Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

ROBERT REDFORD - ΡΟΜΠΕΡΤ ΡΕΝΤΦΟΡΝΤ

                                          




           

Πραγματικό όνομα
         
Τσαρλς Ρόμπερτ Ρέντφορντ Τζούνιορ

Γέννηση
         
18 Αυγούστου 1936 

Τόπος γέννησης
         
Σάντα Μόνικα, Καλιφόρνια

Εθνικότητα
         
Αμερικανική

Υπηκοότητα
         
Αμερικανική

Είδος Τέχνης
         
Κινηματογράφος
Θέατρο

Καλλιτεχνικά ρεύματα
         
Δράμα
Κωμωδία

Σημαντικά έργα
         
Οι Δύο Ληστές (1969)
Το Κεντρί (1973)
Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου (1976)
Συνηθισμένοι Άνθρωποι(1980)
Πέρα από την Αφρική(1985)
Quiz Show (1994)

Βραβεύσεις
         
Όσκαρ Σκηνοθεσίας(1980)
Όσκαρ για τη συνεισφοράτου στον κινηματογράφο ( 2002 )





















O Ρέντφορντ στο "Ξυπόλυτοι στο πάρκο"





Ο Ρέντφορντ το 1975




Ο Ρέντφορντ, στις Κάννες, το 1988




Ο Ρέντφορντ το 2006




Ο Ρέντφορντ το 2009



Ο Ρέντφορντ στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο, το 2010


Ο Τσαρλς Ρόμπερτ Ρέντφορντ Τζούνιορ (αγγλικά: Charles Robert Redford Jr.), γνωστότερος ως Ρόμπερτ Ρέντφορντ (18 Αυγούστου 1936) είναι Αμερικανός ηθοποιός, σκηνοθέτης και ακτιβιστής.

Έχει κερδίσει δύο βραβεία Όσκαρ: το πρώτο (1980) για τη σκηνοθεσία της ταινίας Συνηθισμένοι Άνθρωποι (Ordinary People) και το δεύτερο (2002) για τη συνολική του προσφορά στο χώρο τουκινηματογράφου.

Στις Η.Π.Α., επί 25 -περίπου- χρόνια, το όνομά του ήταν συνώνυμο των λέξεων "ξανθός" και "ωραίος".

Τα πρώτα χρόνια

Ο Ρέντφορντ γεννήθηκε στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνια, στις 18 Αυγούστου του 1936. Ο πατέρας του ήταν, αρχικά, γαλατάς και, στη συνέχεια, λογιστής, ενώ η μητέρα του ήταν νοικοκυρά.

 Η καταγωγή των προγόνων του είναι βρετανική (Αγγλία και Σκωτία) και ιρλανδική, κάτι που εξηγεί, τα πυρόξανθα μαλλιά του, τα οποία είναι και το κύριο γνώρισμά του. Κατά τα σχολικά του χρόνια, ήταν συμμαθητής με το διάσημο παίκτη του μπέιζμπολ, Ντον Ντιρσντέιλ. Λέγεται πως, όταν γύριζε από το σχολείο του, στο σπίτι, σταματούσε έξω από τα στούντιο της Fox, για να παρακολουθήσει τους διάσημους ηθοποιούς της εποχής. Στην εφηβεία του, συνήθιζε να κάνει μικροκλοπές (τάσια αυτοκινήτων), ενώ κατανάλωνε πολύ αλκοόλ. Η συμπεριφορά του αυτή, τον εμπόδισε στο να κερδίσει κάποια υποτροφία, ώστε να μπορέσει να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο.

Μόλις αποφοίτησε από το σχολείο, κέρδισε, τελικά, υποτροφία για το Πανεπιστήμιο του Κολοράντο, χάρις στην ικανότητά του στον αθλητισμό και -κυρίως- στο μπέιζμπολ. Εκείνο το χρονικό διάστημα δούλευε ως σερβιτόρος σε ένα εστιατόριο-μπαρ.

 Έπειτα, ξεκίνησε να δουλεύει στις πετρελαιοπηγέςτης Καλιφόρνια, ώστε να μαζέψει χρήματα, για να μπορέσει να κάνει ένα ταξίδι στην Ευρώπη. Κατάφερε να μείνει στη Γηραιά Ήπειρο για ένα -περίπου- χρόνο. Τον περισσότερό του καιρό, τον πέρασε στο Παρίσι, ενώ γράφτηκε και στη Σχολή Καλών Τεχνών της Φλωρεντίας. Όμως, οι κακές κριτικές των καθηγητών του, τον οδήγησαν στην επιστροφή του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αργότερα, μετέβη στο Μπρούκλιν, για να κάνει μαθήματα ζωγραφικής, στο Ινστιτούτο Πρατ, κάτι που επηρέασε αρκετά τη ζωή και τον εαυτό του, αφού για μια περίοδο είχε αποκτήσει ένα αρκετά μποέμικο στυλ.

Στη συνέχεια, πήγε στην Αμερικανική Ακαδημία Δραματικών Τεχνών της Νέας Υόρκης, μετά από παρότρυνση ενός φίλου του. Στην ακρόασή του, κατάφερε να εκπλήξει τους κριτές, οι οποίοι ανέφεραν πως: "διαθέτει μια φυσική άνεση στην έκφραση, ζωηρή φαντασία, ένα χάρισμα". Η επαφή του αυτή με την υποκριτική τον κέρδισε και τον έκανε να ασχοληθεί σοβαρά με το αντικείμενο.





Θέατρο και τηλεόραση

Ο πρώτος του ρόλος ήταν στην παράσταση Tall Story, του 1958, το οποίo παίχθηκε στο Θέατρο Μπρόντγουεϊ. Ακολούθησαν μικροί ρόλοι στις τηλεοπτικές σειρές The Naked City και Route 66.

Το πρωταγωνιστικό ντεμπούτο του σε τηλεοπτική σειρά, έγινε το 1960, στο Maverick. Ακολούθησαν και άλλες σειρές και θεατρικές παραστάσεις. Η σπουδαιότερη παράσταση, στην οποία συμμετείχε ήταν το Barefoot in the Park, με συμπρωταγωνίστρια την Ελίζαμπεθ Άσλυ. Η παράσταση παίχθηκε στο Θέατρο Μπρόντγουεϊ, το 1963 και, το 1967, κυκλοφόρησε και ως κινηματογραφική ταινία. Μέσα στο ίδιο έτος, έπαιξε στην τηλεοπτική σειρά Alcoa Premiere, για την εμφάνισή του στην οποία, κέρδισε το βραβείο Emmy β' ανδρικού ρόλου.

Κινηματογράφος

Η πρώτη φορά που συμμετείχε σε κινηματογραφική ταινία ήταν το 1962, στο ανεξάρτητο War Hunt, το οποίο γυρίσθηκε μέσα σε δύο εβδομάδες.




 Το 1965, έπαιξε στο Situation Hopeless... But Not Serious, το οποίο ήταν η πρώτη του επίσημη ταινία. Την ίδια χρονιά, συμπρωταγωνίστησε με τους Νάταλι Γουντ και Κρίστοφερ Πλάμερ, στο Inside Daisy Clover, του Ρόμπερτ Μάλιγκαν, το οποίο προτάθηκε, τελικά, για δύο βραβεία Όσκαρ, ενώ ο ίδιος ο Ρέντφορντ κέρδισε την πρώτη του Χρυσή Σφαίρα, αφού ανακηρύχθηκε ο πιο πολλά υποσχόμενος ηθοποιός.

 Το 1966, τού δόθηκε ο ρόλος του σερίφη στο The Chase, του Άρθουρ Πεν, όμως, ο ίδιος επέλεξε αυτόν του κατάδικου. Ο σερίφης ενσαρκώθηκε από το Μάρλον Μπράντο. Επίσης, συνεργάσθηκε, και πάλι, με τη Νάταλι Γουντ, αυτή τη φορά, για το This Property Is Condemned, του Σύδνεϋ Πόλλακ, το οποίο είχε βασιστεί στο ομώνυμο έργο του Τενεσί Ουΐλλιαμς. Το 1967, πρωταγωνίστησε, μαζί με την Τζέιν Φόντα, στην κινηματογραφική εκδοχή του Barefoot in the Park.

To 1968, υπέγραψε συμφωνία για το γύρισμα μιας ταινίας ουέστερν με την Paramount. Ωστόσο, αθέτησε την υπόσχεσή του, με αποτέλεσμα, η υπόθεση να οδηγηθεί στα δικαστήρια και ο Ρέντφορντ, να μείνει για αρκετό χρονικό διάστημα χωρίς δουλειά.

Το 1969, πρωταγωνίστησε στο γουέστερν του Τζωρτζ Ρόυ Χιλ, με τίτλο Butch Cassidy and the Sundance Kid, μαζί με τον Πωλ Νιούμαν. Ο Ρέντφορντ κατάφερε να κερδίσει τους υπόλοιπους υποψήφιους (Στιβ ΜακΚουίν, Μάρλον Μπράντο, Ουώρεν Μπίτι), για το δεύτερο πρωταγωνιστικό ρόλο. Η ταινία αυτή είχε μεγάλη επιτυχία, καθώς βραβεύθηκε με τέσσερα Όσκαρ. Ωστόσο, απέρριψε πρωταγωνιστικούς ρόλους στα Ποιος Φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ; και Ο Πρωτάρης του Μάικ Νίκολς, επειδή ανησυχούσε για την πιθανή δημιουργία του "στερεοτύπου του ξανθού αρσενικού". Στη συνέχεια, πρωταγωνίστησε σε ταινίες που είχαν μέτρια απήχηση, όπως, το Downhill racer, του Μάικλ Ρίτσι (1969). Παρ'όλα αυτά κέρδισε βραβεία BAFTA καλύτερου ηθοποιού για το Downhill racer και τοTell them Willie Boy is here.



Συνεργάσθηκε ξανά με το Σύδνεϋ Πόλλακ, το 1972, για το ουέστερν Jeremiah Johnson και το 1973, για η δραματική ιστορία αγάπης The Way We Were, μαζί με τη Μπάρμπρα Στράιζαντ. Στην ταινία αυτή, η οποία συγκαταλέγεται στις κορυφαίες του είδους της, έπαιξε έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς ρόλους του, αυτόν του Χάμπελ. Ακόμη, το τραγούδι της Στράιζαντ, The Way We Were, κέρδισε βραβείο Όσκαρ. Μεταξύ των δύο ταινιών του Πόλλακ, μεσολάβησε το The Candidate του Μάικλ Ρίτσι (1972). Ακολούθησε μια ταινία μέτριας απήχησης, το The Hot Rock. Στην επόμενη συνεργασία του με τους Τζωρτζ Ρόυ Χιλ και Πωλ Νιούμαν, ο Ρέντφορντ κατάφερε να βάλει υποψηφιότητα για το βραβείο α' ανδρικού ρόλου, για την ταινία The Sting.

Το 1974, ακολούθησε μια νέα επιτυχία, το The Great Gatsby, η οποία βασίσθηκε στο αντίστοιχο λογοτεχνικό έργο του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Η ταινία αυτή, πέρασε από πολλές περιπέτειες, έως ότου ξεκίνησαν τα γυρίσματά της, καθώς ο πρωταγωνιστικός ρόλος, προοριζόταν για τον Τζακ Νίκολσον, όμως ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ τον κέρδισε την τελευταία στιγμή, ενώ ο σκηνοθέτης Τζακ Κλέυτον, πίεζε ασφυκτικά τον τελικό πρωταγωνιστή να απαρνηθεί το προσωπικό του στυλ και να βάψει τα μαλλιά του μαύρα, κάτι που εκείνος αρνείτο πεισματικά.

Το 1975, συνεργάσθηκε, και πάλι, με τον Πόλλακ, για το πολιτικόθρίλερ Three Days of the Condor, ενώ το 1976, στην ταινία All the President's Men, η οποία και βραβεύθηκε με τέσσερα Όσκαρ, πήρε το ρόλο του δημοσιογράφου Μπομπ Γούντγουωρντ, ο οποίος πάσχιζε να διαλευκάνει το σκάνδαλο Ουωτεργκέιτ. Ακολούθησαν δύο ακόμη ταινίες, με τον Πόλλακ παραγωγό και τη Φόντα συμπρωταγωνίστρια, οι οποίες ήταν: το A Bridge Too Far, του 1977 και τοThe Electric Horsemen, του 1979.

 Το 1980, ο Ρέντφορντ σκηνοθέτησε την πρώτη του ταινία (Ordinary People), στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Ντόναλντ Σάδερλαντ. Η ταινία αυτή κέρδισε τέσσερα Όσκαρ και ο Ρέντφορντ αυτό του καλύτερου σκηνοθέτη. Οι κριτικοί ανέφεραν πως, ο Ρέντφορντ κατάφερε να βγάλει μια πολύ δυνατή δραματική ερμηνεία τόσο από τη Μάιρη Τάιλερ Μουρ, όσο και από το Σάδερλαντ και τον Τίμοθυ Χάττον, ο οποίος κέρδισε βραβείο β' ανδρικού ρόλου. Ηδεκαετία του 70' έκλεισε με το Brubaker, του 1980.

Η δεκαετία του 80' ήταν μια πολύ λιγότερο δραστήρια περίοδος για το Ρέντφορντ, αφού συμμετείχε σε ελάχιστες ταινίες. Αυτές ήταν: το Τhe Natural, του 1984, στην οποία υποδύθηκε τον πρωταθλητή του μπέιζμπωλ, το Out of Africa, του 1985, το οποίο βραβεύθηκε με επτά Όσκαρ και ήταν καρπός μιας νέας συνεργασίας του και του Σύδνεϋ Πόλλακ, ωστόσο, ο ίδιος ο Ρέντφορντ παραδέχθηκε πως, πρόκειται για τη χειρότερη ταινία, που έχει γυρίσει, σε ολόκληρη την καριέρα του, η κωμωδία Legal Eagles, του 1986, στο οποίο συμπρωταγωνίστησε με τις Ντέμπρα Ουΐνγκερ και Ντάρυλ Χάννα και το Havana, του 1990, ενώ το 1988, σκηνοθέτησε την ταινία The Milagro Beanfield War.




Το 1992, συμπρωταγωνίστησε με τον Σίδνεϋ Πουατιέ, στην κωμωδία Sneakers και σκηνοθέτησε τη δραματική ταινία A River Runs Through It, με πρωταγωνιστή τον Μπραντ Πιτ. Ο Ρέντφορντ διεκδίκησε το βραβείο της Χρυσής Σφαίρας για τη δουλειά του στην ταινία αυτή.






To 1993, συμπρωταγωνίστησε με τους Γούντι Χάρελσον και Ντέμι Μουρ, στην ταινία Indecent Proposal, του Έιντριαν Λάιν. Ωστόσο, ο ρόλος του χαμηλής ηθικής εκατομμυριούχου, τον έφερε αντιμέτωπο, για πρώτη και μοναδική -μέχρι σήμερα- φορά, με την υποψηφιότητα για το βραβείο του Χρυσού Βατόμουρου.









Το 1994, σκηνοθέτησε το Quiz Show και έθεσε, έτσι, υποψηφιότητα για δύο βραβεία Όσκαρ: αυτού του καλύτερου σκηνοθέτη και αυτού της καλύτερης τανίας.







Το 1996, έπαιξε, μαζί με τη Μισέλ Φάιφερ, στο Up Close & Personal. Το 1998, πρωταγωνίστησε και σκηνοθέτησε το The Horse Whisperer, όπου συμμετείχε και η πολύ νεαρής ηλικίας -τότε- Σκάρλετ Γιόχανσσον. Η ταινία αυτή πήγε σχετικά καλά εμπορικά, ενώ οι κριτικές που απέσπασε ήταν -ως επί το πλείστον- θετικές. Ο Ρέντφορντ προτάθηκε για τη Χρυσή Σφαίρα καλύτερου σκηνοθέτη.








Το 2000, σκηνοθέτησε το The Legend of Bagger Vance, με πρωταγωνιστές τους Ουίλ Σμιθ, Ματ Ντέιμον και Σαρλίζ Θερόν.

Το 2001, συμπρωταγωνίστησε με τον Μπραντ Πιτ στο Spy Game, του Τόνυ Σκοτ.

 Το 2002, βραβεύθηκε με Όσκαρ για τη συνολική του προσφορά στον κινηματογράφο. Ακολούθησε το θρίλερ μυστηρίου The Clearing, του 2004 με συμπρωταγωνιστές τους Ουίλεμ Νταφόε και Έλεν Μίρεν.

 Το 2005, έπαιξε με τους Τζένιφερ Λόπες και Μόργκαν Φρίμαν στην ταινία An Unfinished Life.

Το 2007, σκηνοθέτησε το Lions for Lambs, συμπρωταγωνιστώντας με τη Μέρυλ Στριπ και τον Τομ Κρουζ.

 To 2011, ο Ρέντφορντ σκηνοθέτησε το The Conspirator.

To 2012, γύρισε, σε συνεργασία με το γιο του, το Watershed ένα ντοκυμανταίρ, με θέμα την αλόγιστη εκμετάλλευση και τη σταδιακή πτώση της στάθμης του νερού του ποταμού Κολοράντο, ο οποίος αποτελεί την κύρια πηγή νερού για τις δυτικές Πολιτείες της Αμερικής.

Το 2012 παρουσίασε την ταινία The Company You Keep, στην οποία συμπρωταγωνιστεί με τη Τζούλι Κρίστι και τη Σούζαν Σαράντον, ενώ είναι και σκηνοθέτης.Το 2013πρωταγωνίστησε στην ταινία Όλα Χάθηκαν του Τζέι Σι Τσάντορ, που προβλήθηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών και απέσπασε θερμά χειροκροτήματα από το κοινό , ενώ επίσης αναμένεται να κυκλοφορήσει ένα ακόμη ντοκυμανταίρ δικής του σκηνοθεσίας, με θέμα το σκάνδαλο Ουώτεργκέιτ.



Προσωπική ζωή


To 1958, νυμφεύθηκε για πρώτη φορά τη Λόλα βαν Γουάγκενεν, ενώ, το 1985, κατά τη διάρκεια της μείωσης της επαγγελματικής του δραστηριότητας, πήραν διαζύγιο. Απέκτησαν, μαζί, τέσσερα παιδιά.

 Το 2009, ο Ρέντφορντ νυμφεύθηκε τη Σίμπιλ Ζάγκαρς.

To 1980, ίδρυσε, στη Γιούτα, το Sundance Institute, τη "μητρόπολη" του ανεξάρτητου κινηματογράφου.

To Δεκέμβριο του 2010, απηύθυνε έκκληση, προς την ιρανική κυβέρνηση, μαζί με καλλιτέχνες όπως, ο Ρόμπερτ ντε Νίρο και ο Στινγκ, για την ματαίωση της εκτέλεσης της Σακινέ Μωχαμαντί Αστιανί, η οποία είχε καταδικαστεί σε θάνατο, δια λιθοβολισμού, λόγω μοιχείας και συνέργειας στη δολοφονία του συζύγου της.

Είναι ακτιβιστής και πολιτικά στρατευμένος με την αριστερά.

Βραβεύσεις

Ως καλλιτέχνης

Βραβείο Όσκαρ για τη συνολική προσφορά του στον κινηματογράφο (2002)

Ως ηθοποιός:

Βραβείο Emmy β' ανδρικού ρόλου για την τηλεοπτική σειρά Alcoa Premiere

Χρυσή Σφαίρα πιο πολλά υποσχόμενου ηθοποιού για την ταινία Inside Daisy Clover

Βραβείο BAFTA καλύτερου ηθοποιού για την ταινία Tell Them Willie Boy Is Here

Βραβείο BAFTA καλύτερου ηθοποιού για την ταινία Downhill Racer

Ως σκηνοθέτης:

Όσκαρ σκηνοθεσίας για την ταινία Ordinary People

                    ==============================

Φιλμογραφία

Ως ηθοποιός

1965
         
Inside Daisy Clover
         
Έρωτες που σβήνουν την αυγή
         
1965
         
Situation Hopeless... But Not Serious
               
1967
         
Barefoot in the Park
         
Ξυπόλυτοι στο Πάρκο
         

1969
         
Butch Cassidy and the Sundance Kid
         
Οι Δύο Ληστές
         
1969
         
Little Fauss and Big Halsy
         
1972
         
Jeremiah Johnson
         
Ιερεμίας Τζόνσον, ο αλύγιστος
         
1972
         
The Candidate
         
Ο υποψήφιος
         
1972
         
The Hot Rock
         
1973
         
The Sting
         
Το Κεντρί
         
Ο Ρέντφορντ προτάθηκε για Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου

1973
         
The Way We Were
         
Τα καλύτερά μας χρόνια
         
Η ταινία κέρδισε ένα βραβείο Όσκαρ

1974
         
The Great Gatsby
         
Ο Υπέροχος Γκάτσμπυ
         
1975
         
Three Days of the Condor
         
Οι τρεις μέρες του κόνδορα
         
1976
         
All the President's Men
         
Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου
         
Η ταινία κέρδισε τέσσερα βραβεία Όσκαρ

1977
         
A Bridge too Far
         
Η γέφυρα του Άρνεμ
         
1979
         
The Electric Horsemen
         
Ηλεκτρικός καβαλάρης
         
1980
         
Brubaker
         
Μπρουμπέικερ, το πιο σκληρό αγκάθι
         
1984
         
The Natural
         
Ο καλύτερος
         
1985
         
Out of Africa
         
Πέρα από την Αφρική
         
Η ταινία προτάθηκε για επτά βραβεία Όσκαρ.

1986
         
Legal Eagles
        
Τρεις και μοναδικοί
         
1990
         
Havana
         
Αβάνα
         
1992
         
Sneakers
         
Οι αθόρυβοι

1993
         
Indecent Proposal
         
Ανήθικη πρόταση
         
Ο Ρέντφορντ προτάθηκε για το Χρυσό Βατόμουρο.

1996
         
Up Close & Personal
         
Υπόθεση πολύ προσωπική
         
1998
         
The Horse Whisperer
         
Γητευτής των αλόγων
         
2001
         
The Last Castle
         
Το τελευταίο οχυρό
         
2001
         
Spy Game
         
Παιχνίδι κατασκόπων
         
2004
         
The Clearing
         
Το ξέφωτο
         
2005
         
An Unfinished Life
         
Αγεφύρωτες σχέσεις
         
2007
         
Lions for Lambs
         
Λέοντες αντί αμνών
         
2012
         
The Company You Keep
         
Ο Κανόνας της Σιωπής
         
2013
         
All is Lost
         
Όλα Χάθηκαν
         
2014
         
Captain America: The Winter Soldier
         
Captain America 2: Ο Στρατιώτης του Χειμώνα
         

Ως σκηνοθέτης





Έτος
    
1980
         
Ordinary People
         
Συνηθισμένοι Άνθρωποι
         
1988
         
The Milagro Beanfield
         
Μιλάγκρο, η Γη της σύγκρουσης
         
1992
         
A River Runs Through It
         
Το ποτάμι κυλά ανάμεσά μας
         
Ο Ρέντφορντ προτάθηκε για τη Χρυσή Σφαίρα σκηνοθεσίας.

1994
         
Quiz Show
         
Ο Ρέντφορντ προτάθηκε για Όσκαρ σκηνοθεσίας και Όσκαρ καλύτερης ταινίας.

1998
         
The Horse Whisperer
         
Γητευτής των αλόγων
         
Ο Ρέντφορντ προτάθηκε για τη Χρυσή Σφαίρα σκηνοθεσίας.

2000
         
The Legend of Bagger Vance
         
Ο θρύλος του Μπάγκερ Βανς
         
2007
         
Lions for Lambs
         
Λέοντες αντί αμνών
         
2010
         
The Conspirator
         
Ύποπτη συνομωσίας
         
2012
         
The Company You Keep
         
Ο Κανόνας της Σιωπής
         
                    ======================================

Ζουμπουλάκης Γιάννης

Ρόμπερτ Ρέντφορντ: Ο γέρος και η θάλασσα

Ηθοποιός, σκηνοθέτης, παραγωγός, καλλιτεχνικός διευθυντής, πάνω απ' όλα σκεπτόμενος πολίτης


 Ρόμπερτ Ρέντφορντ: Ο γέρος και η θάλασσα




Ηθοποιός, σκηνοθέτης, παραγωγός, καλλιτεχνικός διευθυντής ενός από τα πιο διάσημα κινηματογραφικά φεστιβάλ του κόσμου και πάνω απ' όλα σκεπτόμενος πολίτης, ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ παραμένει, παρά τα 77 χρόνια του, στις επάλξεις. Και είναι πολύ χαρμόσυνο να τον βλέπεις τόσο δημιουργικό και δραστήριο τα τελευταία χρόνια. Είτε σκηνοθετώντας (είδαμε τον «Κανόνα της σιωπής» το καλοκαίρι) είτε στο τιμόνι του Φεστιβάλ του Σάντανς είτε παίζοντας σε ταινίες άλλων - αν και όσο τα χρόνια περνούν όλο και λιγότερο. Παίζει στα δικά του έργα (τον «Κανόνα της σιωπής» π.χ.) αλλά και σε ταινίες άλλων δημιουργών. Τελευταίο παράδειγμα το «Όλα χάθηκαν» του Τζέι Σ. Τσάντορ, που θα ανοίξει στις αίθουσες την ερχόμενη Πέμπτη.




 






Το «Όλα χάθηκαν» ήταν μία από τις εκπλήξεις του τελευταίου Φεστιβάλ Καννών όπου είδα, για δεύτερη φορά εφέτος, από κοντά αυτόν τον θαυμάσιο άνθρωπο. Είχε προηγηθεί η συνάντησή μας στη Νέα Υόρκη στην καμπάνια για την προώθηση του «Κανόνα της σιωπής». Τότε που έμαθα ότι ο Ρέντφορντ είχε ζήσει έξι μήνες στην Κρήτη τη δεκαετία του 1960. «Λατρεύω την Ελλάδα και τους Έλληνες» μου είχε πει αναπολώντας τα νεανικά χρόνια του, όταν ως «φρέσκος» οικογενειάρχης αποφάσισε να κάνει ένα διάλειμμα από τη δουλειά του και να ζήσει με τους δικούς του σε κάποιες χώρες της Ευρώπης. Ήταν το 1967. Οι Ρέντφορντ έζησαν για έξι μήνες στην Iσπανία, σε μια μικρή πόλη στον Νότο ονόματι Μίχας, και κατόπιν ήρθαν στην Ελλάδα, πρώτα στο Ηράκλειο και μετά στην ενδοχώρα της Κρήτης. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Ρέντφορντ είχε προσπαθήσει να πείσει την οικογένειά του να ζήσουν όλοι μαζί σε μια σπηλιά στα... Μάταλα. Αλλά δεν τα κατάφερε.

Πολλά χρόνια πριν από αυτή την οικογενειακή περιπλάνηση είχε προηγηθεί μια εργένικη  στην Ευρώπη. Προορισμός του 20χρονου αποφοίτου του Ινστιτούτου Καλών Τεχνών Πρατ ήταν η Γαλλία, στην οποία μάλιστα πήγε με πλοίο. Εκεί έμεινε αρκετούς μήνες. Μετά ήρθαν η Ισπανία και η Ιταλία. Ο Ρέντφορντ ζούσε σε hostels για νέους γιατί ήταν φθηνά. «Έτσι όμως απέκτησα αυτό που ήθελα: την εκπαίδευσή μου» είπε ο Ρέντφορντ σκιτσάροντας διαρκώς στο μπλοκ που είχε μπροστά του. Εκτός από το ότι γράφτηκε σε σχολές καλών τεχνών στη Γαλλία και στην Ιταλία, αυτό που κέρδισε πηγαίνοντας από το ένα μέρος στο άλλο ήταν ισχυρές γεύσεις διαφορετικών πολιτισμών, «μέσω της ματιάς των οποίων κατάφερα να δω τη δική μου πατρίδα». Ακόμη και σήμερα, παρ' ότι πλέον δεν ζωγραφίζει («κάτι σκίτσα πού και πού μόνο»), ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ πιστεύει στη δύναμη της ζωγραφικής. «Όταν ζωγραφίζεις» είπε «κάτι σου μένει. Και το κουβαλάς μαζί σου. Και μετά γίνεται σημαντικό».

Ήταν άλλωστε η εμπειρία της Ευρώπης που τον βοήθησε να αντιληφθεί μια ευρύτερη εικόνα της Αμερικής, την οποία αργότερα με τις δικές του ιδέες θα αποκρυστάλλωνε στις ταινίες του. «Όταν ήμουν νέος στη δεκαετία του 1950 η πατρίδα μου ήταν γεμάτη προπαγάνδα» μου είχε πει στη Νέα Υόρκη. «Προπαγάνδα για το πόσο σπουδαίοι ήμασταν εμείς οι Αμερικανοί που είχαμε κερδίσει τον πόλεμο, εμείς που ήμασταν η χώρα με τις πολλές ευκαιρίες, εμείς, εμείς, μπλα μπλα μπλα. Πίσω από καθετί υπήρχε πολύ βαριά προπαγάνδα. Και το αποδεχόσουν. Πηγαίνοντας στην Ευρώπη είδα μια διαφορετική εικόνα της πατρίδας μου, μια πολύ πιο σύνθετη εικόνα. Και όπου πήγαινα είχε μια ιδιαιτερότητα: στη Φλωρεντία, στο Παρίσι, στη Μαγιόρκα, στη Βαρκελώνη. Όλες αυτές οι πόλεις είχαν το δικό τους χρώμα».

Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ γεννήθηκε στη Σάντα Μόνικα το 1936, «ανάμεσα στην οικονομική κρίση και στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο», όπως του αρέσει να λέει. «Επομένως είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι η Αμερική έχει περάσει μέσα από πολλές αλλαγές κατά τη διάρκεια των τελευταίων 70 χρόνων. Έχει αλλάξει τόσο πολλά στάδια που στην πορεία κάτι έχασε». Όταν κοιτάζει πίσω του για να δει την ιστορία της πατρίδας του βλέπει ότι η Αμερική δεν έχει και τόσο μεγάλη ιστορία. Ίσως γι' αυτό να τον ελκύουν θέματα που έχουν να κάνουν με την αμερικανική ιστορία. Η θεματολογία του αντλείται από ζητήματα όπως η δολοφονία του Αβραάμ Λίνκολν («Η πλεκτάνη»), ένα σκάνδαλο στην αμερικανική τηλεόραση («Κουίζ σόου») ή από τους Weather Underground - γνωστοί και ως Weathermen - με τους οποίους ασχολήθηκε στον «Κανόνα της σιωπής». «Όλες οι ταινίες μου είναι για την Αμερική» μου είπε. «Μπορεί να πήγα στην Ελλάδα, μπορεί να πήγα στη Γαλλία, μπορεί να έμαθα τη ζωή μέσα από τα ταξίδια μου, οι ιστορίες όμως που αποφασίζω να πω στον κινηματογράφο είναι πάντα για την "γκρίζα ζώνη" της αμερικανικής ζωής. Δεν με ενδιαφέρουν τα σημεία που είναι μαύρα ή άσπρα. Ούτε με ενδιαφέρουν τα σημεία που είναι μπλε, άσπρα ή κόκκινα (τα χρώματα της αμερικανικής σημαίας). Η γκρίζα ζώνη είναι που με ενδιαφέρει γιατί εκεί βρίσκονται οι συνθέσεις και η πολυπλοκότητα».

 





Ίσως γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο ο Ρέντφορντ ανησυχεί που στις ημέρες μας «η πολιτική κυριαρχείται από τη συντηρητική σκέψη επειδή ο κόσμος φοβάται». Ωστόσο πιστεύει ότι«από κάτω υπάρχουν και πάντα θα υπάρχουν κινήματα. Υπάρχουν και πάντα θα υπάρχουν οι άνθρωποι που λένε ότι αυτό ή εκείνο δεν είναι σωστό. Υπάρχουν και πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα θέλουν να αλλάξει η κατάσταση». Έφερε ως παράδειγμα την κατοχή της Γουόλ Στριτ από τους αμερικανούς πολίτες, «μια ένδειξη ότι οι άνθρωποι μπορούν ακόμη να πράξουν. Μια στο τόσο αυτή η οργή γίνεται αναβρασμός και έτσι ξεσπά κάποιο κίνημα». Βρίσκει ωστόσο πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι «κανένα κίνημα δεν έχει πετύχει να υλοποιήσει πλήρως τον πραγματικό στόχο του. Κανένα κίνημα δεν μπόρεσε να γευτεί την τελική νίκη του, είτε αυτή λέγεται αναρχισμός στις δεκαετίες του 1910-1920 με την Έμα Γκόλντμαν είτε τα κινήματα στην εποχή της οικονομικής κρίσης είτε οι Μαύροι Πάνθηρες».

Στη συνάντησή μας στη Νέα Υόρκη αλλά και στη συνέντευξη Τύπου των Καννών ο Ρέντφορντ μίλησε αρκετά για τη φύση, το μεγαλείο αλλά και την επικινδυνότητά της,  θέματα που αγγίζει το «Όλα χάθηκαν». Ο Ρέντφορντ είναι φυσιολάτρης. Του αρέσει π.χ. που ένα μέρος της φύσης παραμένει «άθικτο, αμόλυντο από την εξέλιξη. Σε μια εποχή που η τεχνολογία προχωρεί με ραγδαίους ρυθμούς και όλος ο κόσμος τα κάνει όλα τόσο γρήγορα, τόσο μηχανικά και τόσο απότομα, είδα σε αυτή την ταινία να μην υπάρχει τίποτε άλλο παρά ένας άντρας, η θάλασσα και ο καιρός. Είδα μια επιστροφή στη χαμένη αθωότητα και αυτό σίγουρα έρχεται σε αντίθεση με όλη αυτή τη φασαρία και τον θόρυβο που μου προκαλούν τόσο μεγάλη σύγχυση. Θα τρελαινόμουν αν η ζωή μου ήταν μόνο δεσμεύσεις σε μεγάλες πόλεις όπως η Νέα Υόρκη και το Λος Άντζελες». Αυτός άλλωστε ήταν ο λόγος που τον οδήγησε στη Γιούτα. «Δεν πήγα εκεί για την πολιτική της φυσικά» είπε. «Βέβαια το πώς κατάφερα να επιβιώσω στο πολιτικό περιβάλλον της είναι αξιοθαύμαστο».

«Ήταν τολμηρό, αλλά ποτέ δεν πρέπει να τα παρατάμε»

 





Ως καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ του Σάντανς ο Ρέντφορντ δίνει βήμα και ευκαιρίες στους νέους σκηνοθέτες αλλά συγχρόνως καρπώνεται ο ίδιος τις ιδέες τους, παρ' ότι χαριτολογώντας «παραπονιέται» πως δεν του προσφέρονται πλέον πολλοί ρόλοι ακόμη και από σκηνοθέτες που αναδείχθηκαν από το φεστιβάλ του. Ζωτικό βήμα πάντως  στη διαδρομή τού «Όλα χάθηκαν», από το σενάριο ως την οθόνη, ήταν η συνάντησή του με τον Τσάντορ, όταν ο τελευταίος παρουσίασε στο Σάντανς την ταινία «Margin call» που αργότερα θα διεκδικούσε το Όσκαρ σεναρίου γραμμένου κατευθείαν για την οθόνη. Ο Ρέντφορντ διάβασε το σενάριο του «Όλα χάθηκαν» που μέσα σε 30 σελίδες περιέγραφε τη μάχη για επιβίωση ενός ανθρώπου απέναντι στα στοιχεία της φύσης μετά την καταστροφή του ιστιοπλοϊκού του στη μέση του ωκεανού, 1.700 μίλια έξω από τη Σουμάτρα. «Μου άρεσε ειλικρινά το σενάριο επειδή ήταν διαφορετικό» λέει ο Ρέντφορντ, ο οποίος στα 77 του έδωσε μία από τις πιο σωματικές ερμηνείες που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια στο σινεμά, η οποία μακάρι να τον οδηγήσει ως τα Όσκαρ.











«Ήταν τολμηρό» είπε. «Ήταν εκκεντρικό και χωρίς διαλόγους. Ένιωσα ότι ο Τζέι Σι θα προχωρούσε με αυτό το όραμα, αν και δεν ήταν απόλυτα ξεκάθαρο. Πίστεψα όμως ότι ήξερε τι έκανε και ότι το είχε στο μυαλό του. Ήξερα ότι θα στήριζα το όραμά του ακόμη και χωρίς να το γνωρίζω εξ ολοκλήρου. Αυτό ήταν πολύ όμορφο και ενδιαφέρον».


Μια άλλη παράμετρος της ταινίας «Όλα χάθηκαν» είναι ότι μιλάει για τη δίχως όρια εφευρετικότητα και προσαρμοστικότητα του ανθρώπου κάτω από εξαιρετικά δύσκολες, θανάσιμες ίσως, καταστάσεις. «Αυτός ο ήρωας συνεχίζει εκεί όπου κάποιοι άνθρωποι θα παραδίδονταν και θα έλεγαν "αυτό παραπάει"» είπε ο Ρέντφορντ. «Βρίσκεται στη μέση του πουθενά και σκέφτεται: "Κανείς δεν είναι εδώ για να με βοηθήσει και φαίνεται ότι έχω καταβάλει τεράστια προσπάθεια. Γιατί να μην τα παρατήσω;". Και όμως ποτέ δεν πρέπει να τα παρατάμε».

ΠΗΓΕΣ

 robert redford




































































































































































































































Δημοσίευση σχολίου