Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015

Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ


Άλωση της Κωνσταντινούπολης



                 
Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης υπήρξε το αποτέλεσμα της πολιορκίας της βυζαντινής πρωτεύουσας, της οποίας Αυτοκράτορας ήταν ο Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος, από τον οθωμανικό στρατό, με επικεφαλής τον σουλτάνο Μωάμεθ Β'. Η πολιορκία διήρκεσε από τις 6 Απριλίου έως την Τρίτη, 29 Μαΐου 1453 (Ιουλιανό ημερολόγιο). Όταν τελικά η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε, η υπερχιλιετής Βυζαντινή Αυτοκρατορία έπαψε να υπάρχει.
Το Βυζάντιο ήταν ήδη εξασθενημένο και διαιρεμένο τους τελευταίους δύο αιώνες, σκιά της παλιάς Αυτοκρατορίας. Η Άλωση του 1204 από τους Σταυροφόρους και αργότερα, μετά την επανάκτησή της το 1261, οι πολιτικές και θρησκευτικές έριδες, η αδυναμία βοήθειας από την Δύση, η άσχημη οικονομική κατάσταση και η φυγή ανθρώπινου δυναμικού, οδήγησαν στη σταδιακή εξασθένηση και συρρίκνωση. Η κατάληψη της Καλλίπολης το 1354 από τους Οθωμανούς, η οποία έφερε ορδές φανατικών μουσουλμάνων πολεμιστών στην Ευρώπη, σταδιακά κύκλωσε εδαφικά το Βυζάντιο, το οποίο έγινε το 1373 φόρου υποτελής στον Οθωμανό σουλτάνο. Έτσι, η Άλωση ήλθε ως φυσικό αποτέλεσμα και της αδιάκοπης επέκτασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην ευρύτερη περιοχή. Οι συγκρούσεις ήταν ιδιαίτερα άνισες υπέρ των Τούρκων, σε σημείο που να μνημονεύεται από τις πηγές το τετελεσμένο της έκβασης της πολιορκίας. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται και στον ηρωισμό των πολιορκημένων και ιδιαίτερα του Αυτοκράτορα. Το γεγονός της πτώσης της «Θεοφυλάκτου Πόλεως», άφησε βαθιά ίχνη στις πηγές της εποχής.

  ------------------------------------------------------------------------------------------------------


Καμία άλλη ημερομηνία δεν έχει εντυπωθεί στο συλλογικό υποσυνείδητο του Ελληνισμού όσο η 29 Μαϊου, η «αποφράς ημέρα» οπότε η Κωνσταντινούπολη, η «βασιλίδα των πόλεων» κυριεύθηκε από τους Οθωμανούς Τούρκους.

Η πολιορκία και η πτώση της Πόλης ήταν το επιστέγασμα μιας ολόκληρης περιόδου συρρίκνωσης οπότε και οι Τούρκοι (Σελτζούκοι και Οθωμανοί) έθεταν υπό την κυριαρχία τους τα εδάφη της πάλαι ποτέ κραταιάς αυτοκρατορίας.

Έτσι τις παραμονές της Άλωσης η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υπήρχε μόνο κατ' όνομα. Η επικράτειά της αφορούσε μόνο την περιοχή γύρω από την Κωνσταντινούπολη και σε κάποιες περιοχές, όπως το Δεσποτάτο του Μυστρά.

Το 1451 αναρριχάται στον οθωμανικό θρόνο ο Μωάμεθ ο Β'. Ο νεαρός Σουλτάνος ονειρεύεται να καταλάβει την Βασιλεύουσα προκειμένου να δημιουργήσει μια κραταιά Αυτοκρατορία στη θέση της παλιάς Ρωμαϊκής. Έτσι, παρά το γεγονός ότι η Πόλη τελούσε ήδη φόρου υποτελής, ο Μωάμεθ αποφασίζει να της δώσει το τελειωτικό χτύπημα.

Το Βυζάντιο σε εκείνη την κρίσιμη στιγμή εναποθέτει τις ελπίδες του στη Ρώμη η οποία ζητά σαν αντάλλαγμα την ένωση των Εκκλησιών με τους δικούς της όρους. Το 1451 η Σύνοδος Φεράρας-Φλωρεντίας επικύρωσε την πλήρη υποταγή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ρωμαιοκαθολική, όμως δεν έγινε ποτέ δεκτή από τους Βυζαντινούς οι οποίοι είχαν χωριστεί σε «Ενωτικούς» και «Ανθενωτικούς». Ο διχασμός ακύρωσε στην πράξη τη συμφωνία. Παραμονές της Άλωσης ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κάνει μια απέλπιδα προσπάθεια, στέλνοντας πρεσβεία στον πάπα Νικόλαο Ε' για να ζητήσει βοήθεια. Ο Πάπας έβαλε και πάλι ως όρο την Ένωση των Εκκλησιών, αλλά αποδέχθηκε το αίτημα του αυτοκράτορα να στείλει στην Κωνσταντινούπολη ιερείς, προκειμένου να πείσουν τον λαό για την αναγκαιότητα της Ένωσης.

Οι απεσταλμένοι του Πάπα, καρδινάλιος Ισίδωρος και ο αρχιεπίσκοπος Μυτιλήνης Λεονάρδος, λειτούργησαν στην Αγία Σοφία, προκαλώντας την αντίδραση του κόσμου, που ξεχύθηκε στους δρόμους και γέμισε τις εκκλησίες, όπου λειτουργούσαν οι ανθενωτικοί με επικεφαλής τον μετέπειτα πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο. Το σύνθημα που κυριαρχούσε ήταν «Την γαρ Λατίνων ούτε βοήθειαν ούτε την ένωσιν χρήζομεν. Απέστω αφ' ημών η των αζύμων λατρεία».

Το μίσος για τους Λατίνους δεν ήταν μόνο θρησκευτικό αλλά και πολιτικό, αφού ο λαός δεν ξέχασε ποτέ τη βαρβαρότητα που επέδειξαν οι Σταυροφόροι στην πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, που στην ουσία προκάλεσε και την αρχή του τέλους για την Αυτοκρατορία.

Σε αντίθεση με τους Γενουάτες και τους Βενετσιάνους, οι Οθωμανοί συμπεριφέρονταν καλύτερα προς τους χριστιανούς. Πολλοί βλέποντας ότι οι χριστιανοί είχαν υψηλές θέσεις στην οθωμανική διοίκηση, κυριαρχούσαν στο εμπόριο και πλήρωναν λιγότερους φόρους θεώρησαν καλύτερη την οθωμανική αντί της λατινικής κυριαρχίας.Την παράταξη αυτή εξέφραζε ο Λουκάς Νοταράς ο οποίος εκστόμισε και την περίφημη φράση «Καλύτερα να δω στην Πόλη τούρκικο φακιόλι παρά λατινική καλύπτρα».

Στις 7 Απριλίου, μπροστά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, ο Μωάμεθ στήνει τη σκηνή του, ξεκινώντας ουσιαστικά την πολιορκία της Πόλης. Με στρατό 150.000 ανδρών, ναυτικό 400 πλοίων αλλά και το πιο σύγχρονο πυροβολικό οι Τούρκοι βρέθηκαν απέναντι σε μόλις 7.000 άνδρες, οι 2000 από τους οποίους ήταν μισθοφόροι, κυρίως Ενετοί και Γενουάτες.

Τη στιγμή της πολιορκίας η Πόλη είναι σκιά του εαυτού της, έχοντας πληθυσμό μόλις 50.000 κάτοικων που αντιμετώπιζε προβλήματα επισιτισμού.Ο κλοιός γύρω από την Κωνσταντινούπολη κλείνει και τα τείχη της σφυροκοπούνται καθημερινά από τα κανόνια του Μωάμεθ.





MoldovitaConstantinople.jpg
Νωπογραφία από άγνωστο καλλιτέχνη στην Εκκλησία της Μονής Moldoviţa απεικονίζει την άλωση της Κωνσταντινούπολης, 1537.


Θα ήθελα να δούμε για λίγο τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, σαν έναν απλό άνθρωπο. Έναν από εμάς. Κάποιον, που το πικρό πεπρωμένο του, ήθελε να είναι εκείνος, ο τελευταίος Βασιλέας μιας χιλιόχρονης αυτοκρατορίας. Πίσω από τους τίτλους και τα αξιώματα. Πίσω από τους θρύλους και τις παραδόσεις. Πίσω από την ασπίδα και την περικεφαλαία του. Είναι ο άνθρωπος και η ψυχή του. Για αυτά θα σας μιλήσω.

‘Εγινε Δεσπότης του Μυστρά, απελευθέρωσε τον Μοριά και ανέβηκε στον θρόνο μόνο για 4 χρόνια, τα τελευταία. Αποδείχθηκε ο πιο κατάλληλος, για όσα είχε ανάγκη η αυτοκρατορία εκείνες τις στιγμές, και ήταν ο πιο άξιος από τους αδελφούς του. Ήταν 49 χρόνων, όταν έπεσε ηρωικά μαχόμενος μπροστά στα τείχη της πόλης. Ήταν ακόμη εκείνος, που σαν αμνός, έπρεπε να πληρώσει με το αίμα του, όλες τις αμαρτίες της αυτοκρατορίας και της μακραίωνης παρακμής της, για την οποία ο ίδιος ήταν ανεύθυνος. Φαντάζεστε την πίκρα του, όταν έβλεπε ότι αυτή η βραδυφλεγής βόμβα αιώνων, ήταν έτοιμη πια να σκάσει στα χέρια του; Το βάρος που έπεφτε πάνω στους ώμους του, να υπερασπίσει την αβοήθητη Πόλη και ό,τι είχε απομείνει, από την πάλαι ποτέ κραταιά και λαμπρή αυτοκρατορία; Και από που να ζητήσει βοήθεια;

Μπορείτε να φανταστείτε τη λύπη του, να είναι αναγκασμένος να τριγυρνάει στη Δύση ταπεινωμένος; Να φιλάει τις κατουρημένες ποδιές, να υπόσχεται Ένωση που δεν πίστευε, για να εξασφαλίσει τη βοήθεια που θα έσωζε την Βασιλεύουσα του. Ένα ένδοξο απομεινάρι, που η πριγκιπική του μοίρα του κληρονόμησε, ως ένα πολύτιμο μαργαριτάρι. Και αυτό το ερείπιο που παρέλαβε, το αγάπησε. Έτσι όπως ήταν. Για αυτό που υπήρξε. Διότι γνώριζε την απόλυτη αξία που είχε η Πόλη για το Έθνος του, και πως ήταν το διαμάντι στο στέμμα του. Και την αγάπησε τόσο, που έδωσε και τη ζωή του για αυτήν.

Φαντάζεστε τη μοναξιά του; Ήταν Βασιλέας αυτός και απόλυτος μονάρχης. Έπαιρνε μόνος τις αποφάσεις, που καθόριζαν το μέλλον εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων και της Κωνσταντινούπολης. Δεν ήταν Δημοκρατία, ώστε να ψάχνει έπειτα συνενόχους για την καταστροφή. Η ευθύνη ήταν όλη δική του. Και η ευθύνη αυτή, σημαίνει απέραντη μοναξιά και ας είχε εκατό συμβούλους. Και την ανέλαβε.

Φαντάζεστε την θλίψη του, καθώς έβλεπε να καταρρέουν γύρω του τα πάντα; Όλος ο κόσμος του! Όσα γνώριζε, όσα είχε ζήσει και όσα του είχαν διηγηθεί οι παλαιότεροι. Τόσο καιρό πολιορκία, να τριγυρνάει στα συμβούλια και στις επάλξεις, να βλέπει το λαό του ταλαιπωρημένο στους δρόμους και στις πλατείες, πεινασμένο, πληγωμένο, εξουθενωμένο από τις ανάγκες και τις κακουχίες της πολιορκίας. Όλα αυτά τα έβλεπε. Μάτωνε η ψυχή του. Όλοι αυτόν κοίταζαν. Από αυτόν περίμεναν τη λύση στη δυστυχία τους. Όμως, δεν άφησε τα συναισθήματα να αδυνατίσουν τη θέληση του. Και αυτό, θα πρέπει επίσης να το εκτιμήσουμε στην σκιαγραφία που κάνουμε, φωτίζοντας τον χαρακτήρα του ανθρώπου, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Τη δύναμη του χαρακτήρα του, δηλαδή, και την ακλόνητη αποφασιστικότητα και σταθερότητα που έδειξε. Στοιχεία, στην φθορά των οποίων, αποσκοπούσε και ήλπιζε μάταια ο εχθρός.

Κουρασμένος και ο ίδιος από τις αλλεπάλληλες επιθέσεις. Αδυνατισμένος και άγρυπνος, με μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια. Που χρόνος να κοιμηθεί; Ο φολιδωτός θώρακας, έχει γίνει πια ένα με το δέρμα του. Η ένταση είναι καθημερινή και ασταμάτητη. Οι πυρκαγιές και η επιδιόρθωση των τειχών, απαιτούν συνεχή εποπτεία. Οι επάλξεις και οι υπερασπιστές έχουν ανάγκη από την ηθική τόνωση που δίνει εκεί η βασιλική παρουσία. Ο Κωνσταντίνος, είναι πολεμιστής και το σπαθί του κόβει. Βασίζεται στον εαυτό του και έχει την βεβαιότητα, πως και οι σύντροφοι του είναι αποφασισμένοι. Δεν ήταν από εκείνους, που κάθονται στην ασφάλεια και από μακριά δίνουν εντολές σε ανθρώπους αποκτηνωμένους και φοβισμένους, όπως ο Μωάμεθ! Ο Κωνσταντίνος έχει μόνο συντρόφους, όπως ο Ιουστινιάνι, ο Φραντζής , που θα έδιναν την ζωή τους για αυτόν. Όπως και την έδωσαν πολλοί.
Τον φαντάζεστε να κλαίει σιωπηλά; Βαθιά μεσάνυχτα, στην ησυχία του δώματος, μόνος απέναντι στον Πλάστη Του. Προσευχόμενος για την σωτηρία της Πόλης του, από τα δόντια των αλλόδοξων βαρβάρων της στέπας. Ή μήπως, μια τέτοια λεπτομέρεια, δεν ταιριάζει στη δυναμική εικόνα του ήρωα; Σας φαίνεται δύσκολο, να αφήσετε τη στερεότυπη εικόνα της εξιδανίκευσης, που περιβάλλει πάντα ένα ένδοξο ιστορικό πρόσωπο, και που το μεταμορφώνει σε μια ψυχρή ανέκφραστη οντότητα, υπερανθρώπου φύσεως; Ναι, μπορεί και να έκλαψε, λοιπόν! Αλλά αυτό τον έκανε δυνατό και όχι αδύναμο. Τον έκανε απλά ανθρώπινο. Τακτοποίησε τις «εκκρεμότητες» του με τον Θεό. Ήταν έτοιμος, πλέον, να αντιμετωπίσει το πεπρωμένο του!

Τι λέτε; Σαν άνθρωπος, δεν θα σκέφτηκε, έστω και για μια μόνο στιγμή τη συνθηκολόγηση και τη σωτηρία, πριν απωθήσει με αποστροφή τη σκέψη αυτή; Γνωρίζετε, κάποιον, που να αγαπά τον θάνατο περισσότερο από την ζωή; Που, αν μπορούσε να αποφύγει τον χάροντα, δεν θα το έκανε; Σίγουρα, θα το σκέφτηκε! Είναι ανθρώπινο. Αρκεί που κοίταζε ψηλά από τα τείχη τα πολυάριθμα στίφη των Οθωμανών, που έμοιαζαν να είναι ατέλειωτοι, όσοι και αν σκοτώνονταν. Οι δικοί του λιγόστευαν. ήταν περίπου 7-8.000. Εμείς δεν τα γνωρίζουμε αυτά στα χρόνια μας, έτσι είμαστε εύκολοι στις κρίσεις και στα λόγια μας.

Δεν ξέρουμε πως είναι, να τρέμουν τα γόνατα από το φόβο του θανάτου, να χτυπάνε τα σωθικά από την ένταση και την αδρεναλίνη. Να φεύγουν κεφάλια, γύρω σου, πόδια, χέρια, να ανοίγουν κοιλιές. Μεταλλικοί ήχοι σπαθιών και κρότοι κανονιών και τηλεβόλων. Και πάνω από όλα, αυτές οι μυριόστομες εφιαλτικές κραυγές, σε όλες τις γλώσσες, τα ουρλιαχτά του πόνου ή της παράνοιας του φόβου, που μεταβάλλεται σε απεγνωσμένη ηχητική επιθετικότητα. Να ξέρεις, ότι είναι πολύ πιθανόν να μην επιζήσεις. Ακόμη χειρότερα, να προβλέπεις, πως σίγουρα θα σκοτωθείς. Εδώ σε θέλω κάβουρα! Πολλών τα πόδια τρέμουν, άλλοι τα κάνουν πάνω τους, κάποιοι άλλοι δεν καταλαβαίνουν τίποτα, μερικοί το ευχαριστιούνται κιόλας.

Στο κάτω-κάτω, τόσες προτάσεις του είχε κάνει ο Μωάμεθ, θα μπορούσε να δεχθεί να παραδώσει την Πόλη, να εξευτελιστεί με ατιμωτικούς όρους, αλλά να διασώσει μια ευνουχισμένη βασιλεία και τη ζωή τη δική του και του λαού. Ποιος άλλος θα μπορούσε να τον κατηγορήσει, αν το έκανε, εκτός από τη συνείδηση του; Κανένας! Ήδη, πολλοί αξιωματούχοι του είχαν αποδεχθεί ανεπίσημα αυτή την άποψη. Άλλοι του είχαν προτείνει να τον φυγαδεύσουν από την Πόλη, ώστε να συνεχίσει τον αγώνα, συγκεντρώνοντας δυνάμεις . Δεν το δέχθηκε. Απάντησε οριστικά όχι!

«Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοὶ δοῦναι οὔτ’ ἐμὸν ἐστίν οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ• κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως άποθανοῦμεν καὶ οὐ φειδόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν»

Νέες αρετές της προσωπικότητας του, αναδεικνύονται τώρα. Αξιοπρέπεια, φιλότιμο, ανδροπρέπεια, αντίληψη της ιστορικότητας των στιγμών. Αυτό και μόνο, καθιστά τον θάνατο του συνειδητή θυσία, όπως ακριβώς του Λεωνίδα και του Παπαφλέσσα. Αυτοί οι τρεις, ως παραδείγματα θυσίας, συνδέονται, και όχι τυχαία, αντιπροσωπεύουν τις τρεις εποχές του Έθνους μας. Την αρχαία, τη μεσαιωνική και τη νεώτερη.

Είναι, όμως και ευγενής στον χαρακτήρα, φιλόφρων και ταπεινόφρων. Άξιος να αγαπηθεί. Ο Φραντζής, που ήταν αυτόπτης μάρτυρας, μας πληροφορεί στο Χρονικό του για την Άλωση, ότι ο Κωνσταντίνος την τελευταία νύχτα συγκέντρωσε τους εξαντλημένους υπερασπιστές για να τους απευθύνει τον τελευταίο λόγο . Γράφει πως τους είπε, μεταξύ άλλων:

«Δεν έχω καιρό να πω περισσότερα· μοναχά το ταπεινωμένο σκήπτρο μου το αναθέτω στα χέρια σας, για να το διαφυλάξετε με προθυμία. Σας παρακαλώ ακόμα, και ζητώ την αγάπη σας, να είστε πειθαρχικοί στους στρατηγούς σας, τους δημάρχους και τους εκατόνταρχους, ο καθένας κατά την τάξη του, τη θέση του και την υπηρεσία του. Να ξέρετε τούτο: αν από μέσα από την καρδιά σας φυλάξετε τις εντολές μου, ελπίζω στο Θεό ότι θα λυτρωθούμε από την παρούσα δίκαιη απειλή του. Δεύτερον, σας περιμένει στον ουρανό το αδαμάντινο στεφάνι, και η μνήμη σας θα είναι αιώνια και άξια στον κόσμο».

Με αυτά τελείωσε τη δημηγορία του, ευχαριστώντας με δάκρυα και στεναγμούς το Θεό. Τους είπε τέλος: «Λοιπόν, αδερφοί και συμμαχητές, να είσαστε έτοιμοι το πρωί. Με τη χάρη και την αρετή που μας δώρισε ο Θεός και με τη βοήθεια της Αγίας Τριάδος, στην οποία αναθέτουμε “την πάσαν ελπίδα μας”. Θα κάνουμε τον εχθρό να φύγει κακήν κακώς και ντροπιασμένος από εδώ».

Ό,τι και αν εννοούσε ο Κωνσταντίνος, μιλώντας για την «δίκαια απειλή Του», το πιο πιθανό είναι, ότι πέρα από τις γενικότητες, αναφερόταν στην λανθασμένη προσπάθεια που κατέβαλε για την Ένωση των Εκκλησιών και την υποταγή στον Πάπα, κάνοντας μάλιστα το γνωστό «συλλείτουργο» του Δεκεμβρίου του 1452. Είναι αξιοσημείωτο, πως από τότε, ο ναός της Αγίας του Θεού Σοφίας, είχε μείνει αλειτούργητος, σαν μαγαρισμένος, μέχρι τη νύχτα που αναφέρθηκε πιο πάνω, στις 28 Μαϊου του 1453! Επί 6 ολόκληρους μήνες, η Αγία Τράπεζα έμεινε χωρίς την αναίμακτη Θυσία, και κανένα πόδι πιστού δεν πέρασε το κατώφλι της! Αυτό είναι τεράστιας σημασίας γεγονός, για τα δεδομένα της Αυτοκρατορίας. Δυστυχώς, όμως, παραβλέπεται ως λεπτομέρεια, επειδή αγγίζει τα όρια του μεταφυσικού. Και όμως, οι ιστορικοί των γεγονότων, αυτόπτες οι ίδιοι, όπως ο Κριτόβουλος (από την πλευρά των Οθωμανών), έχουν καταγράψει με ακρίβεια και αντικειμενικότητα τις διάφορες αρνητικές «Θεοσημείες», που λάμβαναν χώρα στην Πόλη, λίγες ημέρες πριν από την Άλωση . Ο Θεός είχε εγκαταλείψει πλέον την Πόλη, αλλά πρώτα τον είχαν εγκαταλείψει οι ίδιοι οι άνθρωποι.

Και συνεχίζει ο Φραντζῆς:

«Μὲ δάκρυα στὰ μάτια ὅλοι ἀπαντοῦν: «ἀποθάνωμεν ὑπὲρ τῆς Χριστοῦ πίστεως καὶ τῆς πατρίδος ἡμῶν». Καὶ ὁ Βασιλέας ἀκούγοντάς τους, μὴν συγκρατώντας οὔτε αὐτὸς πιὰ τὰ δάκρυά του, τοὺς εὐχαριστεῖ. Καὶ οἱ δυστυχεῖς Ρωμαῖοι, ἀκούοντες τὸν Βασιλέα, «καρδίαν ὡς λέοντες ἐποίησαν»· καὶ ἀγκαλιάζονταν δακρυσμένοι, συγχωροῦντες ὁ ἕνας τὸν ἄλλον.

Ὁ Βασιλέας, ἀκολουθούμενος ἀπὸ ἄλλους πολλοὺς ἐπῆγε στὴν Ἅγια-Σοφιὰ καὶ μετέλαβε τὰ ἄχραντα μυστήρια.

Καὶ μετὰ επέρασε ἀπὸ τὰ Ἀνάκτορα, γιὰ νὰ ἀποχαιρετίσει φίλους καὶ συγγενεῖς· «ἐν τῇδε τῇ ὥρᾳ τὶς διηγήσεται τοὺς τότε κλαυθμοὺς καὶ θρήνους τοὺς ἐν τῷ παλατίῳ; Εἰ καὶ ἀπὸ ξύλου ἄνθρωπος ἢ ἐκπέτρας ἦν, οὐκ ἐδύνατο μὴ θρηνῆσαι»
«Καὶ ἀναβὰς ἐφ᾿ ἵππου ἐξήλθομεν τῶν ἀνακτόρων περιερχόμενοι τὰ τείχη […]»

      ---------------------------------------------------------------------------------


Χρονικό της άλωσης

"Η πόλις εάλω! Αλίμονον, όμως εάν την αφήσωμεν να αλωθεί εντός μας" 


Οκτώβριος 1448

Πεθαίνει ο βυζαντινός αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄Παλαιολόγος

6 Ιανουαρίου 1449

Στέφεται στο Μυστρά ο αδελφός του Κωνσταντίνος, δεσπότης του Μορέως και γίνεται δεκτός "παρά πάντων ασπασίως" στην Κωνσταντινούπολη.

Χειμώνας 1451

Πεθαίνει ο τούρκος σουλτάνος Μουράτ Β΄. Διάδοχος του ανακηρύσσεται στην Αδριανούπολη ο γιος του Μωάμεθ (Μεχεμέτ, Μεχμέτης των βυζαντινών πηγών).



 


Οι επαφές Βυζαντίου και Δύσης δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα. Ανανεώνεται η συνθήκη ειρήνης της Τουρκίας με τη Βενετία και τον Ιωάννη Ουνυάδη της Ουγγαρίας.

Μάρτιος - τέλη Αυγούστου 1452

Στο στενότερο σημείο του Βοσπόρου χτίζεται το φρούριο Ρούμελη Χισάρ (ελληνιστί κεφαλοκόπτης)  το οποίο αποκαλύπτει τις κατακτητικές βλέψεις του Μωάμεθ. Η δίοδος ελέγχεται πλέον απόλυτα από τους Τούρκους.

Ιούνιος /Ιούλιος 1452

Λεηλασίες των Τούρκων στον ευρύτερο χώρο του νέου φρουρίου αναγκάζουν τον Κωνσταντίνο να κλείσει τις θύρες της Πόλης.

Φθινόπωρο 1452

Οι Οθωμανοί επιτίθενται στο Δεσποτάτο του Μορέως. "Τεχνίτης δοκιμώτατος" αναλαμβάνει να κατασκευάσει για λογαριασμό των Τούρκων τεράστιο κανόνι αποτελεσματικό για τα τείχη της Βασιλεύουσας "χωνείαν μεγάλην πέτραν φέρουσαν υπεμεγέθη".

Νοέμβριος -Δεκέμβριος 1452

Ενεργοποιούνται στοιχειωδώς η Βενετία και η Γένοβα μετά από σειρά τουρκικών προκλήσεων απέναντι σε πολίτες τους. Στις 12 Δεκεμβρίου ο Κωνσταντίνος κηρύσσει την ένωση των εκκλησιών σε κοινή λειτουργία. Οι Κωνσταντινουπολίτες ετοιμάζονται για πολιορκία επισκευάζοντας τα τείχη στη γη και στη θάλασσα. Οχυρώνουν τον Κεράτιο με τεράστια αλυσίδα. Συλλέγουν χρήματα και τροφές ενώ απευθύνουν εκκλήσεις προς τον Πάπα και τους Ιταλούς ηγεμόνες για βοήθεια.

Μέσα Δεκεμβρίου 1452

Αποφασίζεται να παραμείνουν στην Πόλη ενισχύοντας την άμυνα της όσα πλοία έχουν ελλιμενισθεί κατ΄εμπορίαν.

Αρχές Ιανουαρίου 1453

Κινητοποιούνται οι δυνάμεις του Μωάμεθ στην Αδριανούπολη. Δοκιμάζεται το μεγάλο κανόνι.

26 Ιανουαρίου 1453
Φθάνουν στην Πόλη δύο γενουατικά πλοία με περίπου 700 μισθοφόρους υπό τις διαταγές του Giovanni Gioustiniani Longo.

Φεβρουάριος / Μάρτιος 1453

Μεταφέρεται το μεγάλο κανόνι από την Αδριανούπολη, η μπομπάρδα. Σέρνεται από 30 βοιδάμαξες και 500 άνδρες με μηχανικούς. "Τέρας τι φοβερόν και εξαίσιον με ήχο βολής ουρανόβροντον: είναι πράγμα φοβερώτερον ιδείν και ες ακοήν όλων άπιστον τε και δυσπαράδεκτον". Λέγεται ότι είχε μήκος 8 μέτρα, διάμετρο 75 εκ. και είχε δυνατότητα να εκτοξεύσει βλήμα 544 κιλών. Χρειαζόταν 3 ώρες για να ξαναγεμίσει. Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα στο απόσπασμα της Βυζαντινής ιστορίας του Δούκα.

Αρχές Μαρτίου - 6 Απριλίου

Σταδιακή συγκέντρωση του στρατού και αποκλεισμός από ξηράς.

Μέσα - τέλη Μαρτίου

Οι Βυζαντινοί ενισχύουν τα τείχη. Η αντίθεση των ενωτικών και ανθενωτικών παραμένει αισθητή. Ο Μέγας Δούκας Λουκάς Νοταράς είπε: "κρειττότερον εστίν ειδέναι εν μεση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν Λατινικήν".

Καθορίζονται οι θέσεις άμυνας. Ο αυτοκράτορας υπερασπίζει την Πύλη του Ρωμανού όπου απέναντι έχει τοποθετηθεί το μεγάλο κανόνι και η σκηνή του Σουλτάνου. Το σύνολο των κατοίκων υπολογίζεται σε 50.000 ενώ οι μάχιμοι σε 5.000 Βυζαντινούς και 2.000 ξένους.

2 Απριλίου

Κλείνει με αλυσίδα η είσοδος του Κεράτιου κόλπου.

5-7 Απριλίου

Έναρξη της πολιορκίας. Πιθανότερος αριθμός τούρκων στρατιωτών 260.000-400.000.

12 Απριλίου

Αρχίζουν συνεχείς κανονιοβολισμοί


Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης - φράγκικη μικρογραφία εποχής


18 Απριλίου

2-6 τα ξημερώματα γίνεται η πρώτη απώθηση των Τούρκων στα τείχη.

19 Απριλίου

Ξεκινάει από τη Βενετία γαλέρα με σκοπό να βοηθήσει αλλά να προσεγγίσει μετά τις 20 Μαΐου.

20 Απριλίου

Τρία εμπορικά γενοβέζικα πλοία μετά από τρίωρη μάχη μπαίνουν στον Κεράτιο. Ο Μωάμεθ οργισμένος ορμά έφιππος στη θάλασσα. Διορίζει νέο αρχηγό στόλου.

22 Απριλίου

Ο Μωάμεθ μεταφέρει δια ξηράς τουρκικά πλοία μέσα στον Κεράτιο από ειδική δίολκο. Ο σουλτάνος "την γην εθαλάσσωσε και την ξηράν ως υγράν διαβάς τους Ρωμαίους ηφάνισε".

1-2 Μαΐου

Συνεχίζονται οι κανονιοβολισμοί. Οι Γενουάτες προδίδουν αμυντικούς σχηματισμούς του Ιουστινιάνη στους Τούρκους. Γίνεται πλέον αισθητή η έλλειψη τροφίμων.

12 Μαΐου

Μεγάλη επίθεση με δύναμη 50.000 ανδρών τα μεσάνυχτα. Μεγάλες απώλειες.

15 Μαΐου

Η σύγκλητος της Βενετίας μετά από παπική πρόταση δέχεται να επανδρώσει πέντε πλοία για την ενίσχυση της Πόλης.

19 Μαΐου

Κατασκευάζεται γέφυρα στο μυχό του Κεράτιου από αγγεία που στρώθηκαν με σανίδες.

21 Μαΐου

Ο Κωνσταντίνος αρνείται να παραδώσει την πόλη με αντάλλαγμα την ελευθερία του και την περιουσία του. "Το δε την πόλιν σοι δούναι ουτ' εμόν εστίν ουτ' άλλου των κατοικούντων εν ταύτη∙ κοινή γαρ γνώμη άπαντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και μη φειδόμενοι της ζωής ημών".

20-25 Μαΐου

Τα τείχη αποδυναμώνονται από τους κανονιοβολισμούς και τις υπόγειες στοές.

25-26 Μαΐου

Διάφορα δυσοίωνα συμβαίνουν, πέφτει χαλάζι και γίνεται έκλειψη. Προετοιμάζεται η τελική τουρκική επίθεση.

27 Μαΐου

Προετοιμασία του τουρκικού στρατού με νηστεία και προσευχή. Θορυβώδεις νυχτερινοί εορτασμοί ανησυχούν τους πολιορκημένους.

28 Μαΐου

Ο Μωάμεθ ανακοινώνει τη μεγάλη επίθεση. Υπόσχεται ανταμοιβές στους στρατιώτες, ακολουθούν αλλεπάλληλοι κανονιοβολισμοί.

29 Μαΐου

Αρχίζει η μεγάλη επίθεση στις τρεις τη νύχτα με κύριο στόχο την Πύλη του Ρωμανού. Σχεδόν ταυτόχρονα επιτυγχάνεται η διείσδυση των Τούρκων από την Κερκόπορτα και την Πύλη του Χαρισίου. Ο Ιουστινιάνης τραυματίζεται και αποσύρεται με αποτέλεσμα να επικρατήσει χάος. Κοντά στην Πύλη του Ρωμανού σκοτώνεται και ο αυτοκράτορας. Ακολουθούν λεηλασίες και αγριότητες. Διαφεύγουν δεκαέξι πλοία και ελάχιστοι από τους έγκλειστους που κατέγραψαν την Άλωση, ο Γεώργιος Σφραντζής, ο Nicolo Barbaro.
Ο Μωάμεθ εισέρχεται έφιππος στην πόλη και την Αγία Σοφία.

31 Μαΐου

Ο Μωάμεθ διατάσσει τη διακοπή των βιαιοπραγιών, απομακρύνει τους στρατιώτες. "Την δε πόλιν έρημον νεκράν κειμένην, γυμνήν άφωνον μη έχουσαν είδος ουδέ κάλλος".


Ο Ιωάννης Η΄ ο Παλαιολόγος ταξίδεψε στη Δύση για να ζητήσει βοήθεια. Ο Benozzo Gozzoli θυμάται την αυτοκρατορική επίσκεψη στη Φλωρεντία στις τοιχογραφίες του Palazzo Medici.


Οι αυτοκράτορες ποτέ δεν σκέφτηκαν να εγκαταλείψουν την Πόλη -έμεναν κλεισμένοι σαν σε φυλακή...

Τα ταξίδια των αυτοκρατόρων ήταν αντίθετα στην αξιοπρέπεια του βυζαντινού λαού. Τα αποτελέσματά τους ήταν φτωχά. Προκάλεσαν οίκτο και αδιαφορία στη Δύση, δυσπιστία στο βυζαντινό λαό, εσωτερικές διαμάχες και μίσος για τους δυτικούς.

Ο Μανουήλ ο Β΄ ο Παλαιολόγος είχε ταξιδέψει δια μέσου της Ιταλίας στο Παρίσι και στην Αγγλία. Ο Αδάμ από το Ουσκ που εργαζόταν στην αυλή του Ερρίκου αναρωτιέται πόσο λυπηρό ήταν να αναγκαστεί ο χριστιανός ηγεμόνας να έρθει στα μακρινά δυτικά νησιά για να ζητήσει βοήθεια σωτηρίας και αναφωνεί: "Τι απέγινε Ρώμη, η παλιά σου δόξα;"

Από την άλλη ο Λουκάς Νοταράς αναφωνεί: "Είναι προτιμότερο να δω να κυριαρχεί στην αγορά της Πόλης το φακιόλι των Τούρκων παρά η καλύπτρα των Λατίνων".

   ---------------------------------------------------------------------------------------


Άλωση της Κωνσταντινούπολης_πίνακας Ιωάννη Νίκου
Άλωση της Κωνσταντινούπολης_πίνακας Ιωάννη Νίκου 1995


Kωνσταντίνος Παλαιολόγος (1448-1453)

O θάνατος του Ιωάννη Η’ βρήκε τόν Κωνσταντίνο στόν Μυστρά, όπου στις 6 Ιανουαρίου 1449 ανακηρύχθηκε ως «Κωνσταντίνος ΙΑ’ Αυτοκράτωρ Ρωμαίων».  H στέψη έγινε στόν Κωνσταντίνο και όχι στόν ανάξιο καί καιροσκόπο Δημήτριο. Ο Κωνσταντίνος είχε γεννηθεί στίς 9 Φεβρουαρίου 1404 καί ήταν ήδη 45 ετών. Είχε παντρευτεί τό 1428, στό κάστρο του Χλεμουτσίου της Γλαρέντζας, τήν Θεοδώρα, κόρη του Φράγκου ηγεμόνα Τόκκο, αλλά η άτυχη κοπέλα πέθανε ένα χρόνο μετά στό Σανταμέρι Αχαΐας. Τό 1441 ξαναπαντρεύτηκε τήν Αικατερίνη, κόρη του Λατίνου άρχοντα της Λέσβου Γατελούζου, αλλά κατά τήν διάρκεια της πολιορκίας, από τούς Τούρκους, του Παλαιοκάστρου της Λήμνου, η Ιταλίδα πριγκίπισσα, η οποία κυοφορούσε το παιδί του Κωνσταντίνου, πέθανε σύμφωνα με τον Schlumberger από τον τρόμο της. Άτυχος λοιπόν ο Κωνσταντίνος σε όλες τις φάσεις της ζωής του.

O τελευταίος αυτοκράτορας της Ελληνικής Αυτοκρατορίας παρελήφθη υπό καταλανικών πλοίων, δυστυχώς τό βυζαντινό ναυτικό ήταν ανύπαρκτο, και εισήλθε στήν Κωνσταντινούπολη στίς 12 Μαρτίου 1449, εν μέσω επευφημιών από το πλήθος των χριστιανών κατοίκων. Το Ελληνικό κράτος το αποτελούσε τότε μόνο η Βασιλεύουσα, με πληθυσμό λιγότερο από εκατό χιλιάδες κατοίκους, η πόλη της Σηλυμβρίας, η Πέρινθος, η Μεσημβρία, οι Επιβάτες και η Αγχίαλος στην Θράκη, μερικά νησιά του Αιγαίου και η Πελοπόννησος,την οποία την μοιράζονταν οι δεσπότες Δημήτριος και Θωμάς που σπαταλούσαν τον καιρό τους φιλονικώντας ο ένας με τον άλλον.

Μωάμεθ Β'



Τό 1451 πέθανε ο Μουράτ καί τόν διαδέχθηκε στό θρόνο ο γιός του Μωάμεθ Β’. Ο Μωάμεθ ήταν μόλις 21 ετών, η μητέρα του ήταν χριστιανή σκλάβα καί έτσι γνώριζε ελληνικά εκτός από τουρκικά καί αραβικά, ενώ ήταν γνώστης της ιστορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η μόνη σκέψη πού απασχολούσε τόν νέο σουλτάνο ήταν η κατάκτησις της Κωνσταντινουπόλεως, της βασιλίδος των πόλεων, τήν οποία είχαν πολιορκήσει ματαίως ο πατέρας του, Μουράτ καί ο παππούς του, Βαγιαζήτ. Σύμφωνα μέ τόν Σλουμβερζέ, τόν μεγαλύτερο βυζαντινολόγο πού έζησε στίς αρχές του 20ου αιώνα καί έγραψε χιλιάδες σελίδες γιά τήν ιστορία του Βυζαντίου:

«…χαρακτηριστικόν του μεγάλου εκείνου στρατηλάτου ήτο παράδοξον κράμα της απηνούς ωμότητος Τούρκου ηδυπαθούς καί φανατικού, καταστροφέως ανοικτίρμονος απάντων των εχθρών της ιδίας αυτού θρησκείας άνευ διακρίσεως ηλικίας καί φύλου καί παραδόξου ζήλου υπέρ τινών ζητημάτων φιλισοφικών, θεολογικών καί καλλιτεχνικών. Ώφειλε δέ βεβαίως τάς ιδιότητας ταύτας καί τήν μεγάλη αυτού νοημοσύνην, προσόντα άλλως σπάνια παρά τή τουρκική φυλή, εις τήν καταγωγή της μητρός, ήτις ήτο δούλη, πιθανώτατα έλκουσα τό γένος εκ Χριστιανών.»

Ο Μωάμεθ ανακηρύχθηκε σουλτάνος στήν οθωμανική πρωτεύουσα, τήν Αδριανούπολη (Εριδνέ), καί αμέσως διέταξε νά ταφεί μεγαλοπρεπώς στήν Προύσα, ο προκάτοχός του Μουράτ. Αφού, ακολουθώντας τό Οθωμανικό έθιμο, στραγγάλισε τά αδέλφια του, διατήρησε στίς θέσεις τους τόν μεγάλο βεζύρη Χαλίλ πασσά καί τόν άλλο ευνοούμενο του πατέρα του Ισαάκ πασά. Κατόπιν στράφηκε στούς αντιπάλους του ηγεμόνες καί κυρίως αυτόν της Καραμανίας, γιά νά απαλλαγεί από τούς εσωτερικούς εχθρούς καί νά ασχοληθεί απρόσκοπτα μέ τά μεγαλεπήβολα σχέδιά του. Όλα τά τότε γνωστά έθνη έσπευσαν νά αποστείλουν πρέσβεις γιά νά συγχαρούν τό νέο ηγεμόνα. Μεταξύ των απεσταλμένων ήταν αυτοί των δύο κατ’ όνομα αυτοκρατόρων Κωνσταντινουπόλεως καί Τραπεζούντος, των δεσποτών της Πελοποννήσου, του Σέρβου κράλη Γεωργίου Βράνκοβιτς, των ηγεμόνων της Λέσβου Γατελούζων, των Γενουατών της Χίου καί του Γαλατά, των ιπποτών της Ρόδου καί πολλών άλλων.

Βόσπορος

Βόσπορος


Ο ανυπόμονος σουλτάνος αμέσως ξεκίνησε τήν κατασκευή φρουρίου στήν δυτική πλευρά του Βοσπόρου, απέναντι από τό «Ανατολού Χισάρ», τό οποίο είχε κατασκευάσει ο Βαγιαζήτ. Κατ’ αυτόν τόν τρόπο απέκλειε τά στενά του Βοσπόρου καί ήλεγχε πλήρως τόν επισιτισμό της Θεοφύλακτης. Ο Κωνσταντίνος ήταν ανίσχυρος νά εμποδίσει τήν περαίωση των εργασιών, καί παρ’ότι ήθελε νά αντιμετωπίσει στρατιωτικά τούς Τούρκους, δέν τόν άφησαν οι σύμβουλοί του. Ο τουρκικός στρατός λεηλάτησε όλα τά γύρω χωριά, κατέσφαξε τούς κατοίκους των Επιβατών, άρπαξε όλα τά ζώα, μέ αποτέλεσμα πλήθος προσφύγων νά συρρεύσουν εντός των τειχών της Πόλης. Ο αποκλεισμός πλέον είχε γίνει αφόρητος. Τό νέο φρούριο ήταν έτοιμο τόν Αύγουστο του 1452, καί είχε κτισθή στή θέση του μεγαλοπρεπούς ναού του Αρχάγγελου Μιχαήλ. Οι Ρωμηοί τό ονόμασαν «Κεφαλοκόπτη», ενώ οι Οθωμανοί «Ρούμελη Χισσάρ». Ο Μεχμέτ εγκατέστησε χάλκινα τηλεβόλα ικανά νά ρίχνουν ογκώδεις λίθους αρκετά μέτρα μακριά καί διόρισε διοικητή της φρουράς τόν Φιρούζ αγά μέ τήν εντολή νά επιτηρεί τά στενά. Ολα τά πλοία ήταν υποχρεωμένα νά κατεβάζουν τά ιστία, νά αγκυροβολούν κάτω από τό φρούριο καί νά πληρώνουν διόδια. Φυσικά τά πλοία, αρχικά αγνοούσαν τίς διαταγές του Τούρκου διοικητή, ώσπου στίς 26 Νοεμβρίου 1452 συνέβη τό ακόλουθο συμβάν τό οποίο μας τό διηγείται στό ημερολόγιό του ο Βενετός χειρούργος Nicola Barbaro:

«Η μεγάλη βομβάρδα του νέου φρουρίου εβύθισε τό πλοίον του Αντωνίου Ρίτζου, όπερ κατέπλεεν εκ του Ευξείνου καί έφερε φορτίον κριθής χάριν εφοδιασμού της Κωνσταντινουπόλεως. Συνέβη δέ τούτο τη 26η Νοεμβρίου 1452. Ο καραβοκύριος του πλοίου τούτου εζωγρήθη εν τη θαλάσση, εστάλη εις τήν Αδριανούπολη όπου ο σουλτάνος διέταξε τόν ανασκολοπισμόν αυτού. Οι δέ λοιποί εδιχοτομήθησαν διά πρίονος…»

Από τότε η διέλευση των ιταλικών πλοίων από τόν Εύξεινο Πόντο καί η μεταφορά εφοδίων γιά τούς Έλληνες κατοίκους της πρωτεύουσας έγινε πολύ δύσκολη. Στό μεταξύ ο Κωνσταντίνος προσπαθούσε νά συγκροτήσει το στρατό και να βελτιώσει τήν άμυνα της Πόλης, έστελνε πρεσβείες στήν Δύση εκλιπαρώντας γιά βοήθεια ενώ επιχείρησε καί επιδρομές μέ τά ελάχιστα πλοία πού διέθετε στίς ακτές της Μικράς Ασίας. Παράλληλα συνέχισε τήν ενωτική στάση, υποστηριζόμενος μάλιστα από τόν ιστορικό της ΄Αλωσης Σφραντζή, ο οποίος επιθυμούσε τήν «κατ΄ οικονομίαν» ένωση, μία παράκαμψη από τόν ορθόδοξο δρόμο πού γινόταν γιά τό καλό της Εκκλησίας καί δέν σήμαινε ότι, όταν περνούσαν οι δύσκολες μέρες, η Εκκλησία δέν θά μπορούσε νά ξαναβρεί τόν ορθό δρόμο. Έτσι ο Ελληνας αυτοκράτορας υποδέχθηκε θερμά τόν ληγάτο του πάπα, καρδινάλιο Ισίδωρο, Ρωμηό καταγώμενο από τό Μοριά, ο οποίος θά φρόντιζε γιά τίς διαπραγματεύσεις σχετικά μέ τήν υποταγή της Ελληνικής Εκκλησίας στήν Λατινική. Τόν Ισίδωρο συνόδευσε ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος Μυτιλήνης Λεονάρδος μαζί μέ μερικές εκατοντάδες Ιταλούς τοξότες. Διαζώζεται μάλιστα επιστολή του Λεονάρδου πρός τόν πάπα Νικόλαο Ε’ η οποία περιέγραφε τά καθέκαστα της άλωσης της Πόλης. Οι εκπρόσωποι του πάπα μαζί μέ τήν ενωτική μερίδα καί μέ τήν παρουσία του βασιλιά καί του πατριάρχη Γρηγορίου, συλλειτούργησαν από κοινού στήν Αγία Σοφία, στίς 12 Δεκεμβρίου 1452, ημέρα εορτής του Αγίου Σπυρίδωνος, καί διακύρηξαν πανηγυρικώς τήν ένωσιν των εκκλησιών. Ο δέ Γεώργιος Σχολάριος, ο μετέπειτα πρώτος πατριάρχης της αλώσεως, επικεφαλής των ανθενωτικών, από τό κελλί του στήν μονή του Παντοκράτορος εκτόξευε απειλές καί κατάρες γιά τήν προδοσία της πίστεως. Ανθενωτικός ήταν καί ο πρωθυπουργός Μέγας Δούκας Λουκάς Νοταράς ο οποίος είπε τό περίφημο εκείνο:«Κρειττότερόν εστιν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακι όλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν.» Καί βέβαια θά δούμε αργότερα πως πλήρωσε τήν πολιτική του αυτή επιλογή ο Νοταράς καί η οικογένειά του.

Τό μόνο όπλο πού είχε απομείνει στόν αυτοκράτορα ήταν η περίφημη βυζαντινή διπλωματία. Μέσω αυτής προσπαθούσε νά συνάψει συμμαχίες ικανές νά τόν βοηθήσουν νά αντιμετωπίσει τήν τουρκική λαίλαπα. Μετά τούς δύο αποτυχημένους γάμους πού έκανε ο τελευταίος Παλαιολόγος προσπάθησε νά διαπραγματευθεί μέ πολλούς ηγεμόνες ώστε μέσως του γάμου του μέ τίς κόρες τους νά εξασφαλίσει στρατιωτική βοήθεια γιά τήν χώρα του. Ήρθε λοιπόν σέ διαπραγματέυσεις μέσω του φίλου του Φρατζή, μέ τόν δόγη της Βενετίας Φραγκίσκο Φόσκαρη, μέ τόν ηγεμόνα του Τάραντα, μέ τόν αντιβασιλέα της Πορτογαλίας Πέτρο, μέ τόν αυτοκράτορα της Τραπεζούντος Ιωάννη Δ’ Κομνηνό καί μέ πολλούς άλλους. Σκεπτόταν μάλιστα νά νυμφευθεί τήν Άννα Νοταρά, κόρη του πρωθυπουργού Νοταρά ακόμα καί τή χήρα του Μουράτ, τή χριστιανή πριγκίπισσα Μάρα της Σερβίας, που ασκούσε επιρροή στό νέο σουλτάνο, τόν Μεχμέτ Β΄. Η σουλτάνα, ωστόσο, αρνήθηκε τήν πρόταση. Τελικά η νύφη πού επιλέχθηκε ήταν η κόρη του βασιλιά της Ιβηρίας του Καυκάσου (Γεωργίας), Γεώργιου. Κατά τήν ώρα όμως της αναχωρήσεως της γιά τήν Κωνταντινούπολη, ο Κωνσταντίνος δέν ζούσε πιά.

Ο Μωάμεθ συγκέντρωσε τόν Φεβρουάριο του 1453 στά ανάκτορά του στήν Αδριανούπολη τούς αξιωματικούς του καί τούς κάλεσε νά πολεμήσουν μέ όλες τους τίς δυνάμεις τούς Ρούμ γιατί η Κωνσταντινούπολη δέν επρόκειτω νά αντέξει περισσότερο. Όλες οι ελληνικές πόλεις της Θράκης κατελήφθησαν από τόν Καρατζά βέη. Η Πέρινθος, η Αγχίαλος, η Μεσημβρία, η Βιζύη, ο πύργος του Αγίου Στέφανου, οι Επιβάται καί άλλες παράλιες πόλεις της Προποντίδας καί του Εύξεινου Πόντου λεηλατήθηκαν καί παραδόθηκαν στίς φλόγες. Σύμφωνα μέ τόν προδότη ιστορικό Κριτόβουλο:
«… ο της Ευρώπης σατράπης ευθύς στρατιά αγείρας κατατρέχει μέν τά περί τήν πόλιν άπαντα καί τό άστυ μέχρις αυτών των πυλών, καί ληίζεται, κατατρέχει δέ καί Συλημβρίαν καί τά περί αυτήν, αφιστά τε τά περί τήν ταύτη θάλασσαν, Πέρινθον τε καί τά λοιπά, προσχωρεί δέ αυτώ καί τό των Επιβατών φρούριον ομολογία, ξυναφιστά δέ καί τά περί τόν Μέλανα πόντον όσα Ρωμαίοις υπήκοα ήν, χειρούται τε πρός τούτοις καί τό εν Μεσημβρία φρούριον…»


laonikos


Προηγουμένως ο Μεχμέτ είχε αποστείλει στήν Πελοπόννησο τόν φοβερό στρατηγό Τουραχάν μέ τούς γιούς του Αχμέτ καί Ομάρ προκειμένου νά εμποδίσει τούς δεσπότες Θωμά καί Δημήτριο νά στείλουν ενισχύσεις στόν βασιλιά Κωνσταντίνο. Ο Τουραχάν εκυρίευσε τό Εξαμίλιον στόν ισθμό, λεηλάτησε τήν Αρκαδία, ερήμωσε τήν Μεσσηνία αλλά ο γιός του Αχμέτ αιχμαλωτίσθηκε από τόν Ματθαίο Ασάνη στό Λεοντάριον (Μεγαλούπολη). Ο σκοπός όμως επετεύχθη καί ελληνική βοήθεια από τόν Μοριά ποτέ δέν έφθασε στήν Πόλη. (Παρατίθεται απόσπασμα από τό έργο του Χαλκοκονδύλη). Αντιθέτως έφθασε ιταλική βοήθεια καί μάλιστα τελείως απρόσμενα. Ο Ενετός Ιάκωβος Κόκκος μέ τρείς εμπορικές γαλέρες έφθασε τυχαία αλλά ο Γενουάτης Ιωάννης Ιουστινιάνης (Giovanni Giustiniani) μέ δύο πλοία καί επτακόσιους κατάφρακτους στρατιώτες, ήλθε στήν μεγάλη χριστιανική πόλη από δική του πρωτοβουλία γιά νά τήν υπερασπισθεί καί νά μήν πέσει στά χέρια των αλλοθρήσκων. Ο Ιουστινιάνης, ο επονομαζόμενος Λόγγος ήταν άνδρας θαραλλέος, επαγγελματίας στρατιωτικός καί η βοήθειά του θά αποδεικνύονταν πολύτιμη στίς τελευταίες εκείνες ώρες της Βυζαντινής πρωτεύουσας. Τήν κατά τά άλλα κοσμοπολίτικη καί πολυεθνική Κωνσταντινούπολη μόνο Έλληνες καί Ιταλοί εδέησαν νά τήν υπερασπισθούν. Ω τί ειρωνεία! Αρχαίοι Έλληνες καί Αρχαίοι Ρωμαίοι τήν είχαν ιδρύσει. Ουδείς άλλος Ευρωπαίος ηγέτης δέχτηκε νά βοηθήσει.


άποψη τειχών Πόλης
 άποψη τειχών Πόλης


Στά τέλη Μαρτίου 1453, ο Κωνσταντίνος μέ τήν βοήθεια των Βενετών ναυτών του Αλουΐσιου Διέδου καί του Γαβριήλ Τρεβιζά βάθυνε τήν μεγάλη τάφρο στήν Ξυλόπορταδίπλα στόν Κεράτιο κόλπο ενώ τήν φύλαξη τεσσάρων πυλών τήν ανέθεσε στούς Βενετούς Κονταρίνη, Κόρνερ, Μοτσενίγον καί Δολφίν.

 Στίς 2 Απριλίου ο αυτοκράτορας τοποθέτησε τήν αλυσίδα πού θά έκλεινε τόν Κεράτιο Κόλπο (Χρυσούν Κέρας), από τόν Πύργο του Αγίου Ευγενίου στήν Κωνσταντινούπολη μέχρι τόν Γαλατά ο οποίος ως γνωστόν βρισκόταν υπό Γενουατικήν κυριαρχίαν. Πίσω από αυτή τήν αλυσίδα η οποία είχε μήκος πολλές εκατοντάδες μέτρα τοποθετήθηκαν δέκα μεγάλα πλοία γιά νά παρεμποδίσουν τήν καταστροφή της από τόν εχθρό. 

Τά χερσαία τείχη της Επταλόφου πόλης είχαν μείνει απαραβίαστα γιά ολόκληρο τό διάστημα της χιλιόχρονης ύπαρξής τους. Τό μεγαλύτερο μέρος τους είχε κατασκευασθεί από τό Μέγα Θεοδόσιο, γι’αυτό ονομάζονται καί«Θεοδοσιανά Τείχη». Εκτείνονταν από τό Επταπύργιον (Γεντί Κουλέ) της Προποντίδος μέχρι τό Παλάτι των Βλαχερνών στόν Κεράτιο Κόλπο, καλύπτοντας επτά χιλιόμετρα ενώ διακόπτονταν από 96 μικρούς καί μεγάλους πύργους. Τό Θεοδοσιανό λοιπόν τείχος αποτελείτω από δύο παράλληλα τείχη, τό εσωτερικό τείχος είχε ύψος 22 μέτρα ενώ τό εξωτερικό τείχος πού χωριζόταν μέ μία περίβολο από τό εσωτερικό είχε ύψος 7 μέτρα. 

Εξωτερικά προστατεύονταν από μία τάφρο πλάτους 20 μέτρων, η οποία τήν εποχή της αλώσεως ήταν γεμάτη μέ θαλασσινό νερό. Η πρώτη από τίς πύλες ξεκινώντας από τήν Προποντίδα ήταν η Χρυσή Πύλη (Γεντί Κουλέ Καπού), από τήν οποία εισέρχονταν οι θριαμβευτές αυτοκράτορες έπειτα από κάποια νίκη τους, η δεύτερη ήταν η Πύλη της Συλημβρίας, η οποία οδηγούσε στήν πόλη της Συλημβρίας καί βρισκόταν κοντά στό αγίασμα του Μπαλουκλή. Η τρίτη πύλη ήταν η Πύλη του Πολυανδρίου ή Ρουσία Πύλη, ακολουθούσε η Πύλη του Ρωμανού (Τόπ Καπού), η Πύλη της Αδριανούπολης ή Χαρισίου (Εδιρνέ Καπού), η μοιραία Κερκόπορτα ή πύλη Ξυλοκέρκου καί πρός τόν Κεράτιο Κόλπο ήταν η Καλιγαρία Πύλη (Εγρί Καπουσί) η οποία βρισκόταν κοντά στό Παλάτι των Βλαχερνών (Τεκφούρ Σεράϊ), στό παλάτι του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου καί στόν Πύργο του Ανεμά. Τά πελώρια τείχη ίσως νά άντεχαν στίς επιθέσεις των βαρβάρων αν δέν είχαν υπάρξει τά φοβερά κανόνια τού Ούγγρου Ουρβανού των οποίων οι βολές τά κατενίκησαν σύμφωνα μέ τήν διήγηση του Σλουμβερζέ:

«Τό διπλούν καί οχυρόν τείχος της Κωνσταντινουπόλεως τό πολλάκις αντιστάν νικηφόρως εις τάς επιθέσεις πλείστων όσων εθνών της Εσπερίας καί της Ανατολής θά διετέλει καί ταύτην τήν φοράν αμυντήριον των Ελλήνων κατοίκων δυσάλωτον, άν μή ήθελε βομβαρθισθή καί διασπαραχθή, έπειτα δέ κατασκαφή υπό των νέων εκείνων οργάνων καταστροφής, των γιγαντιαίων χαλκών πυροβόλων του σουλτάνου των εκτινασσόντων μακράν τας ουχ ήττον γιγαντιαίας λιθίνας αυτών σφαίρας, ων αι φρικταί καταστροφαί επέτρεψαν τέλος εις τά τουρκικά τάγματα νά επιχειρήσωσιν επιτυχώς τήν τελικήν έφοδον.»


Πολιορκία – Τελευταίες ημέρες


ottoman_invaders


Ο Μωάμεθ, από τά τέλη Μαρτίου είχε ολοκληρώσει τίς προετοιμασίες του στήν Αδριανούπολη. Ολόκληρος ο διαθέσιμος στρατός σέ Ευρώπη καί Ασία είχε συγκεντρωθεί στήν πόλη της Θράκης καί ο ακριβής προσδιορισμός των Οθωμανών στρατιωτών είναι αδύνατο νά υπολογιστεί καθ’ότι ποικίλλουν οι εκτιμήσεις των ιστορικών. Πόσο μάλλον αφού καθ’όλη τή διάρκεια της πολιορκίας συνέρρεαν μουσουλμάνοι άτακτοι από όλα τά αραβικά εδάφη γιά νά πολεμήσουν κατά των απίστων στόν ιερό πόλεμο «Τζιχάντ» καί νά συμμετάσχουν βεβαίως καί στίς αναμενόμενες λεηλασίες.

 Είναι αξιοσημείωτος καί ανεξήγητος ο διακαής πόθος των μουσουλμάνων νά καταλάβουν τήν Κωνσταντινούπολη από τόν 7ο αιώνα ακόμα. Ο Μωάμεθ βέβαια εκμεταλευόμενος αυτόν τόν πόθο είχε στείλει σέ όλες τίς κατευθύνσεις ιμάμηδες γιά νά εξεγείρουν τά πλήθη των οπαδών του Ισλάμ καί νά σπεύσουν καί αυτοί κατά σμήνη μπροστά στά τείχη της Κωνσταντινούπολης. Βλέπει κανείς καί σήμερα σέ ιστοδελίδες Αράβων νά πανηγυρίζουν γιά τήν ημέρα της κατάληψης της χριστιανικής μεγαλούπολης από τούς ομόθρησκούς τους. Γιά νά επανέλθουμε στό πλήθος των πολιορκητών, σάν πιό αξιόπιστη μαρτυρία θεωρείται εκείνη του Ενετού Μπάρμπαρο σύμφωνα μέ τήν οποία ο τακτικός στρατός ανέρχονταν σέ 160 χιλιάδες καί άλλοι τόσοι ήταν οι ναύτες του στόλου, οι άτακτοι στρατιώτες αλλά καί οι έμποροι, οι τεχνίτες, οι εργάτες, οι δερβίσηδες, οι ιμάμηδες καί τά πλήθη εκείνα των τυχοδιωκτών πού ακολουθούσαν τίς μεγάλες στρατιές στίς εκστρατείες τους.

Τό σημαντικότερο σώμα τό αποτελούσαν οι γενίτσαροι (νεήλυδες κατά τούς Βυζαντινούς) οι οποίοι ήταν άριστα εκπαιδευμένοι καί υπόκεινταν σέ αυστηρότατη στρατιωτική πειθαρχία. Ως γνωστόν ήταν τά πιό δυνατά παιδιά χριστιανών τά οποία οι γονείς τους ήταν αναγκασμένοι χωρίς αντίρρηση νά τά παραδίδουν στούς χοτζάδες. Σύμφωνα δέ μέ τόν Παπαρρηγόπουλο περίπου ένα εκατομμύριο ελληνόπουλα καθ’όλη τή διάρκεια της Τουρκοκρατίας είχαν μετατραπεί σέ γενίτσαρους. Όλοι οι θρίαμβοι του σουλτάνου κατά των χριστιανικών εθνών τήν διάρκεια του 14ου καί 15ου αιώνα οφείλονταν στά παιδιά αυτά των χριστιανών. Απειράριθμοι ήταν οι άτακτοι βασιβοζούκοι πού συμμετείχαν στό στράτευμα καί οι οποίοι σάν μόνο όπλο είχαν ένα γιαταγάνι. Δυστυχώς χιλιάδες ήταν καί οι Ευρωπαίοι οι οποίοι συμμετείχαν στήν πολιορκία καθώς επίσης Ελληνες αλλά καί Σέρβοι πού είχε στείλει ο κράλης της Σερβίας Βράνκοβιτς.


kanoni


Τό μεγαλύτερο όμως πλεονέκτημα του Τούρκου κατακτητή ήταν τό τρομερό κανόνι πού κατασκεύασε ο Ουρβανός στήν Αδριανούπολη. Ο Κωνσταντίνος δέν μπόρεσε νά ικανοποιήσει τίς χρηματικές απαιτήσεις του Ούγγρου, όταν αυτός είχε προτείνει στόν Ελληνα αυτοκράτορα τήν κατασκευή τέτοιου όπλου καί έτσι ο τελευταίος στράφηκε πρός τόν Μωάμεθ. Η ευσυνειδησία του Παλαιολόγου, ο οποίος κάλλιστα θά μπορούσε νά δολοφονήσει ή νά φυλακίσει τόν άπληστο Ουρβανό, δέν του βγήκε σέ καλό, διότι ο Ούγγρος κατάφερε νά κατασκευάσει γιά λογαριασμό των πολιορκητών τό μεγαλύτερο κανόνι πού είχε δεί τότε η ανθρωπότητα καί γιά τό οποίο χρειάστηκαν τριάντα ζεύγη βοδιών καί εκατοντάδες εργάτες γιά νά τό μεταφέρουν από τήν Αδριανούπολη μέχρι τά τείχη της Πόλης. Bέβαια ο άπληστος Ουρβανός λίγο αργότερα θά έβρισκε τό θάνατο από τήν έκρηξη του δικού του κανονιού, αλλά τό κακό είχε ήδη γίνει. Ο σουλτανος είχε αποκτήσει τήν τεχνογνωσία πού του χρειαζόταν γιά νά γκρεμίσει τά γερασμένα τείχη.

Στίς 23 Μαρτίου 1453 ο ίδιος ο Μωάμεθ έστηνε τήν μεγαλοπρεπή σκηνή του κοντά στόν χείμαρρο του Λύκου μπροστά από τήν Πύλη του Ρωμανού. Ως γνήσιος μωαμεθανός, μόλις έφτασε, άπλωσε ένα χαλί, στράφηκε πρός τήν Μέκκα, γονάτισε καί προσευχήθηκε. Ολόκληρος ο στρατός τόν μιμήθηκε. Φανταζόμαστε τόν τρόμο των κατοίκων της Πόλης οι οποίοι είχαν συγκεντρωθεί στά γερασμένα τείχη καί παρακολουθούσαν τήν θάλασσα εκείνης της πολυάριθμης στρατιάς πού εκτείνονταν σέ όλο τό μήκος των χερσαίων τειχών, από τήν Προποντίδα μέχρι τόν Κεράτιο Κόλπο. Καί όμως είχαν αποφασίσει νά πολεμήσουν απέναντι σέ αυτόν τόν ανίκητο στρατό της Οθωμανικής υπερδύναμης. Απέναντι λοιπόν από τήν πύλη του Ρωμανού, στόν λόφο Μαλτεπέ, έστησε ο σουλτάνος τό στρατηγείο του, περιστοιχιζόμενος από τήν αυτοκρατορική φρουρά των δεκαπέντε χιλιάδων γενιτσάρων. Ο Ζαγανός πασσάς, ο οποίος ήταν Αλβανός εξωμότης, ανέλαβε τήν φύλαξη των υψωμάτων του Πέρα, γιά νά επιτηρεί τή Γενουατική συνοικία του Γαλατά. Ο Καρατζάς πασσάς, βεϊλέρβεης της Ρούμελης, δηλαδή στρατηγός των Ευρωπαϊκών στρατευμάτων, έλαβε τή αρχηγία του αριστερού κέρατος της απειράριθμης στρατιάς, απέναντι από τό ανάκτορο του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου (Τεκφούρ Σεράϊ). Ο αρχηγός των ασιατικών στρατευμάτων, Ισαάκ πασσάς, βεϊλέρβεης της Ανατολής, καί ο αρνησίθρησκος Έλληνας Μαχμούτ Μπέης, έλαβαν τήν αρχηγία του δεξιού μέρους του Τουρκικού στρατού, δηλαδή από τό Τόπ Καπού μέχρι τήν Χρυσή Πύλη δίπλα στήν παραλία της Προποντίδος, εκεί πού σήμερα βρίσκεται τό Γεντί Κουλέ (Επταπύργιον). Ο Μεγάλος βεζύρης Χαλίλ πασσάς, ο οποίος ήταν ευάλωτος στήν δωροδοκία καί έδινε πολύτιμες πληροφορίες στούς Ελληνες, ανέλαβε τήν διοίκηση του κέντρου, απέναντι από τήν πύλη της Αδριανούπολης. Η Προποντίδα ήταν γεμάτη από τά εκατοντάδες πλοιάρια πού είχε κατασκευάσει ο σουλτάνος στήν Καλλίπολη καί τά οποία ήταν υπό τίς διαταγές του πρώτου στήν ιστορία Καπουδάν πασσά, του Μπαλτόγλου ο οποίος ήταν Βούλγαρος στήν καταγωγή καί του Χαμουζά πασσά. Ηταν η πρώτη πολιορκία της Βασιλεύουσας στήν οποία οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν στόλο. Ο ναύσταθμος του στόλου τούτου ήταν τό Διπλοκιόνιο (σημερινό Ντολμά Μπαξέ).


χάρτης πολιορκίας
χάρτης πολιορκίας



Σύμφωνα μέ τόν Κριτόβουλο πρίν τήν άφιξη του κυρίως σώματος του εχθρικού στρατού οι Ρωμηοί, έκαναν αιφνιδιαστική επίθεση καί σκότωσαν αρκετές εκατοντάδες από τούς ατάκτους μουσουλμάνους, αλλά μέ τήν εμφάνιση του κυρίως όγκου του εχθρού αποσύρθησαν, διέλυσαν τίς γέφυρες καί έκτισαν τίς πύλες του εξωτερικού τείχους. Τήν διάταξη των επτά χιλιάδων αμυνομένων στρατιωτών τήν περιγράφει ο Παπαρρηγόπουλος στήν «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους». Τήν πύλη του Αγίου Ρωμανού πού ήταν τό πιό ευάλωτο σημείο θά τήν υπερασπίζοταν ο ίδιος ο Aυτοκράτορας μαζί μέ τόνΙουστινιάνη καί τούς κατάφρακτους στρατιώτες του, ο Ιωάννης Καντακουζηνός καί ο Δόν Φραγκίσκος από τό Τολέδο(απόγονος του Αλεξίου Κομνηνού). Τήν Χαρσία Πύλη τήν ανέλαβε ο Θεόδωρος Καρυστινός, άριστος τοξότης, καί ο Γερμανός μηχανικός Ιωάννης Γκράντ, πού έμελλε μέ επιτυχία νά εξουδετερώσει όλες τίς προσπάθειες υπονόμευσης των τειχών. Στήν Εδιρνέ Καπού τοποθετήθηκαν οι αδελφοί Μποκκάρδοι από τή Βενετία. Τό παλάτι του Εβδόμου ανατέθηκε στόν βενετό βάϊλο Μινότο ενώ τό τείχος στό παλάτι των Βλαχερνών ανατέθηκε στόν καρδινάλιο Ισίδωρο. Στήν μεριά του Κεράτιου, από τήν Ξυλόπορτα μέχρι τήν Πετρίου Πύλη τοποθετήθηκαν δύο Γενουάτες, ο Ιερώνυμος καί ο αρχιεπίσκοπος Λεονάρδος καί ο Ρωμηός μαθηματικός Μανουήλ Παλαιολόγος. Τό υπόλοιπο μέρος του Κερατίου τό ανέλαβε ο αρχιναύαρχος Λουκάς Νοταράς μέ 500 σφενδονητές καί τοξότες, ο Αλέξιος Δισύπατος, ο Αλουΐσιος Διέδο, Ιωάννης Βλάχος, καί ο Μετοχίτης, ενώ κρητικοί ναύτες θά υπερασπίζονταν τόν πύργο του Βασιλείου ο οποίος βρίσκοταν δίπλα στήν πύλη του Νεωρίου ή αλλιώς Ωραία Πύλη (Μπαχτσέ Καπού). Αυτοί θά ήταν οι μόνοι πού θά έφερναν μέχρι τέλους τό έργο τους. Τό τείχος στήν Προποντίδα τό ανέλαβε ο Ορχάν, ξάδελφος του Μωάμεθ καί διεκδικητής του θρόνου μαζί μέ Έλληνες μοναχούς, τούς Βενετούς Κονταρίνι καί Τρεβιζάνο καί τόν Ισπανό Πέτρο Γουλιάνο πού βρισκόταν στό παλάτι του Βουκολέοντος. Στήν Χρυσή Πύλη καί στήν Πύλη της Συλημβρίας τοποθετήθηκαν οι Ιταλοί Κορνέρος, Μοσενίγος, Γουδέλης καί ο Ανδρόνικος Καντακουζηνός. Τίς εφεδρείες στό μέσον της πόλης, στήν εκκλησία των Αγίων Αποστόλων τίς αποτελούσαν οι Θεόφιλος Παλαιολόγος, Δημήτριος Καντακουζηνός καί Νικηφόρος Παλαιολόγος μαζί μέ 700 ακόμα άνδρες. Καί βέβαια μακάρι νά μπορούσα νά γράψω όλα τά ονόματα αυτών πού έμειναν γιά νά πεθάνουν γιά τούς τάφους των πατεράδων τους, γιά τήν τιμή των οικογενειών τους καί γιά τήν υπεράσπιση ενός χιλιόχρονου πολιτισμού, αλλά καί γιά τόυς Ιταλούς καί τούς λίγους Ισπανούς πού πολέμησαν μαζί τους. Άλλοι τόσοι Ελληνες βρίσκοταν έξω από τά τείχη, στήν υπηρεσία του εκπροσώπου της τότε νέας τάξης πραγμάτων. Αγωνίζοταν γιά μία αυτοκρατορία πολυπολιτισμική, χωρίς σύνορα, χωρίς σημαίες στήν οποία όλες οι εθνότητες θά ζούσαν μαζί, αλλά αγωνίζονταν ταυτόχρονα γιά τό προσωπικό τους συμφέρον καί γιά τόν πλουτισμό τους. Οι Ελληνες πού ήταν μέσα στά τείχη αγωνίζοταν γιά πατρίδα, θρησκεία, τιμή καί οικογένεια καί σύντομα οι περισσότεροι από αυτούς θά έχαναν τή ζωή τους.


 barbaro

Στίς αρχές Απριλίου ο Μεχμέτ διέταξε νά καταλάβουν καί τούς τελευταίους πύργους στά περίχωρα της Κωνσταντινουπόλεως. Κυριεύτηκε τό φρούριο στά Θεραπειά, στίς όχθες του Βοσπόρου, τό φρούριο του Στουδίου καί τό φρούριο στή νήσο Πρίγκηπο, τό οποίο υπερασπιζόταν τό περίφημο μοναστήρι στό οποίο ως γνωστόν κατέφευγαν τά μέλη της αριστοκρατίας πού επιθυμούσαν νά μονάσουν. Παρατίθεται αφήγηση του Κριτόβουλου:

«Ο σουλτάνος προσέβαλε τό φρούριο τούτο καί επιστήσας πυροβόλα κατέσεισε καί κατέρριψε τό πλείστον τούτου, καί των εντός αυτού πολλοί εφονεύθησαν υπό των λίθων των εκπεμπομένων από των πυροβόλων, οι δέ περιλειφθέντες των φρουρών, μή δυνάμενοι πλέον ν ανθέξωσι, προσεχώρησαν δι’όμολογίας, όπως μεταχειρισθή κατά βούλησιν αυτούς, καί εκείνος ανεσκολόπισεν αυτούς, τεσσαράκοντα όντας. Εκείθεν δέ μετέβη εις τό φρούριον τό καλουμένον του Στουδίου, καί αυτό κατασείσας διά των πυροβόλων καί καταρρίψας αυθημερόν εξεπόρθησε καί τούς άνδρας ανεσκολόπισεν, αγαγών παρά τό τείχος της πόλεως, ίνα ώσι καταφανείς. Κατά δέ τάς αυτάς ημέρας καί Παλτόγλης ο του στόλου ηγεμών τάς μέν πλείους των νεών αυτού κατέλιπεν εφορμείν τω στόματι του λιμένος καί τη αλύσει, αυτός δέ αναλαβών τάς λοιπάς, κελεύσαντος βασιλέως, επιπλεί τη Πριγκίπω νήσω, ην δέ εκεί φρούριον ασφαλέστατον, φυλακήν έχον εντός άνδρας καταφράκτους τριάκοντα, άνευ μέντοιγε των οικητόρων.»


walls2


Τό φρούριο της Πριγκήπου άντεξε τόν κανονιοβολισμό καί γι’ αυτό ο Μπαλτόγλου συγκέντρωσε έφλεκτες ύλες νά τό κάψει. Οι αμυνόμενοι δέν άντεξαν τίς αναθυμιάσεις, παραδόθηκαν καί άπαντες αποκεφαλίσθησαν. Οι κανονιοβολισμοί στά γερασμένα τείχη της Βασιλεύουσας άρχισαν στίς 6 Απριλίου καί μέχρι τίς 18 Απριλίου συνοδεύονταν από διάφορες ασήμαντες απόπειρες εφόδου από πλευράς επιτιθέμενων. Τά μεγαλύτερα κανόνια είχαν τοποθετηθεί μπροστά από τό ασθενέστερο τμήμα του χερσαίου τείχους, στήν πύλη του Αγίου Ρωμανού. Οι κάτοικοι πού δέν είχαν συνηθίσει τόν θόρυβο του κανονιοβολισμού κατεβλήθησαν από τρόμο στό άκουσμα των κρότων, ενός τρόμου ο οποίος μεγάλωσε όταν είδαν τμήματα του εξωτερικού τείχους νά καταρρέουν παρασύροντας μαζί τους καί δύο πύργους. Τίς νύχτες λοιπόν γυναίκες, γέροι καί παιδιά βοηθούσαν στήν αποκατάσταση των γκρεμισμένων τειχών, τοποθετώντας πέτρες, πλέγματα από δοκάρια καί σακκιά γεμάτα χώμα. Φαντάζεται κανείς τήν κούραση των πολιορκουμένων οι οποίοι πολεμούσαν τήν ημέρα καί τή νύκτα έπρεπε νά είναι σέ επιφυλακή γιά τυχόν επίθεση, αλλά ταυτόχρονα έπρεπε νά επιδιορθώνουν καί τίς φθορές στά τείχη. Πράγματι τίς βραδυνές ώρες της 18ης Απριλίου, οι Τούρκοι επιχείρησαν αιφνιδιαστικά τήν πρώτη σημαντική έφοδο τους στά τείχη. Οι Έλληνες μέ επικεφαλής τόν Αυτοκράτορα απέκρουσαν μέ επιτυχία τήν επίθεση αυτή ρίχνοντας κάτω τίς πολυάριθμες σκάλες πού έστηνε ο εχθρός, ενώ μέ τά βέλη καί τά πρωτόγονα ντουφέκια εξουδετέρωναν τόν ένα Τούρκο μετά τόν άλλο. Αλλά τή θέση του νεκρού τήν έπαιρναν άλλοι επιτιθέμενοι καί συνεχίσθηκε έτσι η έφοδος γιά πέντε ώρες, μέχρι πού ο εχθρός αποσύρθηκε. Σύμφωνα μέ τόν Sir Edwin Pears οι απώλειες των μουσουλμάνων ήταν αρκετές εκατοντάδες σέ αντίθεση μέ τούς χριστιανούς πού ήταν μηδαμινές.

Τήν επομένη μία καινούργια νίκη θά έδινε ελπίδες στούς Ελληνες καί Ιταλούς υπερασπιστές της Πόλης. Ο Τούρκος ναύαρχος ανέλαβε νά επιτεθεί μέ όλη τήν δύναμη των τριακοσίων περίπου πλοίων καί νά διασπάσει τήν αλυσίδα του Κεράτιου Κόλπου ή Χρυσού Κέρατος όπως τόν έλεγαν οι Ρωμηοί. Τήν αλυσίδα τήν φύλαγαν μεγάλα Βενετικά καί Γενοβέζικα πλοία καί τό γενικό πρόσταγμα τό είχε ο Μέγας Δούκας Λουκάς Νοταράς. Οι αμυνόμενοι έριχναν από τά υψηλότερα πλοία τους πλήθος από πέτρες καί βέλη, ενώ έκαιγαν τά εχθρικά πλοιάρια μέ τό Υγρόν Πύρ. Επί τέλους υποχώρησαν οι Οθωμανοί καί τά λιμάνια στόν Κεράτιο Κόλπο παρέμεναν πρός τό παρόν ασφαλή.
Στίς 20 Απριλίου όλοι οι κάτοικοι συγκεντρώθηκαν στά τείχη πού βλέπουν προς τήν Προποντίδα γεμάτοι περιέργεια. Πανιά φάνηκαν στόν ορίζοντα καί όλοι ανεθάρρησαν ότι έρχεται επιτέλους η βοήθεια από τόν Πάπα. Τά πλοία ήταν μόλις τέσσερα, αλλά ίσως ήταν η εμπροσθοφυλακή ενός μεγάλου χριστιανικού στόλου πού πλησίαζε νά διώξει τούς βαρβάρους. Δυστυχώς όμως τά σκάφη αυτά ήταν εκείνα στά οποία ο Κωνσταντίνος είχε παραγγείλει προμήθειες γιά τούς κατοίκους. Τά τρία ήταν Γενοβέζικα καί τό ένα καί μεγαλύτερο ήταν βασιλικό καί είχε καπετάνιο τόν περίφημο Φλαντανελά. Τά πλοία αρχικά είχαν καθηλωθεί στήν Χίο από βόρειους ανέμους, αλλά τώρα οι ισχυροί νοτιάδες τά έσπρωχναν πρός τόν Κεράτιο. Ο Μωάμεθ αμέσως διέταξε τόν Μπαλτόγλου νά πάρει όλη τή δύναμη από τό Διπλοκιόνιο (Mπεσικτάς) καί νά τά συλλάβει. Τά τέσσερα μεγάλα πλοία περικυκλώθηκαν από τά δεκάδες μικρότερα τουρκικά καί τό χειρότερο ήταν ότι ο άνεμος έπαψε νά φυσά. Ο καπουδάν πασσάς εμβόλισε τόν βυζαντινό δρόμωνα καί άρχισε μία σκληρή μάχη σώμα μέ σώμα. Οι ελπίδες των χριστιανών ήταν ελάχιστες αλλά υπό τό βλέμμα των χιλιάδων κατοίκων αγωνίζονταν μέ γενναιότητα. Τά χριστιανικά πλοία δέθηκαν μεταξύ τους καί έμοιαζαν σάν ένα οχυρό μέσα στήν θάλασσα, τό οποίο χιλιάδες Τούρκοι προσπαθούσαν νά τό εκπορθήσουν. Ο κυβερνήτης Φλαντανελάς δέν έπαψε στιγμή νά εμψυχώνει τούς άντρες του καί συνέχισε μέ ένα τεράστιο πέλεκυ νά πολεμά μέ πείσμα. Αλλά καί κάποιος άλλος είχε αγωνία γιά τήν έκβαση της παράξενης αυτής ναυμαχίας. Ο σουλτάνος έφιππος είχε μπεί στό νερό καί εκτόξευε απειλές καί ύβρεις κατά του ναυάρχου του.

«ο δέ αμηράς θεωρών μηδέν άξιον έργον ποιούντα τόν τοσούτον καί τηλικούτον στόλον αλλά μάλλον ήττονα όντα, μανείς καί θυμώ ληφθείς, βυχώμενος καί τούς οδόντας τρίζων ύβρεις ενέχεε εις τούς αυτού, δειλοκάρδιους καί γυναικώδεις καί ανωφελείς αποκαλών, καί τόν ίππον κεντρίσας ήλθεν εντός της θαλάσσης…»

Η μοίρα παίζοντας τό παιχνίδι της έκανε τόν νοτιά νά δυναμώσει, έσπρωξε τά μεγάλα πλοία πρός τόν Κεράτιο κόλπο πού ήταν οι υπόλοιπες ιταλικές γαλέρες του Τρεβιζάνου καί του Ζαχαρία Γριώνη καί τά τούρκικα υποχώρησαν. Ισως ήταν ευκαιρία νά επιτεθούν όλα τά χριστιανικά πλοία καί νά διαλύσουν τόν στόλο του Μωάμεθ αλλά δέν τό έκαναν. Η σωτηρία των εξαντλημένων χριστιανών ναυτικών αναπτέρωσε τό ηθικό των κατοίκων της Πόλης, ενώ ντρόπιασε τούς Οθωμανούς των οποίων οι απώλειες ξεπέρασαν τούς χίλιους σκοτωμένους. Ο Μωάμεθ έξαλλος ήθελε νά παλουκώσει τόν άτυχο Μπάλτογλου αλλά τόν συγκράτησαν οι στρατηγοί του. Ράβδισε ο ίδιος τό ναύαρχο, τόν καθαίρεσε καί όρισε αντικαταστάτη τόν Χαμουζά πασσά, ενώ τήν περιουσία του όλη τήν μοίρασε στούς γενίτσαρους, όπως συνηθίζοταν σέ παρόμοιες περιπτώσεις.

Τελικά βέβαια, τή χαρά των Ελλήνων διαδέχτηκε η λύπη γιατί τελικά χριστιανικός στόλος δέν ερχόταν γιά νά τούς σώσει καί όπως λεέι ο Sir Edwin Pears «η τύφλωση των ηγεμόνων της Εσπερίας έφθανε μέχρι τήν παραφροσύνη. Αυτοί καί οι λαοί τους έμελλε νά τιμωρηθούν σκληρά γιά τήν αισχρή εγκατάλειψη της Κωνσταντινούπολης, του αυτοκράτορα καί του λαού της.» Εν τω μεταξύ ο βομβαρδισμός των χερσαίων τειχών συνεχίζοταν ακατάπαυστα καί κατέρευσε καί ο πύργος της Βακτατονίας δίπλα στήν πύλη του Αγίου Ρωμανού.


conquete1453


Τήν 22α Απριλίου, ημέρα Κυριακή, έμελλε νά συμβεί ένα από τά παραδοξότερα γεγονότα της παγκόσμιας ιστορίας. Ο Μωάμεθ μέ τήν βοήθεια Ιταλού μηχανικού είχε συλλάβει τό σχέδιο νά κατασκευάσει διολκό από τήν οποία θά μετέφερε τά έλαφρά πλοιάρια του, τίς λεγόμενες φούστες, από τό Διπλοκιόνιο (Μπεσικτάς) στόν Κεράτιο. Η αποτυχία του Μπαλτόγλου νά εξουδετερώσει τίς τέσσερες γαλέρες τόν επείσμωσε καί έθεσε πάραυτα τό μεγαλεπίβολο σχέδιό του. Σύμφωνα μέ τόν Λατίνο χρονογράφο Πούσκουλο, ο Ζαγανός πασσάς ξεκίνησε βομβαρδισμό των ιταλικών πλοίων γιά λόγους αντιπερισπασμού. Τά κανόνια στήθηκαν πίσω από τήν γενουατική συνοικία του Γαλατά ώστε νά μήν γίνει αντιληπτή η κατασκευή του διολκού ούτε από τούς Γενουάτες αλλά ούτε καί από τούς πολιορκουμένους. Οι χιλιάδες χριστιανοί σκλάβοι αφού ισοπέδωσαν τόν δρόμο στό λόφο πού βρίσκεται σήμερα τό Πέραν (Σταυροδρόμιον), τοποθέτησαν ξύλινα δοκάρια τά οποία επάλειψαν μέ λίπος. Τό βράδυ δοκίμασε μέ μία φούστα η οποία σύρθηκε μέ τήν βοήθεια βοδιών καί πολυάριθμων σκλάβων καί τό αποτέλεσμα ήταν τό τουρκικό πλοιάριο νά βρεθεί εντός του Κερατίου Κόλπου. Ακολούθησαν κατά τή διάρκεια της νύκτας 70 πλοιάρια. Σύμφωνα μέ τόν Κριτούβουλο «ήτο δέ τό θέαμα παράξενον καί απίστευτον εις τούς ακούοντας πλήν των ιδόντων, τό νά βλέπωσι ναυς επί της μεσογαίας φερόμενας μετ’αυτών των πληρωμάτων καί των ιστίων καί της άλλης αποσκευής.»Kατ’αυτόν τόν τρόπο αξιόμαχος στολίσκος βρέθηκε στό λιμάνι των Ψυχρών Υδάτων (Κασίμ πασσά), μέσα στόν Κεράτιο, πρός μεγάλη έκπληξη των Ελλήνων οι οποίοι μέ τό πρώτο φως της ημέρας έβλεπαν τόν εχθρό νά απειλεί καί τά τείχη πρός τήν μεριά του Κεράτιου, τείχη τά οποία ήταν καί πολύ αδύνατα καί επανδρωμένα μέ ολιγάριθμους άνδρες. Καί βέβαια όλοι οι κάτοικοι ήξεραν ότι από εκείνα τά τείχη είχε αλωθεί η πολυαγαπημένη πόλη τους από τούς Φράγκους τό 1204.
Η απελπισία του βασιλιά Κωνσταντίνου ήταν μεγάλη διότι τώρα ήταν αναγκασμένος νά μεταφέρει στρατεύματα από τίς άλλες αμυντικές θέσεις πρός τήν πλευρά του Κεράτιου. O Γουσταύος Σλουμβερζέ γράφει: «Η θέσις των Ελλήνων ήτο αμέτρως στενόχωρος καί τραγική. Δέν εγίγνωσκον αληθώς πού τήν κεφαλήν κλίναι. Καί όμως έπραξαν πάν ότι ήτο ανθρωπίνως δυνατόν εν περιστάσεσιν ούτω τραγικαίς.» Έτσι όταν ο Μωάμεθ του ζήτησε νά παραδώσει τήν Πόλη μέ αντάλλαγμα πλούτη, αξιώματα, προστασία καί τήν επαρχία του Μοριά, ο περήφανος εκείνος Ρωμηός του απάντησε σύμφωνα μέ τόν Δούκα: «ου γάρ ήν δυνατόν παραδοθήναι τήν πόλιν τοις Τούρκοις εκ των χειρών των Ρωμαίων ει γάρ είχε τούτο γενέσθαι, ποίαν οδόν ή ποίον τόπον ή πόλιν είχον μετοικήσαι Χριστιανών του μή καταπτύειν καί ονειδίζειν καί σφακελίζειν τούς Ρωμαίους; ουχί μόνον Χριστιανοί αλλά καί αυτοί Τούρκοι καί Εβραίοι είχον εξουθενείν αυτούς.».

Στίς 23 Απριλίου οι αμυνόμενοι συνήλθαν σέ συμβούλιο ώστε νά αποφασίσουν τί μέλλει γενέσθαι. Ο Βενετός Ιάκωβος Κόκκος, «ανήρ οξύτερος του ποιείν ή λέγειν, ήρξατο του έργου πάνυ επιτηδείως καί καλώς τρόπω τοιώδε, ακάτια τρία πάνυ ταχέα καί γοργά οικονομήσας, καί τεσσαράκοντα νέους θαρσαλέους καί μεγαλοψύχους καί ανδρείους εν αυτοίς έβαλε, Γραικούς τε καί Ιταλούς, καί καλώς παραγγείλας αυτοίς τά πάντα καί τάς κατασκευασθείσας μετά του υγρού πυρός τέχνας δώσας, ίνα έλθωσιν νυκτός καί περάσωσι πρός τόν Γαλατάν καί πλησίον της πέρας εκείνης γης έλθωσιν έως των τριήρεων καί τά ορισθέντα πράξωσιν…», κατά τόν Φρατζή. Ακολούθησαν συσκέψεις καί μέ προτροπή των Γενουατών η επιχείρηση αναβλήθηκε, μέ τό σκεπτικό νά προετοιμαστεί καλύτερα. Όμως κάποιος Γενουάτης από τήν συνοικία του Γαλατά πρόδωσε τό μυστικό καί ειδοποίησε τόν σουλτάνο, ο οποίος έστησε τά κανόνια του, ετοίμασε τά πληρώματα καί περίμενε. Είναι σίγουρο ότι αν η πρόταση του Βενετού υλοποιούνταν αμέσως η φθορά του τουρκικού στολίσκου θά ήταν μεγάλη. Όμως όταν τή νύκτα της 28ης Απριλίου ξεκίνησαν τά πυρπολικά, τά οποία τά συνόδευαν δύο γαλέρες του Γαβριήλ Τρεβιζάνου καί του Ζαχαρίου Γριόνη καί τρείς φούσται του Σιλβέστρου Τρεβιζάνου, του Ιερώνυμου Μοροζίνη καί του Ιάκωβου Κόκκου, μία λάμψη από τόν πύργο του Γαλατά ειδοποιούσε τούς Τούρκους νά ετοιμασθούν. Πράγματι μία ομοβροντία από τά κανόνια του σουλτάνου βύθισε τό πλοίο του γενναίου Ιάκωβου Κόκκου, στέλνοντας στόν βυθό της θάλασσας εβδομήντα δύο πολεμιστές. Ακολούθησε επίθεσις των τουρκικών πλοιαρίων η οποία απέτρεψε οριστικώς τό παράτολμο εκείνο εγχείρημα. Σαράντα χριστιανοί ναύτες πού αιχμαλωτίσθησαν από τόν Μωάμεθ αφού γυμνώθηκαν απέναντι από τά τείχη ώστε νά είναι ορατοί από τούς αμυνομένους, παλουκώθηκαν. Ο αυτοκράτορας οργισμένος διέταξε τότε νά απαγχονισθούν διακόσιοι εξήντα μουσουλμάνοι αιχμάλωτοι πάνω στίς επάλξεις του τείχους.

Η αποτυχία της επιχείρησης υπήρξε αιτία διαμάχης καί φιλονεικίας στίς τάξεις των Βενετών καί των Γενοβέζων, η οποία τερματίστηκε μετά από τήν επέμβαση του Κωνσταντίνου. Εν τω μεταξύ ενώ συνεχίζοταν ακατάπαυστα ο βομβαρδισμός των χερσαίων τειχών, καθώς καί οι μικροσυμπλοκές στά τμήματα των τειχών πού κατέρρεαν, ιδιαίτερα παρά τη πύλη του Αγίου Ρωμανού, ο νεαρός σουλτάνος κατασκεύασε μέ βαρέλια, μία γέφυρα στήν πύλη του Κυνηγού, στό σημερινό Αϊβάν Σεράϊ. Ο κλοιός στένευε καί ενώ ο αριθμός των αμυνομένων ελλατώνονταν οι επιτιθέμενοι ενισχύοταν από νέα στίφη μουσουλμάνων πού συνέρρεαν διαρκώς από τά βάθη της Ασίας. Πέραν αυτού πολλοί Έλληνες λόγω ιδεολογίας ή θρησκευτικού φανατισμού αρνούμενοι νά πολεμήσουν χλεύαζαν τόν βασιλιά. Ιδού πώς περιγράφει τήν κατάσταση ο Παπαρρηγόπουλος:

«Ενώ ο βασιλεύς μετά του Φραγκίσκου του Τολητινού καί του Φρατζή δέν έπαυε δι’όλης της ημέρας καί νυκτός περιπατών έφιππος περί τά τείχη καί εντός της πόλεως καί διατάσσων τά δέοντα καί επιτηρών τήν εκτέλεσιν αυτών, ενώ ο έμπειρος πολέμαρχος Ιουστινιανός, οι ηρωικοί αδελφοί Βροζάρδοι, ο γέρων αλλά ρωμαλέος Θεόδωρος Καρυστινός, ο λόγιος αλλά γενναίος Θεόφιλος Παλαιολόγος, καί τοσούτοι άλλοι Έλληνες καί ξένοι, ότε μέν έφιπποι ότε δέ πεζοί, ότε μέν αμυνόμενοι ότε δέ επιτιθέμενοι, ότε μέν πυροβολούντες ότε δ’επισκευάζοντες τάς εκ των πολεμίων πυροβόλων προξενουμένας ζημίας καί αείποτε εγκαρτερούντες περί τά τείχη, έκτωντο κλέος αθάνατον, οι φλύαροι ακείνοι δημαγωγοί, οι μηδέν πράττοντες καί εις ουδένα εκτιθέμενοι κίνδυνον, περιεφέροντο εις τάς πλατείας καί ρύμας της πόλεως λοιδορούντες τόν βασιλέα καί τούς άρχοντας. Ο δέ μανθάνων τά τοιαύτα ή καί αυτήκοος αυτών έστιν ότε γινόμενος ουδέν έλεγεν αλλ’εξηκολούθει επιτελών τό καθήκον.»

Τήν 3η Μαΐου ο Παλαιολόγος ετοίμασε ένα μπριγαντίνι μέ δώδεκα άνδρες καί τού ανέθεσε τήν αποστολή του εντοπισμού του στόλου της Βενετίας, ο οποίος ήταν υπό τήν αρχηγία του Ιάκωβου Λορεδανού καί υποτίθεται ότι ερχόταν πρός βοήθεια της Θεοφύλακτης πόλης. Ο μικρός δρόμωνας έφερε τήν τουρκική σημαία καί επωφελούμενος του σκότους, κατάφερε νά διαπλεύσει τήν Προποντίδα καί μέσω του Ελλησπόντου γλύστρησε στά νερά της Άσπρης Θάλασσας (Αιγαίου). Υπήρξε η σκέψη νά ξεφύγει μέ τέτοιο τρόπο καί ο αυτοκράτορας. Ο ανώνυμος συγραφέας του Ρωσσικού Χρονικού μας περιγράφει πως οι σύμβουλοι του Κωνσταντίνου τόν ικέτευαν νά δραπετεύσει από τήν Πόλη καί νά συναντήσει ή τόν Καστριώτη ο οποίος πολεμούσε στά βουνά της Ιλλυρίας, ή τά αδέλφια του Δημήτριο καί Θωμά στόν Μοριά καί μέ ενισχύσεις νά αναγκάσει τόν σουλτάνο νά λύσει τήν πολιορκία. Σύμφωνα μέ τό Ρώσσο χρονογράφο, οποίος πιθανώς νά ήταν καί αυτόπτης μάρτυρας η απάντηση του Αυτοκράτορα είχε ως εξής:

«Η συμβουλή υμών είναι εξαίρετος. Ευχαριστώ υμάς επ’αυτή, αλλά ουδέποτε θαποφασίσω νά εγκαταλείψω εν τοιαύτη συμφορά τόν κλήρο μου καί τάς αγίας εκκλησίας καί τήν πρωτεύουσαν, τόν θρόνον καί τόν λαό μου. Τί θά έλεγε περί εμού η οικουμένη; Σας ικετεύω απ’εναντίας, όπως ζητήσετε παρ’εμού νά μή σας εγκαταλίπω. Ναί, επιθυμώ ν’ αποθάνω εδώ μεθ’υμών.»
Τό βράδυ της 7ης Μαΐου 30000 Οθωμανοί μέ πολιορκητικές μηχανές προσπάθησαν μέ ξαφνική έφοδο νά καταλάβουν τά τείχη. Oι υπερασπιστές δέν αιφνιδιάστηκαν καί απέκρουσαν τήν έφοδο επιφέροντας σημαντικές απώλειες στόν εχθρό. Ιδού πως περιγράφει τό Ρωσσικόν Χρονικόν τή λυσσώδη μάχη, όπως είναι καταγεγραμμένο από τόν ιστορικό Σλουμπερζέ:

«O Iουστινιάνης, ηγούμενος στίφους πολυπληθούς, εκβάλλων κραυγάς τρομεράς, εδίωκε τούς Τούρκους, απωθών αυτούς εκ του τείχους, πληρών διά των νεκρών αυτών τήν τάφρον. Εις των παλαιμάχων γενιτσάρων του Μουράτ, άλλος κολοσσός, εφορμήσας εναντίον του Ιουστινιάνη, ήρχισεν επιτιθέμενος εναντίον αυτού μετά μανίας, αλλά μαχητής Έλλην, πηδήσας θαρραλέως εκ του ύψους του τείχους, απέκοψε διά του πελέκεως αυτού τήν κνήμη του απίστου, καί έσωσεν ούτω τόν μέγαν Ιταλόν αρχηγόν από του θανασίμου εκείνου κινδύνου. Κατά τόν αυτόν δέ χρόνον άλλος Τούρκος πολεμιστής, ο Αμέρβεης, εφώρμα καί αυτός εναντίον των Ελλήνων, αλλά αρχηγός τις αυτών, στρατηγός καλούμενος Ραγκαβής, επιτεθείς εναντίον αυτού, κραδαίνων τό ξίφος δι’αμφοτέρων των χειρών καί τρέπων πρό αυτού τούς Τούρκους εις φυγήν, έπληξεν αυτόν μετά τοιαύτης ορμής, ωςτ’εδιχοτόμησεν αυτόν. Οι Τούρκοι εν τω κατακορύφω της λύσσης κατέβαλον τόν γενναίον εκείνον παμπληθείς καί κατεμάχισαν αυτόν.»

 palaceporfurog

Μετά από τήν αποτυχία της επίθεσης, οι Οθωμανοί συνέχισαν τόν βομβαρδισμό ο οποίος είχε τσακίσει τά νεύρα των μή συνηθισμένων σέ τέτοιους κρότους, κατοίκων. Ακολούθησαν πολεμικά συμβούλια καί κατά τή διάρκεια ενός τέτοιου συμβουλίου στήν Αγία Σοφία,τό βράδυ της 12ης Μαΐου, ο αυτοκράτορας είδε πλήθος φυγάδων πανικόβλητων νά τρέχουν στούς δρόμους. Αφού τούς υποχρέωσε νά γυρίσουν στά τείχη, έτρεξε καί εκείνος μέ τό άλογό του, εκεί πού ο Μωάμεθ εξαπέλυε μία ακόμα λυσσαλέα επίθεση, αυτή τή φορά μέ 50000 στρατιώτες.

 Η έφοδος εκδηλώθηκε βορείως της πύλης της Αδριανουπόλεως (Χαρισίου) στά περίχωρα του ανακτόρου του Πορφυρογέννητου (σημερινού Τεκφούρ Σεράϊ). Γραικοί καί Ιταλοί αιφνιδιάστηκαν καί τό ηθικό τους κλονίστηκε, αλλά η άφιξις του Νικηφόρου Παλαιολόγου μέ τό εφεδρικό σώμα διόρθωσε τήν κατάσταση. Ο ίδιος όμως δέχτηκε τήν αντεπίθεση του βεϊλερβέη της Ανατολής, Μουσταφά πασσά καί ενώ αντιστράφηκαν πάλι τά πράγματα υπέρ των Τούρκων, κατέφθασαν ο Θεόδωρος Καρυστινός καί ο Γενουάτης Ιωάννης Ιουστινιάνης μέ χίλιους άνδρες καί απώθησαν οριστικά τούς εισβολείς.
Tίς επόμενες ημέρες ο επίμονος σουλτάνος προσπάθησε μέ ολόκληρο τό στόλο του νά επιτεθεί στήν αλυσίδα του Κεράτιου αλλά όλες οι επιθέσεις αποκρούσθηκαν από τίς μεγάλες βενετικές γαλέρες πού βρίσκονταν πίσω από τήν αλυσίδα καί των οποίων τό γενικό πρόσταγμα τό είχε ο Αλούσιος Διέδος. Αλλά ο πόλεμος δέν εκτυλίσονταν μόνο στή θάλασσα καί στήν ξηρά. Εκτυλίσονταν καί κάτω από αυτή. Ο Ζαγανός πασσάς, Αλβανός εξωμότης, είχε επιστρατεύσει χιλιάδες χριστιανούς εργάτες γιά νά σκάψουν υπονόμους κάτω από τά τείχη. Όλες οι απόπειρες έγιναν στήν πύλη της Καλιγαρίας, (σημερινό Αγρί Καπού) εκεί πού τό τείχος ήταν μονό καί μπροστά από τό οποίο βρίσκοταν λόφος όπου οι Οθωμανοί μπορύσαν νά σκάψουν χωρίς νά γίνουν αντιληπτοί. Οι Ελληνες όμως είχαν τήν τύχη νά βρίσκεται μαζί τους καί ένας κορυφαίος Γερμανός μηχανικός, ο Ιωάννης Γκράντ. Έμελλε δέ ο Γκράντ νά ματαιώσει όλες τίς προσπάθειες υπονόμευσης των τειχών από τούς Τούρκους. Τοποθετούσε πάνω στά τείχη βαρέλια γεμάτα μέχρι τό χείλος μέ νερό καί στά σημειά όπου αυτό χυνόταν έξω έφτιαχνε δική του υπόνομο η οποία συναντούσε αυτή των αντιπάλων. Τότε ή μέ τό υγρό πύρ ή μέ εκρήξεις κατέστρεφε τήν υπόνομο των εχθρών παγιδεύοντας εντός αυτής καί τούς στρατιώτες αλλά καί τούς άτυχους εργάτες.

Τό ξημέρωμα της 18ης Μαΐου καινούργια δυσάρεστη έκπληξη περίμενε τούς αμυνόμενους. Δίπλα στήν τάφρο καί απέναντι από τήν πύλη του Αγίου Ρωμανού, βρίσκοταν ένας γιγαντιαίος κινητός ξύλινος πύργος. Ο πύργος ήταν τριών ορόφων καί ξεπερνούσε σέ ύψος τό εξωτερικό τείχος. Είχε συναρμολογηθεί στή διάρκεια της νύκτας καί τά ξύλινα δοκάρια ήταν προστατευμένα από τή φωτιά χάρη σέ δέρματα από βουβάλια καί γκαμήλες. Πίσω από τόν πύργο ήταν ένας μακρύς διάδρομος προστατευμένος καί ο οποίος επέτρεπε ελεύθερα τή διέλευση μαχητών σπό τό στρατόπεδο μέχρι τόν πύργο. Από τήν κορυφή του πύργου εκτοξεύονταν βέλη καί πέτρες εναντίον των τειχών ενώ στό κάτω τμήμα του υπήρχε πόρτα, από τήν οποία οι επιτιθέμενοι έριχναν χώμα καί ξύλα, γιά νά σκεπάσουν τήν τάφρο. Άλλη μία αιματηρή μάχη εκτυλίχθηκε στην πύλη του Αγίου Ρωμανού καί τον πολιορκητικό πύργο, στήν οποία πρωταγωνιστής ήταν καί πάλι ο Θεόδωρος Καρυστινός. Οι Τούρκοι ακόμα μία φορά απέτυχαν καί μόλις έδυσε ο ήλιος σταμάτησαν τήν επίθεση. Τή νύκτα πλήθος από γυναίκες, γέρους καί παιδιά εργάστηκαν γιά νά αποκαταστήσουν τίς ζημιές στά τείχη κάτω από τήν καθοδήγηση του Κωνσταντίνου. Ταυτόχρονα βγήκαν κρυφά από τά τείχη Ελληνες μεταμφιεσμένοι σέ Οθωμανούς, τοποθέτησαν μπαρούτι στή βάση του πύργου καί τόν έκαψαν. Εν μία νυκτί φτιάχτηκε ο πύργος καί εν μία νυκτί καταστράφηκε. Ο σουλτάνος λύσσαξε από τό θυμό του στή θέα τής καταστροφής, αποκεφάλισε τούς υπεύθυνους καί τά κεφάλια τους τά άφησε σέ κοινή θέα πάνω σέ πασσάλους. Ακόμα μία μέρα κρατούσε η πόλη αλλά ήδη τό τέλος πλησίαζε. Κωνσταντίνος Ελένης ήταν ο πρώτος αυτοκρατόρας πού τήν είχε δημιουργήσει καί Κωνσταντίνος Ελένης ως τελευταίος αυτοκράτορας, θά τήν έχανε.

Στίς 23 Μαΐου οι φρουροί στά τείχη της Προποντίδας παρατήρησαν ένα μικρό δρόμωνα νά κινείται μέ ταχύτητα πρός τό μέρος τους. Τό μικρό πλοιάριο τό κατεδίωκαν τουρκικές γαλέρες οι οποίες νόμιζαν ότι ήταν προπομπός χριστιανικόυ στόλου ο οποίος ερχόταν γιά νά βοηθήσει τήν Βασιλεύουσα. Πρίν όμως προλάβουν νά τό συλλάβουν, τό μπριγαντίνι έμπαινε σώο μέσα στόν Κεράτιο κόλπο. Δυστυχώς όμως δέν ήταν προπομπός καμμίας βοήθειας από τήν χριστιανική Ευρώπη. Η Ευρώπη από τότε μέχρι σήμερα κρατάει τήν παράδοση. Ο δρόμωνας τελικά, ήταν αυτός πού είχε στείλει ο Αυτοκράτορας γιά νά ψάξει στήν Άσπρη Θάλασσα νά εντοπίσει τόν βενετικό στόλο. Μάταια όμως, πουθενά δέν ήταν ο στόλος του βενετού Λορεδανού. Οι δώδεκα ανώνυμοι ηρωϊκοί ναύτες ύστερα από εικοσαήμερη περιπλάνηση στά νερά του Αιγαίου αποφάσισαν νά γυρίσουν. Αποφάσισαν νά γυρίσουν καί νά πεθάνουν, αντί νά κατευθυνθούν πρός τήν ασφάλεια κάποιου χριστιανικού λιμανιού. Τί ψυχή είχαν αυτοί οι άνθρωποι γιά νά προτιμήσουν νά ολοκληρώσουν τήν αποστολή πού τούς εμπιστεύτηκαν παρά νά δραπετεύσουν άνανδρα. Γιαυτό ο Κωνσταντίνος πού γνώριζε τό δίλημμα πού θά αντιμετώπιζαν τούς υποδέχτηκε μέ δάκρυα στά μάτια καί τούς ευχαρίστησε.

Απογοήτευση προκάλεσε η δυσάρεστη αναγγελία στούς πολίτες ότι ουδεμία βοήθεια δέν υπήρχε στόν ορίζοντα. Τό ηθικό κλονίστηκε περισσότερο, μαζί μέ τά τείχη πού κατέρρεαν από τόν συνεχή βομβαρδισμό. Τό μόνο πού ακουγόταν μέσα στήν πόλη ήταν«Ουαί τοίς ηττημένοις». Δυσοίωνα σημάδια ακολούθησαν τά οποία καταρράκωσαν ακόμα περισσότερο τούς δεισιδαίμονες κατοίκους της Κωνσταντινούπολης. Κατά τή διάρκεια λιτανείας στούς δρόμους της πόλης έπεσε η θαυματουργή εικόνα της Θεομήτορος τήν οποία είχε κατασκευάσει μέ μαστίχα καί κερί ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Η εικόνα αυτή αποτελούσε τό σύμβολο του Βυζαντινού κράτους, αφού είχε σώσει τούς Ρωμιούς από πολλές επιθέσεις βαρβάρων. Κατά τήν διάρκεια της πολιορκίας από τούς Αβάρους τό 626 καί από τούς Ρώσσους τό 907 η Παναγία είχε δώσει τή νίκη στούς αγαπημένους της πιστούς. Τό βράδυ της 26ης Μαΐου, μέσα στό σκοτάδι, εμφανίστηκε ένα παράξενο φώς πάνω στόν τρούλλο της Αγίας Σοφίας. Γιά τό φώς αυτό έγραψαν καί οι ιστορικοί πού βρέθηκαν τότε εντός των τειχών καί ο Κριτόβουλος, ο οποίος τό παρατήρησε καί ο οποίος βρισκόταν έξω από τά τείχη. Τό φαινόμενο αυτό τάραξε ακόμα περισσότερο τούς πολιορκουμένους καί τό θεώρησαν δυσμένεια του Θεού εναντίον τους.

Άλωσις – 29 Μαΐου 1453


answer


Διανύουμε τίς τρείς τελευταίες μέρες ζωής της Ελληνικής Κωνσταντινούπολης. Οι Τούρκοι ετοιμάζουν τήν μεγάλη έφοδο καί κάθε βράδυ ανάβουν χιλιάδες φωτιές στό αχανές στρατόπεδό τους γιά νά ενσπείρουν τρόμο στίς καρδιές των αμυνομένων, ενώ παράλληλα μέ τά τύμπανα ακούγονται κραυγές μέχρι τό πρώτο φως της ημέρας. Ο σουλτάνος κάνει τήν τελευταία απόπειρα γιά διαπραγματεύσεις καί στέλνει τόν Ισμαήλ Χαμουζά πασσά, αφέντη της Σινώπης καί της Κασταμονής ο οποίος είχε καλές σχέσεις μέ τόν Παλαιολόγο, γιά νά του ζητήσει νά δεχτεί τούς όρους γιά νά σωθεί τόσο ο ίδιος όσο καί οι υπήκοοι του.  Ο Δούκας μας έσωσε τήν στιχομυθία:
– Iσμαήλ:
«Γίνωσκε ότι απηρτίσθησαν τά πάντα πρός τήν γενικήν έφοδον, ήν θέλομεν νυν επιχειρήσει αφιέμενοι τήν έκβασιν τω Θεώ. Τί λέγεις; εκχωρείς εκ της πόλεως απερχόμενος όπου βούλεσαι μετά των σων αρχόντων καί των υπαρχόντων αυτοίς, καταλείπων τόν δήμον αζήμιον καί παρ’ημών καί παρά σου, ή επιμένεις εις τήν αντίστασιν, δι’ης σύ τε καί οι μετά σου θέλετε απολέσει σύν τη ζωή τά υπάρχοντα, οι δέ άλλοι κάτοικοι αιχμαλωτευθέντες θέλουσι διασπαρή εν πάση γή;»
– Κωνσταντίνος:
«Έχε τά αφ’ημών αρπαγέντα αδίκως φρούρια καί γήν, ως δίκαια, όρισε τόν πληρωτέον σοι ετήσιον φόρον ανάλογον πρός τούς πόρους ημών καί άπελθε εν ειρήνη. Τό δέ τήν πόλιν σοι δούναι ουκ εμόν εστίν ούτ’άλλου των κατοικούντων ενταύθα, κοινή γάρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν μή φειδόμενοι της ζωής ημών.»
Νά καί απάντηση του Παλαιολόγου σέ ελεύθερη απόδοση από τό Νίκο Καζαντζάκη: » Αν θες ειρηνικά να πορευτείς μαζί μας, των Μουσουλμάνων βασιλιά, χαρά μεγάλη σε μένα, στους αρχόντους, στο λαό μου. Κι άκου: τα κάστρα και τη γής που μ’άρπαξες, το πλήθιο το ψυχομέτρι που μου σκλάβωσες, τα σβήνουμε απ’ την παλιά κληρονομιά μας, χαρισμά σου. Κι ακόμα φόρο εγώ θα σου πλερώνω κι όλες σου τις ανομιές και τις ντροπές θα τις ξεχάσω, να τραβηχτείς μονάχα ειρηνικά απ’ την Πόλη. Και μη γυρεύεις ό,τι μια ψυχή γενναία και περήφανη ποτέ δε θα δεχτεί να δώσει. Πιο πάνω απ΄ τη ζωή η τιμή θρονιάει του ανθρώπου κι ομόγνωμα όλοι μας και λεύτερα καρατώντας στα χέρια το σταυρό και τ΄ άρματα, απαντούμε: Δεν παραδίνουμε την Πόλη, τη ζωή μας πήραμε απόφαση να δώσουμε, απροσκύνητα για λευτεριά στο χώμα ετούτο πολεμώντας. Καλός για τ΄ ακριβό χατήρι της κι ο Χάρος.»
O σουλτάνος όταν άκουσε τήν περήφανη απάντηση του Παλαιολόγου συγκάλεσε συμβούλιο μέ όλους τούς Οθωμανούς αξιωματούχους, στρατηγούς καί βεζύρηδες γιά νά αποφασίσουν περί του πρακτέου. Ο μέγας βεζύρης Χαλήλ πασσάς, ο οποίος θεωρείται ότι χρηματίζοταν από τούς Ρούμ και ο οποίος εξ αρχής ήταν αντίθετος μέ τήν πολιορκία, μίλησε πρώτος και πρότεινε την αποχώρηση του στρατού, διότι η Πόλις άντεχε και πολλοί στρατιώτες του σουλτάνου είχαν χάσει την ζωή τους, χωρίς να καταφέρουν τίποτα. Μπορούσε δε αυτή η κατάστασις να προκαλέσει σταυροφορία εκ μέρους της Δύσης και να χρειαστεί να αντιμετωπίσουν τον φοβερό ουγγρικό στρατό του Ουνυάδη ή τον παντοδύναμο στόλο της Βενετίας. Τον λόγο πήρε ο νεώτερος Ζαγανός πασάς ο οποίος εκπροσωπώντας τούς νεώτερους αξιωματικούς παρότρυνε τον σουλτάνο για την μεγάλη επίθεση. Υπενθυμίζοντας την διχόνοια των χριστιανικών κρατών υποστήριξε ότι από τούς Ευρωπαίους δέν θά έφτανε ποτέ βοήθεια. Τα δε τείχη είχαν καταρρεύσει σε τρία τουλάχιστον σημεία και οι αμυνόμενοι είχαν φτάσει στα όρια της αντοχής τους. Την ένθερμη ομιλία τήν χειροκρότησε ο Τουραχάν πασσάς, Έλληνας στην καταγωγή, ο αρχιευνούχος, ο μέγας σεΐχης Ακ-Σεμζεδίν εφένδης, ο ουλεμάς Αχμέτ Κουράνης και πολλοί άλλοι. Ο Μωάμεθ αναθάρρησε και ανήγγειλε ότι σε τρεις μέρες θα γινόταν η μεγάλη έφοδος. Αμέσως διέταξε τον Ζαγανό πασά να προετοιμάσει τον στρατό και ειδικά το σώμα των γενίτσαρων.

Κυριακή, 27 Μαΐου 1453. 

Ο νεαρός και ακούραστος σουλτάνος ξύπνησε νωρίς, πήρε τη συνοδεία του και άρχισε να διατρέχει ολόκληρο το στρατόπεδο, από τον Κεράτιο έως την Προποντίδα. Οργάνωσε όλες τις λεπτομέρειες της επίθεσης η οποία θα γινόταν από όλα τα μέρη των τειχών, ενώ ακόμα και ο στόλος θα προσέγγισε τα θαλάσσια τείχη για να απασχολεί τους εκεί αμυνόμενους. Διαρκώς ενθάρρυνε τούς στρατιώτες του, οι οποίοι τον επευφημούσαν: «Αλλάχ Ιλαλλάχ Μωχαμέτ Ρουσολαλλάχ», δηλαδή «υπάρχει μόνο ένας θεός και ο Μωάμεθ είναι ο προφήτης του.» Κάθε Οθωμανός μαχητής έπαιρνε τη θέση του και υποχώρηση ή λιποταξία ισοδυναμούσε με θάνατο. Ο βομβαρδισμός συνεχιζόταν ακατάπαυστα μαζί με τις προεργασίες της εφόδου. Το βράδυ άναψαν στο τουρκικό στρατόπεδο χιλιάδες φωτιές οι οποίες συνοδευόταν από ισάριθμες κραυγές και αλαλαγμούς παγώνοντας τις καρδιές των αμυνομένων. Ο Μωάμεθ βρισκόταν στη σκηνή του, απέναντι από το Μυρίανδρο καί το Μεσοτείχιο, περιτριγυρισμένος από τούς αγαπημένους του γενίτσαρους οι οποίοι ήταν περίπου δώδεκα χιλιάδες. Συγκάλεσε πάλι σε συμβούλιο τούς στρατηγούς, τούς χιλίαρχους, τούς ναυάρχους, τούς πασάδες και τούς βεζύρηδες και τούς απηύθυνε τον παρακάτω λόγο όπως μας τον σώζει ο αυτόπτης μάρτυρας Κριτόβουλος:

«Γενναίοι άντρες και φίλοι, σας κάλεσα όχι μόνο για να σας θυμίσω τούς αγώνες πού κάναμε και τούς κινδύνους πού περάσαμε για να αποκτήσουμε όλα αυτά τα αγαθά, αγώνες στους οποίους επιδείξατε ανδρεία και τόλμη, αλλά σας κάλεσα για να σας υπενθυμίσω για τον απέραντο πλούτο πού μας περιμένει σε αυτή την πόλη. Πλούτο πού βρίσκεται στο παλάτι του βασιλιά, στα μέγαρα των πλούσιων αλλά και στις εκκλησίες και στα μοναστήρια. Όλα τα ιερά κειμήλια πού είναι φτιαγμένα από χρυσό και ασήμι, όλοι οι πολύτιμοι λίθοι και τα μαργαριτάρια, τα έπιπλα και τα πολυτελή σπίτια θα γίνουν δικά σας.

Έπειτα ακολουθούν ακόμα ωραιότερα αγαθά. Γυναίκες ωραιότατες, παρθένες έτοιμες για γάμο, ευγενείς κυρίες, νεότατα αγόρια και κορίτσια, όλα αυτά θα γίνουν δικά σας για να τα γευτείτε και να τα απολαύσετε, ενώ όσους αιχμαλώτους πιάσετε θα τούς έχετε ή δούλους ή θα τούς πουλήσετε για να κερδίσετε και άλλα χρήματα. Και δεν είναι μόνο αυτά. Αποκτούμε την ενδοξότερη πόλη των Ρωμιών, βασιλεύουσα όλης της Οικουμένης, με τα ωραιότερα κτίσματα πού έχουν φτιαχτεί ποτέ. Με αυτή την πόλη θα γίνουμε παντοδύναμοι και ενδοξότεροι.

Οι αμυνόμενοι είναι ολιγάριθμοι καί άπειροι στόν πόλεμο ενώ εμείς είμαστε μεγάλο πλήθος καί οι καλύτεροι μαχητές του κόσμου. Αυτοί είναι κουρασμένοι και άυπνοι ενώ εμείς ξεκούραστοι και χορτασμένοι από φαΐ και ύπνο. Εσύ Χαμουζά με τον στόλο σου θα περικυκλώσεις τα θαλάσσια τείχη και θα βάλεις διαρκώς από τα καταστρώματα των πλοίων, εσύ Ζαγανέ πέρασε την ξύλινη γέφυρα και με τα πλοία να επιτεθείς στα τείχη του Κεράτιου, εσύ Καρατζά να διαβείς την τάφρο και με κλίμακες να προσπαθήσετε να ανεβείτε στα τείχη, ομοίως και εσείς Ισαάκ και Μαχμούτ, ενώ εμείς Χαλίλ θα επιτεθούμε στην κοιλάδα του Λύκου, στη μέση του τείχους όπου τα ρήγματα είναι πού μεγάλα.»

Διαφορετική ήταν η ατμόσφαιρα εντός των τειχών. Ο Λεονάρδος μας πληροφορεί για τις αναρίθμητες λιτανείες των εικόνων και των λειψάνων των αγίων εκ μέρους των πιστών. Πλήθη από γέροντες, γυναίκες και παιδιά με δάκρυα στα μάτια προσεύχονταν και έψελναν αδιάκοπα, ακολουθώντας με γυμνά πόδια τούς ιερείς, ορθοδόξους και καθολικούς, κατά μήκος των τειχών, οι οποίοι περιέφεραν τις εικόνες και ιδιαίτερα την θαυματουργή εικόνα της Οδηγήτριας. Ο βασιλεύς εκάλεσε όλους τούς Έλληνες και Ιταλούς ευγενείς, στρατιωτικούς και πολιτικούς αρχηγούς. Η σκηνή υπήρξε επιβλητική και ο λόγος του Κωνσταντίνου, όπως σώθηκε από τον πιστό του φίλο Φραντζή, θα μείνει στην ιστορία ως ένα ηθικό δίδαγμα για την στάση των εντίμων και ηρωικών αντρών. Ο λόγος ήταν αντάξιος του Ομηρικού «Υπέρ βωμών καί εστιών», αντάξιος του Λεωνίδα και των 300 Σπαρτιατών με το «Μολών Λαβέ» καί τό «Ο ξείν αγγέλειν Λακαιδεμονίοις ότι τήδε κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι», αντάξιος των λόγων του Πλάτωνος «Μητρός τε καί Πατρός καί των άλλων προγόνων απάντων τιμιοτέρων εστί πατρίς»:


last_emperor2



«… παρακαλώ υμάς ίνα στήτε ανδρείως και μετά γενναίας ψυχής, ως πάντοτε έως του νυν εποιήσατε, κατά των εχθρών της πίστεως ημών. Παραδίδωμι δε υμίν την εκλαμπροτάτην και περίφημον ταύτην πόλιν και πατρίδα ημών και βασιλεύουσαν των πόλεων.Καλώς ουν οίδατε, αδελφοί, ότι διά τέσσαρά τινα οφειλέται κοινώς εσμέν πάντες ίνα προτιμήσωμεν αποθανείν μάλλον ή ζήν· πρώτον μεν υπέρ της πίστεως ημών και ευσεβείας, δεύτερον δε υπέρ της πατρίδος, τρίτον δε υπέρ του βασιλέως ως χριστού κυρίου, και τέταρτον υπέρ συγγενών και φίλων. Λοιπόν, αδελφοί, εάν χρεώσταί εσμεν υπέρ ενός εκ των τεσσάρων αγωνίζεσθαι έως θανάτου, πολλώι μάλλον υπέρ πάντων τούτων ημείς, ως βλέπετε προφανώς, και εκ πάντων μέλλομεν ζημιωθήναι.

Εάν διά τα εμά πλημμελήματα παραχωρήσηι ο θεός την νίκην τοις ασεβέσιν, υπέρ της πίστεως ημών της αγίας, ήν Χριστός εν τωι οικείωι αίματι ημίν εδωρήσατο, κινδυνεύομεν· ό εστι κεφάλαιον πάντων. Και εάν τον κόσμον όλον κερδήση τις και την ψυχήν ζημιωθή, τι το όφελος; Δεύτερον πατρίδα περίφημον τοιούτως υστερούμεθα και την ελευθερίαν ημών. Τρίτον βασιλείαν την ποτέ μεν περιφανή, νυν δε τεταπεινωμένην και ωνειδισμένην και εξουθενωμένην απωλέσαμεν, και υπό του τυράννου και ασεβούς άρχεται. Τέταρτον δε και φιλτάτων τέκνων και συμβίων και συγγενών υστερούμεθα. 

Το τέλος

Μετά το λόγο του ο Παλαιολόγος αγκάλιασε όλους τούς παρευρισκομένους και τούς ζήτησε να τον συγχωρέσουν αν ποτέ τούς έβλαψε σε κάτι. Και όλοι Βενετοί, Γενουάτες, Έλληνες ενωτικοί και Έλληνες ανθενωτικοί αγκάλιασαν ο ένας τον άλλο ξέροντας ότι ζουν τις τελευταίες ώρες της ζωής τους. Υποσχέθηκαν ότι δεν θα τρέξουν να σώσουν τις οικογένειές τους ή τίς περιουσίες τους, αλλά θα αγωνίζονταν για την πατρίδα μέχρι τελικής πτώσης. (Σύμφωνα με τον Pears, οι μαχητές πού πήγαν στο εξωτερικό τείχος, έκλεισαν τις πύλες του εσωτερικού τείχους, πίσω από την περίβολο, ώστε να είναι αδύνατη η υποχώρηση. Τόσο αποφασισμένοι ήταν να πολεμήσουν μέχρις εσχάτων). Και από πέτρα να ήταν κάποιος γράφει ο Φραντζής δεν θα ήταν δυνατό να μην δακρύσει στους τελευταίους εναγκαλισμούς των αμυνομένων. Ο αυτοκράτορας χαιρέτησε λέγοντας το προφητικό εκείνο: «Στέφανος αδαμάντινος εν ουρανοίς εναπόκειται ημίν καί μνήμη αιώνιος καί άξιος εν τω κόσμω έσεται.«

Τότε τελείως αυθόρμητα συνέβη μία τραγική καί απροσδόκητη σκηνή. Σύσσωμος ο λαός άρχισε να συρρέει προς την Αγία Σοφία, την οποία είχαν εγκαταλείψει μετά την κοινή λειτουργία με τούς καθολικούς πού είχε γίνει στις 12 Δεκεμβρίου 1452. Η απέραντη εκκλησία γέμισε από δεκάδες χιλιάδες πιστούς οι οποίοι μαζί με τον βασιλιά, την αριστοκρατία, τον κλήρο, τέλεσαν την τελευταία λειτουργία, στις 28 Μαΐου 1453, προσευχόμενοι για τη σωτηρία της Βασιλεύουσας. Η λαμπρότερη εκκλησία πού κατασκευάστηκε  ποτέ ζούσε την αγωνία της γερασμένης αυτοκρατορίας πού πέθαινε. Εκείνες οι ψαλμωδίες μας διαβεβαιώνει ο μεγάλος δάσκαλος Σλουμβερζέ θά αντηχούν αιώνια στην ελληνική ψυχή.

Tό τελευταίο βράδυ ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος έφιππος μαζί με τον αχώριστο σύντροφό του Φραντζή, έκαναν επιθεώρηση στά τείχη, προσπαθώντας να εντοπίσουν τα αδύνατα σημεία των ρηγμάτων και να εμψυχώσουν τούς άγρυπνους σκοπούς. Αργά τη νύκτα χώρισαν και δεν έμελλαν να ξαναδούν ο ένας τον άλλον. Στο στρατόπεδο του κατακτητή τα φώτα όλα ήταν σβησμένα και όλοι περίμεναν το σύνθημα της επίθεσης. Την σιωπή την συνόδευε μία αποπνικτική ομίχλη η οποία σύμφωνα με τούς ουλεμάδες του σουλτάνου προανήγγειλε την πτώση της πόλης.
Η έσχατη επίθεσις άρχισε τις πρώτες πρωινές ώρες, τη νύκτα της Δευτέρας 28 Μαΐου προς την Τρίτη 29 Μαΐου, προς όλα τα σημεία των τειχών, και από τη στεριά και από τη θάλασσα. Η κύρια βέβαια έφοδος έγινε στην κοιλάδα του Λύκου, μεταξύ της Πύλης του Ρωμανού και την Πύλη της Αδριανουπόλεως, εκεί πού τό εξωτερικό τείχος είχε καταρρεύσει τελείως, οι τέσσερις πύργοι είχαν κατεδαφισθεί και στην θέση τους βρισκόταν ένα αυτοσχέδιο πλέγμα από δοκάρια, κλαριά και βαρέλια γεμάτα με χώμα και πέτρες. «Αλλάχ αλλάχ λαχιλαλλάχ» κραύγαζαν οι επιτιθέμενοι την ώρα πού ορμούσαν στα τείχη. «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια» απαντούσαν οι αμυνόμενοι από τό πάνω μέρος των τειχών, την ώρα πού εκσφενδόνιζαν σύννεφα από βέλη και πέτρες και έριχναν καυτό λάδι και υγρό πυρ στους βαρβάρους.

Πολλές διηγήσεις έχουν διασωθεί γιά τό χρονικό της επίθεσης, εκείνη όμως πού θεωρείται η πλέον αξιόπιστη είναι του Βενετού Nicolo Barbaro: «Dio die la aspra sententia contra griexi, che el volse che questa citta andasse in questo zorno in man de Macomet bei». «On the 29th of May, the last day of the siege, our Lord God decided, to the sorrow of the Greeks, that He was willing for the city to fall on this day into the hands of Mahomet Bey the Turk son of Murat,» είναι η μετάφρασις πού έκανε ο ιστορικός Pears. Σύμφωνα λοιπόν με το Barbaro, ο Μεχμέτης διαίρεσε τό στρατό του σε τρία σώματα, το κάθε ένα αποτελούμενο από πενήντα χιλιάδες άντρες. Το πρώτο σώμα αποτελείτο από Χριστιανούς (Greace, Latini, Panones, Boetes, ex omunium Christianorum regionibus Teucris commixti) και από άτακτους μουσουλμάνους, βαζιβουζούκους οι οποίοι πολεμούσαν χωρίς οπλισμό και θωράκιση, παρά μόνο με ένα γιαταγάνι στο χέρι. Το δεύτερο σώμα αποτελείτο από τακτικά στρατεύματα με θωράκιση και το τρίτο από τούς επίλεκτους μεταξύ των οποίων οι τρομεροί γενίτσαροι οι οποίοι ξεχώριζαν από τα λευκά σαρίκια.

Οι άτακτοι λοιπόν επιτέθηκαν πρώτοι, πέρασαν τήν τάφρο και με εκατοντάδες σκάλες επιχείρησαν να ανέβουν στα τείχη. Βέλη, ακόντια, πέτρινες και μολυβένιες σφαίρες έριχνε ο ένας αντίπαλος στον άλλο χρησιμοποιώντας τόξα, σφενδόνες, τουφέκια και άλλα πολεμικά όπλα της εποχής. Ιδού η αφήγησις του Barbaro:

«Οι ημέτεροι παραχρήμα κατέρριπτον τάς κλίμακας εκείνας χαμαί μεθ’απάντων των κρατούντων αυτάς, καί άπαντες εκείνοι παραχρήμα εφονεύοντο, πρός τούτοις δέ οι ημέτεροι έρριπτον από των επάλξεων κάτω μεγάλους λίθους ούτως, ώστε ολίγοι εκείνων ηδύναντο νά διασώσωσι τήν ζωήν αυτών. Όσοι ήρχοντο υπό τά τείχη, τόσοι εφονεύοντο, καί ότε οι φέροντες τάς κλίμακας έβλεπον αυτούς ούτω φονευομένους, ήθελον νά επιστρέψωσιν οπίσω πρός τό στρατόπεδον, όπως μή φονευθώσιν υπό των λίθων. Καί ότε οι άλλοι Τούρκοι, οι Τσαούσηδες, οι ευρισκόμενοι όπισθεν έβλεπον, ότι εκείνοι έφευγον, πάραυτα κατέκοπτον αυτούς μέ τά γιαταγάνια αυτών καί ηνάγκαζον νά επιστρέψωσιν εις τά τείχη ούτως, ώστε κατά πάντα τρόπον συνέπιπτε ν αποθάνωσιν τήν μίαν φοράν ή τήν άλλην.»

Οι Έλληνες και οι Ιταλοί πολεμούσαν σαν λιοντάρια και ιδιαιτέρως ο Ιουστινιάνης και ο Αυτοκράτορας οι οποίοι κρατούσαν το πιο αδύνατο σημείο στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού. Το πρώτο κύμα της εφόδου τό μόνο πού κατάφερε ήταν να κουράσει τους αμυνόμενους και στο τέλος αποδεκατίστηκε. Ύστερα από δύο ώρες ο σουλτάνος επέτρεψε στους επιζώντες να υποχωρήσουν. Άλλωστε αυτός ήταν ο σκοπός αυτής της εφόδου: να κουραστούν οι αμυνόμενοι και να αποδεκατιστούν οι άτακτοι και οι τυχοδιώκτες. Αργότερα με το πρώτο λυκαυγές όρμησε το δεύτερο κύμα, τακτικού στρατού, άριστα εξοπλισμένοι, οι οποίοι δεν είχαν ανάγκη από τσαούσηδες να τούς παρεμποδίζουν την υποχώρηση, γιατί αυτοί οι γενναίοι μαχητές δεν υποχωρούσαν αλλά θεωρούσαν τιμή τους να πεθάνουν για τον σουλτάνο και τον Αλλάχ. Ας αφήσουμε τώρα τον επίσης αυτόπτη Κριτόβουλο να μας διηγηθεί την δεύτερη έφοδο των τουρκικών στιφών:

«Έπειτα μέγας βοήσας ο βασιλεύς Μεχεμέτης καλεί τούς υπασπιστάς καί οπλίτας καί τό άλλο άγημα. Οι δ’ευθύς ξύν βοή καί αλαλαγμώ φρικαλέω διαβάντες τήν τάφρον προσέμειξαν τω έξω τείχει· τό δέ όλον κατέριπτο ταίς μηχαναίς· σταυρώματα δέ μόνον ήσαν αντί τείχους αυτού μεγάλων δοκών καί φάκελοι κλημάτων καί άλλης ύλης καί αμφορείς μεστοί γης. Ενταύθα ξυνίσταται μάχη κρατερά εκ χειρών αγχεμάχοις όπλοις, των μέν οπλιτών καί υπασπιστών αγωνιζομένων βιάσασθαι τε τούς προμαχομένους καί επιβήναι του σταυρώματος των δέ Ρωμαίων καί Ιταλών αποσασθαί τε τούτους καί φυλάξαι τό σταύρωμα. Ούτως ουν ευρώστως καί γενναίως αγωνιζομένων αμφοτέρων καί μαχομένων, τό πλέον της νυκτός παρελήλυθε· καί εκράτουν καί οι Ρωμαίοι καί Ιουστίνος μετά των ξύν αυτώ, κατέχοντες τε ασφαλώς τό στάυρωμα καί φυλάσσοντες, καί αμυνόμενοι τούς επιόντας γενναίως.»

Άντεξαν λοιπόν καί τό δεύτερο τρομερό κύμα εφόδου οι Ρωμηοί, οι Βενετοί και οι Γενουάτες. Όλοι οι αμυνόμενοι διακρίθηκαν και περισσότερο, σύμφωνα με τον Σλουμβερζέ οι τρεις Ιταλοί αδελφοί Boccardi, καί οι αρχηγοί Τρεβιζάνος καί Minotto πού μάχονταν στό ανάκτορο του Πορφυρογέννητου (Τεκφούρ Σεράϊ). Και ίσως αυτό να ήταν το κρισιμότερο σημείο της μάχης. Η Πόλις άντεχε, κανένας Τούρκος δεν είχε καταφέρει να περάσει το σταύρωμα και τα τείχη, και ο σουλτάνος αγανακτούσε με την αποτυχία. Άρχισαν να χαμογελούν οι αμυνόμενοι παρά την κούραση και την αϋπνία πού τούς είχαν εξαντλήσει.

Ο Μωάμεθ αν και είχε χάσει την ψυχραιμία του, βλέποντας πλήθος τούς νεκρούς των στρατιωτών του, οργάνωσε αμέσως την τρίτη έφοδο. Πλησίασε τούς γενίτσαρους, τούς εξόρκισε να πολεμήσουν για την πίστη τους και το πρωί πλέον της 29ης Μαΐου, όπου ο ήλιος είχε ήδη ανατείλει, όρμησε το τρίτο κύμα κατά των τειχών. Και ενώ μαινόταν η μάχη στην περίβολο, μεταξύ του εσωτερικού και του εξωτερικού τείχους, ο Θεός, όπως λέει και ο Βενετός ιστορικός είχε πάρει την απόφασή του. Εκεί πού το χερσαίο τείχος πλησίαζε προς τον Κεράτιο Κόλπο, κοντά στο Παλάτι του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, υπήρχε ανοικτή μία μικρή πόρτα. Η μισή ήταν κάτω από το επίπεδο του εδάφους και λεγόταν Κερκόπορτα ή πύλη του κίρκου, επειδή οδηγούσε σε ένα ιπποδρόμιο (κίρκο) έξω από τα τείχη. Επειδή λοιπόν είχε φέξει οι Γενίτσαροι πού τριγύριζαν στην περίβολο παρατήρησαν την ανοικτή πύλη και αμέσως πενήντα από αυτούς εισέβαλαν στην πόλη. Αφού εύκολα εξουδετέρωσαν όσους μάχονταν πάνω στα τείχη πέταξαν τις σημαίες με το Δικέφαλο Αετό και το Λιοντάρι του Αγίου Μάρκου και έστησαν μπαϊράκια με την ημισέληνο. Οι διψασμένοι για λάφυρα Οθωμανοί αμέσως έτρεξαν στη Μονή της Χώρας (Καχριέ τζαμμί) και την λεηλάτησαν ενώ εκεί κατέστρεψαν την περίφημη εικόνα της Οδηγήτριας, τό παλλάδιον της Θεοφύλακτης Πόλης, πού είχε σχεδιάσει ο Ευαγγελιστής Λουκάς. «Η Πόλις Εάλω» αντήχησε από στόμα σε στόμα σπέρνοντας τον πανικό στις ψυχές των Ελλήνων.

Την ίδια στιγμή στο σημείο της Πύλης του Ρωμανού, όπου συνεχζόταν η μάχη σώμα με σώμα, τραυματίστηκε ο Ιουστινιάνης, ο οποίος αποφάσισε να εγκαταλείψει τον αγώνα και να αποσυρθεί στην γαλέρα του για να γιατρευτεί. Ο Κωνσταντίνος μάταια τον ικέτευσε νά παραμείνει στο πεδίο της μάχης, αλλά ο Γενοβέζος επέμεινε και έφυγε παίρνοντας μαζί του αρκετούς Ιταλούς μαχητές. Κατόρθωσε να φτάσει στο καράβι του όπου πέθανε πλέοντας προς στην Χίο. Οι περισσότεροι συγγραφείς της εποχής κατακρίνουν τον Ιουστινιάνη για την ατολμία της στιγμής ή οποία ήταν η αιτία νά κλονιστεί  η άμυνα σε εκείνο ακριβώς το σημείο και οι Τούρκοι να εισβάλλουν στο εσωτερικό της Πόλης.


exof neo


Ο Παλαιολόγος τότε έβγαλε την αυτοκρατορική του στολή, διατηρώντας τα ερυθρά πέδιλα με τούς χρυσούς δικέφαλους αετούς, γύρισε στον Καντακουζηνό και του είπε: «Υπάγωμεν πρός τόν θάνατο» ενώ κατά άλλους είπε: «Γίνεται εγώ να είμαι ζωντανός και η Πόλις να έχει κυριευτεί; Ας βρεθεί ένας χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι.» Ακολουθούμενος από τούς πιστούς του: Θεόφιλο Παλαιολόγο, Ιωάννη Δαλμάτη, Δημήτριο Καντακουζηνό και τον Φραγκίσκο από το Τολέδο της Γρανάδας, όρμησε στο πλήθος των βαρβάρων και εχάθη μαχόμενος σαν απλός στρατιώτης, το πρωί της 29ης Μαΐου, ημέρα Τρίτη.

Ο πρώτος Τούρκος πού θα ανέβαινε στο τείχος θα κέρδιζε την μεγαλύτερη αμοιβή από τον σουλτάνο και ήταν ένας γενίτσαρος με το όνομα Χασάν. Ο Χασάν ήταν γεννημένος Έλληνας από την Βιθυνία της Μικράς Ασίας αλλά είχε την τύχη των παιδιών που τα άρπαζαν οι Οθωμανοί και τα στρατολογούσαν στο σώμα των γενιτσάρων. Έλληνας λοιπόν παρέδωσε την Πόλη στον σουλτάνο και πρέπει να ξέρουμε ότι όσους ήρωες γέννησε αυτός ο τόπος, άλλους τόσους και ίσως περισσότερους προδότες γέννησε και συνεχίζει να γεννά. Θα ακολουθήσω τον Ίμβριο Κριτόβουλο, τον γραμματέα του σουλτάνου, και θα δώσω μία ελεύθερη απόδοση της περιγραφής του για την συνέχεια της φοβερής εκείνης αλώσεως:

«Οι μαχητές μπαίνουν στην πόλη από το κατεστραμμένο τείχος και σκοτώνουν όλους τούς Ρωμηούς πού μάχονταν να τούς απωθήσουν. Εξοργισμένοι από τις τόσες μέρες της πολιορκίας ορμούν στα σπίτια και κατασφάζουν όσους βρίσκουν άντρες, γυναίκες και παιδιά χωρίς να λυπηθούν κανένα. Κατά ομάδες κινούνται κατά των πλουσίων οικιών και κατά των εκκλησιών, όπου ελπίζουν να βρουν θησαυρούς λεηλατώντας, φονεύοντας, βρίζοντας και αρπάζοντας αιχμαλώτους. Το θέαμα ήταν τρομερό και ελεεινό πέραν πάσης φαντασίας, βλέποντας να τραβούν από τα μαλλιά, παρθένες οι οποίες δεν είχαν βγει ποτέ από τα σπίτια τους, ευγενείς κυρίες, καλόγριες πού είχαν αφιερώσει την ζωή τους στο Θεό και να τις βιάζουν σαν άγρια θηρία. Τους γέροντες τούς τρυπούσαν με τα ξίφη όπως και τα μωρά πού άρπαζαν από την αγκαλιά των μανάδων τους.


1453_const

Και τι να πει κανείς για την σύληση και αρπαγή των ιερών εικόνων και άλλων αντικειμένων από τις εκκλησίες και τα μοναστήρια; Τα ιερά άμφια πετάγονταν στην πυρά ή με αυτά έντυναν τα άλογά τους, και ενώ έπιναν την Θεία Κοινωνία, θρυμμάτιζαν τούς μαρμάρινους τάφους και σκύλευαν τούς νεκρούς, πετάγοντας προς όλες τις κατευθύνσεις τα οστά τους. Τα βιβλία και τα πονήματα των φιλοσόφων πετάγονταν στην πυρά ή καταπατούνταν. Οι δε Ρωμηοί πού μάχονταν στα άλλα μέρη του τείχους, όταν έβλεπαν πίσω τους τον εχθρό να καταφθάνει έπεφταν κάτω από τα τείχη.»

Αντίστοιχη είναι και η αφήγηση του Φραντζή, σύμφωνα με τον οποίο δεν φαινόταν το χώμα από τις αμέτρητες σωρούς των νεκρών, οι δρόμοι είχαν μετατραπεί σε ποτάμια αίματος, και η Αγία Σοφία μετατράπηκε σε χώρο θυσίας και μαρτυρίου:

«Χριστέ βασιλεύ, ως ανερμήνευτα καί ανεξιχνίαστα εισι. καί ήν ιδείν τόν παμμέγιστον εκείνον ναόν καί θειότατον της του Θεού Σοφίας, τόν ουρανόν τόν επίγειον, τόν θρόνον της δόξης του Θεού, ου έσωθεν των αδύτων καί άνωθεν των θυσιαστηρίων καί τραπεζών ήσθιον καί έπινον, καί τάς ασελγείς γνώμας καί ορέξεις αυτών μετά γυναικών καί παρθένων καί παίδων επάνωθεν εποίουν καί έπραττον. Τίς μή θρηνήση σε, άγιε ναέ; καί πανταχού παν κακόν ήν, καί πάσα κεφαλή ήλγει, εν οίκοις θρήνοι καί κλαυθμοί ανδρών οιμωγαί, γυναικών βιασμοί.»

Η χιλιόχρονη αυτοκρατορία γκρεμίζονταν ενώ σφάζονταν οι τελευταίοι κάτοικοί της. Σύμφωνα με τούς νόμους του Ισλάμ η πόλη ήταν στό έλεος των εισβολέων για τρεις μέρες και τρεις νύκτες, προτού παραδοθεί στον σουλτάνο. Ο Γάλλος ιστορικός Σλουμπερζέ, στο βιβλίο του για την άλωση πού έγραφε το 1914, και στο οποίο στηρίζομαι για την αφήγησή μου, εκδήλωνε την ευχή οι νίκες των Ελλήνων κατά τούς Βαλκανικούς πολέμους να αποτελέσουν, παρά την αντίδραση των Ευρωπαίων, εκδίκηση για την μεγάλη εκείνη συμφορά. Δυστυχώς η ευχή του δεν πραγματοποιήθηκε τότε.
Εν τω μεταξύ, οι δερβίσηδες κατακερμάτιζαν επί πολλές ώρες τούς μαρμάρινους τάφους των αυτοκρατόρων και των Πατριαρχών, ενώ οι εισβολείς οργανωμένοι σε συμμορίες, σε κάθε σπίτι πού κατελάμβαναν ύψωναν και μία σημαία με την ημισέληνο για να μην πλησιάσουν άλλοι ομόφυλοι τους. Ο Barbaro αναφέρει ίσως τον υπερβολικό αριθμό των διακοσίων χιλιάδων σημαιών ότι ανυψώθηκαν στα σπίτια πού είχαν καταληφθεί. Οι Ιταλοί έτρεχαν προς τις γαλέρες τους στον Κεράτιο για να σωθούν και οι περίφημοι αδελφοί Boccardi, έφιπποι κατόρθωσαν να σκοτώσουν πολλούς Τούρκους καθ’οδόν προς την σωτηρία τους. Όλοι οι ναύτες του ναυάρχου Χαμουζά, παράτησαν τα πλοιάρια τους και έτρεξαν να λεηλατήσουν την πόλη, γεγονός πού επέτρεψε σε πολλούς Ιταλούς να διαφύγουν με τα πλοία τους αφού εξουδετέρωσαν την μεγάλη αλυσίδα πού τούς έφραζε την έξοδο από τον κόλπο του Χρυσού Κέρατος, όπως αλλιώς λεγόταν ο Κεράτιος κόλπος. Μεταξύ των Ιταλών πού σώθηκαν ήταν ο Φλωρεντίνος ιστορικός Tetaldi, ο Βενετός πλοίαρχος Δολφίνος, ο Βενετός ιστορικός Nicolo Barbaro, ο Ιερώνυμος Μοροζίνι και άλλοι.

Οι μόνοι υπερασπιστές πού δέν εγκατέλειψαν την προσπάθεια, ήταν οι Κρήτες ναύτες πού υπερασπίζονταν τον πύργο του Βασιλείου Β’ στην Ωραία Πύλη, (Μπαχτσέ Καπουσί) κοντά στην έξοδο του Κεράτιου. Αυτούς τελικά ο Μωάμεθ τούς άφησε ελεύθερους να φύγουν. Πολλοί Έλληνες κλείστηκαν στο ναό της Αγίας Σοφίας αλλά και στο ναό της Αγίας Θεοδοσίας, που γιόρταζε και ήταν στολισμένη με τριαντάφυλλα (Γκυλ Τζαμί, γκυλ σημαίνει τριαντάφυλλο), με την ελπίδα ότι σύμφωνα με την παράδοση, Άγγελος με την ρομφαία του θα εμπόδιζε τούς άπιστους να μπουν μέσα στο ναό. Αλλά κανένας δεν εμπόδισε τούς Οθωμανούς να μπουν στις εκκλησίες πού ήταν κατάμεστες από κόσμο και να σκορπίσουν τον τρόμο, την ατίμωση και τελικά τον θάνατο. Ξεγύμνωναν τις γυναίκες, τις βίαζαν πάνω στα πλακόστρωτα δάπεδα των εκκλησιών και όσες έφερναν αντίσταση, τους έσπαγαν το κεφάλι πάνω στα πλακάκια. Τα αγόρια και τα κορίτσια τά μάζευαν στις πλατείες για να τα πωλήσουν στα σκλαβοπάζαρα της Μπαρμπαριάς καί της Συρίας. «Σκοτώνετε τούς γέροντες και να αρπάζετε τα παιδιά» ήταν η παραγγελία των χοτζάδων στους μαχητές του Ισλάμ, σύμφωνα με τον Άραβα ιστορικό Saad-ud-din.

Ο ανώτερος κλήρος της Bασιλεύουσας βρισκόταν στήν Αγία Σοφία. Οι ιερείς είχαν φορέσει τά επίσημα άμφια, μήπως και προκαλέσουν τόν οίκτο των εισβολέων και τελούσαν λειτουργία την ώρα της εφόδου. Φυσικά επειδή οι περισσότεροι ήταν γέροντες κατασφάxτηκαν, αλλά η μνήμη του λαού μας διατηρεί τον μύθο ότι ένας ιερέας πήρε το Άγιο Δισκοπότηρο, χάθηκε πίσω από τον τοίχο, και θα επανέλθει να συνεχίσει την Θεία Λειτουργία, όταν Ορθόδοξος βασιλιάς εισέλθει ελευθερωτής στην Αγία Σοφία. Τα άπειρα βιβλία της Αυτοκρατορικής Βιβλιοθήκης έγιναν στάχτη. Aς σημειωθεί ότι απαγορεύονταν επί ποινή θανάτου, να εισέρχεται κανείς με αναμμένο κερί στο εσωτερικό της στο οποίο βρίσκονταν πολλοί αρχαίοι πάπυροι, σπάνια χειρόγραφα, Ευαγγέλια και άλλα θεολογικά και επιστημονικά συγγράμματα και όλος ο πνευματικός πλούτος της Αρχαίας και Βυζαντινής Γραμματείας.


ArticleImage_25292-jpg



Πενήντα χιλιάδες υπολογίστηκαν οι νεκροί της άλωσης και άλλοι τόσοι οι αιχμάλωτοι από τούς οποίους προσδοκούσαν οι δεσμώτες τους λύτρα. Από τετρακόσια παιδιά εστάλησαν ως λάφυρα στον χαλίφη της Βαγδάτης, της Μπαρμπαριάς (Αιγύπτου), της Τύνιδος και της Γρανάδας. Ο βάϊλος της βενετικής συνοικίας Ιερώνυμος Minotto και ο Βενετός ευπατρίδης Καταρίνος Κονταρίνι αποκεφαλίστηκαν. 

Ομοίως ο Ισπανός Πέτρος Ιουλιανός με τον γιο του είχαν την ίδια τύχη. Ο καρδινάλιος Ισίδωρος, Ρωμηός στην καταγωγή, φόρεσε τα ρούχα κάποιου νεκρού ζητιάνου και κατάφερε να διαφύγει, ενώ οι Τούρκοι όταν βρήκαν το πτώμα με τα ρούχα του καρδινάλιου, έκοψαν το κεφάλι και το περιέφεραν στην πόλη κραυγάζοντας ότι σκότωσαν τον απεσταλμένο του πάπα.

Ο ιστορικός Φραντζής συνελήφθη και απελευθερώθηκε μετά από την καταβολή λύτρων. Ο δεκαπεντάχρονος όμως γιος του και η δεκατετράχρονη κόρη του αγοράστηκαν από τον σουλτάνο. Η κόρη του πέθανε μετά από λίγο διάστημα από τίς κακουχίες και ο γιος του πού δεν υπέκυψε στις ανώμαλες ορέξεις του Μωάμεθ, σκοτώθηκε από τον ίδιο τον πορθητή.

 Η χειρότερη ίσως μοίρα περίμενε τον Μέγα Δούκα Λουκά Νοταρά, ο οποίος σημειωτέον ήταν ανθενωτικός. Αρχικά ο Μωάμεθ τον μεταχειρίσθηκε με επιείκια, ακριβώς επειδή ήταν αντίθετος με την ένωση των εκκλησιών. Όμως ο ακόλαστος νεαρός ηγεμόνας είχε μάθει ότι ο Νοταράς είχε μία πολύ όμορφη κόρη την Άννα Νοταρά. Έστειλε λοιπόν τον αρχιευνούχο του να τού την φέρει. Η Άννα όμως είχε καταφέρει να διαφύγει, και μάλιστα πήγε στην Βενετία όπου έζησε μέχρι τα βαθιά της γεράματα. Ο σουλτάνος τότε εκνευρισμένος ζήτησε να του φέρουνε τούς νεαρούς γιους του Νοταρά. Ο τελευταίος αρνήθηκε και δόθηκε τότε η διαταγή να αποκεφαλιστούν και οι τρεις. Ο τελευταίος πρωθυπουργός του Βυζαντίου ζήτησε από τον δήμιο να σκοτώσει πρώτα τα παιδιά του και μετά αυτόν, φοβούμενος μήπως αλλαξοπιστήσουν τελευταία στιγμή. Έτσι ο άτυχος πατέρας αφού είδε τα κεφάλια των παιδιών του να πέφτουν στο έδαφος, προσευχήθηκε και έγειρε το κεφάλι του κάτω από το ξίφος του δήμιου.

                         -----------------------------------------------------------


Σαν σήμερα έπεσε η Πόλη: Οι θρύλοι και η πραγματικότητα για την Αλωση της Κωνσταντινούπολης

Οι θρύλοι και η πραγματικότητα για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης



29 Μαΐου του 1453, ημερομηνία η οποία σήμαινε επί της ουσίας και τη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, από τους Οθωμανούς. Η πτώση της Κωνσταντινούπολης συνοδεύθηκε από ένα μείγμα θρύλων και παραδόσεων που προσπαθούσαν να την ερμηνεύσουν, ενώ αντικείμενο θρύλων και μύθων έγινε ο τελευταίος αυτοκράτοράς της ο Κωνσταντίνος Δραγάσης Παλαιολόγος.
Η λαϊκή παράδοση, βρίθει από θρύλους και δοξασίες, σύμφωνα με τις οποίες η Αλωση της Κωνσταντινούπολης ήταν «θέλημα Θεού», αλλά σύμφωνα με τους ιστορικούς, η πτώση της Κωνσταντινούπολης και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η οποία διήρκεσε για περίπου χίλια εκατό χρόνια, ήταν θέμα χρόνου, καθώς τότε το Βυζάντιο βρισκόταν σε πλήρη οικονομική, πολιτική και πολιτισμική παρακμή και ήταν η σκιά της άλλοτε πανίσχυρης Αυτοκρατορίας.

Ποια είναι τα γεγονότα για την Άλωση της Πόλης

Σύμφωνα με τον ιστορικό Γεώργιο Φραντζή και έμπιστο σύμβουλο του τελευταίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, τα πρώτα Οθωμανικά στρατεύματα κατέφθασαν στις 2 Απριλίου, ενώ ολόκληρο το στράτευμα έφτασε σταδιακά έξω από τα τείχη της πόλης έως στις 5 Απριλίου. Την ίδια ημερομηνία έφτασε και ο σουλτάνος με τις τελευταίες μονάδες και αμέσως απέκλεισε την πόλη από στεριά και θάλασσα. Στις 6 Απριλίου, ο Τούρκος Σουλτάνος Μωάμεθ ο Πορθητής κήρυξε και επίσημα την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, αφού πρώτα πρότεινε στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο να εγκαταλείψει την Πόλη, υποσχόμενος ότι θα σεβαστεί τη ζωή των κατοίκων. Ο Παλαιολόγος αρνήθηκε, με αποτέλεσμα να αρχίσει η πολιορκία. Η μάχη ήταν σφοδρή, με τον βυζαντινό στρατό (ενισχυμένο από Γενουάτες μισθοφόρους) να αμύνεται με επιτυχία για αρκετό καιρό εναντίον του τεράστιου όγκου του οθωμανικού στρατού. Στις 21 Μαΐου ο σουλτάνος έστειλε πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη. Ζητούσε την παράδοση της πόλης με την υπόσχεση να επιτρέψει στον Αυτοκράτορα και σε όσους το επιθυμούσαν να φύγουν με τα υπάρχοντά τους. Επίσης, θα αναγνώριζε τον Κωνσταντίνο ως ηγεμόνα της Πελοποννήσου. Τέλος, εγγυόταν για την ασφάλεια του πληθυσμού που θα παρέμενε στην πόλη, πρόταση που ο Παλαιολόγος εκ νέου απέρριψε. Στις 29 Μαΐου έγινε η τελική επίθεση στην Πόλη. Ενας από τους κύριους υπερασπιστές της, ο Γενουάτης Ιουστινιάνι, τραυματίστηκε σοβαρά και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον αγώνα. Αυτή η απώλεια υπήρξε ανεπανόρθωτη για τους Βυζαντινούς. Λίγο αργότερα, οι Οθωμανοί εισέβαλαν στην Κωνσταντινούπολη, η οποία επί της ουσίας ήταν πλέον δικιά τους. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος παράλληλα, βρήκε τον θάνατο πολεμώντας σαν απλός στρατιώτης.

Μύθοι, θρύλοι και δοξασίες για την Πόλη και τον Παλαιολόγο

Λόγω του ότι ο θάνατος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου δεν έγινε με καμία επισημότητα, αλλά αντίθετα σκοτώθηκε σαν κοινός στρατιώτης, το λαϊκό αίσθημα δεν το έκανε ποτέ αποδεκτό. Αντίθετα δημιουργήθηκαν μύθοι και θρύλοι οι οποίοι μιλούν για εσωτερική προδοσία, αλλά και για «ανάληψη στους ουρανούς» του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.

Ο θρύλος της Κερκόπορτας

Στην Κωνσταντινούπολη, κοντά στο Παλάτι του Κωνσταντίνου Ζ' Πορφυρογέννητου υπήρχε μια μικρή πόρτα. Η μισή ήταν κάτω από το επίπεδο του εδάφους και λεγόταν Κερκόπορτα ή πύλη του κίρκου, επειδή οδηγούσε σε ένα ιπποδρόμιο (circus) έξω από τα τείχη. Κατά την παράδοση, από αυτήν εισήλθαν πιθανόν από εσωτερική προδοσία στην Πόλη οι γενίτσαροι κατά τη μεγάλη έφοδο στις 29 Μαΐου 1453, διασπώντας έτσι την άμυνα των πολιορκούμενων και προκαλώντας την Αλωση της Κωνσταντινούπολης, αναφέρει το wikipedia.

Ο μαρμαρωμένος βασιλιάς

Η λαϊκή παράδοση αρνήθηκε να πιστέψει τον θάνατο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Ο τελευταίος Βυζαντινός αυτοκράτορας αποτέλεσε σημείο αντίστασης για πολλά χρόνια στη μεταβυζαντινή περίοδο από τον υποδουλωμένο ελληνικό λαό, ο οποίος «γέννησε» και τον θρύλο του «Μαρμαρωμένου Βασιλιά». Σύμφωνα με τον θρύλο λοιπόν, όταν μπήκαν οι Τούρκοι στην Πόλη, «άγγελος Κυρίου» άρπαξε το βασιλιά και τον πήγε σε μια σπηλιά βαθιά στη γη κάτω, κοντά στη Χρυσόπορτα. Εκεί μένει μαρμαρωμένος ο βασιλιάς και καρτερεί να κατεβεί ο άγγελος στη σπηλιά, να τον ξεμαρμαρώσει. Και θα σηκωθεί πάλι ο βασιλιάς και θα μπει στην Πόλη και θα διώξει τους Τούρκους ως την Κόκκινη Μηλιά.

Ο παπάς της Αγια-Σοφιάς

Στους θρύλους για την Αλωση της Πόλης, σημαντικό ρόλο παίζει και η Εκκλησία, η οποία ήταν -τουλάχιστον- η δεύτερη μεγαλύτερη Αρχή στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία μετά τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Σύμφωνα λοιπόν με εκκλησιαστικές δοξασίες, την ώρα που μπήκαν οι Τούρκοι στην Αγια-Σοφιά δεν είχε τελειώσει ακόμα η λειτουργία. Ο παπάς που έκανε τη λειτουργία πήρε αμέσως το Αγιο Δισκοπότηρο και μπήκε σε μια πόρτα η οποία σφραγίστηκε αμέσως. Οπως αναφέρεται στις παραδόσεις, είναι θέλημα Θεού να ανοίξει μόνη της η πόρτα όταν επιστρέψει η Κωνσταντινούπολη στους Βυζαντινούς και να βγει από εκεί ο παπάς, να τελειώσει τη λειτουργία.

Τα μισοτηγανισμένα ψάρια

Την ημέρα που έπεσε η Πόλη ένας γέροντας τηγάνιζε ψάρια, και όταν του είπαν «Εάλω η Πόλις», είπε πως για να πιστέψει πως έπεσε η Πόλη, έπρεπε να βγουν τα ψάρια από το τηγάνι. Και σύμφωνα με τις δοξασίες έτσι έγινε, με τον γέροντα μάλιστα να «προφητεύει» πως όταν φύγουν οι Οθωμανοί από την Κωνσταντινούπολη, θα ολοκληρωθεί το τηγάνισμα των ψαριών που είναι τηγανισμένα μόνο από την μία τους πλευρά.

Τι λένε οι ιστορικοί: H Κωνσταντινούπολη έπεσε λόγω παρακμής

Για τους ιστορικούς, ωστόσο, η Άλωση της Κωνσταντινούπολης δεν ήταν παρά μία φυσική εξέλιξη της Ιστορίας, καθώς η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, στο τελευταίο διάστημα της ζωής της είχε συρρικνωθεί ουσιαστικά μόνο στην ίδια την Κωνσταντινούπολη, ενώ παράλληλα η θρησκευτική έριδα εκμηδένισε τις όποιες πιθανότητες είχαν οι Βυζαντινοί για να αμυνθούν αποτελεσματικά.

O στρατός του Μωάμεθ

Οπως αναφέρουν οι νεότεροι ιστορικοί, τα τακτικά στρατεύματα του Μωάμεθ έφταναν τους 80.000-100.000 στρατιώτες, οι οποίοι συγκεντρώθηκαν από τις ευρωπαϊκές και ασιατικές επαρχίες. Τα στρατεύματα του Μωάμεθ αποτελούνταν από άριστα εκπαιδευμένο πεζικό και πυροβολικό ενώ ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην κατασκευή πυροβόλων όπλων και κανονιών. Μάλιστα ο Μωάμεθ, είχε προσλάβει έναν φημισμένο τεχνίτη από την Ουγγαρία τον Ουρβανό, προκειμένου να του κατασκευάσει μεγάλα κανόνια για να γκρεμίσουν της περίφημα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Ο Ουρβανός, ο οποίος δούλευε παλαιότερα για τους Βυζαντινούς, δέχθηκε έναντι τεράστιας αμοιβής.
Ο Μωάμεθ γνώριζε επίσης ότι χωρίς να μπορέσει πρώτα να ελέγξει τη θαλάσσια περιοχή της Πόλης πολύ δύσκολα θα κατάφερνε την άλωσή της μόνο από την ξηρά. Γι΄ αυτό αποφάσισε να δημιουργήσει ένα ισχυρό στόλο ο οποίος ωστόσο δεν επέφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

Οι υπερασπιστές της Κωνσταντινούπολης

Ο ιστορικός Φραντζης, αναφέρει ότι οι υπερασπιστές της Κωνσταντινούπολης αποτελούνταν από μόλις 4.937 Βυζαντινούς και 2.000 ξένους. Από αυτούς ξεχώριζαν οι 700 κατάφρακτοι στρατιώτες του Γενοβέζου Ιωάννη Ιουστινιάνι Λόγκο, ο οποίος θεωρούνταν ένας από τους καλύτερους πολεμιστές της εποχής του. Στην κρισιμότερη καμπή της μάχης ωστόσο, τραυματίστηκε από ένα βλήμα και έφυγε με το πλοίο του, αποδυναμώνοντας σημαντικά το ηθικό των Βυζαντινών.
Τα προβλήματα στην Κωνσταντινούπολη ωστόσο, εστιάζονταν κυρίως στο θέμα της Ενωσης των Εκκλησιών. Ο Αυτοκράτορας στράφηκε για βοήθεια και προς τα κράτη της Δύσης, χωρίς ωστόσο να έρθουν ποτέ σοβαρές στρατιωτικές ενισχύσεις στην Πόλη. Η Σύνοδος της Φλωρεντίας που επικύρωνε την Ενωση των δύο Εκκλησιών και υπογράφηκε το 1431 από τον αδερφό του Κωνσταντίνου, Ιωάννη, δεν έγινε ποτέ αποδεκτή από τον βυζαντινό πληθυσμό, οι οποίοι με επικεφαλής τον μέγα δούκα Λουκά Νοταρά αντιδρούσαν πεισματικά. Ο ίδιος ο Νοταράς, όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη μάλιστα, προσέγγισε τον Μωάμεθ, με την παράδοση να αναφέρει ότι του παρέδωσε τα πλούτη του με αποτέλεσμα τον θάνατό του, καθώς ο Οθωμανός Σουλτάνος εξοργίστηκε με το γεγονός ότι δεν βοήθησε ποτέ τον αυτοκράτορά του....


Η πλειονότητα των παραδόσεων όμως, απορρίπτει το γεγονός της Άλωσης της Πόλης λόγω της στρατιωτικής δύναμης του Μωάμεθ και της παρακμής του Βυζαντίου. Προσέθεσε τη μεταφυσική παρεμβολή με ιστορίες όπως ο «Μαρμαρωμένος Βασιλιάς» ή τους θρύλους για την «Κερκόπορτα», προκειμένου να κρατήσει ψηλά το εθνικό στοιχείο των Ελλήνων, το οποίο αντιμετώπισε τα 400 χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας.


Πενήντα χιλιάδες υπολογίστηκαν οι νεκροί της άλωσης και άλλοι τόσοι οι αιχμάλωτοι από τούς οποίους προσδοκούσαν οι δεσμώτες τους λύτρα. Από τετρακόσια παιδιά εστάλησαν ως λάφυρα στον χαλίφη της Βαγδάτης, της Μπαρμπαριάς (Αιγύπτου), της Τύνιδος και της Γρανάδας. Ο βάϊλος της βενετικής συνοικίας Ιερώνυμος Minotto και ο Βενετός ευπατρίδης Καταρίνος Κονταρίνι αποκεφαλίστηκαν. Ομοίως ο Ισπανός Πέτρος Ιουλιανός με τον γιο του είχαν την ίδια τύχη. Ο καρδινάλιος Ισίδωρος, Ρωμηός στην καταγωγή, φόρεσε τα ρούχα κάποιου νεκρού ζητιάνου και κατάφερε να διαφύγει, ενώ οι Τούρκοι όταν βρήκαν το πτώμα με τα ρούχα του καρδινάλιου, έκοψαν το κεφάλι και το περιέφεραν στην πόλη κραυγάζοντας ότι σκότωσαν τον απεσταλμένο του πάπα.
Ο ιστορικός Φραντζής συνελήφθη και απελευθερώθηκε μετά από την καταβολή λύτρων. Ο δεκαπεντάχρονος όμως γιος του και η δεκατετράχρονη κόρη του αγοράστηκαν από τον σουλτάνο. Η κόρη του πέθανε μετά από λίγο διάστημα από τίς κακουχίες και ο γιος του πού δεν υπέκυψε στις ανώμαλες ορέξεις του Μωάμεθ, σκοτώθηκε από τον ίδιο τον πορθητή. Η χειρότερη ίσως μοίρα περίμενε τον Μέγα Δούκα Λουκά Νοταρά, ο οποίος σημειωτέον ήταν ανθενωτικός. Αρχικά ο Μωάμεθ τον μεταχειρίσθηκε με επιείκια, ακριβώς επειδή ήταν αντίθετος με την ένωση των εκκλησιών. Όμως ο ακόλαστος νεαρός ηγεμόνας είχε μάθει ότι ο Νοταράς είχε μία πολύ όμορφη κόρη την Άννα Νοταρά. Έστειλε λοιπόν τον αρχιευνούχο του να τού την φέρει. Η Άννα όμως είχε καταφέρει να διαφύγει, και μάλιστα πήγε στην Βενετία όπου έζησε μέχρι τα βαθιά της γεράματα. Ο σουλτάνος τότε εκνευρισμένος ζήτησε να του φέρουνε τούς νεαρούς γιους του Νοταρά. Ο τελευταίος αρνήθηκε και δόθηκε τότε η διαταγή να αποκεφαλιστούν και οι τρεις. Ο τελευταίος πρωθυπουργός του Βυζαντίου ζήτησε από τον δήμιο να σκοτώσει πρώτα τα παιδιά του και μετά αυτόν, φοβούμενος μήπως αλλαξοπιστήσουν τελευταία στιγμή. Έτσι ο άτυχος πατέρας αφού είδε τα κεφάλια των παιδιών του να πέφτουν στο έδαφος, προσευχήθηκε και έγειρε το κεφάλι του κάτω από το ξίφος του δήμιου.

                         -----------------------------------------------------------


Ο μαρμαρωμένος τελευταίος Αυτοκράτορας



palaiologos_610_420.gif



Ο τελευταίος Αυτοκράτορας του Βυζαντίου, ο μαρμαρωμένος Βασιλιάς που η παράδοση τον θέλει να περιμένει κάπου υπομονετικά τη στιγμή που θα ξανακαθίσει στο θρόνο της Βασιλεύουσας Πόλης, γεννήθηκε πριν από 612 χρόνια στις 9 Φεβρουαρίου 1404.

Γιός του Αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄του Παλιολόγου και της Ελένης Δραγάση φόρεσε το στέμα του Αυτοκράτορα του Βυζαντίου στις 6 Ιανουαρίου 1449. Ο Αυτοκράτορας, ήταν τότε 45 ετών. Η στέψη του πραγματοποιήθηκε στον Μυστρά, στην Εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, εκεί όπου σήμερα ένας μαρμάρινος δικέφαλος αετός μαρτυρά την ιστορία της στέψης του τελευταίου Αυτοκράτορα.
Ήδη οι Οθωμανοί είχαν αρχίσει να απειλούν την Βασιλεύουσα την οποία προσπάθησε να οχυρώσει όσο το δυνατόν καλύτερα ενισχύοντας τα οχυρωματικά έργα.
Την παραμονή της «μαύρης» 29ης Μαΐου 1453, ο Κωνσταντίνος γνωρίζοντας πως η τελική μάχη πλησίαζε λειτουργήθηκε στην Αγία Σοφία, κοινώνησε και προσπάθησε να ενθαρρύνει τους λιγοστούς, σε σχέση με τη «θάλασσα» των εχθρών, υπερασπιστές της Βασιλεύουσας.
Οι ιστορικοί γράφουν πως μετά τον τραυματισμό του Γενουάτη Ιωάννη Ιουστινιάνη, στον οποίο είχε στηρίξει τις ελπίδες του για την σωτηρία της Πόλης, ο Κωνσταντίνος είχε καταλάβει πως πλέον η μάχη είχε χαθεί.
Τον συμβούλεψαν να φύγει, να τρέξει μακρυά για να μην πέσει στα χέρια των εχθρών. Εκείνος αρνήθηκε. Παρέμεινε μέχρι τέλους. Πολέμησε δίπλα δίπλα με τους απλούς στρατιώτες χωρίς να υπολογίζει τη ζωή του.
Το πρωί της 29ης Μαΐου 1453, η Πόλη έπεσε. Ο στρατός του Μωάμεθ Β΄ ξεχύθηκε μέσα στην Βασιλεύουσα, καταστρέφοντας, λεηλατώντας, δολοφονώντας.
Ακόμη και εκείνη τη στιγμή, ο Κωνσταντίνος δεν υποχώρησε.
Έπεσε στη μάχη μαζί με τους στρατιώτες του. Ο Μωάμεθ έδωσε εντολή να βρουν το σώμα του Αυτοκράτορα. Τον αναζήτησαν ανάμεσα στις σορούς των τελευταίων υπερασπιστών της Βασιλεύουσας προσπαθώντας να τον αναγνωρίσουν από τα διάσημα του.
Τελικά όταν τον αναγνώρισαν από τους αετούς που ήταν χαραγμένοι στις βασιλικές περικνημίδες, ο Μωάμεθ, τιμώντας τον άξιο αντίπαλο του, έδωσε εντολή να του γίνει βασιλική κηδεία. Απαγόρευσε όμως να ανακοινωθεί ο τόπος της ταφής του.

Ο ΘΡΥΛΟΣ

Μέσα στους καπνούς της καταστροφής και τις λίμνες του αίματος που πότισαν τη γη της Πόλεως των πόλεων, ο χαμός του τελευταίου Αυτοκράτορα στάθηκε αφορμή για να γεννηθεί ένας θρύλος.
Σύμφωνα με αυτόν, τη στιγμή που οι εχθροί είχαν κυκλώσει τον Αυτοκράτορα και ήταν έτοιμοι να τον σκοτώσουν, ένας Άγγελος σταλμένος από τον ουρανό, τον μαρμάρωσε και τον πήρε μαζί του.
Τον έκρυψε λένε σε μια σπηλιά μέχρι να έρθει «το πλήρωμα του χρόνου». Τότε ο Άγγελος θα τον ξυπνήσει, και θα του δώσει το σπαθί του, για να απελευθερώσει την Πόλη.
Για την θυσία του τελευταίου Αυτοκράτορα και το θρύλο του Μαρμαρωμένου Βασιλιά έγραψαν ποιήματα πολλοί. Ένα από αυτά είναι του Κωνσταντίνου Καρυωτάκη που ακολουθεί.

Μαρμαρωμένε Βασιλιά
Κωνσταντίνος Καρυωτάκης


Και ρίχτηκε με τ’ άτι του μες στων εχθρών τα πλήθια,
το πύρινο το βλέμμα του σκορπούσε την τρομάρα,
και το σπαθί του τη θανή. Στα χάλκινά του στήθια,
εξέσπασε η όργητα σε βροντερή κατάρα.

Εθόλωσαν τα μάτια του. Τ’ αγνό το μέτωπό του,
θαρρείς ο φωτοστέφανος της Δόξας τ’ αγκαλιάζει.
Κι έπεσε χάμου ο Τρανός! Θρηνήστε το χαμό του.
Μα, μη! Σε τέτοιο θάνατο ο θρήνος δεν ταιριάζει.

Κι έπεσε χάμου ο Τρανός! Κυλίστηκε στο χώμα,
ένας Τιτάν π’ ακόμα χτες εστόλιζ’ ένα θρόνο,
κι εσφάλισε – οϊμένανε! – για πάντ’ αυτό το στόμα,
που κάθε πίκρα ρούφαγε κι έχυν’ ελπίδες μόνο,

Μαρμαρωμένε Βασιλιά, πολύ δε θα προσμένεις.
Ένα πρωί απ’ τα νερά του Βόσπορου κει πέρα
θε να προβάλει λαμπερός, μιας Λευτεριάς χαμένης,
ο ασημένιος ήλιος. Ω, δοξασμένη μέρα!


        -----------------------------------------------------------------------------------





                            -------------------------------------------





                         --------------------------------------------------------------------


ΠΗΓΕΣ





el.wikipedia.org/wiki/Άλωση_της_Κωνσταντινούπολης_(1453)




chilonas.com/2013/05/29/το-χρονικό-της-άλωσης-29-μαΐου-1453/



----------------------------------------------------------------------------------------------------

Δημοσίευση σχολίου