.τίτλος "Τριαντάφυλλο στο στήθος") : Μάριος Πλωρίτης ("Γκόνη")

Camino Real (Καμίνο Ρεάλ) : Αλέξης Σολομός ("Δωδώνη")

Cat on a Hot Tin Roof (ελλην.τίτλος "Λυσσασμένη Γάτα") : Μάριος Πλωρίτης ("Γκόνη")

Suddenly Last Summer (Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι) : Μάριος Πλωρίτης (Θέατρο 1959)

Sweet bird of youth (Γλυκό πουλί της νιότης) : Μάριος Πλωρίτης ("Δωδώνη")

The Roman Spring of Mrs. Stone (Η ρωμαϊκή άνοιξη της Κας Στόουν, νουβέλλα) : Κοσμάς Πολίτης ("Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος")


                                      --------------------------------------------


Τενεσί Ουίλιαμς: δέκα εξομολογήσεις του ψυχολόγου της σκηνής


Main_slider_2


Γέννημα-θρέμμα του αμερικανικού Νότου, φιλάσθενος, κάπως θηλυπρεπής και οξυδερκής παρατηρητής των άλλων από τα μικράτα του, ο Τενεσί Ουίλιαμς ενσωμάτωσε στα κλασικά πια θεατρικά του έργα μπόλικα αυτοβιογραφικά στοιχεία: οι δυσλειτουργικές οικογένειες, τα... προπατορικά πάθη, το επίμονο φλερτ με την ψυχασθένεια, που όλο επανέρχονται ως θεματικές στα διαχρονικά αριστουργήματά του, έχουν τις ρίζες τους στη δική του οικογένεια και πραγματικότητα. Και οι απόψεις του Ουίλιαμς για αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα παρουσιάζουν τεράστιο ενδιαφέρον.

1. «Η ζωή είναι εν μέρει αυτό που εμείς την κάνουμε, κι εν μέρει αυτό που την κάνουν οι φίλοι που διαλέγουμε».

2. «Χρόνος είναι η μακρύτερη απόσταση μεταξύ δυο τόπων».

3. «Η κόλαση είναι ο ίδιος μας ο εαυτός• και η μόνη λύτρωση είναι να παραμερίσεις τον εαυτό σου και να αισθανθείς βαθιά για κάποιον άλλον».

4. «Όλοι οι σκληροί άνθρωποι περιγράφουν τους εαυτούς τους ως υπόδειγμα ειλικρίνειας».

5. «Η ζωή είναι κυρίως αναμνήσεις –εκτός από αυτήν εδώ την τωρινή στιγμή, που περνάει από δίπλα σου τόσο γρήγορα, ίσα που προλαβαίνεις να την παρατηρήσεις».

6. «Είμαστε όλοι καταδικασμένοι σε μοναχικό εγκλεισμό μέσα στο ίδιο μας το δέρμα –ισόβια».

7. «Υπάρχει η στιγμή της αποχώρησης, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει σίγουρο μέρος να πας».


8. «Πάντα βασιζόμουνα στην καλοσύνη των ξένων».

9. «Γιατί έγραφα; Επειδή δεν έβρισκα τη ζωή ικανοποιητική».


10. «Ο θάνατος είναι μια στιγμή. Και η ζωή τόσες πολλές...».


ΠΗΓΕΣ

el.wikipedia.org/wiki/Τένεσι_Ουίλιαμς

el.wikipedia.org/wiki/Γυάλινος_Κόσμος


el.wikipedia.org/wiki/Λυσσασμένη_Γάτα_



tospirto.net/book/people/13980




Θέατρο της Δευτέρας-Γυάλινος κόσμος(1976)



Δημοσίευση σχολίου