Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

                                           
   
( Εισαγωγικό σημείωμα )


Και τώρα πώς να μιλήσεις για τον Παλαμά ;

Ποιος είσαι εσύ που θα μιλήσεις για τον Παλαμά ;

Μεγαλώσαμε βλέπεις και δεν θυμόμαστε τι αφήσαμε πίσω μας, τι απορρίψαμε, τι ξεχάσαμε . Πόσο γελαστήκαμε . .

Μας γυαλίσανε καινούργια φώτα, νέους θεούς λατρέψαμε και μας βαρέθηκε ο Θεός .

Τις θύμησες  ν΄ αγαπήσουμε ξανά μάς πρέπει, τον Κωστή τον Παλαμά να πιστέψουμε ξανά μάς πρέπει .

Είναι δύσκολος ο Παλαμάς . Και είναι δύσκολος γιατί είναι αληθινός, γιατί είναι ήλιος κι εγώ μικρός να πλησιάσω, θα καώ .

Ο Παλαμάς μάς πονάει γιατί λέει αλήθειες και δείχνει τις πληγές μας . Όσο εμείς εφησυχάζουμε εκείνος δεν παύει στιγμή ν΄ αναρωτιέται, ν΄ αναζητά τη Κυμοθόη .

Με τι λόγια να μιλήσεις για τον Παλαμά, πώς να μιλήσεις για ανθρώπους λαμπρόηχους που ηλιοφεγγοβολούν όταν σήμερα μέσα στη καρδιά του Κτήνους σε μια άλλη καγκελόφραχτη κατοχή που ζούμε εμείς οι Έλληνες, πολλοί είναι εκείνοι που θέλουν να παραστήσουν τους ήρωες αλλά ελάχιστοι εκείνοι που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν το τίμημα για να γίνουν αληθινοί ήρωες. Και σε τελική ανάλυση ,από ποια υλικά είναι καμωμένοι οι αληθινοί ήρωες; 

Ένας απλός άνθρωπος είμαι όπως όλοι μας μ΄ ένα ταπεινό μυαλό . Το μυαλό μου μού λέει ότι η υπέροχη ελληνική ψυχή όπως τόσο όμορφα ακούγεται μέσα από τα αθάνατα έργα του Κωστή Παλαμά υπήρξε δημιούργημα, απότοκο άλλων ιστορικών, κοινωνικών, πολιτικών συνθηκών.

.« Μαραθώνες, Σαλαμίνες, Πλαταιές, εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου σε Ισσό, Βαβυλωνία, Βακτριανή και Γάγγη ποταμό, νέα Κορυτσά κι Αργυρόκαστρα»  δεν θα βρούμε σήμερα . Όπως δεν θα βρούμε αντίστοιχη αρχαιοελληνική γραμματεία σήμερα . Τελικά ειλικρινά δεν ξέρω να απαντήσω ακριβώς αν οι άνθρωποι διαμορφώνουν τις συνθήκες ή οι συνθήκες τους ανθρώπους . Είναι πολύ δύσκολα κάποια ερωτήματα, οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες .

 Ωραία η « Μεγάλη ιδέα» του Βενιζέλου, ποιος Έλληνας δεν είναι περήφανος που διπλασιάστηκε η ελληνική επικράτεια αλλά οι Έλληνες πολεμούσαν τόσα χρόνια και βάλε στους Βαλκανικούς πολέμους, ποια μάνα αντέχει να πολεμάει το σπλάχνο της, ποια γυναίκα ο άντρας της; Και καλά να γυρίσει ο άνθρωπος σου ζωντανός, αν στον φέρουν όμως στη κάσα ή σακάτη τι γίνεται τότε;

 Πόσο εύκολο είναι για όλους αυτούς τους δημαγωγούς και τους λαοπλάνους να ομιλούν για θυσίες και με αυτά τα λόγια, τα χειρότερα κι από πραγματικές σφαίρες να αφαιρούνται ζωές. Όχι, αυτό δε λέγεται θυσία, αυτό λέγεται έγκλημα

Από την άλλη, από τη μεταπολίτευση και μετά πέσαμε όλοι - και φυσικά δεν εξαιρώ τον εαυτό μου- με τα μούτρα στη κατανάλωση . Οι γονείς ό,τι στερήθηκαν εκείνοι και οι δικοί τους γονείς, το προσέφεραν απλόχερα και δυστυχώς άκριτα και χωρίς έλεγχο στα παιδιά τους .

 Με δανεικά ζούσαμε τόσα χρόνια, με διακοποδάνεια και εορτοδάνεια, δέκα κάρτες ο καθένας, δυο αυτοκίνητα και τέσσερα κινητά κάθε οικογένεια χωρίς να αναφέρω τα στεγαστικά . Και μια ωραία πρωία η φούσκα έσκασε και μας πήρε όλους και μας σήκωσε .

Τώρα πρέπει να ξαναγράψουμε τις σελίδες μας, να βρούμε καινούργιο μελάνι, να βρούμε αλλιώτικα φτερά για να πετάμε. Όλα γκρέμισμα κι όλα από την αρχή ξανά . Και κάθε φορά που θα ψάχνουμε για μέσον διορισμού για μας ή τα παιδιά μας απευθυνόμενοι στον αξιότιμο κύριο βουλευτή μας, ή για μία χάρη σε δημόσια υπηρεσία λαδώνοντας και πηγαίνοντας δια της πλαγίας οδού, να θυμόμαστε ότι ο « Μαυρογιαλούρος»  είναι δικό μας δημιούργημα, εμείς τον ψηφίσαμε κι εκείνος φυσικά « κατσικώθηκε»  στο σβέρκο μας κι εδώ και χρόνια διαφεντεύει τη μοίρα μας.

Σ΄ αυτή τη μικρή γωνιά του κόσμου με τη τόσο μεγάλη ιστορία έχει τελεστεί ένα τεράστιο έγκλημα: ΜΑΣ ΑΛΛΑΞΑΝΕ, ΓΙΝΑΜΕ ΚΑΠΟΙΟΙ ΑΛΛΟΙ, μικροί και άβουλοι αντάμα. Για χρόνια νομίζαμε με βαυκαλιστική προπέτεια ότι ήμασταν   « Δήμαρχοι» και μια μέρα προσγειωθήκαμε - για την ακρίβεια - συντριβήκαμε - στη θέση του « κλητήρος» και ούτε καν. Πόσο εύκολα μας αλλάξανε εμάς τους « νέους» Έλληνες λοιπόν, πόσο εύκολα αφεθήκαμε και πόσο εύκολο είναι να ρίχνουμε το ανάθεμα στους άλλους κι όχι στον εαυτό μας.

Πόσοι από μας άραγε μπορούν σήμερα να απαντήσουν με σαφήνεια και χωρίς καμία προγονοπληξία -  για να μην οδηγηθούμε σε άλλες σκοτεινές ατραπούς κι επικίνδυνες εθνικιστικές ιδεοληψίες, λες και σε αυτή την έρημη χώρα, μέση οδός δεν υπάρχει - στο ερώτημα ποιο είναι το νόημα κάποιων λέξεων που χρησιμοποιεί ο Παλαμάς :

-« Έλληνας
- Γένος
- Έθνος
- Γραικός
- Βυζάντιο
- Ρωμιός - Ρωμιοσύνη» 

 Αν βέβαια καταλαβαίνουμε τι σημαίνουν οι παραπάνω λέξεις  και δεν τις θεωρήσουμε μέσα στην αφασία μας και στη λεξιπενία μας στίχους καψουροτράγουδων ή ονομασίες παιχνιδιών στο Facebook.

Από τη Μεταπολίτευση και μετά συντελείται ένα τεράστιο έγκλημα : Από τη λαίλαπα της επταετούς δικτατορίας, από το Αποφασίζομεν και Διατάσσομεν και Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια περάσαμε στους χαοτικούς διεθνισμούς και εφιαλτικές παγκοσμιοποιήσεις, λες και για αυτή τη δόλια, βαριόμοιρη χώρα μέση οδός και γνώθι σαυτόν δεν υπάρχει.

 Από τη στρατευμένη γνώση περάσαμε στην έλλειψη γνώσης, από τον τρόμο του χωροφύλακα στο απέραντο σκορποχώρι και στη σταδιακή κατάργηση αξιοκρατίας, ελεγκτικών μηχανισμών και πειθαρχικών συμβουλίων. Το χειρότερο όμως όλων είναι ότι εδώ και 40 τουλάχιστον χρόνια ΜΑΣ ΠΟΤΙΖΟΥΝ ΜΕ ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ κι εμείς σκέτα χαϊβάνια και ζωντανά πίνουμε, πίνουμε, πίνουμε. « Δεν μας έσφαζαν στη Σμύρνη το 22 οι Νεότουρκοι και οι Τσέτες μετά στα τάγματα εργασίας προς την ενδοχώρα, απλά υπήρχε συνωστισμός στη προκυμαία», «Σε 10 χρόνια ποιος θα θυμάται το Μακεδονικό» ; Κι εμείς να πίνουμε συνέχεια το νερό της λήθης.

Συνήθως όταν έχει τελεστεί ένα έγκλημα του οποίου η διερεύνηση δεν οδηγεί πουθενά, η μόνη ίσως λύση είναι να γυρίσει πίσω κανείς στην αρχή, στο σημείο μηδέν και να κάνει επανεκκίνηση, να δει ξανά από την αρχή και με καθαρότερο μάτι.

Εγώ, σήμερα, με αφορμή το αφιέρωμα στον εθνικό μας ποιητή, τον πνευματικό « ογκόλιθο » Κωστή Παλαμά, θα συνεχίσω να καταφεύγω στη μοναδική ελπίδα για αφύπνιση, στη γνώση, ιχνηλατώντας την αλήθεια χωρίς πάθος, προκατάληψη, προγονοπληξία και λοιπές ιδεοληψίες.

 Είναι πλασματικά όσα « νήματα» θρυλείται ότι απορρέουν από τα «ανίκητα » και «άφθαρτα » γονίδιά μας. Με το δεδομένο ότι την ύπαρξή τους την υποστηρίζουν οι ποικίλοι κατάφωρης αδαημοσύνης δημοκόλακες, μπορούμε να πούμε ότι τουλάχιστον μία από τις αρχαιοελληνικές επινοήσεις, η δημαγωγική πολιτική ρητορική, επιβιώνει και στις μέρες μας, όχι απλώς άθικτη αλλά επαυξημένη και επιδεινωμένη.

Ανάμεσα στους αρχαίους και σ΄ εμάς υπάρχουν νήματα γερά, νήματα τρωτά, άσχετα αν εμείς δεν γνωρίζουμε ή δεν αναγνωρίζουμε την αδυναμία τους, και νήματα ήδη κομμένα. Είτε το ξέρουμε αυτό και το αποδεχόμαστε είτε όχι, εγκλωβισμένοι στην πεισματική άρνηση της ιστορίας.
Είναι δύσκολος ο Παλαμάς και πώς να τον αντέξουμε ; Πώς να τον αγγίξουμε στην εποχή μας, μια εποχή που τα νοήματα είναι πια ανέγγιχτα, ατρύγητα κι οι ιδέες ακριβοθώρητες και με «υψηλό λειτουργικό κόστος », άποψη σου κι άποψη μου κι όλοι μαζί στη κινούμενη άμμο της αφασίας. Άλλα ελληνικά σήμερα, αλλιώτικα, άλλες σκέψεις, αλλότριες, τον Παλαμά πώς να τον αντέξουμε ; Ξένος και φορτικός δείχνει.

 Προσωπικά, με ψύχραιμο μάτι και κριτικό νου έχω ανάγκη να δω πάλι, να διαβάσω, να μελετήσω τον Κωστή Παλαμά. Σ΄ αυτό το ταξίδι θα ήταν παρήγορο να νιώσω ότι δεν είμαι μόνος μου αλλά υπάρχουν κι άλλοι που νιώθουν την ίδια ανάγκη μ΄ εμένα:  

ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΜΕ ΝΑ ΠΙΝΟΥΜΕ ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΝΟΙΑΣ !

Τρύφωνας Παπαλεωνίδας



                               ==========================================
















- Η Μεγαλοσύνη των λαών δεν μετριέται με το στρέμμα. Με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα

- Και ήταν οι καιροί που η Πόλη
πόρνη σε μετάνοιες ξενυχτούσε
και τα χέρια της δεμένα τα κρατούσε
και καρτέραγ’ ένα μακελάρη
(...)
Και καρτέραγε τον Τούρκο να την πάρει

- Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ’ εγώ κι ο κτίστης,
ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης.


- Και βρυσομάνα είν’ η γυναίκα· κι έρχονται από κείνη
κι εσύ, αμαρτία, κι ο λυτρωμός κι η ανάσταση και ο Χάρος.


Ο Κωστής Παλαμάς (Πάτρα13 Ιανουαρίου 1859 - Αθήνα27 Φεβρουαρίου 1943) ήταν ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ιστορικός και κριτικός της λογοτεχνίας.

 Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, με σημαντική συνεισφορά στην εξέλιξη και ανανέωση της νεοελληνικής ποίησης. Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής γενιάς του 1880, πρωτοπόρος, μαζί με το Νίκο Καμπά και το Γεώργιο Δροσίνη, της αποκαλούμενης Νέας Αθηναϊκής (ή Παλαμικής) σχολής. Επίσης, είχε σπουδάσει και ως θεατρικός παραγωγός της ελληνικής λογοτεχνίας.


Roilos-georgios-poets-parnassos-literary-club.jpg
Γ. Ροϊλός, Οι ποιητές (π. 1919). Μεγάλοι ποιητές της γενιάς του 1880.
 Στο κέντρο: K. Παλαμάς.


Βιογραφία

Γεννήθηκε στην Πάτρα στις 13 Ιανουαρίου 1859 από γονείς που κατάγονταν από το Μεσολόγγι. Η οικογένεια του πατέρα του ήταν οικογένεια λογίων, με αξιόλογη πνευματική δραστηριότητα, και ασχολούμενων με τη θρησκεία. Ο προπάππος του Παναγιώτης Παλαμάς (1722-1803) είχε ιδρύσει στο Μεσολόγγι την περίφημη "Παλαμαία Σχολή" και ο παππούς του Ιωάννης είχε διδάξει στην Πατριαρχική Ακαδημία της Κωνσταντινούπολης. Ο θείος του Ανδρέας Παλαμάς υπήρξε πρωτοψάλτης και υμνογράφος, τον οποίο ο Κωστής Παλαμάς αναφέρει στα "Διηγήματά" του (Β' έκδοση, 1929, σελ. 200). Ο Μιχαήλ Ευσταθίου Παλαμάς (αδελφός του Ανδρέα) και ο Πανάρετος Παλαμάς ήταν ασκητές. Ο Δημήτριος Ι. Παλαμάς, επίσης θείος του Κωστή, ήταν ψάλτης και υμνογράφος στο Μεσολόγγι.

Όταν ο ποιητής ήταν 6 χρονών έχασε και τους δύο γονείς του σε διάστημα σαράντα ημερών (Δεκέμβριος 1864-Φεβρουάριος 1865). Στενοί συγγενείς ανέλαβαν τότε τα τρία παιδιά της οικογένειας, το μικρότερο αδερφό του η αδερφή της μητέρας του και εκείνον και το μεγαλύτερο αδερφό του ο θείος τους Δημήτριος Παλαμάς, που κατοικούσε στο Μεσολόγγι. Εκεί έζησε από το 1867 ως το 1875 σε ατμόσφαιρα μάλλον δυσάρεστη και καταθλιπτική, που ήταν φυσικό να επηρεάσει τον ευαίσθητο ψυχισμό του, όπως φαίνεται και από ποιήματα που αναφέρονται στην παιδική του ηλικία.

                         ---------------------------------------------------------------




Το μουσείο της Ακρόπολης, το σπίτι του Κωστή Παλαμά και η πολιτιστική μας ευαισθησία - της Χριστιάννας Λούπα

Το να χτίσεις ένα κακόγουστο κτίριο στις παρυφές της Ακρόπολης, μέσα σε μια όμορφη παλιά και γραφική γειτονιά, αφού έχεις γκρεμίσει ανεκτίμητης αξίας νεοκλασικά, έχεις καταστρέψει το ιστορικής σημασίας έργο του Πικιώνη, έχεις κόψει υπεραιωνόβια δέντρα και δεν ξέρω τι άλλη κίνηση υστερίας έχεις κάνει, προκειμένου να στεγάσεις τις αρχαιότητες, να το ονομάσεις μουσείο και να κοκορεύεσαι στους ξένους για το κατόρθωμά σου, πιστεύοντας αφελώς ότι θα σου επιστρέψουν τα Ελγίνεια, δεν σημαίνει ότι απέκτησες ξαφνικά πολιτιστική συνείδηση ως λαός.

Και για να μην παρεξηγηθώ: Επιθυμώ κι εγώ διακαώς, ως Ελληνίδα, να επιστραφούν στην πατρίδα τους τα κλεμμένα Μάρμαρα, αλλά δεν πιστεύω ότι πρόκειται να γίνει στον αιώνα τον άπαντα. Το μουσείο, ασφαλώς και έπρεπε να γίνει, όχι όμως μ' αυτόν τον τρόπο και σ' αυτή τη θέση και κατά την ταπεινή μου γνώμη δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά ένα τυπικό δείγμα παρακμιακού επαρχιωτισμού. Φεύγοντας εξ άλλου από τη γκλαμουριά του μουσείου, δεν έχουμε παρά να κάνουμε μια βόλτα στην πίσω πλευρά του λόφου του Φιλοπάππου, όπου η ομορφιά της φύσης θα ήταν θεϊκή, αν δεν ξεπετάγονταν μπροστά μας κάτι άθλια παραπήγματα και μια τεράστια εργατική πολυκατοικία με απλωμένα πολύχρωμα ρούχα φάτσα - πιάτο. Εκεί δεν μπορούσε να γίνει το μουσείο;




Και επαναλαμβάνω: Χτίζοντας ένα μουσείο, δεν σημαίνει ότι απέκτησες και την ταυτότητα του πολιτιστικά ευαισθητοποιημένου λαού. Γιατί η ευαισθησία στα θέματα πολιτισμού -  αν υπάρχει - καθρεφτίζεται σε ολόκληρη τη χώρα και όχι μόνο στα μέρη που επισκέπτονται οι τουρίστες.




Πράγματι, στην οδό Περιάνδρου 5, στην Πλάκα, ένα θλιβερό ερείπιο - τρώγλη, με ξεφτισμένους τοίχους, γεμάτους συνθήματα και πρόχειρες λαμαρίνες καρφωμένες στα παράθυρα, δεν είναι δυνατόν να θυμίζει ότι εκεί έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο μεγαλύτερος ίσως ποιητής της σύγχρονης Ελλάδας. Σχήμα οξύμωρο, η πινακίδα πάνω από την είσοδο: "Στο σπίτι αυτό πέθανε ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς στις 27 Φεβρουαρίου 1943".  Η εικόνα του όμως, όχι μόνο τον Κωστή Παλαμά δεν τιμά, αλλά και ολόκληρο τον ελληνικό λαό, που καίγεται να πάρει πίσω τα Ελγίνεια, επιδιδόμενος σε πράξεις εντυπωσιασμού με επίστρωση ψευτοκουλτούρας και δεν νοιάζεται να φροντίσει τα μνημεία που ήδη υπάρχουν σ' αυτήν την ταλαίπωρη χώρα και ρημάζουν αφρόντιστα και παραμελημένα. Και δεν είναι καθόλου λίγα.




Το συγκεκριμένο κτίριο, με την Υ.Α. ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/2136/35245/12-7-1999 (ΦΕΚ 1579/Β/6-8-1999) έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1469/1950, «διότι είναι συνδεδεμένο με τον κορυφαίο νεοέλληνα ποιητή, κριτικό, δημοσιογράφο και θεατρικό συγγραφέα του τέλους του 19ου αιώνα και των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα». Επιπλέον, η Εφορία Νεωτέρων Μνημείων Αττικής έχει εκδώσει την με αρ. πρωτ. 1272/29-4-2002 απόφαση έγκρισης της μελέτης στερέωσης, αναμόρφωσης και ανάδειξης του κτιρίου.

Τυχαία εξ άλλου, έπεσε στα χέρια μου μια φωτογραφία από το σπίτι του Λόρδου Βύρωνα στο Southwell Nottinghamshire , όπως είναι σήμερα. Τόσο προσεγμένο, άριστα συντηρημένο και πεντακάθαρο! Μοιραία γίνεται η σύγκριση, όχι μόνο ανάμεσα στα δύο σπίτια, αλλά και ανάμεσα στις δύο κουλτούρες. Κρίμα!




Μια φωτογραφία μόνο του ετοιμόρροπου και εγκαταλελειμμένου σπιτιού του Παλαμά, αν έφτανε στα χέρια των Βρετανών, θα ήταν αρκετή να τους δώσει αποστομωτικά επιχειρήματα στο πιάτο, σχετικά με τους λόγους που δεν μας επιστρέφουν τις αρχαιότητες, αλλά και για να ρεζιλευτούμε για μια ακόμη φορά δημοσία δαπάνη! Κι αν μοστράριζε κιόλας ως πρωτοσέλιδο στους TIMES του Λονδίνου... ε, τότε είναι που οι κακοί Ευρωπαίοι θα έθιγαν ξανά το εθνικό μας γόητρο!

*Ευχαριστώ θερμά τον κ. Μάριο Σούση για την ενημέρωση και την αποστολή φωτογραφιών

                               --------------------------------------------------


 Μετά την αποφοίτησή του από το γυμνάσιο εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1875, όπου γράφτηκε στην Νομική Σχολή. Σύντομα όμως εγκατέλειψε τις σπουδές του αποφασισμένος να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία.

 Το πρώτο του ποίημα το είχε γράψει σε ηλικία 9 ετών, μιμούμενος τα πρότυπα της εποχής του, "ποίημα για γέλια", όπως το χαρακτήρισε αργότερα ο ίδιος. Η αρχή του ποιήματος εκείνου ήταν: "Σ΄ αγαπώ εφώνησα, / κι εσύ μ΄ αστράπτον βλέμμα /Μη - μ΄ απεκρίθης - μη θνητέ, / τολμήσης να μιάνης / δια της παρουσίας σου / τας ώρας τας ωραίας / που έζησα στον κόσμον /...".

Από το 1875 δημοσίευε σε εφημερίδες και περιοδικά διάφορα ποιήματα και το 1876 υπέβαλε στον Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό την ποιητική συλλογή Ερώτων Έπη, σε καθαρεύουσα, με σαφείς τις επιρροές της Α' Αθηναϊκής Σχολής. Η συλλογή απορρίφθηκε με το χαρακτηρισμό "λογιωτάτου γραμματικού ψυχρότατα στιχουργικά γυμνάσματα".

 Η πρώτη του αυτοτελής έκδοση ήταν το 1878 το ποίημα "Μεσολόγγι". Από το 1898 εκείνος και οι δύο φίλοι και συμφοιτητές του Νίκος Καμπάς (με τον οποίο μοιραζόταν το ίδιο δωμάτιο) και Γεώργιος Δροσίνης άρχισαν να συνεργάζονται με τις πολιτικές-σατιρικές εφημερίδες "Ραμπαγάς" και "Μη χάνεσαι". Οι τρεις φίλοι είχαν συνειδητοποιήσει την παρακμή του αθηναϊκού ρομαντισμού και με το έργο τους παρουσίαζαν μια νέα ποιητική πρόταση, η οποία βέβαια ενόχλησε τους παλαιότερους ποιητές, που τους αποκαλούσαν περιφρονητικά "παιδαρέλια" ή ποιητές της "Νέας Σχολής".





ο ποιητής σε ηλικία 10 χρονών


Το 1886 δημοσιεύτηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή Τραγούδια της Πατρίδος μου στη δημοτική γλώσσα, η οποία εναρμονίζεται απόλυτα με το κλίμα της Νέας Αθηναϊκής Σχολής.

Το 1887 παντρεύτηκε τη συμπατριώτισσά του Μαρία Βάλβη, με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά, μεταξύ των οποίων και ο Λέανδρος Παλαμάς. το 1889 δημοσιεύτηκε ο Ύμνος εις την Αθηνάν, αφιερωμένος στη γυναίκα του, για τον οποίο βραβεύτηκε στον Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό την ίδια χρονιά. Ένδειξη της καθιέρωσής του ως ποιητή ήταν η ανάθεση της σύνθεσης του Ύμνου των Ολυμπιακών Αγώνων, το 1896.

Το 1898, μετά το θάνατο του γιου του Άλκη σε ηλικία τεσσάρων ετών, δημοσίευσε την ποιητική σύνθεση "Ο Τάφος".

Το 1897 διορίστηκε γραμματέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, απ' όπου αποχώρησε το 1928. Από την ίδια χρονιά (1897) άρχισε να δημοσιεύει τις σημαντικότερες ποιητικές του συλλογές και συνθέσεις, όπως οι "Ίαμβοι και Ανάπαιστοι" (1897), "Ασάλευτη Ζωή" (1904), "ο Δωδεκάλογος του Γύφτου" (1907), "Η Φλογέρα του Βασιλιά" (1910).

Το 1918 του απονεμήθηκε το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών, ενώ από το 1926 αποτέλεσε βασικό μέλος της Ακαδημίας των Αθηνών, της οποίας έγινε πρόεδρος το 1930.
Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Κωστής Παλαμάς μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους διανοούμενους ολόκληρου του κόσμου, με την οποία αφενός μεν καυτηριάζονταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.

Πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 έπειτα από σοβαρή ασθένεια, 40 ημέρες μετά το θάνατο της συζύγου του (τον οποίο δεν είχε πληροφορηθεί επειδή και η δική του υγεία ήταν σε κρίσιμη κατάσταση). Η κηδεία του έμεινε ιστορική, καθώς μπροστά σε έκπληκτους Γερμανούς κατακτητές, χιλιάδες κόσμου τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία, στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο.

Η οικία του Παλαμά στην Πάτρα σώζεται ως σήμερα στην οδό Κορίνθου 241. Τρία χρόνια πριν τη γέννηση του Παλαμά στο ίδιο σπίτι γεννήθηκε η μεγάλη Ιταλίδα πεζογράφος Ματθίλδη Σεράο.
Ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 14 φορές (1926, 1927, 1928, 1929, 1930, 1931, 1932, 1933, 1934, 1935, 1936, 1937, 1938 και 1940). Ανάμεσα σε αυτούς που πρότειναν τον Παλαμά για το βραβείο υπήρξε και ο νικητής του 1916 Καρλ Γκούσταφ Βέρνερ φον Χάιντενσταμ, ο οποίος πρότεινε τον Παλαμά τρεις φορές (1928, 1930 και 1935).

Σήμερα "τιμής ένεκεν" φέρεται αφιερωμένη στο όνομά του μεγάλη αίθουσα εκθέσεων του πολυχώρου Τεχνόπολις στην Αθήνα.

                      --------------------------------------------------------------

Πάτρα: Έπεσαν οι υπογραφές για το σπίτι του Παλαμά- Η ανακοίνωση του Προέδρου του Συλλόγου Καλών Τεχνών Πάτρας: Να γίνει το όνειρο πραγματικότητα


Πάτρα: Έπεσαν οι υπογραφές για το σπίτι του Παλαμά- Η ανακοίνωση του Προέδρου  του Συλλόγου Καλών Τεχνών Πάτρας: Να γίνει το όνειρο πραγματικότητα Αγοραστής είναι ένας 75χρονος από την Πάτρα που δραστηριοποιείται επαγγελματικά στις Ηνωμένες Πολιτείες

 Το σπίτι που γεννήθηκε ο Ποιητής Κωστής Παλαμάς, το οποίο βρίσκεται στη οδό Κορίνθου πουλήθηκε.

Αγοραστής είναι ένας 75χρονος από την Πάτρα που δραστηριοποιείται επαγγελματικά στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στο συμβόλαιο περιγράφεται  πως το σπίτι θα μετατραπεί σε Μουσείο Ολυμπισμού, Τεχνών και Γραμμάτων και πως παραχωρείται στον Σύλλογο Πατρινών Καλλιτεχνών.
Πριν ξεκινήσουν οι εργασίες θα γίνει αναπαλαίωση και ανακαίνιση των εξωτερικών και εσωτερικών χώρων του κτιρίου υπό την εποπτεία του Υπουργείου Πολιτισμού.

Σε ανακοίνωσή του ο πρόεδρος  του Συλλόγου Καλών Τεχνών Πάτρας «Κωστής Παλαμάς Μαλλιάς Θεόδωρος αναφέρει:

"Σε μια ιδιαίτερα συγκινητική και ελπιδοφόρα ατμόσφαιρα που επικράτησε στο γραφείο της γνωστής και ευγενικής συμβολαιογράφου κ. Ελένης Λαλαγιάννη Σαλονικίδη, παρουσία της εκπροσώπου των πωλητών κ.Βασιλοπούλου Μαρίνας, του γνωστού δικηγόρου κ. Βγενόπουλου Αλκαίου, νομικό εκπρόσωπο του Αγοραστή, του ακάματου Παλαμιστή κτηματομεσίτη Γκότσινα Νικόλαου και του εκπροσώπου του ευγενή ευπατρίδη, συμπολίτη μας κ. Στεφανόπουλου, καθηγητή κ. Μαλλιά Θεόδωρου,   κατατέθηκαν οι ιστορικές υπογραφές οι οποίες σηματοδοτούν την αναγέννηση της ψυχής και της καρδιάς του μεγάλου μας Εθνικού ποιητή Κωστή Παλαμά μέσα στο σπίτι που τόσο πολύ αγάπησε.

Ο λαός της Πάτρας και ο πιο απόμακρος επισκέπτης,  θα αναβιώσει  μέσα από το Μουσείο Ολυμπισμού, Γραμμάτων και Τεχνών το ιερό δώρο που χάρισε ο ποιητής στην ανθρωπότητα, τον διαχρονικό, προφητικό και οικουμενικό Ολυμπιακό Ύμνο μια ανεκτίμητη κληρονομιά, μια αστείρευτη πηγή ψυχικής και σωματικής τελειότητας,  που υμνεί τον Ολυμπισμό και τους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Μέσα από τους στίχους του ποιητή  αναβιώνουν οι αρχές και  αξίες  για παγκόσμια ειρήνη, ελευθερία, δημοκρατική ισότητα, ηθική καταξίωση, πανανθρώπινη συναδέλφωση,  ευγενής άμιλλα και βαθιά πίστη στην ανθρώπινη αξία.

Η ανάδειξη του Αρχαίου Πνεύματος του Αθάνατου, από τα βάθη του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού, που επικαλέσθηκε ο ποιητής διαμορφώνει την ιστορική συνέχεια από το Ομηρικό απόφθεγμα.  «Αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων» το Πλατωνικό «το καλόν κ’αγαθόν» μέχρι την σύγχρονη εποχή του Παλαμά με την δημιουργία  του «σιδερένιου  κ’ άξιου  κορμιού» δηλαδή, τον υγιή, ρωμαλέο και ευγενικό, καλό πολίτη, που με το «αμάραντο στεφάνωσε κλωνάρι» για τον νικητή, εμπνέει το « ευ αγωνίζεσθε» την «ευγενή άμιλλα» και την αρετή της ανιδιοτέλειας.
Ιδανικά που ονειρεύτηκε να αναβιώσει στους σύγχρονους Ολυμπιακούς αγώνες ο μεγάλος παιδαγωγός   Pierre de Coubertin μαζί με τον Πρόεδρο της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής Δημήτριο Βικέλα  όταν ανέθεσαν στον νεαρό τότε ποιητή Κωστή Παλαμά να στιχουργήσει  τον Ολυμπιακό Ύμνο.

Ο κόσμος μέσα από το Μουσείο θα γνωρίσει επίσης τον άνθρωπο και ποιητή Κωστή Παλαμά.
Ένα μεγάλο ευχαριστώ από όλους εμάς, στον συμπολίτη  ευεργέτη μας  κ. Στεφανόπουλο Αθανάσιο και την αξιοπρεπή οικογενειά του που θα συνεχίσουν με μεγάλη φροντίδα και αγάπη να ολοκληρώσουν το όνειρο  που από τα μαθητικά του χρόνια γινόταν βίωμα, την ανάδειξη της οικίας του Κωστή Παλαμά σε Μουσείο Πολιτισμού, Ολυμπισμού Γραμμάτων και Τεχνών «Κωστής Παλαμάς»

Από εμάς, ένα ακόμη ιστορικό κάλεσμα σε κάθε πολίτη της Πάτρας, στους λάτρες του Πατριάρχη των γραμμάτων  του Κωστή Παλαμά, να προστρέξουν και να ανταποκριθούν στο κάλεσμα αυτό, ο καθένας από το δικό μετερίζι,  ώστε το όνειρο όλων μας να γίνει πραγματικότητα. Τώρα έχουμε τα θεμέλια. Άς θρονιάσουμε και τα υπόλοιπα αγκωνάρια."

 «Το σπίτι που γεννήθηκα»

Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι
στοιχειό είναι και με προσκαλεί· ψυχή, και με προσμένει.

Το σπίτι που γεννήθηκα, ίδιο στην ίδια στράτα
στα μάτια μου όλο υψώνεται και μ' όλα του τα νιάτα.

Το σπίτι, ας του νοθέψανε το σχήμα και το χρώμα·
και ανόθευτο κι αχάλαστο, και με προσμένει ακόμα.

Της πόρτας του η παλαϊκή κορώνα, ώ! να η καμάρα!
Μόνο οι χορδές της λείπουνε για να γενεί κιθάρα

να συνοδέψει του σπιτιού τ' ολόχαρο τραγούδι
προς το παιδί· γυρίζω ανθρός, δροσιά, ξεπεταρούδι,
πάω στη φωλιά, στη γάστρα μου, στο πρωί μου, στο μαγνήτη,
στη ζέστα της μητέρας μου, στο πατρικό άγιο σπίτι.
[...]
Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι.
Στοιχειό, και σαν απάτητο, με ζει και με προσμένει.

[πηγή: Κωστής Παλαμάς, «Το σπίτι που γεννήθηκα», Τα Παράκαιρα, (1918) Άπαντα, Ζ΄, Μπίρης-Γκοβόστης, Αθήνα [1965], σ. 253-254]
                            ------------------------------------------------------------------


                              ΥΜΝΟΣ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ



 Olympic Hymn title.jpg

Ο Ολυμπιακός Ύμνος είναι μια μουσική σύνθεση που συντέθηκε για τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 1896 από τον Σπύρο Σαμάρα, σε ποίηση του Κωστή Παλαμά.

Κατά τις επόμενες Ολυμπιάδες, η εκάστοτε διοργανώτρια χώρα ανέθετε σε διάφορους συνθέτες τη σύνθεση ενός ξεχωριστού ύμνου. Το 1958 όμως ο ύμνος των Σαμάρα / Παλαμά επελέγη από την Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή ως ο επίσημος ύμνος του Ολυμπιακού Κινήματος και από την Ολυμπιάδα της Ρώμης το 1960 ανακρούεται στις τελετές έναρξης και λήξης κάθε Ολυμπιάδας, συνήθως μεταγλωττισμένος στη γλώσσατης διοργανώτριας χώρας.

Η αρχική παρτιτούρα βρίσκεται στην έδρα της ΔΟΕ στη Λωζάνη.

Στίχοι

Αρχαίο Πνεύμα αθάνατο, αγνέ πατέρα
του ωραίου, του μεγάλου και τ' αληθινού
Κατέβα, φανερώσου κι άστραψε εδώ πέρα
στη δόξα της δικής σου γης και τ' ουρανού
Στο δρόμο και στο πάλεμα και στο λιθάρι
Στων ευγενών αγώνων λάμψε την ορμή
Και με το αμάραντο στεφάνωσε κλωνάρι
και σιδερένιο πλάσε και άξιο το κορμί
και σιδερένιο πλάσε και άξιο το κορμί
Κάμποι, βουνά και θάλασσες φέγγουνε μαζί σου
σαν ένας λευκοπόρφυρος μέγας ναός
Και τρέχει στο ναό εδώ προσκυνητής σου
Και τρέχει στο ναό εδώ προσκυνητής σου
Αρχαίο Πνεύμα αθάνατο, κάθε λαός, κάθε λαός
Αρχαίο Πνεύμα αθάνατο, κάθε λαός
Σε ορισμένες περιπτώσεις η λέξη «Θάλασσες» (πρώτος στίχος τρίτης στροφής) αντικαθίσταται από τη λέξη «Πέλαγα», χωρίς ωστόσο να αλλοιώνεται το πνεύμα του ποιητή.

                         ----------------------------------------------------------------


 

Έργο

Ο Παλαμάς ήταν ένας από τους πολυγραφότερους Έλληνες λογοτέχνες και πνευματικούς ανθρώπους. Δημοσίευσε συνολικά σαράντα ποιητικές συλλογές, καθώς και θεατρικά έργα, κριτικά και ιστορικά δοκίμια, συγκριτικές μελέτες και βιβλιοκριτικές. Την επιμέλεια της επανέκδοσης των έργων του μετά το θάνατό του ανέλαβε ο γιος του Λέανδρος Παλαμάς επίσης ποιητής και κριτικός της λογοτεχνίας.

Ποιητικό έργο

Το ποιητικό του έργο είναι μεγάλο σε έκταση και σε σημασία και είχε τεράστια απήχηση στην εποχή του. Διαμετρικά αντίθετες πολιτικές και πνευματικές προσωπικότητες, όπως ο Κωνσταντίνος Τσάτσος και ο Νίκος Ζαχαριάδης αισθάνθηκαν την ανάγκη να τοποθετηθούν απέναντι στο Δωδεκάλογο του Γύφτου. Ο Μίκης Θεοδωράκης έχει πει ότι ο Παλαμάς είχε μεγαλύτερη επιρροή από 10 Πρωθυπουργούς. Το ενδιαφέρον για το έργο του μειώθηκε στη μεταπολεμική Ελλάδα, όταν επεκράτησαν διαφορετικά αισθητικά ρεύματα ενώ υποχώρησε και το ενδιαφέρον για την ποίηση γενικότερα.

Οι δύο πρώτες του συλλογές, Τραγούδια της πατρίδος μου και Τα μάτια της ψυχής μου είχαν ακόμα απηχήσεις του ρομαντισμού της Α' Αθηναϊκής Σχολής και κάποια κατάλοιπα καθαρεύουσας. Η πρώτη σημαντική στάση στο έργο του ήταν η συλλογή Ίαμβοι και Ανάπαιστοι (1897), κυρίως για την ανανεωμένη μετρική της, με την εναλλαγή ιαμβικού και αναπαιστικού ρυθμού (ο ίδιος επισήμανε ότι παρακινήθηκε από την μετρική του Κάλβου), αλλά και για την εκφραστική λιτότητα και σαφήνεια. Το επόμενο έργο του, ο Τάφος (1898), αποτελείται από ποιήματα - μοιρολόγια για τον θάνατο του γιου του Άλκη. Η πρώτη περίοδος της δημιουργίας του κλείνει με την συλλογή Ασάλευτη Ζωή (1904), η οποία περιέχει υλικό από όλα τα προηγούμενα χρόνια της δράσης του. Κεντρική θέση στη συλλογή έχουν τα ποιήματα Η Φοινικιά (αναγνωρίζεται ως το καλύτερο ίσως έργο του), Ασκραίος και Αλυσίδες (συναποτελούν την ενότητα "Μεγάλα οράματα") και η ενότητα σονέτων Πατρίδες.

Η κορυφαία έκφραση της "λυρικής σκέψης" του Παλαμά είναι Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου (1907). Στο πνευματικό του ταξίδι ο Γύφτος θα γκρεμίσει και θα ξαναχτίσει τον κόσμον όλο. Θα απαρνηθεί τη δουλειά, την αγάπη, τη θρησκεία, την αρχαιότητα, το Βυζάντιο και όλες τις πατρίδες, αλλά και θα τα αναστήσει όλα μέσα από την Τέχνη, μαζί και τη μεγάλη χίμαιρα της εποχής, τη Μεγάλη Ιδέα. Θα υμνήσει τον ελεύθερο λαό του, αλλά θα τραγουδήσει και έναν νιτσεϊκό αδάκρυτο ήρωα. Θα καταλήξει προσκυνώντας τη Φύση και την Επιστήμη.

'Η Φλογέρα του βασιλιά (1910) διαδραματίζεται στο Βυζάντιο και αφηγείται το ταξίδι του Βασίλειου Β' ("Βουλγαροκτόνου") στην Αθήνα. Κεντρικό σημείο του έργου είναι το προσκύνημα του αυτοκράτορα στον Παρθενώνα, που έχει γίνει ναός της Παναγίας. Αυτό συμβολίζει για τον ποιητή τη σύνθεση και την ενότητα όλης της ιστορίας του Ελληνισμού, αρχαίας, βυζαντινής και σύγχρονης. Η έμπνευση της Φλογέρας του Βασιλιά είναι αποτέλεσμα και του ανανεωμένου τότε ενδιαφέροντος για το Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αλλά κυρίως του Μακεδονικού Αγώνα.

Μετά τις μεγάλες συνθέσεις επανήλθε σε μικρότερες λυρικές φόρμες με τις συλλογές Οι καημοί της Λιμνοθάλασσας και Η Πολιτεία και η Μοναξιά (1912), μαζί με τις οποίες εξέδωσε και τα σατιρικά ποιήματά του (Σατιρικά γυμνάσματα). Στις επόμενες συλλογές του γενικά δεν παρουσιάστηκε κάτι νέο στην ποιητική του εξέλιξη, παρά μόνο στις τελευταίες, Ο κύκλος των τετράστιχων (1929) και Οι νύχτες του Φήμιου (1935) αποτελούνται αποκλειστικά από σύντομα τετράστιχα ποιήματα.




Η σχέση με το δημοτικισμό

Η εποχή της εμφάνισης του Κωστή Παλαμά, αλλά και των άλλων ποιητών της Νέας Αθηναϊκής Σχολής συνέπεσε με την έξαρση του προβληματισμού για το γλωσσικό ζήτημα.
Το 1888 εκδόθηκε το Ταξίδι μου του Ψυχάρη, ενώ είχε προηγηθεί η διαμάχη Κωνσταντίνου Κόντου- Δημ. Βερναρδάκη, το 1882. Ενώ σταδιακά στην ποίηση η δημοτική καθιερώθηκε (με τη συμβολή και των ποιητών της Νέας Αθηναϊκής Σχολής), στην πεζογραφία (και φυσικά στον επίσημο λόγο) επικρατούσε η καθαρεύουσα. Ο Παλαμάς, υποστηρικτής της δημοτικής, υποδέχθηκε με ευνοϊκή κριτική το Ταξίδι μου. Μια μόλις μέρα αφ' ότου το διάβασε, έγραψε το άρθρο "Το επαναστατικόν βιβλίον του κ. Ψυχάρη" εκφράζοντας ενθουσιώδεις κρίσεις, χωρίς βέβαια να παραλείψει να επισημάνει και τις ακρότητες του συγγραφέα. Η υποστήριξή του προς όλες τις προσπάθειες καθιέρωσης της δημοτικής ήταν συνεχής και έμπρακτη. Συνεργαζόταν με το περιοδικό-όργανο του δημοτικισμού Ο Νουμάς από το πρώτο κιόλας τεύχος και στη δημοτική έγραψε όχι μόνο τα ποιήματα αλλά και τα (λίγα) διηγήματά του.

Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ενώ στο λογοτεχνικό (και αργότερα και στο κριτικό) έργο χρησιμοποιούσε τη δημοτική, ως Γραμματέας του Πανεπιστημίου ήταν υποχρεωμένος να συντάσσει τα επίσημα έγγραφα σε αυστηρή καθαρεύουσα. Όπως ανέφερε ο ίδιος σε επιστολή του, στην φιλολογική του εργασία ήταν "μαλλιαρός" και στην υπηρεσία του "αττικιστής απ' την κορφή ως τα νύχια". Η επίσημη θέση του, όπως ήταν φυσικό, δύσκολα μπορούσε να συνδυαστεί με την υποστήριξη στο δημοτικισμό. Βρέθηκε πολλές φορές στο επίκεντρο επιθέσεων, ειδικά κατά τα "Ευαγγελικά" (1901) και τα "Ορεστειακά" (1903). Παρά ταύτα ο ίδιος δε δίστασε να δηλώσει δημοσίως ότι ο δημοτικισμός ήταν η αρετή του (1908).




Κατάλογος έργων

Ποιητικό έργο

Τραγούδια της πατρίδος μου (1886)
Ύμνος εις την Αθηνάν (1889)
Τα μάτια της ψυχής μου (1892)
Ίαμβοι και ανάπαιστοι (1897)
Ο Τάφος (1898)
Οι χαιρετισμοί της Ηλιογέννητης (1900)
Η ασάλευτη ζωή (1904)
Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου (1907)
Η φλογέρα του Βασιλιά (1910)
Οι καημοί της λιμνοθάλασσας (1912)
Σατιρικά Γυμνάσματα (1912)
Η πολιτεία και η μοναξιά (1912)
Βωμοί (1915)
Τα παράκαιρα (1919)
Τα δεκατετράστιχα (1919)
Οι πεντασύλλαβοι και Τα παθητικά κρυφομιλήματα- Οι λύκοι- Δυο λουλούδια από τα ξένα (1925)
Δειλοί και σκληροί στίχοι (1928)
Ο κύκλος των τετράστιχων (1929)
Περάσματα και χαιρετισμοί (1931)
Οι νύχτες του Φήμιου (1935)
Βραδινή φωτιά (1944, μεταθανάτια έκδοση επιμελημένη από τον γιό του Λέανδρο)
Η Κασσιανή

Πεζογραφικό έργο

«Ο θάνατος του παλικαριού», 1901
«Διηγήματα», 1920
Διηγήματα
Θάνατος παληκαριού, διήγημα, (1901)
Διηγήματα, 1920
Θέατρο
Τρισεύγενη, δράμα (1903).

Κριτική-Δοκίμιο

Ήταν ένας από τους σημαντικότερους νεοέλληνες κριτικούς. Σε αυτόν οφείλεται η επανεκτίμηση του έργου των Ανδρέα ΚάλβουΔιονύσιου Σολωμού, της Επτανησιακής Σχολής εν γένει, του Κώστα Κρυστάλλη και άλλων.

"Το έργο του Κρυστάλλη" (1894),
"Σολωμός Η ζωή και το έργο του" (1901)
"Γράμματα" (2 τόμοι, 1904 - 1907)
"Ηρωικά πρόσωπα και κείμενα" (1911)
"Τα πρώτα κριτικά" (1913)
"Αριστοτέλης Βαλαωρίτης" (1914)
"Βιζυηνός και Κρυστάλλης" (1916)
"Ιούλιος Τυπάλδος" (1916)
"Πως τραγουδούμε τον θάνατο της κόρης" (1918)
"Πεζοί δρόμοι" (3 τόμοι 1929 - 1933)
"Ο Γκαίτε στην Ελλάδα" (1932)
"Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου" (1933)
"Η ποιητική μου" (1933)
"Πεζοί δρόμοι. Κάποιων νεκρών η ζωή" (1934)
"Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου" 2ος τόμος (1940).
Μεταφράσεις
"Β΄Ολυμπιόνικος" του Πινδάρου εφημ.΄΄Εστία΄΄, 1896
"ΙΔ΄Ολυμπιόνικος" Πινδάρου, εφημ. ΄΄Ακρόπολις΄΄, 1896
"Πρόας ο Νικίου" υπό Αντρέ Λωρί, έκδοση Διάπλασης των Παίδων, 1898.
"Η Ελένη της Σπάρτης" του Αιμ. Βεράβεν 1906.

Σημειώνεται ότι πρώτα έργα του Κωστή Παλαμά που μεταφράστηκαν στην αγγλική γλώσσα ήταν "Η ασάλευτη ζωή", "Η τρισεύγενη", ο "Θάνατος παληκαριού" και ακολούθησαν άλλα. Στη δε γαλλική γλώσσα πρώτα ήταν "Ο τάφος", "Ο Δωδεκάλογος του γύφτου", ο "Θάνατος παλληκαριού" κ.ά., ενώ πλείστα αποσπάσματα άλλων συλλογών μεταφράστηκαν σε διάφορες άλλες γλώσσες όπως στη γερμανική, ιταλική, ισπανική αραβική και τουρκική γλώσσα.

Διακρίσεις

Ανακήρυξή του σε κορυφαίο πεζογράφο και έναν από τους τρεις κορυφαίους ποιητές όλων των εποχών.

Δημιουργία μουσείου με το όνομά του.

Δημιουργία ιδρύματος με το όνομά του.

Βράβευση του με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών το 1925 από την ακαδημία Αθηνών της οποίας διορίστηκε
μέλος το 1926, ενώ εξελέγη πρόεδρός της το 1930.




 --------------------------------------------------


«Ηχήστε οι Σάλπιγγες»: Η Κηδεία του Κωστή Παλαμά

Στις 27 Φεβρουαρίου 1943 έφευγε από τη ζωή, σε ηλικία 84 ετών, ο σπουδαίος έλληνας ποιητής Κωστής Παλαμάς. Ήταν βαριά άρρωστος όταν τον συνάντησε ο χάρος στο σπίτι του, στην οδό Περιάνδρου 3 στην Πλάκα. Λίγες μέρες νωρίτερα, στις 9 Φεβρουαρίου του 1943, είχε πάρει τη γυναίκα του Μαρία.
Το νέο του θανάτου του επιφανέστερου ποιητή της γενιάς του 1880 κυκλοφόρησε με αστραπιαία ταχύτητα στην κατοχική Αθήνα. «Χτες βράδυ μία είδηση ακατανόητη μας ήρθε. Μία είδηση ασύλληπτη. Ο Γέρο-Παλαμάς πέθανε. Είχαμε ξεχάσει πως ήταν θνητός» γράφει στο προσωπικό της ημερολόγιο η Ιωάννα Τσάτσου.

Από νωρίς το πρωί της 28ης Φεβρουαρίου πλήθος λαού άρχισε να συγκεντρώνεται στο Α' Νεκροταφείο της Αθήνας για να αποτίσει το ύστατο χαίρε στον μεγάλο ποιητή, αλλά και για να εκφράσει τα αντικατοχικά του αισθήματα.

Στις 11 το πρωί άρχισε η νεκρώσιμος ακολουθία, χοροσταντούντος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Δαμασκηνού. Ο πνευματικός κόσμος της χώρας έδωσε βροντερό «παρών»: Σπύρος Μελάς, Μαρίκα Κοτοπούλη, Κωνσταντίνος Τσάτσος, Γιώργος Θεοτοκάς, Άγγελος Σικελιανός, Ηλίας Βενέζης, Ιωάννα Τσάτσου, Γιώργος Κατσίμπαλης, κ.ά.




Οι επίσημες αρχές, προσπαθώντας να περιορίσουν το νόημα της παλλαϊκής συγκέντρωσης, εκπροσωπήθηκαν στην κηδεία από τον ίδιο τον δοτό πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο και από εκπροσώπους των γερμανικών και ιταλικών κατοχικών δυνάμεων.
Αυτό δεν απέτρεψε τη μετατροπή της κηδείας σε εκδήλωση πατριωτικής έξαρσης.

«Σε αυτό το φέρετρο ακουμπάει η Ελλάδα» είπε εύστοχα ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός (1884-1951), δίνοντας το πνεύμα ομόθυμης παρουσίας του λαού στην κηδεία. Και «με μια φωνή όσο ποτέ δυνατή» απήγγειλε το ποίημα Παλαμάς, που είχε γράψει τα χαράματα της 28ης Φεβρουαρίου προς τιμήν του μεγάλου ποιητή:
Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλεί, τι κι αν το πεί η δικιά μου γλώσσα;

Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ' αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ' τον στα χέρια

γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας
που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη,
πες μ' ένα μόνο ανασασμόν: "Ο Παλαμάς !",
ν' αντιβογκήσει τ' όνομά του η οικουμένη !

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένας λαός,
σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει...
κι ακέριος φλέγεται ως με τ' άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει.

Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,

που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

 
Άγγελος Σικελιανός



Στη συνέχεια, ο ποιητής Σωτήρης Σκίπης (1881-1952), από τους τελευταίους εκπροσώπους της Νέας Αθηναϊκής Σχολής, απήγγειλε συγκλονιστικά το ποίημά του Στον Κωστή Παλαμά.
Μέσ' από τα κάγκελλα τ' αόρατα
της απέραντής μας φυλακής,
μέσα στο κελί το σκοτεινό μας,
δεν εβάσταξες στον πόνο της Φυλής
κι έπεσες σα δρυς
από τα χτυπήματα
κάποιων μαύρων ξυλοκόπων
στο σκοτάδι της νυχτιάς της τραγικής,
δίχως να προσμείνεις την αχτίδα
της καινούργιας Χαραυγής.

Κι έπεσες καθώς από σεισμό
πέφτει μια μαρμάρινη κολόνα
κάποιου πανάρχαιου ναού.
Σα ναός, οπού χτυπιέται
απ' τα βόλια των βαρβάρων.
Σαν τον Παρθενώνα,
ήρωα, ποιητή του Αιώνα.

Μάτια στερεμένα από τις τόσες
συμφορές,
δάκρυα δε θα χύσουνε για Σένα.

Θα σε κλάψουνε μια μέρα
οι ίδιοι αυτοί που μας σκοτώνουν
έναν - ένα,
σαν ξυπνήσουν απ' τη μέθη τους
κι αντικρύσουν τι ερημιές
εσκορπίσανε στο διάβα τους
σ' αναρίθμητες καρδιές.

Φεύγεις, πας για το ταξίδι σου
το Αχερούσιο, το στερνό,
ω πρωτότοκε αδερφέ μας,
όμως κοίτα πώς ξοπίσω σου
οι Έλληνες σε χαιρετάνε.
Ο καθένας ένα στίχο σου
ψέλνοντας μελωδικό,
σε ξεπροβοδάνε
με τα μύρια σου τραγούδια,
που βουίζουν σα μελίσσια
πάνω απ' Απριλιού λουλούδια,
σα να προμηνάνε την Ανάσταση,
ω μεγάλε ραψωδέ μας.

Όταν τελείωσε η νεκρώσιμη ακολουθία, ο Σπύρος Μελάς, ο Άγγελος Σικελιανός και νέα παιδιά σήκωσαν το φέρετρο και κατευθύνθηκαν προς τον χώρο της ταφής. Την ώρα που θα εναπόθεταν το φέρετρο μέσα στη γη, πλησίασε ο αντιπρόσωπος του κατακτητή να καταθέσει στεφάνι. Τότε, ο λογοτέχνης Γιώργος Κατσίμπαλης άρχισε να τραγουδά τον Εθνικό Ύμνο: «Σε γνωρίζω από την κόψη...». Ακολούθησε το συγκεντρωμένο πλήθος, «πρώτα δειλά –περιγράφει ο Κωνσταντίνος Τσάτσος– ύστερα η φωνή κατάκτησε όλον τον κόσμο, μυριόστομη. Ήταν η στιγμή η πιο συγκινητική. Ο κόσμος τραγουδούσε με πάθος. Κάποιος φώναξε Ζήτω η ελευθερία του πνεύματος. Αλλά ο κόσμος ήθελε ελευθερία σκέτη και φώναζε Ζήτω η Ελευθερία!».

                                   

 


Ὁ Διγενὴς κι ὁ Χάροντας


Καβάλλα πάει ὁ Χάροντας
τὸν Διγενῆ στὸν Ἅδη,
κι ἄλλους μαζί... Κλαίει, δέρνεται
τ᾿ ἀνθρώπινο κοπάδι.
Καὶ τοὺς κρατεῖ στοῦ ἀλόγου του
δεμένους στὰ καπούλια,
τῆς λεβεντιᾶς τὸν ἄνεμο,
τῆς ὀμορφιᾶς τὴν πούλια.
Καὶ σὰ νὰ μὴν τὸν πάτησε
τοῦ Χάρου τὸ ποδάρι
ὁ Ἀκρίτας μόνο ἀτάραχα
κοιτάει τὸν καβαλλάρη.
«Ὁ Ἀκρίτας εἶμαι, Χάροντα
δὲν περνῶ μὲ τὰ χρόνια.
Μ᾿ ἄγγιξες καὶ δὲ μ᾿ ἔνοιωσες
στὰ μαρμαρένια ἁλώνια;
Ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀκατάλυτη
ψυχὴ τῶν Σαλαμίνων,
στὴν Ἑφτάλοφην ἔφερα
τὸ σπαθὶ τῶν Ἑλλήνων.
Δὲ χάνομαι στὰ Τάρταρα,
μονάχα ξαποσταίνω,
στὴ ζωὴ ξαναφαίνομαι
καὶ λαοὺς ἀνασταίνω!»



Ἡ Κασσιανή

Κύριε, γυναίκα ἁμαρτωλή, πολλά,
πολλά, θολά, βαριὰ τὰ κρίματά μου.
Μά, ὦ Κύριε, πῶς ἡ θεότης Σου μιλᾶ
μέσ᾿ στὴν καρδιά μου!
Κύριε, προτοῦ Σὲ κρύψ᾿ ἡ ἐντάφια γῆ
ἀπὸ τὴ δροσαυγὴ λουλούδια πῆρα
κι ἀπ᾿ τῆς λατρείας τὴν τρίσβαθη πηγὴ
Σοῦ φέρνω μύρα.
Οἶστρος μὲ σέρνει ἀκολασίας... Νυχτιά,
σκοτάδι ἀφέγγαρο, ἄναστρο μὲ ζώνει,
τὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας φωτιὰ
μὲ καίει, μὲ λιώνει.
Ἐσὺ ποὺ ἀπὸ τὰ πέλαα τὰ νερὰ
τὰ ὑψώνεις νέφη, πάρε τα, Ἔρωτά μου,
κυλᾶνε, εἶναι ποτάμια φλογερὰ
τὰ δάκρυά μου.
Γύρε σ᾿ ἐμέ. Ἡ ψυχὴ πῶς πονεῖ!
Δέξου με Ἐσὺ ποὺ δέχτηκες καὶ γείραν
ἄφραστα ὡς ἐδῶ κάτου οἱ οὐρανοί.
καὶ σάρκα ἐπῆραν.
Στ᾿ ἄχραντά Σου τὰ πόδια, βασιλιᾶ
μου Ἐσὺ θὰ πέσω καὶ θὰ στὰ φιλήσω,
καὶ μὲ τῆς κεφαλῆς μου τὰ μαλλιὰ
θὰ στὰ σφουγγίσω.
Τ᾿ ἄκουσεν ἡ Εὔα μέσ᾿ στὸ ἀποσπερνὸ
τῆς παράδεισος φῶς ν᾿ ἀντιχτυπᾶνε,
κι ἀλαφιασμένη κρύφτηκε... Πονῶ,
σῶσε, ἔλεος κάνε.
Ψυχοσῶστ᾿, οἱ ἁμαρτίες μου λαός,
Τὰ ἀξεδιάλυτα ποιὸς θὰ ξεδιαλύσῃ;
Ἀμέτρητό Σου τὸ ἔλεος, ὁ Θεός!
Ἄβυσσο ἡ κρίση.


 


Μιὰ πίκρα

Τὰ πρῶτα μου χρόνια τ᾿ ἀξέχαστα τἄζησα
κοντὰ στ᾿ ἀκρογιάλι,
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.
Καὶ κάθε φορὰ ποὺ μπροστά μου ἡ πρωτάνθιστη
ζωούλα προβάλλει,
καὶ βλέπω τὰ ὀνείρατα κι ἀκούω τὰ μιλήματα
τῶν πρώτων μου χρόνων κοντὰ στὸ ἀκρογιάλι,
στενάζεις καρδιά μου τὸ ἴδιο ἀναστέναγμα:
Νὰ ζοῦσα καὶ πάλι
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.
Μιὰ μένα εἶναι ἡ μοίρα μου, μιὰ μένα εἶν᾿ ἡ χάρη μου,
δὲν γνώρισα κι ἄλλη:
Μιὰ θάλασσα μέσα μου σὰ λίμνη γλυκόστρωτη
καὶ σὰν ὠκιανός ἀνοιχτὴ καὶ μεγάλη.
Καὶ νά! μέσ᾿ στὸν ὕπνο μου τὴν ἔφερε τ᾿ ὄνειρο
κοντά μου καὶ πάλι
τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.
Κι ἐμέ, τρισαλίμονο! μιὰ πίκρα μὲ πίκραινε,
μιὰ πίκρα μεγάλη,
καὶ δὲ μοῦ τὴ γλύκαινες πανώριο ξαγνάντεμα
τῆς πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ἀκρογιάλι!
Ποιὰ τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου
καὶ ποιὰ ἀνεμοζάλη,
ποὺ δὲ μοῦ τὴν κοίμιζες καὶ δὲν τὴν ἀνάπαυες,
πανώριο ξαγνάντεμα κοντὰ στ᾿ ἀκρογιάλι;
Μιὰ πίκρα εἶν᾿ ἀμίλητη, μιὰ πίκρα εἶν᾿ ἀξήγητη,
μιὰ πίκρα μεγάλη,
ἡ πίκρα ποὺ εἶν᾿ ἄσβηστη καὶ μέσ᾿ τὸν παράδεισο
τῶν πρώτων μας χρόνων κοντὰ στὸ ἀκρογιάλι.

Καημοὶ τῆς Λιμνοθάλασσας, 1912



Ὅσο περνᾶν τὰ χρόνια μου

Ὅσο περνᾶν τὰ χρόνια μου
κι ὅσο περνῶ μὲ κεῖνα
τόσο γλυκὰ τριγύρω μου
μοσκοβολᾶν τὰ κρίνα
τῶν πρωτινῶν ἀπρίληδων...
Τὰ παιδικίσια χρόνια
μοῦ κελαηδοῦν ἀηδόνια
σὲ νύχτες καὶ σ᾿ ἐρμιές.
Καλῶς τα τὰ χριστόψωμα
καλῶς τον Ἅι Βασίλη!
Παιδάκια μὲ τὰ κάλαντα
στὰ λυγερόηχα χείλη
σὰ μυστικὸ ξημέρωμα
τοῦ λιβανιοῦ οἱ ἀχνάδες.
Ἄναψαν οἱ λαμπάδες
κι ἀστράψαν οἱ ἐκκλησιές.
Καλῶς τα τὰ σπιτιάτικα
μεθυστικὰ γιορτάσια!
Στὰ μάτια τοῦ μισόκοπου
μαγιάτικα κεράσια
ροδίζουν καὶ σταλάζουνε
δροσιὰ καὶ γλύκα· ὦ! πόσο!
Πεινῶ καὶ πάω ν᾿ ἁπλώσω
τὰ χέρια πρὸς αὐτά.





Πατρίδες
...
Ἐδῶ οὐρανὸς παντοῦ κι ὁλοῦθε ἥλιου ἀχτίνα,
καὶ κάτι ὁλόγυρα σὰν τοῦ Ὑμηττοῦ τὸ μέλι,
βγαίνουν ἀμάραντ᾿ ἀπὸ μάρμαρο τὰ κρίνα,
λάμπει γεννήτρα ἑνὸς Ὀλύμπου ἡ θεία Πεντέλη.
Στὴν ὀμορφιὰ σκοντάβει σκάφτοντας ἡ ἀξίνα,
στὰ σπλάχνα ἀντὶ θνητοὺς θεοὺς κρατᾶ ἡ Κυβέλη,
μενεξεδένιο αἷμα γοργοστάζ᾿ ἡ Ἀθήνα
κάθε ποὺ τὴ χτυπᾶν τοῦ Δειλινοῦ τὰ βέλη.
Τῆς ἱερῆς ἐλιᾶς ἐδῶ ναοὶ καὶ οἱ κάμποι
ἀνάμεσα στὸν ὄχλο ἐδῶ ποὺ ἀργοσαλεύει
καθὼς ἀπάνου σ᾿ ἀσπρολούλουδο μία κάμπη,
ὁ λαὸς τῶν λειψάνων ζῆ καὶ βασιλεύει
χιλιόψυχος, τὸ πνεῦμα καὶ στὸ χῶμα λάμπει,
τὸ νιώθω, μὲ σκοτάδια μέσα μου παλεύει
Ἐκεῖ ποὺ ἀκόμα ζοῦν οἱ Φαίακες τοῦ Ὁμήρου
καὶ σμίγ᾿ ἡ Ἀνατολὴ μ᾿ ἕνα φιλὶ τὴ Δύση,
κι ἀνθεῖ παντοῦ μὲ τὴν ἐλιὰ τὸ κυπαρίσσι,
βαθύχρωμη στολὴ στὸ γαλανὸ τοῦ Ἀπείρου
...
Πατρίδες! Ἀέρας, γῆ, νερό, φωτιά! Στοιχεῖα,
ἀχάλαστα καὶ ἀρχὴ καὶ τέλος τῶν πλασμάτων,
σὰ θὰ περάσω στὴ γαλήνη τῶν μνημάτων,
θὰ σᾶς ξανάβρω, πρώτη καὶ στερνὴ εὐτυχία!

1895


Κυμοθόη

- Ποιὸς εἶδε τὴ νεράιδα Κυμοθόη,
τοῦ πέλαου τὴ λαχτάρα καὶ τοῦ ἀφροῦ,
ποὺ εἶν᾿ ἔξω ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα τῆς πλάσης
καὶ πέρα ἀπὸ τὰ βρόχια τοῦ καιροῦ;
- Ἐγὼ εἶδα τὴ νεράιδα Κυμοθόη
τῶν πέλαων τὴ χαρὰ καὶ τῶν ἀφρῶν
στὰ πόδια της νὰ σέρνῃ τὸν Ἀσκραῖο,
τὸν ψάλτη τῶν ἡρώων καὶ τῶν καιρῶν.
- Ποιὸς εἶδε τὴ νεράιδα Κυμοθόη;
τὰ κύματα μαγνῆτες καὶ καημοί,
χρυσὰ δελφίνια στὴ φωνή της παίζουν
καὶ στὸ κορμί.
- Ἐγὼ εἶδα τὴ νεράιδα Κυμοθόη,
νὰ ξεθάφτῃ στὴν ἄβυσσο θαφτὸ
τοῦ Βασιλιᾶ τῆς Θούλας τὸ ποτήρι
τ᾿ ὀνειρευτό.
-Ποιὸς εἶδε τὴ νεράιδα Κυμοθόη;
Τὸ πρόσωπό της μιὰ φεγγοβολή,
τὸ φεγγάρι στῆς θάλασσας τοὺς κόρφους
ποὺ τρέμει ἀπάνου τους καὶ τοὺς φιλεῖ.
- Ἐγὼ εἶδα τὴ νεράιδα Κυμοθόη
νὰ ποτίζῃ τὸ θεῖο τραγουδιστὴ
στοῦ βασιλιὰ τῆς Θούλας τὸ ποτήρι...
θνητὸς ἢ θεῖος, μακάριος ποὺ θὰ πιεῖ.



Φαντασία

Φαντασία δέσποινα, ἔλα,
τρέξε πρωτοστάτη Νοῦ,
σύρτε ἀδάμαστες δουλεῦτρες,
ὦ νεράιδες τοῦ Ρυθμοῦ,
κι ἀπ᾿ τοῦ πόθου τὰ βαθιά,
τὰ ψηλὰ τοῦ λογισμοῦ
φέρτε, φέρτε, τοῦ μαρμάρου
τ᾿ ἄνθια καὶ τοῦ χρυσαφιοῦ,
τὰ λαμπρόηχα λόγια φέρτε,
καὶ ρυθμίστ᾿ ἕνα παλάτι
καὶ στυλῶστε μέσα ἐκεῖ
τοῦ Ἡλίου τὸ εἴδωλο, καὶ κεῖνο
ὑπερούσια καμωμένο
ἀπὸ ἡλιοφεγγοβολή.








ΠΗΓΕΣ





















Δημοσίευση σχολίου