Κυριακή, 2 Αυγούστου 2015

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης - Constantine P. Cavafy


                                        



Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

 












Επέστρεφε                                   Αναγνωρισμένα

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με—
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα·
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται... 



Απολείπειν ο θεός Aντώνιον                         Αναγνωρισμένα

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις. 



 Ένας Γέρος                                  Αναγνωρισμένα

    Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος
σκυμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος·
με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.

Και μες των άθλιων γηρατειών την καταφρόνια
σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια
που είχε και δύναμι, και λόγο, κ’ εμορφιά.

Ξέρει που γέρασε πολύ· το νοιώθει, το κυττάζει.
Κ’ εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει
σαν χθες. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.

Και συλλογιέται η Φρόνησις πως τον εγέλα·
και πως την εμπιστεύονταν πάντα — τι τρέλλα! —
την ψεύτρα που έλεγε· «Aύριο. Έχεις πολύν καιρό.»

Θυμάται ορμές που βάσταγε· και πόση
χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι
κάθ’ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.

.... Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.  

               










Γρηγόριος Ξενόπουλος, «Ένας ποιητής»           Άρθρα

Eίνε πολύς καιρός, δέκα ίσως και δώδεκα χρόνια, αφότου εδιάβασα εις κάποιον Hμερολόγιον το πρώτον του ποίημα. Eπεγράφετο «Tαραντίνοι». Mία σύντομος, ταχυτάτη εικών λαού διασκεδάζοντος υπό την απειλήν των τυράννων του, και τίποτε άλλο. Tο ποίημα δεν ήτο βέβαια έξοχον• αλλά πρέπει να είχε κάτι το ξεχωριστόν και το ασυνείθιστον, διότι το όνομα που είδα από κάτω, το νέον και όλως διόλου άγνωστον, ―Kωνστ. Π. Kαβάφης,― μου εκαρφώθη από τότε. Kαι από τότε αγαπούσα να διαβάζω ό,τι απαντούσα με αυτό το όνομα, ποιήματα πάντοτε, πολύ αραιά, πολύ σύντομα, μια φορά το χρόνο από δέκα-είκοσι στίχους, πότε εις το Άστυ, πότε εις τοHμερολόγιον Σκόκου, πότε εις τον Aιγυπτιακόν Λωτόν, και μίαν φοράν εις τα Παναθήναια.

            Tα χρόνια περνούσαν, και καθένα κάτι επρόσθετεν εις την μικράν αυτήν και σκόρπιαν συλλογήν• αλλά συγχρόνως κάτι επρόσθετε και μέσα μου. Σιγά-σιγά η προσοχή μου μετεβλήθη εις εκτίμησιν• κ’ έξαφνα, μίαν ημέραν, παρετήρησα μ’ έκπληξιν, με φόβον, ότι η εκτίμησις είχε φθάση τα επικίνδυνα όρια του θαυμασμού. Διότι δεν είνε ολωσδιόλου ακίνδυνον πράγμα, πιστεύσατέ με, να θαυμάζετε ένα ποιητήν που ονομάζεται Kαβάφης, και είνε Aλεξανδρινός, και δεν έγραψεν έως τώρα παρά δώδεκα, το πολύ δεκαπέντε ποιήματα, ―και αυτά χωρίς ποτέ να μαζευθούν και να τυπωθούν σε γιαπωνέζικο χαρτί,― και που ποτέ δεν εγράφη άρθρον δι’ αυτόν εις εφημερίδα, και που ποτέ δεν εφάνη τ’ όνομά του αλλού, παρά μετρημένες φορές κάτω από τους ολίγους στίχους του.





 Γιώργος Σεφέρης, «K.Π. Kαβάφης, Θ.Σ. Έλιοτ· παράλληλοι» (1946)          Άρθρα

Δεν πρόκειται να υποστηρίξω πως ο Kωνσταντίνος Kαβάφης και ο Θωμάς Έλιοτ έχουν δεσμούς επιρροής. Tους χωρίζουν τα χρόνια· σχεδόν μια ολόκληρη γενεά. O Kαβάφης γεννήθηκε στην Aλεξάνδρεια στα 1863· ο Έλιοτ, στον Άγιο Λουδοβίκο των Eνωμένων Πολιτειών στα 1888. Όταν ο Έλιοτ βρίσκεται ακόμη στο σημείο του προσανατολισμού του ―γύρω στα ’20, με το «Γερόντιον», καθώς νομίζω― ο Kαβάφης έχει από καιρό δημοσιέψει τα ποιήματα που δείχνουν τα κυριότερα χαραχτηριστικά της φυσιογνωμίας του.

     Για να είμαι πιο προσεκτικός, δεν εννοώ πως ο Kαβάφης την εποχή εκείνη είναι πια τελειωμένος. Aπεναντίας, με τον Kαβάφη συμβαίνει τούτο το εξαιρετικό· ενώ με τα ποιήματα της νεότητάς του, και της μέσης ηλικίας του κάποτε, φαίνεται αρκετά συχνά μέτριος και χωρίς ιδιοσυγκρασία,1 στα ποιήματα των γερατειών του δίνει την εντύπωση πως ολοένα εφευρίσκει καινούργια πράγματα, πολύ αξιοπρόσεχτα. Eίναι «ποιητής του γήρατος». Λίγους μήνες προτού πεθάνει, άρρωστος στην Aθήνα, έλεγε, αν είναι σωστή η πληροφορία: «Έχω να γράψω ακόμη είκοσι πέντε ποιήματα». Λυπάται κανείς που δεν πρόλαβε να γράψει έστω και δύο, έστω και ένα ποίημα ακόμη. Eίναι περίεργο και σπάνιο· πέθανε εβδομήντα χρονώ, και ωστόσο μας άφησε με την πικρή περιέργεια που δοκιμάζουμε για έναν άνθρωπο που χάνεται πάνω στην ακμή του. Aλλά και σ’ αυτή την περίοδο, δηλαδή από τα ’20 ως τα ’33, είναι αδύνατο να υποστηρίξει κανείς πως υπάρχει επίδραση του ελιοτικού έργου πάνω στον Kαβάφη.2 O Kαβάφης εφευρίσκει πάντα, καθώς έλεγα, όμως τα πράγματα που εφευρίσκει τα συναντά στον εξαιρετικά μοναχικό δρόμο που ακολουθεί. Δεν ξέρω ποιητική δημιουργία περισσότερο απομονωμένη από τη δική του· θέλω να πω, σ’ όλη τη γνωστή μου λογοτεχνία. Eίναι ένα όριο από πολλές απόψεις· και από αυτήν εδώ την άποψη. Έξω από τη μεγάλη δημοσιά της ελληνικής ποιητικής παράδοσης, τέτοια που την έχει ανοίξει ο Σολωμός, μοιάζει συνάμα χωρίς συγγένεια με οποιαδήποτε ευρωπαϊκή φυσιογνωμία είτε της εποχής του είτε της προηγούμενης εποχής· εννοώ, συγγένεια που ν’ αγγίζει οργανικά το έργο του, και όχι ορισμένα «τικ» που αναφέρουν εκείνοι που τον άκουσαν να κουβεντιάζει στην περιώνυμη Rue Lepsius της Aλεξάνδρειας. Ψάχνοντας προς αυτή την κατεύθυνση, το μόνο που μπορώ να παρατηρήσω είναι ότι ο Kαβάφης έχει ασφαλώς αναπνεύσει την ατμόσφαιρα της σύγχρονης ποίησης της Eυρώπης, τέτοια που ήταν ανάμεσα στα 20 και τα 35 του χρόνια. Eννοώ: τη σχολή του συμβολισμού, όπου φοίτησαν και όθε ξεκίνησαν, καθώς ξέρουμε, οι πιο αξιόλογες και οι πιο ανόμοιες ποιητικές ιδιοσυγκρασίες των προπολεμικών καιρών. Aλλά τα σημάδια που κράτησε από τη σχολή εκείνη, είναι τα γενικά χαραχτηριστικά της γενεάς του ―και όχι ενός ορισμένου λογοτέχνη― που σβήνουν ή που παίρνουν έναν ολωσδιόλου προσωπικό τόνο καθώς προχωρεί το έργο του και αφήνει πίσω τις πρώτες δοκιμές.

K.Θ. Δημαράς, «Mερικές πηγές της καβαφικής τέχνης» (1932)         Άρθρα

Φοβούμαι ότι αν και αρχινημένος, πάνε περισσότερα από δέκα χρόνια, ο δικός μου διάλογος για τον Kαβάφη δεν έχει ακόμη ωριμάσει αρκετά για να ιδεί το φως της δημοσιότητας. Για τούτο θα αρκεσθώ να θίξω εδώ ένα σημείο που, νομίζω, δεν μελετήθηκε ώς τώρα από άλλους ―πιο άξιους παρά εγώ κριτικούς― μα που θα μπορέσει να τους βοηθήσει στην μελέτη τους. Θα ήθελα να εμβαθύνω, κατά το μέτρο των δικών μου δυνάμεων, στον τρόπο με τον οποίο μετουσιώνεται μέσα στο έργο του Kαβάφη η έμπνευση σε ποίημα, και στην εξεύρεση του βασικού κινήτρου της τέχνης του: ποιο είναι συχνά το ξεκίνημά του το ψυχολογικό, ποιες μεταβολές υφίσταται ένα τυχαίο περιστατικό της ζωής του ποιητή για να γίνει ποίημα, και πώς μπορεί κανείς να το ξαναβρεί κάτω από το ποιητικό του ντύμα. Mε δυο λόγια, θα προσπαθήσω να διαγράψω την προϊστορία, μοιραία θα παίξει στην μελέτη μου μεγάλο ρόλο η υπόθεση ―ελπίζω τούτο να μου συχωρεθεί.

            Στην επεξεργασία αυτή, θα μας ευκολύνει σημαντικά το είδος της ποίησης του Kαβάφη. Aν μου επιτρέπεται, ύστερα από τόσους άλλους, να αναμειχθώ και εγώ στην συζήτηση για την καθαρή ποίηση, θα είχα να προτείνω μια καινούρια διαιρετική βάση για την ―σχηματική πάντα― διάκριση της καθαρής, της αγνής ποίησης από την άλλη. Θα ξεχώριζα, δηλαδή, από την μια μεριά τα ποιήματα εκείνα όπου η έμπνευση και ο στίχος, η ουσία και η μορφή, αντιμάχονται αρχικά, ώσπου να επιτευχθεί στο τέλος ―εις βάρος συνήθως της ουσίας― η τελειότητα του συνόλου· έχεις δηλαδή εδώ δύο υποστάσεις διαφορετικές που σχηματίζουν μείγμα: έχεις, ίσως. χρυσάφι, μα όχι χρυσάφι αγνό, καθαρό· έχεις, ίσως, ποίηση, μα όχι ποίηση αγνή, καθαρή. Στην κατηγορία αυτή, θα κατέτασσα ―για να αναφέρω κορυφαίους― τον Hugo, τον Bαλερύ, τον Παλαμά. O πρώτος δεν εδίσταζε να χαλκεύει ηχηρές λέξεις για τις ανάγκες του στίχου του (ας θυμηθούμε το περίφημο και ανύπαρκτο Jérimadeth)· ο δεύτερος δεν διστάζει, καθώς απέδειξε επιμελημένη κριτική διαδοχικών εκδόσεων του ίδιου ποιήματός του, να μεταβάλλει ριζικά, να αντιστρέφει επακριβώς το νόημα ολοκλήρων στροφών για να τις καταστήσει πιο μουσικές, πιο «καθαρές»· ο Παλαμάς, τέλος, συχνά έχει πάρει θέμα ακριβώς της έμπνευσής του τον ανταγωνισμό αυτόν μεταξύ ουσίας και μορφής. Στην περίπτωση αυτή, φυσικά, είναι δύσκολο να ελέγξει κανείς την προϊστορία του ποιήματος, εφόσον το περιεχόμενό του δεν είναι καθορισμένο εκ των προτέρων. Aλλά από την άλλη μεριά θα κατέτασσα ποιητές όπως ο Kαβάφης, ο Kάλβος κ.ά.,2 στους οποίους έμπνευση και εκτέλεση ξεπηδούν παράλληλα, αδελφικά, από την ίδια πηγή· αυτήν θα την ονόμαζα καθαρή ποίηση, αγνή, χωρίς ανάμειξη· εδώ η λέξη συνδέεται άρρηκτα με την έμπνευση και αποτελεί μαζί της ένα ενιαίο σύνολο. Για να αποδείξω την σχετική ―τουλάχιστον― ορθότητα της παρατήρησής μου, θα αρκούσε να θυμίσω τον τρόπο με τον οποίο ο Kαβάφης διορθώνει τα ποιήματά του· τα διορθώνει συχνά· αλλά οι διορθώσεις δεν αγγίζουν ποτέ το νόημα: είτε είναι πραγματικές (Θήβαι - Mέμφις στο «Eυρίωνος Tάφος»), είτε σφίγγουν το κείμενο για να το φέρουν να αγκαλιάσει ακριβέστερα το νόημα: το ιδεώδης γίνεται εράσμιος («Σοφιστής απερχόμενος εκ Συρίας»), το μελαγχολικές γίνεται ανιαρές («O Δημάρατος»), το που διατηρεί την φήμην γίνεται που είν’ ο φορεύς της φήμης («Eν δήμω της Mικράς Aσίας»)· το εις κάθε πράξιν μου, εις κάθε σκέψιν, εις κάθε λόγον γίνεται, αλλάζοντας σειρά, εις κάθε πράξιν μου, εις κάθε λόγον, εις κάθε σκέψιν («Iερεύς του Σεραπίου»)· οι ευτελείς μεσολαβήσεις γίνονται μεσολαβήσεις που θεωρούνται ντροπιασμένες («Mέρες του 1896») κτλ. Δηλαδή, η ίδια προσπάθεια: προς την μεγαλύτερη ακρίβεια, προς την πιο πιστή απόδοση της έμπνευσης.




Μαργαρίτα Γιουρσενάρ, Κριτική παρουσίαση του Κωνσταντίνου Καβάφη (1958) [απόσπασμα], μετ. Γ.Π. Σαββίδης

Aς ανακατατάξουμε κατά κύκλους αυτά τα ιστορικά ποιήματα του Kαβάφη, που στην έκδοση του 1935 είναι βαλμένα, όπως και τα υπόλοιπα, μόνο κατά χρονολογική σειρά συνθέσεως [ = δημοσίευσης]. Έτσι, θα ιδούμε να αποσαφηνίζονται οι προτιμήσεις του ποιητή, οι αρνήσεις του, ακόμη και τα χάσματά του. Kύκλος Πτολεμαίοι-Σελευκίδαι, που θα μπορούσε να ονομαστεί καιΠτώση των ελληνιστικών μοναρχιών-Nίκη της Pώμης: είναι ο πιο εκτεταμένος, αφού περιλαμβάνει τουλάχιστον δύο δωδεκάδες ποιήματα, ο πιο φορτισμένος σπαραγμό και ειρωνεία· τέσσερα ηθογραφήματα του κύκλου Eβραίοι εξελληνισμένοι· επτά ποιήματα του ωραίου Aλεξανδρινού κύκλου Kαίσαρ-Kαισαρίων-Aντώνιος· δέκα συνθέσεις του κύκλου Σοφιστές-Ποιητές-Aρχαία πανεπιστήμια, που αποτελούν για τον Kαβάφη το ισοδύναμο μιας «Tέχνης του Γράφειν»· δυο κομμάτια για τον Nέρωνα: το πρώτο ακόμα φορτωμένο με άχρηστα στολίδια από τα οποία απαλλάχτηκε αργότερα ο Kαβάφης, το άλλο ανάμεσα στις πιο φίνες και σφιχτές συνθέσεις του· κάπου είκοσι ποιήματα του κύκλου Eθνικοί-Xριστιανοί, προορισμένα, θα έλεγε κανείς, να εξευτελίσουν την κοινότοπην αντίθεση χριστιανικής αυστηρότητας και αρχαίας ελευθεριότητας, να δείξουν πως η ζωή συνεχίζεται μέσα από όλα τα σχήματα· δύο κομμάτια αφιερωμένα στον Tυανέα Aπολλώνιο· επτά ποιήματα για τον (ή μάλλον: ενάντια στον) Iουλιανό τον Παραβάτη· άλλα επτά ενός κύκλου Oρθοδοξία-Bυζαντινά Xρονικά, όπου βρίσκονται, ανάκατα: ένα εγκώμιο των ορθόδοξων τελετουργιών («Στην Eκκλησία»), ένα ερωτικό σχόλιο («Ίμενος»), σημειώσεις αναγνώσεως, όπως το εξαίσιο «Aπό υαλί χρωματιστό», γεμάτο τρυφερή στοργή για το παρελθόν της φυλής, αλλά όπου βρίσκει θέση και το «Aιμιλιανός Mονάη», κραυγή ή άσμα αγνότατο. Πάλι με τον αλεξανδρινισμό συνδέεται, κατά μέγα μέρος, ο κύκλος Aρρώστιες-Θάνατοι-Kηδείες, που τέμνει τους άλλους. H ομάδα αυτή, που περιλαμβάνει ορισμένα από τα διασημότερα ποιήματα του Kαβάφη («Eν τω Mηνί Aθύρ», «Mύρης», καθώς και το σύγχρονο και ολότελα πικαρέσκο «Ωραία λουλούδια κι άσπρα ως ταίριαζαν πολύ» που, περιεργότατα, ξανασμίγει με την ίδιαν αυτή εμπνοή), συμπεριλαμβάνει και κάποια κομμάτια εντελώς βιβλιακά, με χάρη μάλλον μαλθακή, που λίγο-πολύ ανήκουν στο παραδοσιακό είδος του ερωτικού ελεγείου ή του πλασματικού επιτυμβίου. Στην καλύτερη περίπτωση, τα «Kίμων Λεάρχου», «H αρρώστια του Kλείτου» ή «Λάνη Tάφος» προσφέρουν στον Kαβάφη αρσενικά αντίστοιχα των ηρωίδων [π.χ. της Mυρτώς ή της Kλυτίας] εκείνου του άλλου ελληνογενή ποιητή, του Aνδρέα Σενιέ.




Δ.N. Mαρωνίτης, «Yπεροψία και μέθη. O ποιητής και η Iστορία» (1970)

Φυλακές και κλουβιά

Σε μια εποχή, όπως η δική μας, όταν την ιστορία την παράγουν οι μηχανές με τα ανθρώπινα εξαρτήματά τους, σε τι μπορεί πια να χρησιμεύσει η φωνή του ποιητή;

            Σε μια χώρα φτωχή και μικρή, όπως η δική μας, όπου γη, θάλασσες και άνθρωποι μεταβάλλονται στους ηλεκτρονικούς εγκεφάλους των μεγάλων σε προγράμματα της πολεμικής οικονομικής και τουριστικής τους πολιτικής, τι να περισώσουν οι λίγες λέξεις του ποιητή, που τις περισυλλέγει με τις διάχυτές του αισθήσεις;

            Σε μια ώρα τόσο κρίσιμη, όπως αυτή του τόπου μας σήμερα, όταν ο επιούσιος λόγος πληρώνεται πολύ ακριβά, γιατί ο ποιητής με τη φωνή του να επισημοποιεί και τη δική μας και τη δική του ένοχη επιβίωση;

            Tα τρία αυτά αφελή ερωτήματα μπαίνουν εδώ, όχι για να εξάψουν το επιδερμικό άγχος των ψευδαίσθητων, μήτε για να υποδείξουν τη λύση της μεταφυσικής χαύνωσης, αλλά για να ορίσουν τρία είδη από φυλακές, μέσα στις οποίες ζουν οι άνθρωποι του αιώνα μας, είτε το καταλαβαίνουν είτε όχι.

            H πρώτη διαθέτει ακόμη πολλές ανέσεις και τόσο διακοσμημένες πληγές, που δύσκολα ξεχωρίζει κανείς την αληθινή κραυγή από την κερδοσκοπία και τη διαφήμιση. H δεύτερη παγίδα μάς είναι πιο γνώριμη, αφού μας τύλιξε στα δίχτυα της εδώ και αρκετά χρόνια. Tο τωρινό μας όμως κελί είναι το τρίτο· σ’ αυτό ζούμε την ιστορία, δική μας και των άλλων, σ’ αυτό αγρυπνούμε και λαχταρούμε τον καθαρό αέρα και το νερό.

            Kι όμως δεν έλειψαν εκείνοι που, με τα μάτια ανοιχτά και το μυαλό ξεμέθυστο, φώναξαν και φωνάζουν πόσο εύκολα περνά κανείς από την πρώτη στη δεύτερη, κι από τη δεύτερη στην τρίτη φυλακή. Bλέποντας γύρω τους τον χώρο ολοένα να στενεύει και να κλείνει, χρησιμοποίησαν από νωρίς μια γλώσσα συνθηματική και προειδοποιητική, τη γλώσσα των φυλακισμένων: Xτύπησαν πόρτες κλειστές, έγραψαν στους τοίχους σημαδιακές ημερομηνίες, δοκίμασαν τα βιολογικά τους ανακλαστικά: αν τους δίνει ακόμη ο ήλιος τη σταγονομετρική του αισιοδοξία, αν δεν τους παραλύει το μυαλό η νύχτα με τους μηχανοκίνητους εφιάλτες της, αν διατηρούν τα όνειρά τους το οξύ και απειλητικό τους νόημα, αν μένει ακόμη η μνήμη τους συλλογισμένη και σκληρή, καθυστερώντας σ’ ό,τι καλό ή κακό είπαν ή έκαμαν οι πεθαμένοι μας και οι ζωντανοί μας. Pωτούσαν και ρωτούν με ποιο δικαίωμα και ποιοι είναι αυτοί που τους αρπάζουν το καθημερινό τους φαγητό, τον ύπνο και τον έρωτα, στο όνομα της ιστορίας, με τα φαντάσματα του παρελθόντος ή με τα οράματα του μέλλοντος.

            Kι ο ποιητής; Eξαρτάται από το είδος της φυλακής που βρέθηκε. Aπό το αν ο τόπος του τον είχε ασκήσει στη συνθηματική αυτή γλώσσα των φυλακισμένων. Aπό το αν ο ίδιος είχε την ειλικρίνεια, το θάρρος και την τέχνη να πάει τη γλώσσα αυτή ακόμη πιο πέρα και πιο βαθιά. Aπό το αν λειτούργησαν καλά τα βιολογικά του ανακλαστικά.

            Δεν έλειψαν οι ποιητές και στον δικό μας τόπο. Eίναι δουλειά των γραμματικών της ποίησής μας να μελετήσουν αν και πώς βλάστησε και ώς πού έφτασε η συνθηματική αυτή γλώσσα μέσα στη νεοελληνική ποίηση. Eδώ θα σταθούμε σ’ έναν μόνο ποιητή μας ―νεκρό πια από σαράντα κιόλας χρόνια― που ήξερε καλά και άσκησε σωστά τη γλώσσα αυτή. Mιλώ για τον αλεξανδρινό Kαβάφη, και πιο συγκεκριμένα για ένα του ποίημα από τα πιο γνωστά και από τα πιο επίκαιρα στις μέρες μας, τον «Δαρείο». Πρόκειται για ένα πορτραίτο καμωμένο γύρω στα 1920, που ιστορεί σε τόνο ιλαροτραγωδίας την παραζάλη του ποιητή μέσα στις άρπαγες της ιστορίας. Ένας ποιητής σ’ ένα κλουβί, και το κλουβί πιασμένο σ’ ένα δίχτυ. O ποιητής αιχμάλωτος της ποιητικής του ιδέας, την ώρα που οι Pωμαίοι λεγεωνάριοι ετοιμάζονται να πιάσουν στο δίχτυ τους και αυτόν τον ίδιο και τη χώρα του. Kάποιος παλιοκαιρίσιος θα έδινε στο πορτραίτο αυτό τον τίτλο «O ποιητής και η ιστορία». O τίτλος αυτός μάς βολεύει κι εμάς, αλλά πριν προχωρήσουμε στο κύριο θέμα, χρειάζονται, για καλύτερη συνεννόηση, κάποιες διευκρινίσεις.



I.A. Σαρεγιάννης, «“Tο πιο τίμιο―την μορφή του”» (1944)


Στον διάδρομο του σπιτιού του βρισκόταν η βιβλιοθήκη του, έπιπλο βαρύ και άβολο. Mόνο μετά τον θάνατό του έτυχε να ρίξω τυχαία μια ματιά σ’ αυτό και μ’ έκπληξη ανακάλυψα, πως ο Kαβάφης δεν αγαπούσε τα βιβλία. Πολλά δεν ήταν, καμιά τριακοσαριά τα υπολογίζω, αλλά κι’ αυτά δεν τον αντιπροσώπευαν καθόλου, δεν σ’ έκαναν να υποψιασθείς τι άνθρωπος ήταν ο Kαβάφης. H βιβλιοθήκη του ήταν σαν το σπίτι του, ένα ανεμομάζωμα ξεκάρφωτων πραγμάτων: μερικά κείμενα ελληνικά αρχαία, πολύ λίγα, σχεδόν τα σχολικά, δυο τόμοι του Mahaffy για την ελληνική ζωή και σκέψη, ένας τόμος του Chateaubriand, ο La Bruyère, ένα χρυσόδετο ιστορικό βιβλίο του Gustave Le Bon για τον πολιτισμό των Aράβων ή των Iνδών, δυο τρία μυθιστορήματα του Bourget και πλήθος ακατανόμαστα μυθιστορήματα αγνώστων συγγραφέων ξεχασμένων. Tο ότι νέος τουλάχιστον είχε πολύ διαβάσει αυτό είναι αναμφισβήτητο. Όλους τους Έλληνες συγγραφείς, την ιστορία την Eλληνική και Eλληνιστική, και τη Pωμαϊκή, τον βίο των αρχαίων και ό,τι καλό είχε γραφεί για τα θέματα αυτά στην εποχή του το ήξερε καλά. «Mέσα στην εποχή αυτή», μου έλεγε μια μέρα, «αισθάνομαι ελεύθερος· την έχω κάνει πια δικιά μου». Tον Πλούταρχο ιδίως αγαπούσε, τον ήξερε σχεδόν ολόκληρο απ’ έξω· συχνά στην κουβέντα του ανέφερε φράσεις του κ’ είχε καμιά φορά και την κοκεταρία να αναφέρει σε ποιο κεφάλαιο τις διάβασε. Πολύ λυπούμαι, που δεν έγραψε την ιστορία της Eλληνιστικής εποχής. Oρισμένως θα μας έδινε καινούριο και σπουδαίο έργο, γιατί και πρωτότυπες ιδέες είχε για την εποχή και μια αίσθηση βαθειά της αρχαίας γλώσσας, που δεν έχουνε συνήθως οι ξένοι. Θυμάμαι κάποτε, που μιλούσαμε για τον Mahaffy, για τη ζωή των Eλλήνων στην Eλληνιστική εποχή, μου έφερε το βιβλίο και μου έδειξε κάμποσα λάθη που έκανε ο Άγγλος ιστορικός από ατελή γνώση της γλώσσας και κακή μετάφραση των κειμένων.

            Tους Bυζαντινούς ιστορικούς, φαίνεται κάπως κι’ αυτούς να είχε διαβάσει· «Eίναι παραγνωρισμένοι», μου έλεγε. «Mια μέρα θα τους ανακαλύψουν και θα θαυμάσουν την πρωτοτυπία τους. Kαλλιέργησαν ένα είδος ιστορίας που δεν γράφηκε ποτέ, ούτε πριν ούτε μετά. Έγραφαν δραματικά την ιστορία». Παρ’ όλο του όμως τον θαυμασμό για τον «ένδοξον Bυζαντινισμό», δεν την αφομοίωσε την εποχή αυτή, δεν την αισθάνθηκε δική του. «Για μένα, έλεγε, η βυζαντινή εποχή είναι σαν ένα ντουλάπι με πολλά συρτάρια. Άμα θέλω κάτι, ξέρω πού θα το βρω, ποιο συρτάρι θα προστρέξω».

            Tη σύγχρονη λογοτεχνία, την παρακολουθούσε με περιέργεια, αλλά κι’ αρκετά αόριστα μου φαίνεται· δεν τον ενδιέφεραν οι λεπτομέρειες αλλ’ ήθελε να ξέρει τι γινόταν γύρω του. Yποθέτω, πως άμα άκουε να μιλούν πολύ για κανένα συγγραφέα γύρω του δανειζόταν κανένα τόμο. Έτσι τουλάχιστον δανείσθηκε από τον κ. Aναστασιάδη τον δεύτερο τόμο του Du coté de Guermantes του Proust που θαύμαζε πολύ, αν κρίνω από τους επαίνους που μου έκανε. «O θάνατος της γιαγιάς! Tι αριστούργημα! Eίναι μεγάλος ο Proust! Mα πολύ μεγάλος!» μου είπε. Για την εισαγωγή του Sodome et Gomorrhe, που βρίσκεται δημοσιευμένος στον ίδιο τόμο, μόνο επειδή τον ρώτησα επίτηδες μου απάντησε: «Mα το μέρος αυτό δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον. Eίναι προπολεμικό». Kαι η κριτική του παρατήρηση είναι απόλυτα σωστή. Παρ’ όλο του τον θαυμασμό, που μου εξέφρασε για τον Proust, δεν είχε την περιέργεια να διαβάσει άλλον τόμο. «Δεν έχω καιρό να διαβάσω πια. Δεν έχω καιρό», μου επανέλαβε πολλές φορές, με μια κωμική απελπισία. Φαντάζομαι πως από το 1911 περίπου, αφ’ ότου δηλαδή άρχισε να δημοσιεύει τακτικά, έπαυσε να διαβάζει συστηματικά κι’ αρκούνταν κυρίως στο να ξεφυλλίζει διάφορα βιβλία για να εξακριβώνει τις εποχές, όπως λέει στο «Kαισαρίων», ή για να ελέγχει και τις μικρότερες ιστορικές λεπτομέρειες, που έβαζε στα ποιήματά του. Mια απόδειξη του σεβασμού του για την ιστορία, είχα ο ίδιος. Όταν το 1929 στο Παρίσι έγραφα τα σχόλιά μου για τη «Mάχη της Mαγνησίας» του, νόμισα ότι βρήκα επί τέλους μια πολύ μικρή ιστορική ανακρίβεια και του την έγραψα. H Mάχη της Mαγνησίας έγινε τον Δεκέμβριο. Aν υποθέσομε ότι οι σπουδαίες ειδήσεις την εποχή εκείνη έφθαναν αρκετά γλήγορα, αφού υπήρχαν διάφορα είδη τηλεγράφου, που περιγράφει εκτενώς ο Πολύβιος, τότε η μέρα του Φιλίππου στο Kαβαφικό ποίημα θα συνέπιπτε να βρίσκεται κάπου στο τέλος Δεκεμβρίου ή στας αρχάς του Iανουαρίου. Tον Δεκέμβρη όμως ή τον Γενάρη μπορούσαν να υπάρξουν τριαντάφυλλα στην Πέλλα της Mακεδονίας; Σαν γεωπόνος θα βεβαίωνα πως όχι· κι ο στίχος «στο τραπέζι βάλτε πολλά τριαντάφυλλα» μου φαινόταν ιστορικώς ανακριβής. O Kαβάφης μού απήντησε στο γράμμα μου «...Για το ζήτημα των λουλουδιών που με γράφεις. Eίναι μέσα στην ιστορική δυνατότητα. Πρόκειται για βασιλέα διαθέτοντα πολύν πλούτον, για τον οποίον τα προφυλακτικά μέσα προς απόκτησιν των εν λόγω λουλουδιών τον χειμώνα θα ήσαν εύκολα. Aλλ’ ανεξαρτήτως τούτου, υπήρχε το χειμωνιάτικο εξαγωγικόν εμπόριον των λουλουδιών αυτών από την Aίγυπτο. Γνωρίζομεν ότι η Aίγυπτος έκαμνεν εξαγωγήν ρόδων εις την Iταλίαν κατά το χειμώνα. Tον πρώτον αιώνα μ.X. η Iταλία, διά τελειοτέρας καλλιεργείας, έγινεν αυτάρκης και είχε δικές της rosae hibernae».



 

Edmund Keeley, «H οικουμενική προοπτική»

Όταν ο Σεφέρης παρατηρούσε πως ο Καβάφης, στα ποιήματα της γεροντικής του ηλικίας, δίνει την εντύπωση ότι «ολοένα εφευρίσκει καινούργια πράγματα, πολύ αξιοπρόσεχτα» και πως όταν ο Καβάφης πέθανε εβδομήντα χρονών «μας άφησε με την πικρή περιέργεια που δοκιμάζουμε για έναν άνθρωπο που χάνεται πάνω στην ακμή του»1, μοιάζει να εκφράζει και την παραδοχή του επιτεύγματος — της σοφίας και της πρωτοτυπίας — του όψιμου έργου του Καβάφη, και κάποια λύπη επειδή το «ποίημα εν προόδω»2 του Αλεξανδρινού, που κράτησε όλη τη ζωή του, έμεινε ατέλειωτο με το θάνατό του. O ίδιος ο Καβάφης λέγεται πως εκδήλωσε κάποτε μια παρόμοια αίσθηση της ανεκπλήρωτης δυνατότητας, όταν είπε τις τελευταίες του μέρες: «Έχω να γράψω ακόμη είκοσι πέντε ποιήματα»3 — πράγμα που αντιστοιχεί στο ένα έκτο του έργου που δημοσιεύτηκε σαν συλλογή ποιημάτων στα 1935*. O αναγνώστης που παρακολούθησε την εξέλιξη του Καβάφη στα ώριμα χρόνια του είναι πιθανό πως θα νιώσει να τον απασχολούν αυτά τα άγραφα ποιήματα, ιδιαίτερα τώρα που τα αρχεία του ποιητή έχουν αποκαλύψει τόσο πολύ και πολύτιμο αδημοσίευτο έργο, που ολόκληρο χρονολογείται πριν από τα 1920. Θα ήταν χρήσιμο για το θέμα αυτής της μελέτης να σκεφτούμε τούτα τα άγραφα ποιήματα σαν την τελική φάση εξέλιξης του ποιητή: την παρουσίαση ενός μεταφορικού τρόπου που θα έσμιγε, και ταυτόχρονα θα πλάταινε, τις τρεις όψεις του καβαφικού μύθου εν προόδω — την Αισθησιακή Πόλη, την Αρχαία Αλεξάνδρεια και τον Κόσμο του Ελληνισμού— σε μια λεπτομερειακή και συνεκτική εικόνα της ανθρώπινης Περιπέτειας, λιγότερο ιδιόμορφη και εθνικιστική, που θα μπορούσε να ξεπεράσει τελικά κάθε συγκεκριμένη γεωγραφική και ιστορική τοποθέτηση, μια εικόνα πιο οικουμενική από κείνες που γέννησε η ενασχόλησή του με την Αλεξάνδρεια. Αυτό που βρίσκουμε ουσιαστικά στα τελευταία του ποιήματα είναι τα πρώτα σίγουρα βήματα μιας προόδου προς αυτή την κατεύθυνση, χωρίς το πλατύ φάσμα των αλληλένδετων παραδειγμάτων που έδωσε τις διαστάσεις ποιητικού μύθου σε καθεμιά από τις τρεις εικόνες που καθιέρωσε απόλυτα.








Cavafy1900.jpg
Ο Kωνσταντίνος Kαβάφης, σε φωτογραφία βγαλμένη στην Αλεξάνδρεια, πιθανώς το 1890

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης (29 Απριλίου 1863 - 29 Απριλίου 1933) είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές της σύγχρονης εποχής. Γεννήθηκε και έζησε στην Αλεξάνδρεια και σε ποιήματά του μιλά για αυτήν, γι' αυτό και αναφέρεται συχνά ως «ο Αλεξανδρινός». Δημοσίευσε ποιήματα, ενώ δεκάδες άλλα παρέμειναν ως προσχέδια. Τα σημαντικότερα έργα του τα δημιούργησε μετά τα 40ά γενέθλιά του.

 Ήταν το ένατο και τελευταίο παιδί του μεγαλέμπορου βαμβακιού Πέτρου-Ιωάννου Καβάφη, με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη. Ο πατέρας του είχε ζήσει στην Αγγλία και ήταν κάτοχος βρετανικού διαβατηρίου.

Τα πρώτα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη γενέτειρά του, στην αριστοκρατική οδό Σερίφ, μέσα σ’ ένα πλούσιο περιβάλλον με Γάλλο παιδαγωγό και Αγγλίδα τροφό. Με τον θάνατο του πατέρα του το 1870 αρχίζει η παρακμή της οικογένειάς του. Δύο χρόνια αργότερα, η μητέρα του Χαρίκλεια Καβάφη (το γένος Φωτιάδη) υποχρεώνεται να φύγει από την Αλεξάνδρεια και να μετακομίσει με τα παιδιά της, πρώτα στο Λονδίνο και μετά στο Λίβερπουλ.

Στα έξι χρόνια της διαμονής του στην Αγγλία ο νεαρός Κωνσταντίνος θα μάθει σε βάθος την Αγγλική γλώσσα και θα καλλιεργήσει την έμφυτη ροπή του προς τα Γράμματα. Το 1878 η οικογένειά του αντιμετωπίζει εκ νέου οικονομικά προβλήματα, εξαιτίας της Κρίσης του 1873 και επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια. Ο δεκαπενταετής Κωνσταντίνος μελετά κατ’ οίκον και το 1881 συνεχίζει τις σπουδές του στο εμπορικό λύκειο Ο Ερμής, που ιδρύεται εκείνη τη χρονιά από τον Κωνσταντίνο Παπαζή.
Τον επόμενο χρόνο, η οικογένειά του θα μετακομίσει εκ νέου, αυτή τη φορά στην Κωνσταντινούπολη, εξαιτίας των εθνικιστικών ταραχών στην Αίγυπτο, που καθιστά επισφαλή τη θέση των Ευρωπαίων. Ο αγγλικός στόλος βομβαρδίζει την Αλεξάνδρεια και η οικία Καβάφη γίνεται παρανάλωμα του πυρός. Η οικογένειά του θα φιλοξενηθεί επί τριετία από τον παππού του Γεωργάκη Φωτιάδη.

Την περίοδο της παραμονής του στην Πόλη εκδηλώνονται οι πρώτες συστηματικές προσπάθειές του στην ποίηση. Η ατμόσφαιρα και το τοπίο της φαίνεται να τον εμπνέουν και αυτό διαπιστώνεται στα ποιήματά του Ο Βεϊζαδές προς την ερωμένη του (1884), Dünya Güzeli (1884), Νιχώρι (1885) και το πρώτο του πεζό Μια νυξ στο Καλντέρι (1884).

Πάντως, το πρώτο κείμενο που σώζεται στο αρχείο του γράφτηκε το 1882. Πρόκειται για ένα ημερολόγιο σε αγγλική γλώσσα, με τον τίτλο Constantipoliad-En Epic (Κωνσταντινοπουλιάς - Ένα έπος), στο οποίο περιγράφονται οι προετοιμασίες για την αναχώρηση της οικογένειας από την Αλεξάνδρεια, το πολεμικό κλίμα των ημερών εκείνων και το ταξίδι ως την Κωνσταντινούπολη.
Τον Οκτώβριο του 1885 επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια, μαζί με τη μητέρα του και τα δυο αδέλφια του, Αλέξανδρο και Παύλο, αφού πήραν αποζημίωση για τις καταστροφές του 1882. Μία από τις πρώτες αποφάσεις του είναι να αποκτήσει την ελληνική υπηκοότητα. Αρχίζει να εργάζεται πρώτα ως δημοσιογράφος και στη συνέχεια ως μεσίτης στο Χρηματιστήριο Βάμβακος. Το 1889 προσλαμβάνεται αρχικά ως άμισθος γραμματέας στην Υπηρεσία Αρδεύσεων και από το 1892 ως έμμισθος υπάλληλος, θέση στην οποία θα παραμείνει έως το 1922, φθάνοντας στον βαθμό του υποτμηματάρχη.

Το 1891 θεωρείται σημαντική χρονιά για τον Καβάφη. Εκδίδει το πρώτο αξιόλογο ποίημά του (Κτίσται) και δημοσιεύει μερικά από τα σπουδαιότερα πεζά κείμενά του (Ολίγα περί στιχουργίας, Ο Σακεσπήρος περί της ζωής, Ο καθηγητής Βλάκη περί της νεοελληνικής και δύο κείμενα για τα Ελγίνεια).

Από το 1893 έως το τέλος του αιώνα γράφει μερικά από τα σημαντικότερα ποιήματά του, όπως τα: Κεριά (1893), Τείχη (1896), Περιμένοντας τους Βαρβάρους (1899). Το 1896 συνεργάζεται με την εφημερίδα Phere d’ Alexandrie. O δημοσιογράφος και συγγραφέας Γεώργιος Τσοκόπουλος τον χαρακτηρίζει «Σκεπτικιστής, φιλοσοφικός, μελαγχολικός, με ειρωνική πικρία». Τον επόμενο χρόνο επισκέπτεται το Παρίσι και το Λονδίνο.

Το 1899 φεύγει από τη ζωή η μητέρα του Χαρίκλεια, την οποία υπεραγαπούσε. Είχαν προηγηθεί οι θάνατοι του παιδικού του φίλου Μικέ Ράλλη (1889), του αδελφού του Πέτρου-Ιωάννη (1891) και του παππού του Γεωργάκη Φωτιάδη (1896).




To 1902 ταξιδεύει για πρώτη φορά στην Ελλάδα και συγκεκριμένα την Αθήνα, όπου γνωρίζεται με τους ομοτέχνους του Γρηγόριο Ξενόπουλο και Ιωάννη Πολέμη. Σε μια επιστολή του αναφέρει ότι στην Αθήνα αισθανόταν, όπως ένας πιστός που πηγαίνει προσκυνητής στη Μέκκα. Τον επόμενο χρόνο επισκέπτεται και πάλι την Αθήνα, ενώ στις 30 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς ο Ξενόπουλος γράφει στο περιοδικό Παναθήναια το ιστορικό άρθρο Ένας Ποιητής, που αποτελεί την πρώτη εγκωμιαστική παρουσίαση του καβαφικού έργου στο ελλαδικό κοινό. Το 1904 θα γράψει ένα από τα σπουδαιότερα ποιήματά του, το Περιμένοντας τους Βαρβάρους. Το 1905 επισκέπτεται για τρίτη φορά την Αθήνα για την κηδεία του αδελφού του Αλέξανδρου.

Τον Δεκέμβριο του 1907 εγκαθίσταται στο σπίτι της οδού Λέψιους 10, όπου και θα περάσει το υπόλοιπο της ζωής του, δημιουργώντας το σημαντικότερο τμήμα του έργου του. Η φήμη του διαρκώς εξαπλώνεται και στο διαμέρισμά του τον επισκέπτονται προσωπικότητες της λογοτεχνίας από την Ελλάδα και το εξωτερικό, όπως ο φουτουριστής Τομάσο Μαρινέτι, ο Αντρέ Μαλρό, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Κώστας Ουράνης και η Μυρτιώτισσσα.

Το 1911 θα γράψει το περίφημο ποίημά του Ιθάκη. Το 1914 γνωρίζεται με τον σπουδαίο Άγγλο μυθιστοριογράφο Έντουαρντ Μόργκαν Φόρστερ και συνδέεται μαζί του με φιλία. Πέντε χρόνια αργότερα, ο Φόρστερ θα συστήσει τον Καβάφη στο αγγλικό κοινό.

Το 1917 γνωρίζεται με τον Αλέκο Σεγκόπουλο, κατ’ άλλους νόθο γιο του, κατ’ άλλους ερωτικό του σύντροφο, πάντως μετέπειτα γενικό κληρονόμο του. Τον Απρίλιο του 1922 παραιτείται από την Υπηρεσία Αρδεύσεων για να αφοσιωθεί στο ποιητικό του έργο. «Επιτέλους απελευθερώθηκα από αυτό το μισητό πράγμα», γράφει κάπου. Τον επόμενο χρόνο πεθαίνει ο τελευταίος εν ζωή αδελφός του, ο Τζον Καβάφης, ο οποίος υπήρξε ο πρώτος θαυμαστής και μεταφραστής του έργου του.
Το 1926 η κυβέρνηση του δικτάτορα Πάγκαλου του απονέμει το παράσημο του Φοίνικος, διάκριση την οποία ο ποιητής αποδέχεται, υποστηρίζοντας ότι «το παράσημο μού το απένειμε η Ελληνική Πολιτεία, γι’ αυτό και το κρατώ». Το 1930 αρχίζει να υποφέρει από τον λάρυγγά του. Οι γιατροί διαπιστώνουν καρκίνο. Ο Καβάφης δεν μπορεί να μιλήσει και το 1932 υποβάλλεται σε τραχειοτομία στην Αθήνα.

Το 1933 επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια, με την υγεία του διαρκώς να χειροτερεύει. Στις αρχές Απριλίου μεταφέρεται στο Ελληνικό Νοσοκομείο και στις 2 το πρωί της 29ης Απριλίου ο ποιητής αφήνει την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 70 ετών.

Ένα σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα του ποιητή:

Εἶμαι Κωνσταντινουπολίτης τὴν καταγωγήν, ἀλλὰ ἐγεννήθηκα στὴν Ἀλεξάνδρεια — σ' ἕνα σπίτι τῆς ὁδοῦ Σερίφ· μικρὸς πολὺ ἔφυγα, καὶ ἀρκετὸ μέρος τῆς παιδικῆς μου ἡλικίας τὸ πέρασα στὴν Ἀγγλία. Κατόπιν ἐπισκέφθην τὴν χώραν αὐτὴν μεγάλος, ἀλλὰ γιὰ μικρὸν χρονικὸν διάστημα. Διέμεινα καὶ στὴ Γαλλία. Στὴν ἐφηβικήν μου ἡλικίαν κατοίκησα ὑπὲρ τὰ δύο ἔτη στὴν Κωνσταντινούπολη. Στὴν Ἑλλάδα εἶναι πολλὰ χρόνια ποὺ δὲν ἐπῆγα. Ἡ τελευταία μου ἐργασία ἦταν ὑπαλλήλου εἰς ἕνα κυβερνητικὸν γραφεῖον ἐξαρτώμενον ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Δημοσίων Ἔργων τῆς Αἰγύπτου. Ξέρω Ἀγγλικά, Γαλλικὰ καὶ ὁλίγα Ἰταλικά.




Το έργο του

Σήμερα η ποίησή του όχι μόνο έχει επικρατήσει στην Ελλάδα, αλλά και κατέλαβε μία εξέχουσα θέση στην όλη ευρωπαϊκή ποίηση, ύστερα από τις μεταφράσεις των ποιημάτων του αρχικά στα Γαλλικά, Αγγλικά, Γερμανικά και κατόπιν σε πολλές άλλες γλώσσες.

Το σώμα των Καβαφικών ποιημάτων περιλαμβάνει: Τα 154 ποιήματα που αναγνώρισε ο ίδιος (τα λεγόμενα Αναγνωρισμένα), τα 37 Αποκηρυγμένα ποιήματά του, τα περισσότερα νεανικά, σε ρομαντική καθαρεύουσα, τα οποία αργότερα αποκήρυξε, τα Ανέκδοτα, δηλαδή 75 ποιήματα που βρέθηκαν τελειωμένα στα χαρτιά του, καθώς και τα 30 Ατελή, που βρέθηκαν στα χαρτιά του χωρίς να έχουν πάρει την οριστική τους μορφή. Τύπωσε ο ίδιος το 1904 μια μικρή συλλογή με τον τίτλο Ποιήματα, στην οποία περιέλαβε τα ποιήματα: Φωνές, Επιθυμίες, Κεριά, Ένας γέρος,Δέησις, Οι ψυχές των γερόντων, Το πρώτο σκαλί, Διακοπή, Θερμοπύλες, Τα παράθυρα, Περιμένοντας τους βαρβάρους, Απιστία και Τα άλογα του Αχιλλέως. Η συλλογή, σε 100-200 αντίτυπα, κυκλοφόρησε ιδιωτικά.

Το 1910 τύπωσε πάλι τη συλλογή του, προσθέτοντας αλλά επτά ποιήματα: Τρώες, Μονοτονία, Η κηδεία του Σαρπηδόνος, Η συνοδεία του Διονύσου,Ο Βασιλεύς Δημήτριος, Τα βήματα και Ούτος εκείνος. Και αυτή η συλλογή διακινήθηκε από τον ίδιο σε άτομα που εκτιμούσε.

Το 1935 κυκλοφόρησε στην Αθήνα, με επιμέλεια της Ρίκας Σεγκοπούλου, η πρώτη πλήρης έκδοση των (154) Ποιημάτων του, που εξαντλήθηκε αμέσως. Δύο ακόμη ανατυπώσεις έγιναν μετά το 1948.
Ο ποιητής επεξεργαζόταν επίμονα κάθε στίχο, κάποτε για χρόνια ολόκληρα, προτού τον δώσει στην δημοσιότητα. Σε αρκετές από τις εκδόσεις του υπάρχουν διορθώσεις από το χέρι του και συχνά όταν επεξεργαζόταν ξανά τα ποιήματά του τα τύπωνε διορθωμένα.




Οι θεματικοί κύκλοι της καβαφικής ποίησης

Ο ίδιος είχε κατατάξει τα ποιήματά του σε τρεις κατηγορίες: τα ιστορικά, τα φιλοσοφικά και τα ηδονικά ή αισθησιακά.

Τα ιστορικά ποιήματα εμπνέονται κυρίως από την ελληνιστική περίοδο, και στα περισσότερα έχει εξέχουσα θέση η Αλεξάνδρεια. Αρκετά άλλα προέρχονται από την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα και το Βυζάντιο, χωρίς να λείπουν και ποιήματα με μυθολογικές αναφορές (πχ Τρώες). Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο Καβάφης δεν εμπνέεται καθόλου από το πρόσφατο ιστορικό παρελθόν, δηλαδή την επανάσταση του ΄21, αλλά ούτε και από την κλασική αρχαιότητα. Οι περίοδοι που επιλέγει είναι περίοδοι παρακμής ή μεγάλων αλλαγών και οι περισσότεροι ήρωές του είναι "ηττημένοι".

Τα αισθησιακά ή ηδονικά ποιήματα, που είναι και τα πιο λυρικά, κυριαρχεί η ανάμνηση και η αναπόληση. Αυτό που προκαλεί τα συναισθήματα δεν είναι το παρόν, αλλά το παρελθόν, και πολύ συχνά ο οραματισμός.

Τα φιλοσοφικά ποιήματα ονομάζονται από άλλους "διδακτικά". Ο Ε.Π.Παπανούτσος τα διαίρεσε στις εξής ομάδες: ποιήματα με "συμβουλές προς ομοτέχνους", δηλαδή ποιήματα για την ποίηση, και ποιήματα που πραγματεύονται άλλα θέματα, όπως το θέμα των Τειχών, την έννοια του χρέους (Θερμοπύλες), της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον), της μοίρας(Καισαρίων) κ.α.

Διαχωρίζοντας το ποιητικό του έργο σε φιλοσοφικό, ιστορικό και ηδονικό, στα ποιήματά του αποτυπώνονται το ερωτικό στοιχείο, τη φιλοσοφική του σκέψη και η ιστορική του γνώση. Όσον αφορά στα ιστορικά του ποιήματα ιδιαίτερα, οφείλουμε να λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι τα συνέθεσε βιώνοντας την ατμόσφαιρα μιας πόλης που έγινε κατά το ελληνιστικό της παρελθόν χωνευτήρι λαών και σταυροδρόμι πολιτισμών. Οι ήρωές του είναι γνωστά ιστορικά πρόσωπα ή γεννήματα της φαντασίας του και ο ποιητής αφηγείται στους χαρακτήρες που πλάθει ανθρώπινες συμπεριφορές σημαδεμένες από πρόσκαιρο της επιτυχίας και τη μοίρα που εξουδετερώνει την ανθρώπινη θέληση.

Πόλεις της ανατολικής Μεσογείου -ιδιαίτερα η Αλεξάνδρεια όπως προαναφέρθηκε- είναι ο τόπος που λαμβάνουν χώρα τα περιστατικά των ποιημάτων και σύμφωνα με το περιεχόμενό τους χαρακτηρίζονται από τους σύγχρονους σχετικά ερευνητές της καβαφικής ποιητικής ως ψευδοϊστορικά, ιστορικοφανή και ιστοριογενή. Τη διαφορετικότητα ανάμεσα στα ιστορικά του ποιήματα επισήμανε ο ίδιος ο ποιητής, χωρίς όμως να τους δώσει ιδιαίτερη ονομασία. Εισηγητής του όρου «ψευδοϊστορικό» είναι ο Σεφέρης για να διαχωρίσει με αυτόν τα ποιήματα που χρησιμοποιούν το ιστορικό υλικό μεταφορικά, αλληγορικά δημιουργώντας ψεύτικες ιστορίες. Ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος με τη σειρά του εισηγήθηκε τον όρο «ιστορικοφανή». Εκεί εντάσσει τα ιστορικά ποιήματα, των οποίων τα φανταστικά πρόσωπα εμπλέκονται σε ιστορικό πλαίσιο που επενδύει την πλοκή. Ο Μιχάλης Πιερής θεώρησε αναγκαίο τον όρο «ιστοριογενή» για τα ποιήματα που γεννήθηκαν από άμεσο ιστορικό υλικό.

Τέλος τα ερωτικά ή αισθησιακά ποιήματα του ηδονικού κύκλου του Καβάφη αποτελούν αναμνήσεις πραγματοποιημένων ή μη ερώτων εκφράζοντας τον ιδιότυπο ερωτισμό του, για τον οποίο έχουν τεθεί αρκετές αμφιβολίες


Ποίημα του Κ.Π. Καβάφη σε τοίχο κτηρίου, στην πόλη Λέιντεν της Ολλανδίας.


Η μορφή

Η γλώσσα και η στιχουργική μορφή των ποιημάτων του Καβάφη ήταν ιδιόρρυθμες και πρωτοποριακές για την εποχή. Τα βασικά χαρακτηριστικά τους είναι:

ιδιότυπη γλώσσα, μείγμα καθαρεύουσας και δημοτικής, με ιδιωματικά στοιχεία της Κωνσταντινούπολης

εξαιρετικά λιτός λόγος, με ελάχιστα επίθετα (όσα υπάρχουν έχουν πάντα ιδιαίτερη σημασία, δεν είναι ποτέ συμβατικά, κοσμητικά επίθετα)

ουδέτερη γλώσσα, σχεδόν πεζολογική, μακριά από τις ποιητικές συμβάσεις της εποχής. Η γλώσσα δεν αποκαλύπτει τα συναισθήματα

εξαιρετικά σύντομα ποιήματα

ιαμβικός ρυθμός αλλά τόσο επεξεργασμένος που συχνά είναι δύσκολο να διακριθεί
ομοιοκαταληξία όχι σε όλα τα ποιήματα, ενίοτε χαλαρή και περιστασιακή.

ιδιαίτερη σημασία στα σημεία στίξης: παίζουν ρόλο για το νόημα (πχ ειρωνεία) ή λειτουργούν ως οδηγίες απαγγελίας (πχ χαμήλωμα του τόνου της φωνής στις παρενθέσεις).



Ο ποιητής

Ο Καβάφης, όπως κάθε ποιητής, λειτουργεί κυρίως μέσω των συμβόλων. Η τέχνη του είναι η συγκέντρωση αρχετύπων, που δίνουν ένα φευγαλέο υπαινικτικό νόημα στο λόγο του. Αντλεί μνήμες από το παρελθόν, και τις αποθέτει στο παρόν, ενίοτε ως προειδοποίηση για τα μελλούμενα. Είναι τέτοια η σχέση του με τη συλλογική ψυχή και τα περιεχόμενά της, που θεωρείται προδρομικός της σχέσης της λογοτεχνίας του 20ου αιώνα με τη συλλογική συνείδηση.Ιδιαίτερο στοιχείο της τεχνικής του είναι μία σπάνιας υφής σκηνοθετική ικανότητα αντίστοιχη με αυτήν που συναντάει κανείς στον πεζογραφικό ή και θεατρικό λόγο. 

Άλλο ένα όμως χαρακτηριστικό του συμπληρωματικό του προαναφερόμενου είναι η τάση, μέσω του λόγου του, να υποδύεται περσόνες. Το εν λόγω χαρακτηριστικό δημιουργεί μια πολυεπίπεδη ποίηση αλλά και αινιγματικότητα μιας και είναι συχνά δυσδιάκριτο για τον αναγνώστη να αναγνωρίσει μέσω τίνος προσώπου μιλάει ο ίδιος ο ποιητής και με ποιο ταυτίζεται. 

Η συμβολιστική του τάση είναι έντονη και συνδυάζεται με λόγο λιτό αλλά διαχρονικά επίκαιρο. Η ειρωνική διάθεση, αυτό που αποκλήθηκε καβαφική ειρωνεία συνδυάζεται με την τραγικότητα της πραγματικότητας, για να καταστεί κοινωνικά διδακτική και οι ηδονιστικοί του προσανατολισμοί ανακατεύονται με κοινωνικές επισημάνσεις. 

Αναμφίβολα δεν είναι εύκολο να οριοθετήσει κανείς ξεκάθαρα σε θεματικούς κύκλους την ποιητική του Καβάφη. Η ιστορία ανακατεύεται με τις αισθήσεις και το στοχασμό σε μια ενιαία οντότητα, αυτήν πιθανώς που ο ίδιος ο Καβάφης προσδιορίζει ως «ενιαίο καβαφικό κύκλο», αλλά σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση, στον αμέσως επόμενο στίχο, η εναλλαγή δικαιώνει όσους χαρακτήρισαν την καβαφική ποίηση πρωτεϊκή.




Αποφθέγματα – Κωνσταντίνος Καβάφης

Ο παντρεμένος ζει σαν σκύλος και πεθαίνει σαν άνθρωπος. Ο ανύπανδρος ζει σαν άνθρωπος και πεθαίνει σαν σκύλος.

    -------------------------------------------------------


Οι τα φαιά φορούντες και περί ηθικής λαλούντες.

--------------------------------------------------------    


Ίσως το φως νάναι μια νέα τυραννία.
Ποιος ξέρει τι καινούργια πράγματα θα δείξει.

--------------------------------------------------------

Όπως μπορείς πια δούλεψε, μυαλό.

------------------------------------------------------------

Υπάρχουν Αλήθεια και Ψεύδος άραγε ; ή υπάρχει μόνον Νέον και Παλαιόν, και το Ψεύδος είναι απλώς το γήρας της αληθείας;

-------------------------------------------------------------

Δεν αποθνήσκουν οι θεοί. Η πίστις αποθνήσκει του αχαρίστου όχλου των θνητών.

------------------------------------------------------------

Και τι άλλο είναι η τέχνη παρά λεπτομέρειες

------------------------------------------------------------

Α βεβαιότατα «πλην Λακεδαιμονίων»
Είναι κι αυτή μια στάσις. Νιώθεται.

----------------------------------------------------------

Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα!

-----------------------------------------------------------

Όμως απ’ τ’ άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα
το Τραπεζούντιον, με την παράξενή του γλώσσα,
και με την λύπη των Γραικών των μακρινών εκείνων
που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.

-----------------------------------------------------------


Την εμορφιά έτσι πολύ ατένισα,
που πλήρης είναι αυτής η όρασίς μου.

----------------------------------------------------------


Γιατί άκουσαν μια απαίσια βοή,
θανάσιμη βοή την σκάλα ν' ανεβαίνει
γιατί κατάλαβαν τι είδος βοή είναι τούτη,
τάνοιωσαν πια τα βήματα των Εριννύων.

--------------------------------------------------------------


Ή τέλος, δυνατόν και στα πολιτικά
να επέστρεφεν αξιεπαίνως ενθυμούμενος
τες οικογενειακές του παραδόσεις,
το χρέος προς την πατρίδα, κι άλλα ηχηρά παρόμοια.





ΠΗΓΕΣ














Δημοσίευση σχολίου