Κυριακή, 23 Αυγούστου 2015

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ


                                  



   

ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ ΝΕΟΣ


Η Κυψέλη του Εγγονόπουλου, ο Νίκος της Κυψέλης.

- Ο ζωγράφος, ο σκηνογράφος, ο ποιητής, η γενιά του ΄30, ο Υπερρεαλισμός .

-  Ένα πρώην γκαράζ, ένα ισόγειο στην αρχή της οδού Κυψέλης, το πάτωμα ήταν ακόμα χώμα.

-  Η σχέση του με Κόντογλου, Πικιώνη, Τσαρούχη, Ντε Κίρικο, Εμπειρίκο, Ελύτη.


-  Η παγκοσμιοποίηση του ελληνισμού μέσα από τη πολυσημία της σουρεαλιστικής γραφής.


21 Οκτωβρίου 1907 Ο Νίκος Εγγονόπουλος γεννιέται στην Αθήνα.


Ήταν ο δεύτερος γιος του Κωσταντινουπολίτη Παναγιώτη και της κόρης ανώτερου υπαλλήλου στο Ταχυδρομείο Ερριέτης.


Με τον αδελφό του στην Κωνσταντινούπολη όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια.


Το 1923 πήγε στο Παρίσι όπου γράφτηκε εσωτερικός σε Λύκειο και μυήθηκε στη δυτική φιλοσοφία.Τις αργίες έμενε στο σπίτι του θείου του ιατρού Λιάμπεη. 


Το 1927 υπηρέτησε τη θητεία του ως στρατιώτης ακροβολιστής στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού.



Το 1928 συνέχισε τις σπουδές του στην Αθήνα και εργάστηκε μέχρι το 1930 ως μεταφραστής σε τράπεζα και ως γραφιάς στο Πανεπιστήμιο. Παράλληλα πήγαινε στο νυχτερινό Γυμνάσιο του Ψυρρή για να αποκτήσει και ελληνικό Απολυτήριο.



Το 1932 γράφτηκε στην Σχολή Καλών Τεχνών, όπου μαθήτευσε κοντά στον Κωνσταντίνο Παρθένη, ενώ παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα βυζαντινής τέχνης στο εργαστήριο των Φώτη Κόντογλου και Α. Ξυγγόπουλου, μαζί με το Γιάννη Τσαρούχη.



Παρουσίασε για πρώτη φορά έργα του, τέμπερες σε χαρτί που εικονίζουν παλιά σπίτια πόλεων της Δ. Μακεδονίας, στην Έκθεση «Τέχνη της Νεοελληνικής Παραδόσεως», στην Αίθουσα Στρατηγοπούλου.




Σπάνιο σχέδιο του Εγγονόπουλου / Το 1966 τιμήθηκε για το ζωγραφικό του έργο από το βασιλιά Κωνσταντίνο Β΄ με το παράσημο του Χρυσού Σταυρού του Γεωργίου Α΄.



Το 1960 νυμφεύτηκε τη δεύτερη σύζυγό του Ελένη Τσιόκου

- Το ανεξίτηλο σημάδι του ξεριζωμού από τη Μικρά Ασία.

- Το Αλβανικό Μέτωπο, η αιχμαλωσία από τους Γερμανούς, το στρατόπεδο εργασίας, η απόδραση.

- Ο καθηγητής του Πολυτεχνείου με μισθό 800 δρχ.

- « Το πρόβλημα είναι τι είδος Έλληνας είσαι; Και αν είσαι καλός, πόση αντοχή έχεις για να μη σε αφανίσουν οι κακοί;»

- « Ο Υπερρεαλισμός ασυνάρτητος; Η ίδια η ζωή είναι ασυνάρτητη, η πραγματικότητα που δεν καταλαβαίνουν οι ορθολογιστές».


Αποτέλεσμα εικόνας για εγγονοπουλος
Αλέξανδρος - Παύλος Μελάς

- «  Για τον άνθρωπο δημιουργούμε, για να του δώσουμε διέξοδο από τη μοναξιά του».

- « Δεν γράφω, ζω. Τα ποιήματα γράφονται με τη ζωή μας».

- « Δεν ήταν εύκολος στις γνωριμίες. Εννιά στις δέκα ήταν βέβαιο πως θα σε προγκίξει με ευγένεια αλλά και με σαρκασμό» ( Ελύτης για τον Εγγονόπουλο)

                                 -----------------------------------------------

Τεχνίτης του χρωστήρα και του στίχου, ένας από τους συνεπέστερους εκπροσώπους του Υπερρεαλισμού στην Ελλάδα. 

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 1907 και πέρασε τα μαθητικά του χρόνια(1919-1927) εσωτερικός σε σχολείο του Παρισιού. 

Στην Αθήνα επέστρεψε το 1927 για να υπηρετήσει τη θητεία του ως ακροβολιστής στο 1o Σύνταγμα Πεζικού.

 Απολύθηκε το 1928 κι εργάστηκε ως το 1930 ως μεταφραστής σε τράπεζα και ως γραφέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Παράλληλα, φοιτούσε σε Νυχτερινό Γυμνάσιο. 

Από το 1930 έως το 1933 εργάστηκε ως σχεδιαστής στη Διεύθυνση Σχεδίων Πόλεως του Υπουργείου Δημοσίων Έργων. 

Το 1932 γράφτηκε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Κωνσταντίνο Παρθένη, ενώ φοίτησε στο εργαστήριο του Φώτη Κόντογλου και γνωρίστηκε με τον Γιάννη Τσαρούχη και τον Δημήτρη Πικιώνη. 

"Ο Καβάφης ακόμη και στα γηρατειά του ήταν έφηβος, ωραίος, δε μπορούσε ποτέ να ήταν κουρασμένος" / Το 1948 ο Εγγονόπουλος ζωγράφισε το πορτρέτο του Καβάφη, με βάση μια φωτογραφία του 1932.

Το 1939 πραγματοποιεί την πρώτη του ατομική έκθεση. Με επιρροές από τo μεταφυσικό κόσμο του Ντε Κίρικο και την υπερβατικότητα της βυζαντινής τέχνης προσπαθεί να εκφράσει την παγκοσμιότητα του ελληνισμού, μέσα από την πολυσημία της σουρεαλιστικής γραφής. 

Αργώ

Στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών από όπου αποφοίτησε το 1938, είχε καθηγητή τον Κωνσταντίνο Παρθένη και συμμαθητή τον Γιάννη Μόραλη. Κατόπιν μαθήτευσε πλάι στον βυζαντινολάτρη Φώτη Κόντογλου και στον αρχαιολόγο Ανδρέα Ξυγγόπουλο, οι οποίοι τον μύησαν στην υπερβατικότητα της βυζαντινής τέχνης.

Η πρώτη του ατομική έκθεση, τον Νοέμβριο του 1939, συνάντησε σφοδρότατη αντίδραση. Και αυτό παρότι οι πίνακες του Εγγονόπουλου ενσωματώνουν, συμβολικά, με ιδιαίτερα άμεσο τρόπο, στοιχεία συσχετιζόμενα με την Ελλάδα (κίονες, άγαλμα κ.λπ.), αιτούμενο της Γενιάς του ’30 και μιας εποχής που η συζήτηση περί ελληνικότητας ήταν στην ημερήσια διάταξη. Οι εικαστικές παραπομπές στο ελληνικό παρελθόν, από τις οποίες βρίθει το έργο του Εγγονόπουλου εξελήφθησαν, δυστυχώς, ως παρωδίες ελληνικότητας και αντιμετωπίσθηκε ως μία δυσνόητη αφηρημένη εικαστική γλώσσα.

Ενθύμιον της Κατοχής
Αθηναία κυρία μπροστά σε Γερμανό κατακτητή

Η αντίδραση αυτή είναι μια προέκταση του σκανδάλου που είχε ήδη ξεσπάσει με την έκδοση της Υψικαμίνου του Ανδρέα Εμπειρίκου (Μάρτιος 1935) αλλά και με την κυκλοφορία των πρώτων ποιημάτων του Εγγονόπουλου (Μάρτιος 1938) με τον τίτλο Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν. Οι εχθρικές αντιδράσεις που συνάντησε η εισαγωγή των υπερρεαλιστικών καλλιτεχνικών αντιλήψεων στην Ελλάδα κυμαίνονταν από τη λοιδορία και τον χλευασμό ως τη συγκαταβατική απόρριψη. (Ο Δ. Ψαθάς είχε γράψει ένα κείμενο παρωδία και ο Αιμίλιος Χουρμούζιος προέτρεπε τον Εγγονόπουλο να εγκαταλείψει αυτή την «ανάξια λόγου ενασχόληση»). Μία από τις εξαιρέσεις αποτελεί άρθρο του Οδυσσέα Ελύτη, που όμως κατακρίνει κυρίως την απουσία μιας σοβαρής αντιμετώπισης του σουρεαλισμού από την πλευρά των κριτικών. Η αρνητική υποδοχή δεν αρκείται στους φιλελεύθερους διανοούμενους αλλά συμπεριλαμβάνει και τους κριτικούς της Αριστεράς και τους θεωρητικούς του μεταξικού καθεστώτος. 

Ορφέας και Ευρυδίκη


Το 1954 ο ζωγράφος εκπροσώπησε την Ελλάδα στην 27η Μπιενάλε της Βενετίας με 74 έργα, συμμετέσχε σε πολλές εκθέσεις στο εξωτερικό, και δεύτερη ατομική του έκθεση το 1963 οργάνωσε στο Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο.

Δήλος


Ο Νίκος Εγγονόπουλος κατόρθωσε να υπερβεί τις αναστολές και τις φοβίες της γενιάς του και αποδύθηκε σε ένα εικαστικό έργο σφραγισμένο από την ποιότητα μιας σκέψης πρωτότυπης και αποκαλυπτικής. Σε μια συνύπαρξη φροϋδικών συμβόλων, ηρώων της ελληνικής ιστορίας και μύθων, αλληγοριών, με σαρκαστικό χιούμορ, μέσα στα οποία συγχέονται τα όρια της φαντασίας και της πραγματικότητας, η πορεία ωστόσο του ελληνισμού, ιδωμένη από μια ιδιότυπη οπτική, είναι πάντα παρούσα.

Αισθηματικό βαλς


Οι αδιάφθοροι



ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ ΜΕ ΚΑΘΑΡΕΣ ΕΠΙΡΡΟΕΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

Ένα χρόνο νωρίτερα είχε εκδώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν», η οποία προκάλεσε εντονότατες αντιδράσεις κι έλαβε τις διαστάσεις φιλολογικού σκανδάλου. Μερίδα των κριτικών τον ειρωνεύτηκε, όπως και τον Εμπειρίκο άλλωστε, θεωρώντας τη γραφή του πνευματικό παιγνίδι χωρίς βαθύτερο αντίκρισμα. 

Μοναδικός του υπερασπιστής υπήρξε ο επίσης υπερεαλιστής Ανδρέας Εμπειρίκος. Του έγραφε: «Νικόλαε Εγγονόπουλε, σε αυτόν τον κόσμο δύο είναι τα μεγαλύτερα και πιο πολύτιμα στοιχεία, ο Έρωτας και το Σπαθί. Όλα τα άλλα έρχονται κατόπιν και τελευταίο από όλα η κριτική. Είσαι πραγματικά μεγάλος ποιητής, άσε λοιπόν οι άλλοι να λένε ότι θέλουν». 

Το 1941 πολέμησε στο Αλβανικό μέτωπο και αιχμαλωτίσθηκε από τους Γερμανούς. Μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο εργασίας, απ' όπου δραπέτευσε και επέστρεψε στην Αθήνα με τα πόδια.  

Το 1944, με νωπές τις αναμνήσεις του πολέμου, παρουσιάζει τον «Μπολιβάρ», την κορυφαία στιγμή της ποίησής του. Μέσα από τη μορφή του Σιμόν Μπολιβάρ, του απελευθερωτή της Νότιας Αμερικής από τους Ισπανούς, ο Εγγονόπουλος δίνει το διαχρονικό πρότυπο του αγωνιζόμενου ανθρώπου, χωρίς τους περιορισμούς φυλής, χώρας ή εποχής. Σύμφωνα με τον επιγραμματικό χαρακτηρισμό του κριτικού Ανδρέα Καραντώνη, το μακροσκελές αυτό ποίημα αποτελεί τον «Ύμνο εις την Ελευθερία» της γενιάς του '30. 

BOLIVAR


Το 1945 ξεκίνησε πανεπιστημιακή καριέρα στο ΕΜΠ ως βοηθός στην έδρα Διακοσμητικής και Ελευθέρου Σχεδίου. Το 1969 έγινε καθηγητής στην έδρα Ελεύθερου Σχεδίου και εντεταλμένος στην έδρα Γενικής Ιστορίας της Τέχνης.  Η ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία έληξε το 1973 με τη συνταξιοδότησή του. 

Ελύτης, Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος / Δίδαξε στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του Ε.Μ.Π., ζωγραφική, ιστορία της τέχνης και σκηνογραφία από το 1938, διαδοχικά ως επιμελητής, έκτακτος, μόνιμος και τακτικός καθηγητής. Την ίδια περίοδο γνωρίστηκε με άλλους σημαντικούς καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Γιάννης Μόραλης και ο Τζόρτζιο ντε Κίρικο.



 Το 1958 του απονεμήθηκε το πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική του συλλογή «Εν Ανθηρώ Έλληνι Λόγω», ενώ το 1966 τιμήθηκε για το ζωγραφικό του έργο με το Χρυσό Σταυρό του Γεωργίου Α'. Το 1979 θα του απονεμηθεί εκ νέου το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική του συλλογή «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες».


Πέθανε στις 31 Οκτωβρίου 1985 από ανακοπή καρδίας. Η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών. 

Η καλλιτεχνική δημιουργία τού Νίκου Εγγονόπουλου τοποθετείται στην πρωτοπορία του ελληνικού υπερρεαλισμού. Βασικά χαρακτηριστικά του έργου του αποτέλεσαν η ιδιότυπη χρήση της δημοτικής γλώσσας και οι συμβολικές μορφές του, μέσω των οποίων πρόβαλε το αίτημα για μια ελληνοκεντρική σουρεαλιστική ποίηση και μια νέα έκφραση ελληνικότητας. 

Ποιήματα του Νίκου Εγγονόπουλου έχουν μεταφρασθεί σε πολλές γλώσσες του κόσμου. Επιπλέον, έχουν μελοποιηθεί από τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Αργύρη Κουνάδη και τον Νίκο Μαμαγκάκη.

«  Τα σώματά μας θα χαθούν, θα σβήσουν από μας, θα μείνει μέχρι της συντέλειας των αιώνων αυτό το « σε αγαπώ » που σου ψιθύρισα στις ώρες τις πιο κρυφές »  ( ΕΛΕΩΝΟΡΑ ΙΙ ) 



Εργογραφία

Ποίηση

Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν (1938, 1966, 1977)

Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής (1939, 1966, 1977)

7 Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος, (1944, 1999, 

Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, εκδ. Ίκαρος, 1978, 

Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα, (1944, 1962, 1968, και 1978 εκδ. Ίκαρος, 

Ελευσίς (1948, 1977)

Η επιστροφή των πουλιών (1946, 1977)

Στη κοιλάδα με τους ροδώνες (1978)

Το μέτρον: ο άνθρωπος. Πέντε ποιήματα και δέκα πίνακες, εκδ. Ύψιλον (2005)

Μυθολογία = Mythology, μετάφραση David Connolly, Ύψιλον (2006)

Ωραίος σαν Έλληνας = The Beauty of a Greek: Poems : Ποιήματα, ανθολόγηση και μετάφραση David Connolly, εκδ. Ύψιλον (2007)

Πεζά

Ο Καραγκιόζης: Ένα ελληνικό θέατρο σκιών, Ύψιλον (1981 )

Ν. Εγγονόπουλος, Πεζά κείμενα, εκδ. Ύψιλον (1987)

Δισκογραφία

Ο Εγγονόπουλος διαβάζει Εγγονόπουλο, Διόνυσος
2010 "Η ύδρα των πουλιών" (φωνή Δημήτρης Πουλικάκος, μουσική Socos)

ΠΗΓΕΣ





el.wikipedia.org/wiki/Νίκος_Εγγονόπουλος

logomnimon.wordpress.com/ν-εγγονόπουλος/








Μπολιβάρ,
ένα ελληνικό ποίημα





ΦΑΣΜΑ ΘΗΣΕΩΣ ΕΝ ΟΠΛΟΙΣ ΚΑΘΟΡΑΝ, ΠΡΟ
ΑΥΤΩΝ ΕΠΙ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ ΦΕΡΟΜΕΝΟΝ

Le cuer d’un home vaut tout l’or d’un païs




Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους,
     για τους γενναίους, τους δυνατούς,
Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα,
     τα γενναία, τα δυνατά,
Γι’ αυτούς η απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου, η σιγή,
     γι’ αυτούς τα δάκρυα, γι’ αυτούς οι φάροι,
     κι οι κλάδοι ελιάς, και τα φανάρια
Όπου χοροπηδούνε με το λίκνισμα των καραβιών και
     γράφουνε στους σκοτεινούς ορίζοντες των λιμανιών,
Γι’ αυτούς είναι τ’ άδεια βαρέλια που σωριαστήκανε στο
     πιο στενό, πάλι του λιμανιού, σοκάκι,
Γι’ αυτούς οι κουλούρες τ’ άσπρα σκοινιά, κι οι αλυσίδες,
     οι άγκυρες, τ’ άλλα μανόμετρα,
Μέσα στην εκνευριστικιάν οσμή του πετρελαίου,
Για ν’ αρματώσουνε καράβι, ν’ ανοιχτούν, να φύγουνε,
Όμοιοι με τραμ που ξεκινάει, άδειο κι ολόφωτο μέσ’ στη
     νυχτερινή γαλήνη των μπαχτσέδων,
Μ’ ένα σκοπό του ταξειδιού: προς τ’ άστρα.

Γι’ αυτούς θα πω τα λόγια τα ωραία, που μου τα υπαγόρευσε
     η Έμπνευσις,
Καθώς εφώλιασε μέσα στα βάθια του μυαλού μου όλο
     συγκίνηση
Για τις μορφές, τις αυστηρές και τις υπέροχες, του
     Οδυσσέα Ανδρούτσου και του Σίμωνος Μπολιβάρ.

Όμως για τώρα θα ψάλω μοναχά τον Σίμωνα, αφήνοντας
     τον άλλο για κατάλληλο καιρό,
Αφήνοντάς τον για ναν τ’ αφιερώσω, σαν έρθ’ η ώρα,
     ίσως το πιο ωραίο τραγούδι που έψαλα ποτέ,
Ίσως τ’ ωραιότερο τραγούδι που ποτές εψάλανε σ’ όλο τον κόσμο.
Κι αυτά όχι για τα ότι κι οι δυο τους υπήρξαν για τις
     πατρίδες, και τα έθνη, και τα σύνολα,
     κι άλλα παρόμοια, που δεν εμπνέουν,
Παρά γιατί σταθήκανε μέσ’ στους αιώνες, κι οι δυο τους,
     μονάχοι πάντα, κι ελεύθεροι, μεγάλοι,
     γενναίοι και δυνατοί.

Και τώρα ν’ απελπίζουμαι που ίσαμε σήμερα
     δεν με κατάλαβε, δεν θέλησε, δε μπόρεσε να καταλάβη
     τι λέω, κανείς;
Βέβαια την ίδια τύχη νάχουνε κι αυτά που λέω τώρα
     για τον Μπολιβάρ, που θα πω αύριο για τον Ανδρούτσο;
Δεν είναι κι εύκολο, άλλωστε, να γίνουν τόσο γλήγορα
αντιληπτές μορφές της σημασίας τ’ Ανδρούτσου και του Μπολιβάρ,
Παρόμοια σύμβολα.
Αλλ’ ας περνούμε γρήγορα: προς Θεού, όχι συγκινήσεις,
     κι υπερβολές, κι απελπισίες.
Αδιάφορο, η φωνή μου είτανε προωρισμένη μόνο για τους αιώνες.
(Στο μέλλον, το κοντινό, το μακρυνό, σε χρόνια, λίγα,
     πολλά, ίσως από μεθαύριο, κι αντιμεθαύριο,
Ίσαμε την ώρα που θε ν’ αρχινίση η Γης να κυλάη
     άδεια, κι άχρηστη, και νεκρή, στο στερέωμα,
Νέοι θα ξυπνάνε, με μαθηματικήν ακρίβεια, τις άγριες
     νύχτες, πάνω στην κλίνη τους,
Να βρέχουνε με δάκρυα το προσκέφαλό τους,
     αναλογιζόμενοι ποιος είμουν, σκεφτόμενοι
Πως υπήρξα κάποτες, τι λόγια είπα, τι ύμνους έψαλα.
Και τα θεόρατα κύματα, όπου ξεσπούνε κάθε βράδυ στα
     εφτά της Ύδρας ακρογιάλια,
Κι οι άγριοι βράχοι, και το ψηλό βουνό που κατεβάζει τα δρολάπια,
Αέναα, ακούραστα, θε να βροντοφωνούνε τ’ όνομά μου.)

Ας επανέλθουμε όμως στον Σίμωνα Μπολιβάρ.

Μπολιβάρ! Όνομα από μέταλλο και ξύλο, είσουνα
     ένα λουλούδι μέσ’ στους μπαχτσέδες της Νότιας Αμερικής.
Είχες όλη την ευγένεια των λουλουδιών μέσ’ στην καρδιά σου,
     μέσ’ στα μαλλιά σου, μέσα στο βλέμμα σου.
Η χέρα σου είτανε μεγάλη σαν την καρδιά σου,
     και σκορπούσε το καλό και το κακό.
Ροβόλαγες τα βουνά κι ετρέμαν τ’ άστρα, κατέβαινες
     στους κάμπους, με τα χρυσά, τις επωμίδες,
     όλα τα διακριτικά του βαθμού σου,
Με το ντουφέκι στον ώμο αναρτημένο, με τα στήθια
     ξέσκεπα, με τις λαβωματιές γιομάτο το κορμί σου,
Κι εκαθόσουν ολόγυμνος σε πέτρα χαμηλή, στ’ ακροθαλάσσι,
Κι έρχονταν και σ’ έβαφαν με τις συνήθειες των πολεμιστών Ινδιάνων,
Μ’ ασβέστη, μισόνε άσπρο, μισό γαλάζιο, για να φαντάζης
     σα ρημοκκλήσι σε περιγιάλι της Αττικής,
Σαν εκκλησιά στις γειτονιές των Ταταούλων,
     ωσάν ανάχτορο σε πόλη της Μακεδονίας ερημική.

Μπολιβάρ! Είσουνα πραγματικότητα, και είσαι,
     και τώρα, δεν είσαι όνειρο.
Όταν οι άγριοι κυνηγοί καρφώνουνε τους άγριους αετούς,
     και τ’ άλλα άγρια πουλιά και ζώα,
Πάν’ απ’ τις ξύλινες τις πόρτες στ’ άγρια δάση,
Ξαναζής, και φωνάζεις, και δέρνεσαι,
Κι είσαι ο ίδιος εσύ το σφυρί, το καρφί, κι ο αητός.

Αν στα νησιά των κοραλλιών φυσούνε ανέμοι,
     κι αναποδογυρίζουνε τα έρημα καΐκια,
Κι οι παπαγάλοι οργιάζουνε με τις φωνές σαν πέφτει
     η μέρα, κι οι κήποι ειρηνεύουνε πνιγμένοι σ’ υγρασία,
Και στα ψηλά δεντρά κουρνιάζουν τα κοράκια,
Σκεφτήτε, κοντά στο κύμα, του καφφενείου τα σιδερένια τα τραπέζια,
Μέσ’ στη μαυρίλα πώς τα τρώει τ’ αγιάζι, και μακρυά
     το φως π’ ανάβει, σβύνει, ξανανάβει, και γυρνάει πέρα δώθε,
Και ξημερώνει ― τι φριχτή αγωνία ― ύστερα από μια νύχτα
     δίχως ύπνο,
Και το νερό δεν λέει τίποτε από τα μυστικά του.
     Έτσ’ η ζωή.
Κι έρχετ’ ο ήλιος, και της προκυμαίας τα σπίτια, με
     τις νησιώτικες καμάρες,
Βαμμένα ροζ, και πράσινα, μ’ άσπρα περβάζια
     (η Νάξο, η Χίος),
Πώς ζουν! Πώς λάμπουνε σα διάφανες νεράιδες! Αυτός
     ο Μπολιβάρ!


Μπολιβάρ! Κράζω τ’ όνομά σου ξαπλωμένος
     στην κορφή του βουνού Έρε,
Την πιο ψηλή κορφή της νήσου Ύδρας.
Από δω η θέα εκτείνεται μαγευτική μέχρι των νήσων
     του Σαρωνικού, τη Θήβα,
Μέχρι κει κάτω, πέρα απ’ τη Μονεβασιά, το τρανό
     Μισίρι,
Αλλά και μέχρι του Παναμά, της Γκουατεμάλα, της
     Νικαράγκουα, του Οντουράς, της Αϊτής,
     του Σαν Ντομίγκο, της Βολιβίας,
     της Κολομβίας, του Περού, της Βενεζουέλας,
     της Χιλής, της Αργεντινής, της Βραζιλίας,
     Ουρουγουάη, Παραγουάη, του Ισημερινού,
Ακόμη και του Μεξικού.
Μ’ ένα σκληρό λιθάρι χαράζω τ’ όνομά σου πάνω στην
     πέτρα, νάρχουνται αργότερα οι ανθρώποι να προσκυνούν.
Τινάζονται σπίθες καθώς χαράζω ― έτσι είτανε, λεν, ο
     Μπολιβάρ ― και παρακολουθώ
Το χέρι μου καθώς γράφει, λαμπρό μέσα στον ήλιο.

Είδες για πρώτη φορά το φως στο Καρακάς. Το φως το δικό σου,
Μπολιβάρ, γιατί ώς νάρθης η Νότια Αμερική
     ολόκληρη είτανε βυθισμένη στα πικρά σκοτάδια.
Τ’ όνομά σου τώρα είναι δαυλός αναμμένος, που φωτίζει
     την Αμερική, και τη Βόρεια και τη Νότια, και την οικουμένη!
Οι ποταμοί Αμαζόνιος και Ορινόκος πηγάζουν από τα μάτια σου.
Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες στο στέρνο σου,
Η οροσειρά των Άνδεων είναι η ραχοκοκκαλιά σου.
Στην κορφή της κεφαλής σου, παλληκαρά, τρέχουν
     τ’ ανήμερα άτια και τ’ άγρια βόδια,
Ο πλούτος της Αργεντινής.
Πάνω στην κοιλιά σου εκτείνονται οι απέραντες φυτείες του καφφέ.

Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουνε το παν,
Από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας
     μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,
Ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε
     στα ουράνια την οργή τους,
Σειούνται τα χώματα παντού και τρίζουν
     τα εικονίσματα στην Καστοριά,
Τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.
Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας.

Σε πρωτοσυνάντησα, σαν είμουνα παιδί,
     σ’ ένα ανηφορικό καλντιρίμι του Φαναριού,
Μια καντήλα στο Μουχλιό φώτιζε το ευγενικό πρόσωπό σου.
Μήπως νάσαι, άραγες, μια από τις μύριες μορφές που πήρε,
     κι άφησε, διαδοχικά, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος;

Μπογιάκα, Αγιακούτσο. Έννοιες υπέρλαμπρες κι αιώνιες.
     Είμουν εκεί.
Είχαμε από πολλού περάσει, ήδη, την παλιά μεθόριο:
     πίσω, μακρυά, στο Λεσκοβίκι, είχαν ανάψει φωτιές.
Κι ο στρατός ανέβαινε μέσα στη νύχτα προς τη μάχη,
     π’ ακούγονταν κιόλα οι γνώριμοί της ήχοι.
Πλάι κατέρχουνταν, σκοτεινή Συνοδεία, ατέλειωτα
     λεωφορεία με τους πληγωμένους.

Μην ταραχθή κανείς. Κάτω εκεί, νά, η λίμνη.
Από δω θα περάσουν, πέρ’ απ’ τις καλαμιές.
Υπομονευτήκαν οι δρόμοι: έργο και δόξα του Χορμοβίτη,
     του ξακουστού, του άφταστου στα τέτοια.
     Στις θέσεις σας όλοι. Η σφυρίχτρα ηχεί!
Ελάτες, ελάτε, ξεζέψτε. Ας στηθούν τα κανόνια,
     καθαρίστε με τα μάκτρα τα κοίλα,
     τα φυτίλια αναμμένα στα χέρια,
Τα τόπια δεξιά. Βρας!
Βρας, αλβανιστί φωτιά: Μπολιβάρ!

Κάθε κουμπαράς, π’ εξεσφενδονιζόταν κι άναφτε,
Είταν κι ένα τριαντάφυλλο για τη δόξα του μεγάλου στρατηγού,
Σκληρός, ατάραχος ως στέκονταν μέσα στον κορνιαχτό
     και την αντάρα,
Με το βλέμμ’ ατενίζοντας προς τ’ αψηλά, το μέτωπο στα νέφη,
Κι είταν η θέα του φριχτή: πηγή του δέους, του δίκιου
     δρόμος, λυτρώσεως πύλη.

Όμως, πόσοι και πόσοι δε σ’ επιβουλευτήκαν, Μπολιβάρ,
Πόσα «ντολάπια» και δε σού ’στησαν να πέσης, να χαθής,
Ένας προ πάντων, ένας παλιάνθρωπος, ένα σκουλήκι,
     ένας Φιλιππουπολίτης.
Αλλά συ τίποτα, ατράνταχτος σαν πύργος στέκουσαν,
     όρθιος, στου Ακογκάγκουα μπρος τον τρόμο,
Μια φοβερή ξυλάρα εκράταγες, και την εκράδαινες
     πάνω απ’ την κεφαλή σου.
Οι φαλακροί κόνδωρες σκιάζουνταν, που δεν
     τους τρόμαξε της μάχης το κακό και το ντουμάνι,
     και σε κοπάδια αγριεμένα πέταγαν,
Κι οι προβατογκαμήλες γκρεμιοτσακίζουντάνε
     στις πλαγιές, σέρνοντας, καθώς πέφταν,
     σύννεφο το χώμα και λιθάρια.
Κι οι εχθροί σου μέσα στα μαύρα Τάρταρα εχάνοντο, λουφάζαν.
(Σαν θάρθη μάρμαρο, το πιο καλό, από τ’ Αλάβανδα,
     μ’ αγίασμα των Βλαχερνών θα βρέξω την κορφή μου,
Θα βάλω όλη την τέχνη μου αυτή τη στάση σου
     να πελεκήσω, να στήσω ενού νέου Κούρου
     τ’ άγαλμα στης Σικίνου τα βουνά,
Μη λησμονώντας, βέβαια, στο βάθρο να χαράξω
     το περίφημο εκείνο «Χαίρε παροδίτα».)

Κι εδώ πρέπει ιδιαιτέρως να εξαρθή ότι ο Μπολιβάρ
     δεν εφοβήθηκε, δε «σκιάχτηκε» που λεν, ποτέ,
Ούτε στων μαχών την ώρα την πιο φονικιά, ούτε στης
     προδοσίας, της αναπόφευκτης, τις πικρές μαυρίλες.
Λένε πως γνώριζε από πριν, με μιαν ακρίβεια
     αφάνταστη, τη μέρα, την ώρα, το δευτερόλεφτο ακόμη:
     τη στιγμή,
Της Μάχης της μεγάλης που είτανε γι’ αυτόνα μόνο,
Κι όπου θε νάτανε αυτός ο ίδιος στρατός κι εχθρός,
     ηττημένος και νικητής μαζί, ήρωας τροπαιούχος
     κι εξιλαστήριο θύμα.
(Και ως του Κύριλλου Λουκάρεως το πνεύμα το υπέροχο
     μέσα του στέκονταν,
Πώς τις ξεγέλαγε, γαλήνιος, των Ιησουιτώνε και του
     ελεεινού Φιλιππουπολίτη τις απαίσιες πλεχτάνες!)

Κι αν χάθηκε, αν ποτές χάνετ’ ένας Μπολιβάρ! που
     σαν τον Απολλώνιο στα ουράνια ανελήφθη,
Λαμπρός σαν ήλιος έδυσε, μέσα σε δόξα αφάνταστη,
     πίσω από βουνά ευγενικά της Αττικής και του Μορέως.



επίκλησις

Μπολιβάρ! Είσαι του Ρήγα Φερραίου παιδί,
Του Αντωνίου Οικονόμου ― που τόσο άδικα τον σφάξαν ―
     και του Πασβαντζόγλου αδελφός,
Τ’ όνειρο του μεγάλου Μαξιμιλιανού ντε Ρομπεσπιέρ
     ξαναζεί στο μέτωπό σου.
Είσαι ο ελευθερωτής της Νότιας Αμερικής.
Δεν ξέρω ποια συγγένεια σε συνέδεε, αν είτανε απόγονός σου
     ο άλλος μεγάλος Αμερικανός, από το Μοντεβίντεο αυτός,
Ένα μονάχα είναι γνωστό, πως είμαι ο γυιος σου.





ΧΟΡΟΣ

στροφή

(entrée des guitares)

Αν η νύχτα, αργή να περάση,
Παρηγόρια μάς στέλνει τις παλιές τις σελήνες,
Αν στου κάμπου τα πλάτη φαντασμάτων σκοτάδια
Λυσικόμους παρθένες μ’ αλυσίδες φορτώνουν,
Ήρθ’ η ώρα της νίκης, ήρθε ώρα θριάμβου.
Εις τα σκέλεθρα τ’ άδεια στρατηγών πολεμάρχων
Τρικαντά θα φορέσουν που ποτίστηκαν μ’ αίμα,
Και το κόκκινο χρώμα πούχαν πριν τη θυσία
Θα σκεπάση μ’ αχτίδες της σημαίας το θάμπος.




αντιστροφή

(the love of liberty brought us here)


τ’ άροτρα στων φοινικιών τις ρίζες
κι ο ήλιος
που λαμπρός ανατέλλει
σε τρόπαι’ ανάμεσα
και πουλιά
και κοντάρια
θ’ αναγγείλη ώς εκεί που κυλάει το δάκρυ
και το παίρνει ο αέρας στης
θαλάσσης
τα βάθη
τον φριχτότατον όρκο
το φρικτότερο σκότος
το φριχτό παραμύθι:
Libertad



επωδός

(χορός ελευθεροτεκτόνων)

Φύγετε μακρυά μας αρές, μη ζυγώσετε πια, corazón,
Απ’ τα λίκνα στ’ αστέρια, απ’ τις μήτρες στα μάτια,
     corazón,
Όπου απόγκρημνοι βράχοι και ηφαίστεια και φώκιες,
     corazón,
Όπου πρόσωπο σκούρο, και χείλια πλατειά, κι ολόλευκα δόντια,
     corazón,
Ας στηθεί ο φαλλός, και γιορτή ας αρχίση, με θυσίες ανθρώπων, με χορούς,
     corazón,
Μέσ’ σε σάρκας ξεφάντωμα, στων προγόνων τη δόξα,
     corazón,
Για να σπείρουν το σπόρο της καινούργιας γενιάς,
     corazón.




ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ:
Μετά την επικράτησιν της νοτιοαμερικανικής επαναστάσεως στήθηκε στ’ Ανάπλι και τη Μονεμβασιά, επί ερημικού λόφου δεσπόζοντος της πόλεως, χάλκινος ανδριάς του Μπολιβάρ. Όμως, καθώς τις νύχτες ο σφοδρός άνεμος που φυσούσε ανατάραζε με βία την ρεντιγκότα του ήρωος, ο προκαλούμενος θόρυβος είτανε τόσο μεγάλος, εκκωφαντικός, που στέκονταν αδύνατο να κλείση κανείς μάτι, δεν μπορούσε να γενή πλέον λόγος για ύπνο. Έτσι οι κάτοικοι εζήτησαν και, διά καταλλήλων ενεργειών, επέτυχαν την κατεδάφιση του μνημείου.



ΥΜΝΟΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΤΗΡΙΟΣ ΣΤΟΝ ΜΠΟΛΙΒΑΡ
(Εδώ ακούγονται μακρυνές μουσικές που παίζουν, μ’ άφθαστη μελαγχολία, νοσταλγικά λαϊκά τραγούδια και χορούς της Νοτίου Αμερικής, κατά προτίμησιν σε ρυθμό sardane).


στρατηγέ
τι ζητούσες στη Λάρισα
συ
ένας
Υδραίος; 

  


Δημοσίευση σχολίου