Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

ΝΙΚΟΣ - ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ




( ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ )

Από τον ΑΣΤΡΟΛΑΒΟ δεν θα μπορούσαν να απουσιάζουν αφιερώματα σε προσωπικότητες των Γραμμάτων και των Τεχνών που συνδέθηκαν ή συνδέονται με την αγαπημένη μου Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας.


Το αφιέρωμα που ακολουθεί είναι για τον συγγραφέα και αυτοδίδακτο ζωγράφο Νίκο-Γαβριήλ Πεντζίκη.

Από τη μία πλευρά, φρονώ πώς είναι ένας τρόπος για να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ και να εκφράσω έτσι την ευγνωμοσύνη μου σε αυτή τη πόλη που πριν από αρκετά χρόνια με αγκάλιασε ωσάν μάνα στοργική και έγινε η δεύτερη πατρίδα μου.

Από την άλλη, είναι ένας τρόπος για να αναδείξω με τις ταπεινές μου δυνάμεις τις ζωογόνες και φωτοδότρες εκείνες φωνές μιας ολόκληρης περιοχής που μακάρι να απολάμβανε μεγαλύτερου σεβασμού εκ μέρους όχι τόσο του αθηνοκεντρικού κράτους - πάμε μια βόλτα στην γενέτειρά μου Κυψέλη Αττικής να δούμε την εγκατάλειψη που έχει προσλάβει τεράστιες διαστάσεις - αλλά κυρίως του κράτους της πλατείας Συντάγματος.

Οι Βόρειοι σε μεγάλο βαθμό- εννοείται ότι δεν υπάρχουν κοινωνίες αγγελικά πλασμένες - είναι ωραίοι άνθρωποι. Άνθρωποι των επιστημών, των γραμμάτων, των Τεχνών, άνθρωποι της εργατιάς, του μόχθου και της βιοπάλης, πραγματικά διαμάντια, μπεσαλήδες και κιμπάρηδες στη ψυχή και στα συναισθήματα .Το λιμάνι, η πανέμορφη παραλία με τη θαλασσινή αύρα και τον θαλασσινό αέρα που ενδυναμώνει την ανθρώπινη επικοινωνία, φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά και αντικαθιστά τις σκουριασμένες ιδέες και ανόητα στερεότυπα με άλλες ιδέες φρέσκιες και προοδευτικές. Όποια πέτρα και να σηκώσεις θα βρεις σε αυτή την ένδοξη γη έναν υπέρλαμπρο πολιτισμό και ιστορία αιώνων με μορφές, μνημεία, γεγονότα που καταγράφηκαν στις χρυσές σελίδες της ελληνικής ιστορίας και σημάδεψαν τη πορεία της οικουμένης.


 Τρύφωνας Παπαλεωνίδας

    ===================================================

              Αποτέλεσμα εικόνας για πεντζικης εικονες 
     

Ν. Γ. Πεντζίκης: "Μητέρα Θεσσαλονίκη"




 





                            ----------------------------------------------------------------------

Σε ένα "τυπικό" κείμενο που μας παραδόθηκε, ο συγγραφέας αυτοβιογραφείται ως εξής:
"Γεννήθηκα στα 1908. Πήγα σχολείο μονάχα στην Στ' Δημοτικού, διδαχθείς κατ' οίκον. Oι οικοδιδάσκαλοί μου, μού εμφύτευσαν την αγάπη στη γεωγραφία και το δημοτικό τραγούδι. Δεκατεσσάρων χρονών έγραψα μια Παγκόσμια Γεωγραφία. Eν συνεχεία άρχισα να γράφω εκφραζόμενος προσωπικά πάνω στο σχήμα "H Λαφίνα" και του "Kίτσου η μάνα". Θαύμαζα τον Kαρκαβίτσα για το ότι μνημόνευε και εκμεταλλευόταν πάρα πολλές παραδόσεις μας. Φοιτητής στο Παρίσι, η Νορβηγική και γενικότερα η Σκανδιναβική Συμβολιστική λογοτεχνία μ' επηρέασε και άρχισα να κινούμαι σε άλλο επίπεδο. Tότε ήταν που διάβασα και το θεατρικό έργο του Λουίτζι Πιραντέλλο "Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα". Στο Στρασβούργο, συνεχίζοντας τις σπουδές μου, μου επεβλήθη ο Γάλλος Kλωντέλ. Aπό το 1936 και μετά, πέρασα σε άλλον κόσμο με τους Bυζαντινούς χρονικογράφους. Aπό τους αρχαίους Έλληνες, επειδή ποτέ δεν υπήρξα ευφυής και έξυπνος, εκτός από τον Πίνδαρο και προπαντός τον Όμηρο, σε κανέναν άλλον απάνω δεν στηρίχτηκα. Mιας εξ αρχής η τάση μου ήταν μυθικής και παραμυθικής ερμηνείας των εγκοσμίων. Tα βιβλία που εξέδωσα, ορίζουν σειρά συναισθηματικών απογοητεύσεων. Aυτό άλλωστε μ' έκανε ολοένα και φανατικότερο υπηρέτη και μιμητή των Βυζαντινών συγγραφέων.

Aπό το 1967 καθημερινά εργάζομαι πάνω στο συναξαριστή του Aγίου Nικοδήμου του Aγιορείτου. Έκανα μια μικρή, μεσαία και μεγάλη περίληψη του Συναξαριστή. Aπό τότε μέχρι σήμερα, ό,τι κι αν επιχειρώ να γράψω, βασίζεται στην αριθμητική και ψηφαριθμητική επεξεργασία του συναξαρίου της ημέρας. Tα βιβλία μου που κυκλοφόρησαν (και πρέπει να σημειωθεί ότι εκδότης σπάνια δεχόταν να μου εκδώσει βιβλίο και πολύ περισσότερο διευθυντής περιοδικού να δημοσιεύσει κείμενό μου) είναι: Ο "Aνδρέας Δημακούδης", το πρώτο μου μυθιστόρημα. Στον "Aνδρέα Δημακούδη" δίνεται μια εικόνα της ερωτικής απαλλοτριώσεως του εγώ. Στον "Πεθαμένο και ανάσταση", το απαλλοτριωμένο και νεκρό εγώ ανασταίνεται χάρις σε στοιχεία επαφής με τον τόπο. Aρχινώ ταυτόχρονα τότε να καταγίνομαι με τη ζωγραφική. Mε τον Στρατή Δούκα, τον Παπαλουκά και τον Xατζηκυριάκο-Γκίκα, διδασκόμενος. Στην ποιητική συλλογή "Eικόνες" το νόημα αποδίδεται με τη φράση: "H αγάπη πρέπει να μας μάθει και τα κόπρανα ν' αγαπάμε του άλλου". H "Πραγματογνωσία", περιγράφει τα γεγονότα ενός γάμου, μιας πεντάμορφης νεαράς κόρης, μ' έναν σαραβαλιασμένο, με το 'να πόδι ξύλινο, ναυτικό. H "Aρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής" είναι μια προσπάθεια μνημικής ταύτισης ζώντων και νεκρών. Tο "Mυθιστόρημα της Kυρίας Έρσης" γράφτηκε όταν είχα πια παντρευτεί. Aπό το 1969 και μετά, χάρις στην προβολή που μου έκανε στο Γερμανικό Iνστιτούτο Γκαίτε ο κ. Σαββίδης, άρχισαν να βγαίνουν συχνά τα βιβλία μου. Συλλογή διηγημάτων αποτελεί η "Συνοδεία"· η "Mητέρα Θεσσαλονίκη", είναι κείμενα σε πεζό, με κέντρο την αγάπη μου για την πόλη που γεννήθηκα και ζω. Tο "Προς εκκλησιασμό" είναι μια σειρά ομιλιών, χαρακτηριστική της προσπάθειάς μου για ένταξη στην εκκλησία. Σε ανάλογο επίπεδο, όχι όμως θεωρητικό, κινούνται οι "Σημειώσεις εκατό ημερών" και τα "Oμιλήματα". Στο "Aρχείον" που είναι ένα βιβλίο εμμέσου έρωτος, η έννοια του χρόνου καταλύεται και οριστικά θεμελιώνεται η εσωτερική μου μυθολογία. Mια εικόνα μυθολογικής αντιλήψεως είναι τέλος το βιβλίο μου, "Πόλεως και Nομού Δράμας παραμυθία"."

              ----------------------------------------------------------------------------------------------------




''ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΑΙ ΣΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕ ΔΩΚΟΥΝ ΖΩΗ''

 ΝΙΚΟΣ - ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ


 ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

1908                                                                                                                                                           

Γέννηση στη Θεσσαλονίκη, Παρασκευή 17/30 Οκτωβρίου. Στερνοπαίδι του Γαβριήλ (γεν. 1868) και της Μαίρης (γεν. 1879) μετά από τρεις κόρες: Χρυσούλα (η μετέπειτα ποιήτρια Ζωή Καρέλλη), Ελενίτσα και Κλειώ. Πλούσια αστική οικογένεια. Πατέρας φαρμακοποιός, ίδρυσε το πρώτο επιστημονικό φαρμακείο της πόλης. Μητέρα διδασκάλισσα, ανέπτυξε σημαντική κοινωνική δράση.

1926

Αναχωρεί για σπουδές στο Παρίσι.  


1927

Θάνατος του πατέρα του (Φεβρουάριος). Ο ΝΓΠ το πληροφορείται μόνο όταν επιστρέφει για τις θερινές διακοπές. Αρχίζουν οικονομικές δυσχέρειες για την οικογένεια. Ο ΝΓΠ αποκτά  πτυχίο οπτικής φυσιολογίας. 


   1928

Σπουδάζει φαρμακευτική και βοτανική στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου.

1930

Η οικονομική κατάσταση της οικογενείας επιδεινώνεται σταθερά. Ο ΝΓΠ αναλαμβάνει το πατρικό φαρμακείο, το οποίο επί μια εικοσαετία θα αποτελέσει το κατ’ εξοχήν λογοτεχνικό στέκι και φυτώριο της πόλης. 


1933

Επισκέπτεται για πρώτη φορά το Άγιον Όρος. Η τελευταία του επίσκεψη, την Κυριακή των Μυροφόρων του 1992, υπήρξε η 94η. Αρχίζει να ζωγραφίζει.


1935

Εκδίδει το μυθιστόρημα Αντρέας Δημακούδης. Ένας νέος μονάχος με το ψευδώνυμο Σταυράκιος Κοσμάς. Δημοσιεύονται συνεργασίες του στο περιοδικό Το 3ο Μάτι. Αυτοκτονεί ο πρώτος του εξάδελφος, Μιλτιάδης Σαράντη Πεντζίκης.

1938

Συγγραφή του εκτενούς πεζογραφήματος Ο πεθαμένος και η ανάσταση. Απόσπασμά του δημοσιεύεται στο περιοδικό Μακεδονικές Ημέρες.

1943

Θάνατος της εκ μητρός γιαγιάς του, Ελένης Ιωαννίδου - Γκεμπάουερ. Με πρόσφατες τις εικόνες των ομαδικών εκτελέσεων ομήρων από τους ναζί, γράφει το ποίημα «Πάνω στα βάσανα που επιβάλει ο άνθρωπος στον άνθρωπο» και τη σειρά  ποιημάτων Φωτογραφίες. Γράφει τη σειρά ποιημάτων  Εικόνες.

1944

Εκδίδονται το εκτενές πεζογράφημα Ο πεθαμένος και η ανάσταση και η σειρά ποιημάτων Εικόνες. Εκθέτει για πρώτη φορά ζωγραφικά του έργα σε ομαδική έκθεση στη Θεσσαλονίκη.

1945

Κυκλοφορεί το πρώτο τεύχος του περιοδικού Κοχλίας (1945-1948). Ο ΝΓΠ αποτελεί βασικό συνεργάτη· δημοσιεύει πεζογραφήματα, σχέδια, τεχνοκριτικά σημειώματα, ατομικές και συλλογικές μεταφράσεις.


1948

Δημοσιεύονται στο περιοδικό  Ο αιώνας μας και κυκλοφορούν σε ανάτυπα οι τεχνοκριτικές μελέτες Ο ζωγράφος Σπύρος Παπαλουκάς και Ο ζωγράφος Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας. Γάμος με τη φιλόλογο Νίκη Λαζαρίδου (γεν. 1920).

1949

Γράφει το κείμενο σε συνέχεια Πραγματογνωσία. Η συγγραφή ολοκληρώνεται τον Δεκέμβριο. Το πεζογράφημα δημοσιεύεται σε συνέχειες στο περιοδικό Μορφές (Ιούνιος 1949-Μάρτιος 1950) και κυκλοφορεί ως ανάτυπο (1950).


1951

Πρώτη έκθεση ζωγραφικής στη Θεσσαλονίκη.

1952

Του απονέμεται η γαλλική τιμητική διάκριση Palmes d’Officier d’Academie. Αρχίζει τη συγγραφή της Αρχιτεκτονικής της σκόρπιας ζωής που θα ολοκληρωθεί την επόμενη χρονιά. Μαζί με τον φίλο ζωγράφο Γιώργο Παραλή μένουν είκοσι ημέρες στο Άγιον Όρος ζωγραφίζοντας. Τα έργα αυτά του ΝΓΠ εκτίθενται σε ατομική έκθεση στο Γαλλικό Λύκειο. Γέννηση του γιού του, Γαβριήλ.

1953

Δημοσιεύονται στο περιοδικό Μορφές αποσπάσματα από την πρώτη γραφή του Μυθιστορήματος της κυρίας Έρσης. Αρχίζει να εργάζεται στον ελβετικό φαρμακευτικό οίκο J. R. Geigy SA (νυν Novartis) ως σύμβουλος προώθησης προϊόντων. Η θέση του συνεπάγεται επαγγελματικές περιοδείες ανά τη Βόρειο Ελλάδα.

1958

Θάνατος της μητέρας του. Ο ΝΓΠ γράφει μέσα σε 40 ημέρες την ενότητα ποιημάτων Ανακομιδή. Πρώτη ατομική έκθεση ζωγραφικής στην Αθήνα (Γκαλερί Ζυγός). Εγκαταλείπει οριστικά την ελαιογραφία και αφοσιώνεται στην τέμπερα. Δημοσιεύεται στο περιοδικό Διαγώνιος το απόσπασμαΙωνάς Νεόπουλος ή κάπως έτσι και κυκλοφορεί ως ανάτυπο.

1959

Δημοσιεύονται στο περιοδικό Διαγώνιος και κυκλοφορούν ως ανάτυπα, τα σύντομα διηγήματα Βοροφρύνη και Έφυγε στις 8 και 10΄μ.μ.

1960

Δημοσιεύεται το κείμενο «Εσωτερική κατάθεσις περί του ποιητού Γεωργίου Σεφέρη» στο Για τον Σεφέρη. Τιμητικός τόμος για τα 30 χρόνια της «Στροφής». Δημοσιεύεται στο περιοδικό Διαγώνιος η ενότητα ποιημάτων Ανακομιδή, που κυκλοφορεί ως ανάτυπο με εξώφυλλο σχεδιασμένο από τον συγγραφέα (1961).

1963

Εκδίδεται η Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής [Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα].

1964

Ζωγραφίζει δέκα πίνακες με θέματα από τη Θεσσαλονίκη για το Ημερολόγιο 1966 της ΑΓΕΤ «Όλυμπος-Ηρακλής».

1965

Συγγραφή του Σημειώσεις εκατό ημερών (Σεπτέμβριος 1965-Ιανουάριος 1966).

1966

Δημοσιεύεται σε συνέχειες στο περιοδικό Ιωλκός τμήμα από τις Σημειώσεις εκατό ημερών (Ιούνιος 1966-Απρίλιος 1967). Συμμετέχει σε ομαδική έκθεση ζωγραφικής στη Θεσσαλονίκη. Εκδίδεται το Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης [Εκδόσεις «Ταχυδρόμου», Αθήνα],  με εξώφυλλο του συγγραφέα.

1967

Αρχίζει η καθημερινή ενασχόληση του ΝΓΠ με τον Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου. Η επεξεργασία του υλικού οδηγεί σε μικρή, μεσαία και μεγάλη περίληψη του κειμένου. Αρχίζει να χρησιμοποιεί ραπιδογράφο.



1969

Παραιτείται από την εταιρεία J. R. Geigy SA και συνταξιοδοτείται από το ΤΣΑΥ. Παρουσίαση του συγγραφέα και του ανέκδοτου έργου του από τον καθ. Γ. Π. Σαββίδη στο Ινστιτούτο Γκαίτε στην Αθήνα.

1970

Δεύτερη έκδοση του  Ο πεθαμένος και η ανάσταση [Εκδόσεις Αιγόκερως, Θεσσαλονίκη]. Πρώτη έκδοση των  Μητέρα Θεσσαλονίκη [Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα], με εξώφυλλο του συγγραφέα· Προς εκκλησιασμό[Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη], με εξώφυλλο του συγγραφέα· Συνοδεία [Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα] με εξώφυλλο του συγγραφέα. Ταξίδι στην Κύπρο, όπου συμμετέχει στην Αντιπροσωπευτική Έκθεση Ελληνικής Ζωγραφικής.

1971

Συμμετέχει στην έκθεση ζωγραφικής GreekArtToday που διοργανώνεται στο Λονδίνο επ’ ευκαιρία της 150ής επετείου της Ελληνικής Επαναστάσεως. Κυκλοφορεί η Βιβλιογραφία Ν. Γ. Πεντζίκη (1935-1971)της Σοφίας Σκοπετέα. Του απονέμεται ο Αργυρούς Σταυρός του Τάγματος του Φοίνικος. Η ΑΘΠ ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας Α΄ του απονέμει το οφφίκιο του Άρχοντος Μυρεψού της του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας.

1972

Πρώτη έκδοση του Ομιλήματα (κείμενα του 1938-9 και μεταγενέστερα) [Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα].

1973

Πρώτη αυτοτελής έκδοση των πεζών εξομολόγησης Σημειώσεις εκατό ημερών [Εκδόσεις Αστήρ-Παπαδημητρίου, Αθήνα],  με εξώφυλλο του συγγραφέα. Κυκλοφορεί η ανθολογία νεοελληνικής ποίησης Modern Greek Poetry [Εκδόσεις Simon and Schuster, Νέα Υόρκη,  επιμέλεια-μετάφραση: Kimon Friar] όπου συμπεριλαμβάνονται ποιήματα και πρόζες του ΝΓΠ.

1974

Πρώτη έκδοση του  Αρχείον [Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα].

1976

Ατομική έκθεση ζωγραφικής στην Αθήνα. Διάλεξη στην Εταιρεία Σπουδών της Σχολής Μωραΐτη με θέμα «Υποσυνειδήτου κλίμαξ και σουρρεαλισμός». Συμμετέχει στο Διεθνές Συνέδριο Βυζαντινών Σπουδών που έγινε στην Αθήνα, με την ανακοίνωση «Μυστικιστικές απόψεις πάνω στην τοιχοποιία των εκκλησιών της Άρτας».

1977

Εκδίδονται τα Αντρέας Δημακούδης και άλλες μαρτυρίες χαμού και δεύτερης πανοπλίας [Εκδόσεις ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη], και Πραγματογνωσία και άλλα επτά κείμενα μυθοπλασίας γεωγραφικής [Εκδόσεις ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη], με εξώφυλλα του συγγραφέα. Γέννηση της εγγονής του Ελισάβετ-Μαρίας.

1978

Εκδίδεται η Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής και άλλα μεταγενέστερα κείμενα [Εκδόσεις ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη] και δεύτερη έκδοση τουΜυθιστορήματος της κυρίας Έρσης [Εκδόσεις ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη], με εξώφυλλα του συγγραφέα. Συνέντευξη στο περιοδικό Διαβάζω με τίτλο «Ποτέ δεν θα γίνω λογοτέχνης».

1980

Έκδοση του Παλαιότερα ποιήματα και νεώτερα πεζά [Εκδόσεις ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη], με εξώφυλλο του συγγραφέα. Περιλαμβάνει τη σειρά ποιημάτων ΕΙκόνες, πρόζες που δημοσιεύτηκαν στον Κοχλία και άλλα κείμενα. Ατομική έκθεση ζωγραφικής στην Αθήνα.

1981

Ταξίδι και παραμονή πέντε εβδομάδων στην Αυστραλία μετά από πρόσκληση του αρχιεπισκόπου Στυλιανού Χαρκιανάκη. Δημοσιεύεται στο περιοδικό Δραμινά Χρονικά το πεζογράφημα «Πόλεως και Νομού Δράμας παραμυθία».

1982

Ατομική έκθεση ζωγραφικής στη Θεσσαλονίκη. Τρίτη έκδοση του Ο πεθαμένος και η ανάσταση [Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα] με εξωφυλλο και οπισθόφυλλο του συγγραφέα.

1983

Τηλεοπτική εκπομπή της ΕΡΤ «Η Μεγάλη Εβδομάδα κατά Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη». Κυκλοφορεί σε αυτοτελή έκδοση το Πόλεως και Νομού Δράμας παραμυθία [Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα], το οποίο τιμάται με το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (1984). Κυκλοφορεί σε αυτοτελή έκδοση η μετάφραση από τον ΝΓΠ του ποιήματος του Μαλλαρμέ, Ίγκιτουρ ή η τρέλα του Ελβενόν και επανεκδίδεται αυτοτελώς το πεζογράφημαΒοροφρύνη [Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα]. Κυκλοφορεί η μονογραφία του George Thaniel, Homage to Byzantium:The Life and Works of Nikos Gabriel Pentzikis [Nostos Books, Μινεάπολις ΗΠΑ]. Τρίτη έκδοση τουΜυθιστορήματος της κυρίας Έρσης [Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα] με νέο εξώφυλλο του συγγραφέα. Αφιέρωμα στον ΝΓΠ στο περιοδικό Η λέξη. 

1984

Δεύτερη έκδοση της συλλογής πεζογραφημάτων Συνοδεία[Εκδόσεις ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη], με εξώφυλλο του συγγραφέα. Ατομική έκθεση ζωγραφικής στην Αθήνα. Αφιέρωμα στον ΝΓΠ στο περιοδικό Γράμματα και Τέχνες. Τηλεοπτικό αφιέρωμα της εκπομπής «Μονόγραμμα» της ΕΡΤ.

1985

Κυκλοφορεί επετειακή έκδοση του  Μητέρα Θεσσαλονίκη [Εκδόσεις ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη] για τα 2.300 χρόνια από την ίδρυση της πόλης, με έγχρωμες αναπαραγωγές των έργων που ζωγράφισε ο ΝΓΠ το 1964 για το Ημερολόγιο 1966 της ΑΓΕΤ «Όλυμπος-Ηρακλής».

1986

Δεύτερη έκδοση του Προς εκκλησιασμό [Εκδόσεις ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη],  με εξώφυλλο του συγγραφέα. Αναδρομική έκθεση ζωγραφικής στα πλαίσια των «Δημητρίων» στη Θεσσαλονίκη.

1988

Ατομική έκθεση ζωγραφικής στην Αθήνα. Αφιέρωμα στον ΝΓΠ στο περιοδικό Σύναξη. Κυκλοφορεί η ποιητική συλλογήΠοιήματα (παλαιοντολογικά) [Εκδόσεις ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη], με εξώφυλλο του συγγραφέα, που θησαυρίζει μέγα μέρος της ποιητικής παραγωγής του ΝΓΠ. Δεύτερη έκδοση τουΣημειώσεις εκατό ημερών [Εκδόσεις Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη]. Αναγορεύεται επίτιμος διδάκτωρ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

1989

Του απονέμεται το Βραβείο Χέρντερ στη Βιέννη.

1990

Κυκλοφορεί ο τόμος των αναλέκτων Υδάτων υπερεκχείλιση [Εκδόσεις Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη].

1991

Δεύτερη έκδοση του Αρχείον [Εκδόσεις ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη],  με εξώφυλλο του συγγραφέα. Αναδρομική έκθεση ζωγραφικής στη Δημοτική Πινακοθήκη της Πάτρας.

1992

Δεύτερη έκδοση του Ομιλήματα με πρόλογο του αρχιμ. Βασιλείου Ιβηρίτη [Εκδόσεις Ακρίτας, Αθήνα]. Τρίτη έκδοση του Μυθιστορήματος της κυρίας Έρσης [Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα],  με νέο εξώφυλλο του συγγραφέα. Κυκλοφορεί η γαλλική μετάφραση του Ο πεθαμένος και η ανάσταση [ Le jeune homme, la mort et la résurrection, Hatier, Αθήνα].

1993

Πεθαίνει από καρδιακή ανακοπή στις 13 Ιανουαρίου. Κηδεύεται την επομένη και ενταφιάζεται στο κοιμητήριο του Ιερού Κοινοβίου του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Ορμύλια Χαλκιδικής.

                  -----------------------------------------------------------------------------

ΝΓΠ, 1946


Στρασβούργο, Σεπτέμβριος 1986. Ο Ν. Γ. Πεντζίκης μπροστά στην Πανσιόν Ελίζα, όπου έμενε ως φοιτητής κι όπου τοποθετείται το δωμάτιο του Αντρέα Δημακούδη




Νίκος – Γαβριήλ Πετζίκης


Προς εκκλησιασμόν


Το 1970 ήταν annus mirabilis για τον Πεντζίκη: ο αραιότατα εκδοθείς του παρελθόντος τώρα ξεφούρνιζε τέσσερα βιβλία σε ισάριθμους εκδότες – το ένα σε δεύτερη έκδοση, σε μια πλημμυριστή εκβολή της φρενήρους γραφής του από το 1969, οπότε και αποσύρθηκε από τον ελβετικό φαρμακευτικό οίκο όπου εργαζόταν (ως σύμβουλος προώθησης προϊόντων). Ένα εξ αυτών ευτυχεί τρίτη και οριστική έκδοση εδώ (Α΄ έκδοση: Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1970, Β΄ έκδοση: Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, Θεσσαλονίκη 1986), κανονιστική και παγιωθείσα, προς ευκρινέστερη ακρόαση του πεντζίκειου λόγου. Πρόκειται για εννέα κείμενα δυο δεκαετιών (’50-’60) που ομιλήθηκαν ως διαλέξεις και έρευσαν ως ομιλίες – εξ ου και η αίσθηση της επικοινωνίας με ορατό ακροατήριο, η αποτύπωση μιας οικείας προφορικότητας και η αξία τους σαν μιας σπάνιας ζωντανής ηχογράφησης σύμφωνα με τον επιμελητή – επιμετρητή του τόμου Γαβριήλ Νικόλαο Πεντζίκη). Αυτές οι διαλογικής, σχεδόν σωκρατικής υφής εκφράσεις πρωτοδημοσιεύτηκαν σε Μορφές, Ταχυδρόμο, Νέα Πορεία, Διάλογο, αλλού, ή πρώτη φορά εδώ.
Αυτός που παραδεχόταν πως έγραφε έτσι απλά επειδή αδυνατούσε να συνθέσει λογοτεχνία, μη γνωρίζοντας τρόπους και μεθόδους, που στα γραπτά του προσκαλούσε πλήθος προσώπων χωρίς να φτιάχνει κανέναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα, που σε σημειώσεις εκατό ημερών έγραψε το χρονικό της μεταμόρφωσής του σε κατώτερο εχινόδερμο, εδώ ξανά διαπερνά, διαπηδά και διασχίζει τον Όμηρο και τον Πίνδαρο (του υπεραρκούν απ’ την αρχαία φρουρά), τον Τζόυς, τον Kierkegaard, τον Παπαδιαμάντη, τον Σαραντάρη, τον Βιζυηνό, τους προσωκρατικούς και τους νεοπλατωνικούς, τους βυζαντινούς, τους Μπέκετ, Μαλλαρμέ και Ντοστογέφσκι, τις γριές ενορίτισσες της Υπαπαντής και της Παναγίας Δέξιας με τις πατερικές φυλλάδες.

Ας ευφρανθούμε λοιπόν ξανά για εκατοστή φορά με τον εσώτερο μονολογιστή, ρευματοφόρο της συνείδησης και εξπρεσιονιστή κύριο Πώς να τον πούμ’, τον μοντέρνο και μεταμοντέρνο πριν από εκείνους που φέρουν τον τίτλο, που «σχολείο πήγε μονάχα σε μια τάξη και μόνο του μέλημα ήταν η μυθική και παραμυθική ερμηνεία των εγκοσμίων», είτε καθώς διαλαλεί τον έρωτά του προς τα έμβια όντα και τα πράγματα είτε όταν πολεμά τους δαίμονές του στην προσπάθειά του να υπερβεί και να διαλύσει το ατομικό του εγώ. Που επιστρέφει συνεχώς στον παρά θιν’ αλός περίπατο που δεν έπαψε να επεξεργάζεται η ανθρώπινη ψυχή απ’ τον Όμηρο ίσαμε τον Τζόυς, συγκινείται περισσότερο στα προσκυνητάρια και στα εικονοστάσια των δρόμων παρά στις μεγάλες, σαν άδειες αποθήκες εκκλησίες, σκιρτά με την ανάποδα τοποθετημένη πινακίδα της Οδού Αετορράχης στην Αγία Τριάδα, ανεβαίνει στην στέγη των Δώδεκα Αποστόλων στο Βαρδάρι και λέει: Πέρα από κάθε φόβο, μ’ ενθουσίαζε στην Εκκλησία η καταξίωση του παραλόγου.


Για άλλη μια φορά με ελαχιστότατες εξαιρέσεις όλοι σιώπησαν και γι’ αυτό το έργο του: ο μεν δικτατορικός περίγυρος αλισβεριζόταν με παραεκκλησιαστικές οργανώσεις (που δεν έβλεπαν με καλό μάτι τις ευρύτατες πνευματικές του αναζητήσεις), διανόηση και αντιφρονούντες εν γένει αντιμετώπιζαν με υποψία οτιδήποτε «θρησκευτικό». Αν προσθέσουμε και τα στεγανά του αναγνωστικού κοινού τότε αντιλαμβανόμαστε γιατί σπάνια εκδότης και πολύ περισσότερο διευθυντής περιοδικού δεχόταν να δημοσιεύσει κείμενό του, ή, όταν συνέβαινε, οι αναγνώστες να το αγοράσουν. Φυσικά ο Πεντζίκης αν και βαθύτατα θρησκευθείς ουδόλως σχετιζόταν με εκκλησιαστικούς θεσμούς και σχετικά ιδεολογήματα (προτίμησε 94 επισκέψεις στο Άγιον Όρος), αδιαφορώντας πλήρως και για εθνικιστικούς διαχωρισμούς.

Δεν είναι τα πράγματα που γεμίζουν, ούτε τα μεγέθη που επιβάλλονται – γι’ αυτό δεν θα μπορούσε ποτέ να συγκριθεί η Παναγία Κουμπελιδική στην Καστοριά με την Παναγία των Παρισίων – στον ατέρμονο πεντζίκειο πανοραμικό κόσμο. Είναι η Θεοτόκος σ’ ένα τζάμι καταστήματος, τα γεωλογικά στρώματα ως μνήμες συνουσίας, η επίκληση των ασκητών Φώτισόν μου το σκότος, οι λαϊκές ανδρικές και γυναικείες μορφές που μοιάζουν να σέρνουν καλαματιανό, πηδηχτές, πιασμένες με μαντήλια χρωματιστά σε τοιχογραφία στο μικρό εκκλησάκι του κοιμητηρίου της Ιεράς Μονής Γρηγορίου του Άθωνα.


Η στέγη της Αγίας Αικατερίνης έχει την μεθυστική ποικιλία μιας αμάραντης ανθοδέσμης…η ένθεση ων πλίνθων στις εξωτερικές πλευρές σχηματίζει έναν τέτοιο πλούτο διακοσμητικών θεμάτων, ώστε αισθάνεσαι σάμπως οι τοίχοι να είναι τάπητες, που μπορεί να τους σηκώσει ο άνεμος, και ολόκληρο το κτίσμα να μετεωριστεί στον ουρανό. (Άλλοτε και νυν, σ. 50)

Μιλάμε για μια έκδοση κατάσπαρτη και κατασυμπληρωμένη με: πρόλογο του Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Στυλιανού (ηγούμενος της Μονής Βλαττάδων, συνεπώς πρώτος στο Ίδρυμα που τον εξέδωσε τότε), παρουσίαση των κομματιών που έκανε ο συγγραφέας στην εφημερίδαΝέα Αλήθεια της Θεσσαλονίκης, φωτογραφικό υλικό κι ένα τεράστιο επίμετρο με την εκδοτική ιστορία του έργου, τις πρώτες δημοσιεύσεις, ανάδραση [= επιστολές των Ζήσιμου Λορεντζάτου (Αείροε, πλειστόκαινε, μωσαϊκέ Νίκο!), Γιώργου Σεφέρη, Παπατζώνη, Δ.Γ. Κουτρουμπή και κριτικά σημειώματα], εργοβιογραφικό χρονολόγιο και με υπερεκατοντασέλιδα σχόλια «εφόδια, όχι εμπόδια» του προαναφερθέντος υιού, που γνωρίζει την παραμικρή εσοχή του έργου του και μας έχει καλομάθει σε παρόμοιες θεραπείες καταλήγοντας σε δοκιμιώδες κομμάτιο που αρχινά με παρομοίωση του βιβλίου με ναό αλλά και σταυρό, με κεραίες τις δυο διασταυρούμενους άξονες σκέψης του ΝΓΠ, τα δε κεφάλαια και ως βαθμίδες μιας μυητικής κλίμακας και καταλήγει στην αναδεξιμιά του Ζωή, σ’ ένα θαυμαστό κύκλο.

Καλά έκανες κι έφυγες κυρ Νίκο κι άσε μας εμάς εδώ να βολοδέρνουμε ανάμεσα Εγνατία 112 (νυν 106), εκεί που ήταν το Φαρμακείο σου (εκεί που συνεπαρμένος από τις δημοτικιστικές επιταγές έβγαλες το τελικό νι από την επιγραφή και σ’ επισκέφτηκε όργανο της τάξεως να διαπιστώσει αν επρόκειτο για ανατρεπτική ενέργεια ή που συνεπαρμένος από τις συζητήσεις έκλεινες την πόρτα κι έδιωχνες τον κόσμο) και Βασιλίσσης Όλγας 197 που οικείωνες οικία. Εσένα το εγώ σου ήταν κάθε φορά κι ένας άλλος ενώ εμείς παραμένουμε απελπιστικά οι ίδιοι.


Αργότερα πολλές φορές συσχέτισα την είσοδο εκείνη, εντός του ιδρύματος της εκ θείας αποκαλύψεως θρησκευτικής παραδόσεως, με την προσευχή του Κολοκοτρώνη, όταν έμεινε έρημος, πριν βγει στα βουνά και κράξει τους σκόρπιους από τον φόβο των Τούρκων Έλληνες, στην Εκκλησία του Χρυσοβιτσιού, ενισχυόμενος από το μεγάλο του ήρωος παράδειγμα. Μέσα ο ναός ήταν ακόμα ασυμπλήρωτος και ως μόνο πλήρωμα στεκόντουσαν κι’ άκουγαν, τον κρυμμένο μέσα το ιερό παπά, μια μαυροφορεμένη γρηά, ένας τρελλός και εγώ. Τότε λοιπόν…αντιλήφθηκα ότι πολύ σωστά θα μπορούσαν να διακοσμηθούν οι τοίχοι του άδειου ναού με την απλή καταγραφή, από πάνω έως κάτω, όπως στα χαρτάκια που δίνουμε στον παπά για να τα διαβάσει, των ονομάτων όλων των προσφιλών μας νεκρών. (Έρως της Εκκλησίας, σ. 87)

Εκδ. Ίνδικτος, 2007, σελ. 397, επιμέλεια – σχολιασμός: Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.


Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (δεξιά) με τον ζωγράφο Γιώργο Παραλή, το 1952, στο Άγιον Όρος


Ο Ν. Γ. Πεντζίκης ξεπερνά και, τελικά, υπερβαίνει τους τόπους, τους χρόνους, τα συναισθήματα, τους προσδιορισμούς, τις ατομικότητες, τα σχήματα αφού υπήρξε πάντα ένας «αντί-»: αντι-διανοητής, αντι-φιλόσοφος ...

Ο Ν. Γ. Πεντζίκης, ως ανατόμος της διαχρονικής ανθρώπινης ουσίας αλλά και ως μελετητής του Βυζαντίου, υπήρξε αφοπλιστικά αισιόδοξος. Έλεγε χαρακτηριστικά: «Η αισιοδοξία, ή ό,τι τέλος πάντων εννοώ ως αισιοδοξία, μου είναι ένα στοιχείο απαραίτητο για τη ζωή. Μου είναι αδύνατο να πιστέψω σε άλλη χαρά και ευτυχία από την παραδοχή του κόσμου που βλέπουμε, από την πλήρη παραδοχή του που σ' εξασφαλίζει, γιατί δεν αμφιβάλλεις για την αλήθεια σου».

Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης –αυτός ο «ιδιόρρυθμος μποέμ με ροπή προς τον ασκητισμό» όπως τον αποκαλεί ο Κάρολος Τσίζεκ– γεννήθηκε και πέθανε στη Θεσσαλονίκη (1908-1993). Ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειάς του, γεννημένος μετά από τρεις αδελφές. Μία από αυτές, η Χρυσούλα, ήταν η γνωστή ποιήτρια Ζωή Καρέλη. Στη Θεσσαλονίκη έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, εκτός από κάποια “διαλείμματα” για σπουδές, στο Παρίσι και στο Στρασβούργο. Σπούδασε οπτική φυσιολογία, βοτανολογία και φαρμακευτική. 1922. Σε ηλικία μόλις 14 ετών γράφει μια Παγκόσμια Γεωγραφία που παίρνει έγκριση από το Υπουργείο Παιδείας, η οποία και ανακαλείται όταν γίνεται γνωστή η ηλικία του συγγραφέα!

Ως φοιτητής, στο Παρίσι δέχτηκε επιρροές από την έντονα συμβολιστική σκανδιναβική λογοτεχνία, η οποία, όπως ο ίδιος έλεγε, του άλλαξε επίπεδο στη σκέψη. Στο Στρασβούργο επηρεάστηκε εντονότατα από τον Γάλλο θεατρικό συγγραφέα, Πολ Κλοντέλ. Όλα αυτά μέχρι το 1936, γιατί από τη χρονολογία αυτή και έπειτα «αλώνεται» εκούσια από τους βυζαντινούς χρονογράφους, ενώ οι διάφορες συναισθηματικές απογοητεύεις του αναζητούν και αυτές διέξοδο στη γραφή.



Το 1933 επισκέφτηκε για πρώτη φορά το Άγιο Όρος, το οποίο, μέχρι τον θάνατά του έμελλε να επισκεφθεί ενενήντα τέσσερις φορές! Το 1943 εντάσσεται στο Κομμουνιστικό Κόμμα.
Η πάλη του αυτή με τα συναισθηματικά και ερωτιά αδιέξοδα θα συνεχιστεί μέχρι το 1948, όταν παντρεύεται τη Νίκη Λαζαρίδου και αποχτούν έναν γιο, τον Γαβριήλ. Τότε είναι που γράφει και το γνωστό μυθιστόρημα Το Μυθιστόρημα της Κυρίας Έρσης.

Ως το 1989 ταξιδεύει στην Ολλανδία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, το Βέλγιο και την Αγγλία, ενώ ταυτόχρονα δεν σταματάει να ασχολείται με τον Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη, ενασχόληση που θα κρατήσει μέχρι τον θάνατό του.

Ο πατέρας του ήταν φαρμακοποιός και το θρυλικό πλέον φαρμακείο τους στην Εγνατία, το ανέλαβε ο γιος του ο Νίκος. Ο Πεντζίκης εργάστηκε εκεί για πολλά χρόνια –από το 1930 ως το 1955 μέσα σε πολλές οικονομικές δυσκολίες– ενώ από το 1953 και ως το 1969 εργάστηκε ως ιατρικός επισκέπτης.
Σύμφωνα με τον γιο του, Γαβριήλ, το 1967 είναι «χρονιά ορόσημο στη ζωή του Πεντζίκη: αρχίζει την καθημερινή ενασχόληση με τον Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη, που θα εξακολουθήσει μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής του. Εφεξής, η καθημερινή αυτή ενασχόληση θα οδηγήσει στη σύνταξη μιας «Μικρής και μια μεγάλης Περίληψης» και θα αποτελέσει τον άξονα της συγγραφικής και ζωγραφικής του έκφρασης».

Ο Συναξαριστής είχε πάρει τόσο κεντρική θέση στη ζωή του, γιατί ο Πεντζίκης πίστευε ότι δεν έχουμε άλλο τρόπο να «ξορκίσουμε τον χρόνο» από τη δαιμονική του διάσταση, παρά μονάχα επιτελώντας τις μνήμες των αγίων που η Εκκλησία έχει τοποθετήσει στην κάθε μέρα του έτους «ως φώτα σωστικά», όπως γράφει χαρακτηριστικά ο αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός.
Ακολουθούν πολλές εκθέσεις ζωγραφικών του έργων, έκδοση βιβλίων, διαλέξεις.


 Το 1988 αναγορεύεται επίτιμος διδάκτωρ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Είναι γνωστό ότι ο Πεντζίκης του στο θρυλικό στέκι λογοτεχνών, ποιητών και συναφών «ανήσυχων πνευμάτων» της εποχής. Αξίζει να δούμε πώς περιγράφει ο Ηλίας Πετρόπουλος (ο γνωστός Θεσσαλονικιός «αιρετικός» συγγραφέας που έζησε αυτοεξόριστος στο Παρίσι, επειδή «δεν τον σήκωνε ο τόπος») το κλίμα που επικρατούσε στο φαρμακείο του Πεντζίκη, στην Εγνατία: «Στο διαβόητο φαρμακείο του Πεντζίκη σύχναζαν κάθε βράδυ πολλοί λογοτέχνες: ο Τάκης Βαρβιτσιώτης, ο Θέμελης, ο Κιτσόπουλος, ο Κάρολος Τσίζεκ, ο Πίττας και άλλοι. Επίσης οι ζωγράφοι Τάκης Ιατρού, Γιάννης Σβορώνος, Νίκος Σαχίνης. Η Ζωή Καρέλλη ερχότανε αραιά, γιατί ζούσε τότε στη Γεωργική Σχολή. Από το φαρμακείο πέρναγε και ο Γιώργος Παραλής, με τον οποίο γίναμε πολύ φίλοι. Από την παρέα αγαπούσα ιδιαιτέρως τον Τσίζεκ. Οι αριστεροί συγγραφείς δεν πατάγανε στο φαρμακείο. Ωστόσο, έβλεπα συχνά τον Πάνο Θασίτη [σ.σ. Επί Κατοχής ηγέτης της ΕΠΟΝ Θεσσαλονίκης, αργότερα εξόριστος], που εκτιμούσα ιδιαιτέρως τα ποιήματά του και το πνεύμα του.

 Όποιος πήγαινε για πρώτη φορά στο φαρμακείο του Πεντζίκη υφίστατο μία τρομερή επίθεση. Παντού και πάντοτε, ήθελε να έχει τον κύριο λόγο.  Ο Πεντζίκης ήτανε καταπιεστικός δάσκαλος, αλλά Μεγάλος δάσκαλος. Ενώ όλοι οι μαθητές του Τσαρούχη είναι ανυπόφορα Τσαρουχάκια .
Ο Πεντζίκης “εδολοφονούσε” τους περισσότερους μαθητές του και καλώς έπραξεν. Έκαστος “επιζήσας” μαθητής του Πεντζίκη διαθέτει αυτόνομη προσωπικότητα. Ο Πεντζίκης για να “σκοτώνει” τους μαθητές του εφήρμοζε με απίστευτη σκληρότητα τη δικιά του θεωρία της “νάρκης”,γιατί επίστευε ότι βάζοντας “νάρκες” και “παγίδες” στο λογοτεχνικό – καλλιτεχνικό πεδίο μάχης απαλλάσσει τη χώρα από τα ασήμαντα και θνησιγενή ταλέντα, και, γιατί θεωρούσε αντι-οικονομική  την ύπαρξή τους .

 Αγαπούσα τον Πεντζίκη σαν πατέρα μου. Και τον θεωρώ Δάσκαλό μου. Φαίνεται πως κι ο Πεντζίκης μ’ αγαπούσε. Αυτό το εικάζω από το ότι την ημέρα που κατεβάζανε την ταμπέλα του φαρμακείου του μου τηλεφώνησε να πάω ολοταχώς για να φωτογραφηθούμε. Η ταμπέλα σκανδάλιζε τους επαρχιώτες Θεσσαλονικείς γιατί η λέξη “Φαρμακείο” δεν είχε τελικό –ν. Η φίλη μας, η Ελπίδα, που αγόρασε το φαρμακείο, είχε κολλήσει το τελικό –ν, αλλά όταν παρέλαβε επισήμως το κατάστημα όλα τελειώσανε οριστικά» (Από τη μονογραφία Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, εκδ. Πατάκη, 1988)

Ο Πετρόπουλος σχολίαζε καυστικά ότι ο Πεντζίκης ήταν χειμαρρώδης στο λόγο του, χωρίς να αφήνει πολλά περιθώρια λόγου στον συνομιλητή του. Στο σχόλιο αυτό συγκλίνουν όλοι όσοι τον γνώρισαν και τον συναναστράφηκαν. Του άρεσε να μιλάει για βυζαντινούς αυτοκράτορες, τον Παπαδιαμάντη, αλλά και για τις ιστορικές και αγιογραφικές λεπτομέρειες κάθε εκκλησίας την οποία συναντούσε, κυρίως στη Θεσσαλονίκη.



Ο Πεντζίκης έχει μία κοινή συνισταμένη με τον π. Ιωάννη Ρωμανίδη και αυτή έχει να κάνει με την απέχθειά τους για κάθε τι μεταφυσικό και διανοουμενίστικο. Αν και η αίσθηση αυτή είναι ευδιάκριτη και στους δύο.

Ο Πεντζίκης, ως απόλυτα πραγματιστής, δεν άφηνε περιθώρια στον εαυτό του να χαθεί σε κυκεώνες ιδεών, εννοιών και κάθε είδους ιδεοληψιών. Πριν από πολλά χρόνια, όπως μας διηγήθηκε ο π. Αρτέμιος Γρηγοριάτης, σε μία διάλεξη που είχε οργανωθεί προς τιμήν του Πεντζίκη, οι ομιλητές αναφέρθηκαν αρκετές φορές στην έννοια της ευτυχίας. Όταν λοιπόν τελείωσαν και τον κάλεσαν στο βήμα να μιλήσει, σηκώθηκε με αφοπλιστικό ύφος και είπε: «Συγγνώμη, δεν καταλαβαίνω για ποιο πράγμα μιλάτε. Η μόνη Ευτυχία που γνωρίζω εγώ είναι η … θεία μου!»

Οι δημόσιες προκλήσεις του σε ομιλίες και διαλέξεις ήταν συχνότατες, ιδιαίτερα εύστοχες και «σκανδάλιζαν» μεγάλο μέρος του σοβαροφανούς ακροατηρίου. Μάλιστα πολλές φορές οι αντιδράσεις του έμοιαζαν εντελώς παιδικές. Ο φίλος μας, θεολόγος Διονύσης Παπαχριστοδούλου, που σήμερα ζει στην Έδεσσα μας περιγράφει: «Κατά τη διάρκεια μιας διάλεξης, αφού εκστόμισε διάφορα “εκτός πρωτοκόλλου”, μία κυρία της “υψηλής κοινωνίας” αγανακτισμένη, σηκώθηκε επιδεικτικά και χαιρετώντας με στόμφο είπε “γεια σας” και ξεκίνησε να φεύγει. Τότε ο Πεντζίκης, από βήματος, της πετάει: “ποντίκια στην κοιλιά σας”! Αρκετοί σκανδαλίστηκαν και άρχισαν να μουρμουρίζουν, αλλά ο ομιλών συνέχισε: “Γιατί; Τι είπα; Ποντίκια στην κοιλιά σας! Ευχήθηκα δηλαδή να είναι … γυμνασμένοι οι μυς της κοιλιάς της κυρίας, να έχει ποντίκια”».
Ενδιαφέρουσα, αν και ιδιαίτερα ανατρεπτική, σκληρή και καυστική είναι η άποψη του Πεντζίκη για τους Ελύτη, Βαφόπουλο, Ρίτσο, Βρεττάκο:«Ποιητές διαθέσεων. Ποιητές που αδικούνε τα πράγματα εν ονόματι της φαντασίας του ατομικού αισθήματος» (από το επίμετρο του Ν. Γ. Πεντζίκη στο βιβλίο, Ο Ιγκιτούρ ή Η Τρέλα του Ελβενόν, 1983, εκδ. Άγρα).

Έχει πολύ ενδιαφέρον, όμως, και ο τρόπος που μου σχολίασε την παραπάνω άποψη ο κ. Δ. Παπαχριστοδούλου: «Απλουστεύοντας, θα λέγαμε: “Πρωί, ο ήλιος ανατέλλει εξ Εώας κόκκινος κεχριμπαρένιος, φοράει φως, κο-κο-κό, κο-κο-κό κάν’ η κότα το αυγό, αυγό της αυγής το φως”. Ο λόγος χρησιμοποιεί “πράγματα”, δεν διαφαίνεται καημός για έκφραση προσωπικών συναισθημάτων.
Ενώ: “Πρωί, ήλιος κόκκινος ζεστός κι αναγάλλιασ’ η καρδιά μου, κοτούλα νόστιμο ετοίμασέ μου πρωινό, φρέσκο, θρεπτικό, ζεστό αυγό”…

 «Ο Πεντζίκης κινούταν σ’ έναν άλλο χρόνο και χώρο.


Βεβαίως, έπαιρνε στοιχεία από τον γύρω κόσμο, αλλά όλα αυτά μεταμορφώνονταν και μεταφέρονταν σε μία άλλη κατάσταση, η οποία είχε χαρακτήρα μυθικό. Επρόκειτο για έναν χώρο μυθικό, ο οποίος για τον Πεντζίκη ήταν η πραγματικότητα. Ήταν ένας μυθικός χώρος, όπου εκεί αποκαλυπτόταν ο ίδιος και μπορούσε να δει τα πράγματα που συνέβαιναν γύρω του, μέσα από εκεί. Αυτό βέβαια είχε να κάνει με ένα είδος “δια Χριστόν σαλότητας”. Δεν ήταν ο άνθρωπος ο οποίος θα μπορούσε να κινείται με λογικά σχήματα … Σ’ εμένα υπάρχουν κάποια στοιχεία ορθολογικά, στον Πεντζίκη δεν υπήρχε κανένα τέτοιο στοιχείο, δεν υπήρχε καν ορθολογισμός». Αυτά έχει πει ο συγγραφέας, φίλος και κουμπάρος του Πεντζίκη, Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, σε πρόσφατη συνάντησή μας στη Θεσσαλονίκη.

Ο αντι-φιλόσοφος και πραγματιστής Πεντζίκης έλεγε για τον μύθο:«Οι Γερμανοί αντικαθιστώντας τους μύθους, που ‘ναι γεγονότα πραγματικά, μ’ έννοιες a priori, έδωκαν μια Ιδέα που η ενότητά της διχάζεται σε υποκείμενο και αντικείμενο».

Ο Διονύσης Παπαχριστοδούλου αναλύει λέγοντας ότι οι «Γερμανοί» που αναφέρει ο Πεντζίκης είναι οι Ντόιτς, δηλαδή οι Τεύτονες, οι Τευτονοφράγκοι, ο Καρλομάγνος, σύμφωνα με την αποκάλυψη του Ρωμανίδη στο έργο του Ρωμιοσύνη.

Γράφει για παράδειγμα, το 1944 στο ποίημά του

 Η βροχή:

Πολλά πράγματα που υπάρχουν δεν τα βλέπουμε
γνωρίζουμε μονάχα όσα σχετιζόμαστε,
γι’ αυτό δεν πρέπει μ’ αμφιβολίες ν’ αρνιόμαστε
τις μαρτυρίες που μας παρέδωσαν ήρωες και ποιητές.
Συλλογιέμαι τη βροχή που στάζει μέσα στην κάμαρη
προσπαθώντας ν’ αστοχήσω τις τριγύρω ξένες φωνές,
διώχνοντας κάθε ωφέλιμη γνώση απ’΄τα βιβλία
κάθε ομοιότητα άλλου πρς το εγώ, ερωτώ:
- Βροχή, ποια είσαι; Πού είσαι βροχούλα μου;


Ο Πεντζίκης πιστεύει ότι ο μύθος των ποιητών και των ηρώων είναι ένα πραγματικό Γεγονός, η κατάσταση δηλαδή, κατά την οποία εξιστορείται με πράγματα κοινά για όλους τους ανθρώπους και όχι με περιγραφές ατομικών συναισθημάτω. Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο μύθος είναι πραγματικός, και μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο έζησε ο Πεντζίκης, διανθισμένος με την οικουμενικού χαρακτήρα σαλότητά του. Δεν προσπάθησε ποτέ να μεταφέρει ατομικότητες, γιατί αυτές δεν μεταφέρονται, δεν τον ενδιέφερε να μιλήσει μια «δική του γλώσσα», γιατί γνώριζε ότι δεν μπορούσε να υπάρξει αυτόνομα, ατομικά.
«Ο Μύθος –γράφει ο Πεντζίκης– ενότητα, ταυτότητα του υποκειμενικού με το αντικείμενο, σχετικός πάντα με το προπατορικό αμάρτημα, καρδιά του και κέντρο, κοινός παραδομένων λόγων και κινήσεων χώρος, κοινωνικός, θρησκευτικός, εξηγεί την έκπτωση του θνητού, της περίπτωσης, συντηρεί τη μορφή και λυτρώνει».

Ο Βιτγκενστάιν στο βιβλίο του Φιλοσοφικές Έρευνες αναφέρει: «Αν ένα λιοντάρι μπορούσε να μιλήσει, δεν θα το καταλαβαίναμε». Δεν θα το καταλαβαίναμε γιατί είναι αδύνατον το λιοντάρι να μιλήσει μυθικά σε μας, δεν έχουμε «κοινό παραδομένων λόγων και κινήσεων, χώρο», σχολιάζει ο Παπαχριστοδούλου, που μελέτησε εν τοις πράγμασι τη σχέση Πεντζίκη και Βιτγκενστάιν.

Ο μύθος είναι γεγονός πραγματικό, γιατί στα ελληνικά γεγονός θα πει κάτι που έχει γίνει και πραγματικό, με πράγματα. Ο διανοιοαρχικός όταν ακούει «γεγονότα πραγματικά» ανάγει τις λέξεις στις a priori τρέχουσες έννοιές τους. Μύθος λοιπόν αυτό που μας βοηθάει να εκφραζόμαστε, έχοντας μυηθεί στη ροή, στην πνοή, στο φως και συμβάλλει στη διατήρηση της κατάστασης αυτής για όση ώρα μιλάμε, συμβάλλει, επίσης, στη μεταφορά αυτής της κατάστασης στον προσεκτικό ακροατή, στη μύηση του, όχι σε ομιχλώδη και σκοτεινά μυστήρια, αλλά στο μυστήριο της ζωής, στο μυστικό της εν ροή-πνοή-φωτί ζωής.



Στη φωτογραφία του 1976, από τα δεξιά: Κάρολος Τσίζεκ,Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ντίνος Χριστιανόπουλος



«Θανάτω θάνατον πατήσας …». Ρωτάμε τον Αλέξανδρο Κοσματόπουλο αν αυτή η ρήση είναι απλά φιλολογίες. «Καθόλου!» μας απαντά αφού για τον Πεντζίκη «αποτέλεσε καθημερινή βιωματική πραγματικότητα», εκούσιος θάνατος, άδειασμα του νου, χρησιμοποιήση του εγκεφάλου σαν ένα μηχάνημα, ένα κομπιουτεράκι, που όταν δεν το χρειαζόμαστε για πρακτικούς λόγους το σβήνουμε και το αφήνουμε στην άκρη. Αυτές ήταν οι προτάσεις ζωής του Πεντζίκη, αυτές ήταν και οι δικές του εφαρμογές ζωής, προσπαθώντας να πραγματώσει την ιερή παράδοση των Ησυχαστών.

Ήδη στο πρώτο του μυθι-
στόρημα Ανδρέας Δημακούδης (1935), το κεντρικό πρόσωπο του έργου ρίχνεται οικειοθελώς στον θάνατο εν ονόματι της αγάπης, σ’ έναν θάνατο που ισοδυναμεί με βάπτισμα στην αιωνιότητα, με θανάτωση κάθε σαρκικού – κοσμικού φρονήματος, με γεύση της όντως ζωής.

Αυτή η αίσθηση του βαπτίσματος γίνεται πολύ πιο ξεκάθαρη στο αμέσως επόμενο βιβλίο του Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση: «Ουσιαστικά αποτελεί τη συνέχεια του προηγούμενου, αν και θεωρείται αυτόνομο», μας λέει ο Κοσματόπουλος. Και συνεχίζει: «Από δω και πέρα θα χαρακτηρίζει τον Πεντζίκη η νέκρωση, η οποία στην ουσία είναι η αίσθηση του σώματος του θανάτου, του εξόδιου σώματός μας … Μέσα από αυτήν την έκφραση της νέκρωσης, ο Πεντζίκης έχει παρομοιασθεί με τους Μουσουλμάνους μυστικούς, τους Σούφι. Κατά τον Ρουμί, ιδρυτή του τάγματος των ορχουμένων δερβίσιδων, βίωση της πραγματικότητας είναι η βίωση του μηδενός. Το μηδέν αποκαλείται «εργαστήρι του Θεού». Δια του έρωτος, της μουσικής και του χορού, ο μυστικός τείνει προς τον Θεό. Η οδός διέρχεται από τη νέκρωση και το σβήσιμο του Εγώ. Η αυτοεξαφάνιση αυτή παριστάνεται συμβολικά με πήδημα στο πέλαγος». Αυτό ακριβώς έκανε και ο Ανδρέας Δημακούδης στο ομώνυμο μυθιστόρημα, όχι για να αυτοκτονήσει αλλά για να αναγεννηθεί.

Ο Πεντζίκης στην προσωπική του ασκητική, έσβηνε θύμησες, αναμνήσεις, ατομικού προσδιορισμού συναισθήματα, συνειρμούς, κάθε είδους ατομικότητες, και επικεντρωνόταν στα «εδώ και τώρα πράγματα».

Παρ’ όλα αυτά, δεν «δίδασκε» αυτήν την άσκηση. Δεν δίδασκε, γενικώς, μολονότι δεν είναι λίγοι αυτοί που με αγάπη τον αποκαλούν «δάσκαλό τους» …

Ποια η σχέση της μαθη-τείας λοιπόν, που ο Αλέξανδρος Κοσματόπουλος λέει ότι είχε μαζί του (και που υπερβαίνει τα χρονικά και τοπικά όρια της συνάντησής τους); «Ο Πεντζίκης προέτρεπε να αναζητήσεις τον δικό σου δρόμο στα βάθη του εαυτού σου. Να οικειωθείς τα σκοτάδια σου».
Για το (δια)νοητικό αυτό άδειασμα, που θα κατανοούσαν πλήρως οι κορυφαίοι ασκητές του ζεν, ο Πεντζίκης θεωρούσε ιδανικό το διάβασμα εκκλησιαστικών κειμένων: «Τα εκκλησιαστικά κείμενα, λειτουργικά και πατερικά, είναι αιώρα φτιαγμένη από γερό καραβόπανο. Μπορείς να ξαπλώσεις επάνω της και δεν κινδυνεύεις να σχιστεί. Ενώ τα κοσμικά είναι σαθρά. Με το που πας να στηριχθείς, να αναπαυθείς, σχίζονται και ξαπλώνεσαι φαρδύς πλατύς στο πάτωμα»!

Γράφοντας για το βίωμα της Ορθοδοξίας ο Πεντζίκης λέει στο ποίημά του, 

Δάκρυα των Ματιών:

η λίμνη έως πέρ’ απ’ την άκρη της Παναγιάς της Μαυριώτισσας,
Γέμισε από τα δάκρυα ενός που τίποτα δεν έκαμε σωστό.
Όταν λιωμένος μέσα στα δάκρυα, ώστε να μοιάζει σαν αντάρα,
είδε αυτός πως πάλι με την αλμύρα τους κάμαν τ’ ανάποδο
-δίνοντας νερό ακατάλληλο για τ’ άλλα ψάρια και το γουλιανό,
για τη βοσκή των αρχοντοκόριτσων πουλιών της λίμνης-
ανέβηκε σ’ ένα ψηλό καμπαναριό και βάλθηκε να σημαίνει.
Γλυκός τόσο ήταν ο αχός της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης,
ώστε κάθε φορά, που άγγιζε το γλωσσίδι το χυτό μέταλλο,
χυνότανε κι ένα τσουβάλι ζάχαρη για να γλυκάν’ η λίμνη.
Τη γλύκα τούτη γεύονται εκείνοι π’ αναπαύονται, πέρα στ’ αμπέλια,
«τόση γλύκα μόν’ η αγάπη μπορεί νάχει που τη ζητούσα κι άλλαξα».





Ως Επίλογος …

Το όνομα του Πεντζίκη συνδέθηκε στενά με τη λέξη «επέκεινα», τα «πέρα από εδώ» και όμως πάντα εδώ. Ο Πεντζίκης σε παρασέρνει και σε βγάζει στον στόχο σου, από δρόμους που αρχικά δεν σκέφτηκες να περπατήσεις, ακυρώνοντάς σου τους πεπατημένους.

Στη διαδρομή αυτή της γνωριμίας με τον Θεσσαλονικιό «ποιητή του επέκεινα» είχαμε κοντά μας δύο ανθρώπους που συνδέθηκαν μαζί του, οι οποίοι … δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, και που η σχέση τους με τον Πεντζίκη καθορίστηκε κατά κάποιον τρόπο από τον γέροντα Παΐσιο.

Αυτοί οι δύο άνθρωποι είναι ο Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, που γνωρίστηκε με τον Πεντζίκη κατά προτροπή του π. Παΐσιου, και έμελλε να γίνει φίλος, μαθητής και κουμπάρος του, και ο Διονύσης Παπαχριστοδούλου που απομακρύνθηκε από τον Πεντζίκη μετά από προτροπή του π. Παΐσιου, όταν ο γέροντας του είπε: «Ο Πεντζίκης είναι στην κερκίδα και του αρέσει να βλέπει αυτούς που αγωνίζονται. Αν πάρει κάποιον απ’ έξω μαζί του, καλώς. Αν όμως βγάλει από τον αγώνα κάποιον στην κερκίδα, κακώς». Ο Διονύσης ήταν στον αγώνα και δεν έπρεπε να πάει στην κερκίδα …


Μαρία Σταματιάδου

                   ------------------------------------------------------------------------------------------


Αριστερά ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης και δεξιά ο Στρατής Δούκας, έχοντας στη μέση φίλο τους, όταν το φαρμακείο ήταν σημείο συνάντησης λογοτεχνών και καλλιτεχνών.




Το φαρμακείο στη συμβολή των οδών Εγνατία και Αγ. Σοφίας υπήρξε το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό στέκι του φαρμακοποιού, λογοτέχνη και ζωγράφου Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη. Οι σημερινοί ιδιοκτήτες θέλησαν να αναδείξουν το ιστορικό φορτίο του χώρου τοποθετώντας όργανα και φάρμακα του τότε ιδιοκτήτη σε περίοπτη θέση.

Το σύγχρονο φαρμακείο που βρίσκεται στη συμβολή των οδών Εγνατία και Αγίας Σοφίας στο κέντρο της Θεσσαλονίκης δεν διαφέρει σε πρώτη ματιά από τα εκατοντάδες άλλα που λειτουργούν στην πόλη. Οι πιο προσεκτικοί από τους περαστικούς, όμως, θα διαπιστώσουν πως τα παλιά αντικείμενα που κοσμούν τη βιτρίνα του -μια ζυγαριά, ένα βιβλίο, γυάλινα και μεταλλικά μπουκάλια με κιτρινισμένες ετικέτες- δεν είναι απλά η ρετρό άποψη των ιδιοκτητών περί διακόσμησης.
Πρόκειται για όργανα και φάρμακα που χρησιμοποιούσε πολλές δεκαετίες παλιότερα ο τότε ιδιοκτήτης του φαρμακείου, ο σπουδαίος Θεσσαλονικιός λογοτέχνης και ζωγράφος Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης.

 Οι σημερινοί ιδιοκτήτες θέλησαν να αναδείξουν το ιστορικό φορτίο του καταστήματος, τοποθετώντας τα μουσειακά αντικείμενα σε περίοπτη θέση και ενημερώνοντας πελάτες και περαστικούς με μια μεγάλη ταμπέλα στην είσοδο του φαρμακείου:

"Το φαρμακείο ιδρύθηκε το 1890 από τον Γαβριήλ Ν. Πεντζίκη στην παρακείμενη οικοδομή. Μεταφέρθηκε εδώ, στο Μέγαρο Βαρβιτσιώτη, Εγνατία 108, το 1946. Υπήρξε το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό στέκι του φαρμακοποιού, πεζογράφου και ζωγράφου, Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, όργανα και φάρμακα του οποίου βρίσκονται στη βιτρίνα", αναφέρεται στην ενημερωτική ταμπέλα, στην οποία καταγράφονται τα ονόματα όλων των φαρμακοποιών που εργάστηκαν σ' αυτό στα 120 χρόνια της λειτουργίας του.

Ο ιδρυτής του φαρμακείου, Γαβριήλ Ν. Πεντζίκης, ήταν ο πατέρας του λογοτέχνη. Μετά τον θάνατό του, το 1927, ο 19χρονος τότε Νίκος Πεντζίκης μετέβη στο Στρασβούργο για να σπουδάσει φαρμακευτική και να τον διαδεχτεί δύο χρόνια αργότερα.

Φαρμακείο με λογοτεχνικό παρελθόν

Για περίπου 25 χρόνια, το φαρμακείο είχε και δεύτερη υπόσταση ως πνευματικό στέκι και εκκολαπτήριο νέων δημιουργών.
Ο "αιρετικός" λογοτέχνης Ηλίας Πετρόπουλος, που έγραψε βιβλίο για τον Πεντζίκη, σε άρθρο του το 2002 έγραφε για τη γνωριμία τους το 1948.

Οι θαμώνες

"Στο διαβόητο φαρμακείο του Πεντζίκη σύχναζαν κάθε βράδυ πολλοί λογοτέχνες: ο Τάκης Βαρβιτσιώτης, ο Θέμελης, ο Κιτσόπουλος, ο Κάρολος Τσίζεκ, ο Πίττας και άλλοι. Επίσης, οι ζωγράφοι Τάκης Ιατρού, Γιάννης Σβορώνος, Νίκος Σαχίνης.

Η Ζωή Καρέλλη ερχότανε αραιά, γιατί ζούσε τότε στη Γεωργική Σχολή", ανέφερε και διηγήθηκε τη στιγμή της τελευταίας φωτογραφίας μαζί του, μπροστά στο φαρμακείο, πριν παραδώσει τα κλειδιά στην επόμενη ιδιοκτήτρια. "Την ημέρα που κατεβάζανε την ταμπέλα του φαρμακείου του μου τηλεφώνησε να πάω ολοταχώς για να φωτογραφηθούμε. Η ταμπέλα σκανδάλιζε τους επαρχιώτες Θεσσαλονικείς γιατί η λέξη ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ δεν είχε τελικό Ν. Η φίλη μας, η Ελπίδα, που αγόρασε το φαρμακείο, είχε κολλήσει το τελικό Ν, αλλά όταν παρέλαβε επισήμως το κατάστημα όλα τελειώσανε οριστικά".

ΒΑΣΙΛΗΣ ΙΓΝΑΤΙΑΔΗΣ

Πηγή ΕΘΝΟΣ
28.5.2011

--------------------------------------------------------------------------------------------------


Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: ''Προσεύχομαι στα πράγματα για να με δώκουν ζωή'' 

Απόσπασμα μιας αρχειακής συνέντευξη ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της πνευματικής ζωής μας, στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο το Μάιο του 1985.

Τι πρόσθεσε ο Κύριος σε όλες τις προηγούμενες αντιλήψεις; Έφερε τη γνώση του κονιορτού των ανθρώπων κι ακόμα πιο πολύ τη γνώση του αέρα τους - γιατί στον αέρα τα μόρια αλληλοαπωθούνται. Γιατί στον αέρα δεν υπάρχει θάνατος. Γι' αυτό, κινώντας τον αέρα ο παπάς πάνω απ' το δισκοπότηρο, μετασχηματίζει το νερό και το ψωμί σε σώμα και αίμα. Γίνεται μια μετάταξις των λογικών σχημάτων, των σχημάτων του λόγου. ( Νίκος - Γαβριήλ Πετζίκης )


"Ο μύθος είναι η ανέκαθεν αλήθεια"



Αισθάνθηκα ότι για να αναστήσω τον αυτοκτονήσαντα νέον Αντρέα Δημακούδη του πρώτου μου βιβλίου (που είμαι εγώ), έπρεπε να προσευχηθώ σε όλα τα πράγματα για να με δώκουν Ζωή. Έπρεπε, γιατί ο Βαφόπουλος με συνάντησε μια μέρα στο νεκροταφείο και μ’ έβρισε: «Σε βλέπουμε ζωντανότατο. Από τη μια αυτοκτονείς στα βιβλία σου, από την άλλη κόβεις βόλτες».


"Ο μύθος είναι η ανέκαθεν αλήθεια"

Ν.Γ.Π.: Να ξέρετε, εκείνο που πρώτιστα με ενδιαφέρει είναι η αλήθεια των πραγμάτων. Τα ίδια τα πράγματα. Γι’ αυτό και αν επιμείνουμε περισσότερο με το Πολυτεχνείο, δεν μπορεί παρά να έχουμε πάλι δικτατορία. Κι αυτό γιατί το Πολυτεχνείο είναι ένα σύμβολο χωρίς κοινό τόπο στα αισθήματα όλων των Ελλήνων. Άλλοι αγαπούν τα σύμβολα της κατεστημένης βεβαιότητας, όπως ήταν άλλοτε ο βασιλεύς Κωνσταντίνος. Δεν μπορούμε να επιβάλλουμε έτσι ανώδυνα τη δικτατορία των συμβόλων.

  Σ.Τ.: Εγώ, πάντως, δέχομαι καθημερινά τη δικτατορία των χριστιανικών συμβόλων.

 Ν.Γ.Π.: Γιατί δεν σας ενδιαφέρουν τα πράγματα ούτε η αλήθεια των πραγμάτων. 

  Σ.Τ: Και η αλήθεια των πραγμάτων έχει μόνο την όψη της δικής σας ανάγνωσης;

Ν.Γ.Π.: Θα σας πω μια ιστορία για τον πατέρα Γαλακτίωνα. Το ’43 άνοιξε ο Στάλιν τις εκκλησίες για να μετατρέψει τον πόλεμο από κομματικό σε πατριωτικό, και μεγαλούργησε. Σήμερα δεν πιστεύει κανείς στον μαρξιστικό μύθο. Και ξέρετε, βέβαια, πόσο μαλώνουν αναμεταξύ τους οι κομμουνιστές. 

   Σ.Τ.: Δεν καταλαβαίνω πού συναρτώνται αυτά με την αλήθεια των πραγμάτων.


Εξώφυλλο βιβλίου του Πεντζίκη, φιλοτεχνημένο από τον ίδιο
Εξώφυλλο βιβλίου του Πεντζίκη, φιλοτεχνημένο από τον ίδιο


Ν.Γ.Π.: Στάσου, παιδάκι μου, δεν είμαι παπατρέχας... Μαλώνουν, λοιπόν, γιατί έχουν αντιθέσεις. Οι του Εσωτερικού με του Εξωτερικού. Οι ευρωκομμουνιστές με άλλους. 

  Σ.Τ: Και οι χριστιανοί μαλώνουν μεταξύ τους.

 Ν.Γ.Π.: Στάσου, χρυσό μου παιδάκι. Σκέψου γιατί σπαταλάει τόσα λεφτά το Μουσείο Ερμιτάζ για να συντηρεί το λείψανο του Λένιν, τη στιγμή που τόσα λείψανα αγίων στη Ρωσία ευωδιάζουν. 

  Σ.Τ.: Είναι ένας προσφιλής νεκρός.

Ν.Γ.Π.: Προσφιλέστερος από τη μάνα μας;  

 Σ.Τ.: Είναι μαζί και σύμβολο.

 Ν.Γ.Π.: Όχι. Συντηρούν τους νεκρούς γιατί δεν έχουν ζωντανούς ανθρώπους. Η ιστορία τους μεταβάλλεται μετά τον θάνατο κάθε Προέδρου. Δεν προβάλλω το Άγιον Όρος ως μοντέλο ζωής, αλλά ως άξονα της ενότητας της πίστεώς μας. Όπως είπε ο όσιος Λεόντιος: «Να με πουν κακό δεν θα με νοιάσει, να με πουν εγκληματία θα συμφωνήσω, να με πουν ομοφυλόφιλο, γυναικά ή πόρνο θα τα δεχτώ. Αλλά θα διαμαρτυρηθώ αν με πουν αιρετικό». 

  Σ.Τ.: Ωστόσο, η δική σας πίστη είναι τόσο περίεργα εκφρασμένη, που σας διαχωρίζει από την κοινότητα των πιστών, με αποτέλεσμα -όπως λέει και ο Σεφέρης- να θεωρείστε κατ’ ουσίαν αιρετικός.


pentzikis
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Φυσικός Εκκλησιασμός (1988, σινική μελάνη, κραγιόνια και χαρτόνι) 


 Ν.Γ.Π.: Βέβαια και δεν με ανέχονται. Στην Αλεξανδρούπολη, που μιλούσα πριν από λίγο καιρό με θέμα «Λογοτεχνία και Εκκλησία», ο δεσπότης έκρυβε το ειρωνικό του χαμόγελο πίσω από την πατερίτσα του, επειδή έλεγα ότι η εκκλησία δεν είναι αυτό που βλέπουμε, αλλά ένα τετράπλευρο οίκημα με τέσσερα ντουβάρια. Αυτό δείχνει και την απόσταση ανάμεσα στους κρατούντες της εκκλησίας και τους πιστούς. 

  Σ.Τ.: Αυτήν τη διάσταση ήθελα να σας υπενθυμίσω πριν.

Ν.Γ.Π.: Ναι, ναι. Γιατί σκέφτεστε ιδιωτικά. Δεν νοιάζεστε να δείτε πού είναι η ένωσις, πού είναι η αλήθεια των συμβόλων. 

  Σ.Τ.: Έτσι κι αλλιώς, είναι μοναχική αυτή η γνωστική πορεία.

Ν.Γ.Π.: Ναι, ο μοναχισμός τρέφει την ενότητα. Ξέρετε τον πατέρα Πορφύριο της Πολυκλινικής Αθηνών; 


  Σ.Τ.: Όχι.

 Ν.Γ.Π.: Λοιπόν, αυτός πιστεύει ακόμα και στα Αναστενάρια, γιατί είναι, λέει, μέσα στις δυνατότητες της ψυχικής εξάρσεως του ανθρώπου, ασχέτως αν είναι ειδωλολατρικά, αφού είδε στα Καυσοκαλύβια (στο Άγιον Όρος) έναν καλόγερο την ώρα της Ανάστασης να παίρνει 33 κεριά -ισάριθμα με τα χρόνια του Χριστού- και να τα βάζει κάτω από τα γένια του χωρίς να καίγεται, λέγοντας: «Τι δροσιά, Κύριε, τι δροσιά». Η δυνατότητα μεταβολής της φύσεως των πραγμάτων -της αρρώστιας σε υγεία, της φωτιάς σε χλόη...   

Ουρανούπολη, έργο του Πεντζίκη
Ουρανούπολη, έργο του Πεντζίκη

Σ.Τ.: ...του πεθαμένου σε ανάσταση...

Ν.Γ.Π.: ...του οίνου σε αίμα και του ψωμιού σε σώμα- απαιτεί παραδοχή, ασχέτως αν αυτή η παραδοχή είναι κατοχυρωμένη με έναν σταυρό. Στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα ο άνθρωπος, προσηλούμενος και πάσχων, πιστεύει στην αμεσότητα ν’ αλλάξει την τύχη του. Μόνο έτσι πιστεύω στον σταυρό: όταν τον δω ως γεωγραφία των οριζόντων που μπορούν ν’ αλλάξουν τη φύση μου.  

 Σ.Τ.: Είναι όμως κι αυτός ένα σύμβολο που καπηλεύεται.

 Ν.Γ.Π.: Γι’ αυτό πολλοί δεν ξέρουν να τον κάνουν. Γι’ αυτό δεν φτάνουν στην αλήθεια των πραγμάτων. Γιατί η Ελλάδα είναι μια αγελάδα: βοσκάει και τρέφεται στη Βόρειο Ελλάδα και στην Αθήνα αρμέγεται. 

  Σ.Τ.: Πάντως, μια βολική μέθοδος να γλιστράς από τα σύμβολα είναι να τα απομυθοποιείς.

 Ν.Γ.Π.: Εγώ, όμως, δεν πιστεύω στην απομυθοποίηση - γιατί ο μύθος είναι η ανέκαθεν αλήθεια. 
  Σ.Τ.: Όταν ζούμε όμως τους μύθους μας, τους βιώνουμε ως θρησκεία.

 Ν.Γ.Π.: Βέβαια, όπως στην Αρχαία Ελλάδα. Αλλά ήρθαν οι σοφιστές που έλεγαν «παντός πράγματος μέτρον ο άνθρωπος». Κι έτσι απομακρύνθηκαν από τον μύθο, συναντώντας, σε άλλη εποχή, τον απαίσιο και ψευδή Διαφωτισμό της Γαλλικής Επαναστάσεως - που ήταν η μόνη αληθινή επανάσταση ολοκλήρου της ιστορίας, αφού στο πρόσωπο του βασιλέα σκότωνε τον ίδιο τον Θεό. 

  Σ.Τ.: Από τότε ο Θεός ξανασκοτώθηκε πολλές φορές.

 Ν.Γ.Π.: Γι’ αυτό οι νέοι πλημμυρίζουν το Άγιον Όρος;  

 Σ.Τ.: Οι περισσότεροι το αρνούνται μαζί με τους συμβολισμούς του.

 Ν.Γ.Π.: Ναι, αλλά αυτοί είναι οι αναρχικοί.  

 Σ.Τ.: Είναι και οι μαρξιστές.

Ν.Γ.Π.: Όχι, αυτοί τώρα προστρέχουν. Θέλουν να κάνουν ενότητα χριστιανισμού-μαρξισμού. 

  Σ.Τ.: Μαρξισμός δεν είναι, κυρίως, η γραφική κλίκα των νεοορθόδοξων;

Ν.Γ.Π.: Ναι, ναι, τους ξέρω. Αλλά το ότι εσύ μπορείς να βγάλεις τα ενδύματά σου για να δείξεις τη γύμνια του σώματός σου δεν σημαίνει ότι τα ενδύματα δεν είναι απαραίτητα. Δεν προχωράει έτσι η απομυθοποίηση.  

 Σ.Τ.: Εσείς υπήρξατε ποτέ μαρξιστής;

Ν.Γ.Π.: Ήμουν κι εγώ κομμουνιστής, όταν άνοιξε ο Στάλιν τις εκκλησίες. Άλλά όταν είδα τα Δεκεμβριανά στην Αθήνα, διεφώνησα τελείως με το Κόμμα και πήγα ως αρθρογράφος στο «Φύλλο του Λαού» του Πετσόπουλου, που αργότερα ίδρυσε τον «Ριζοσπάστη», αλλά έφυγα και από ‘κει, γιατί δεν κατανοούσαν τα γραφτά μου. 

  Σ.Τ.: Απορώ όμως πώς δεν διαφωνήσατε με ανάλογα λάθη των αντιπάλων σας στην πολιτική.

 Ν.Γ.Π.: Η αλήθεια, ξέρετε, είναι μία. 

  Σ.Τ.: Που βρίσκεται κάπου στη μέση;

 Ν.Γ.Π.: Όχι ακριβώς στη μέση, εκτός και γίνει στατιστική. Γιατί μέχρι που βγήκε η Ελένη (του Νίκολας Γκέιτζ), ο κ. Φλωράκης, μιλώντας στο «Βήμα» για τα χρόνια που δρούσε ως καπετάν Γιώτης, έλεγε: «Για τον λαό παλεύαμε και δεν ανοίξαμε ρουθούνι». 



Πρωτοσέλιδο του περιοδικού που εξέδιδε ο Πεντζίκης
Πρωτοσέλιδο του περιοδικού που εξέδιδε ο Πεντζίκης


  Σ.Τ.: Πρώτη φορά το ακούω αυτό.

Ν.Γ.Π.: Το είπε και είναι γραμμένο.  

 Σ.Τ.: Μου φαίνεται υπερβολικό.

 Ν.Γ.Π.: Είναι απλούστατα ένα ψέμα. Έλεγε ότι δεν έθιξε τίποτε και κανέναν - ούτε την κτηνοτροφία ούτε τους ανθρώπους.   

Σ.Τ.: Το αντίστοιχο ψέμα της άλλης πλευράς ποιο είναι;

 Ν.Γ.Π.: Είναι οι απολογίες του Ιερώνυμου, που εγώ τον λέω Κοπρώνυμο. 

  Σ.Τ.: Και μαζί η απολογία όλων των δεξιών κυβερνήσεων;

Ν.Γ.Π.: Δεν έχουν αυτές, τόσο, την ψευδή επιφάνεια των αριστερών. 
  Σ.Τ.: Αν ισχύει αυτό που λέτε, με το οποίο διαφωνώ, θα οφείλεται στη μνησικακία των τελευταίων για την απώλεια της εξουσίας.

 Ν.Γ.Π.: Αυτό μόνο τους ενδιαφέρει, παρόλο που υπέγραψαν το ’74 ότι δεν θα καταλάβουν ποτέ την εξουσία ενόπλως. 

  Σ.Τ.: Όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα γι’ αυτό μόνο δεν ενδιαφέρονται;

Ν.Γ.Π.: Αυτό όμως αντιβαίνει στις μαρξιστικές αρχές του ΚΚΕ. Σε συνάρτηση, μάλιστα, με τις μεσσιανικές ιδέες του, που προσιδιάζουν στην τριτοκοσμική μας χώρα.  

 Σ.Τ.: Εννοείτε τη στενά ρωσόφιλη πολιτική του;

 Ν.Γ.Π.: Βεβαίως. Δέστε, αντιθέτως, τον Μπερλινγκουέρ και παλιότερα τον Σιλόνε, που όλο Σιλικόνε τον λέω. 

  Σ.Τ.: Δώστε στο ΚΚΕ ένα μικρό περιθώριο - όσο και στην Ελλάδα, για να γίνει μια αναπτυγμένη χώρα.

Ν.Γ.Π.: Εγώ του δίνω - αυτό όμως να γίνει πιο ειλικρινές. Τουλάχιστον ο Καστοριάδης γυμνώθηκε στην τηλεόραση -όχι εντελώς όμως- και μας έδειξε το πλαδαρόν του σώματός του. Όσο γι’ αυτά που είπε, σημαίνουν ότι υπάρχει ο άκρατος ατομικισμός - ότι είναι ένας άνθρωπος αναρχικός που απέρρευσε από τον κομμουνισμό.  

 Σ.Τ..: Και του κάνει σκληρή κριτική.

Ν.Γ.Π.: Σκληρή, αλλά πολύ σωστή.  

 Σ.Τ.: Σκληρή κριτική κάνει και στη θρησκεία.

 Ν.Γ.Π.: Τα σβήνει όλα, για να μείνει μόνον αυτός. Γι’ αυτό και όταν γυμνώθηκε για να κάνει μπάνιο είπαμε: «Να ένας πλαδαρός άνθρωπος που κολυμπάει και λέει μπούρδες περί της Ελλάδος».  




Σ.Τ.: Είπε επίσης ότι του είναι αδύνατον να ζήσει εδώ.

 Ν.Γ.Π.: Χάθηκε τελείως μέσα σ’ αυτό που αισθάνεται, αναδεικνύοντας την καλοζωία του σε θεωρία. Όμως, όταν καταλήξει εκεί ο άνθρωπος, τι του απομένει;  

 Σ.Τ.: Η αυτοκρατορία των ενστίκτων.

 Ν.Γ.Π.: Ναι, αλλά όλων των ενστίκτων. Τότε θα τον δεχόμουνα. 

  Σ.Τ.: Ποια ένστικτα εννοείτε; 

Ν.Γ.Π.: Ας πούμε, το ένστικτο της αυτοκαταστροφής. Πώς ερμηνεύει ο Καστοριάδης την αυτοκτονία στο Ζεν; Αν έμενε στην Ελλάδα και αν η Ελλάδα απαρνιόταν τελείως τα βιβλία του, τότε μόνο θ’ αποκτούσε πνεύμα. 

  Σ.Τ.: Και τα δικά σας βιβλία δέχτηκε η Ελλάδα.

 Ν.Γ.Π.: Δεν νομίζω. Ξέρετε πόσο αγωνίστηκα νέος για να μείνω στην Αθήνα, να βρω μια θέση να προκόψω, φανταζόμενος ότι έχω ταλέντο;   

Σ.Τ.: Φανταζόμενος; 

Ν.Γ.Π.: Βέβαια, δεν έχω ταλέντο. Ούτε έξυπνος είμαι.   

Σ.Τ.: Από γνώσεις όμως... 

Ν.Γ.Π.: «Γνώσις αληθής υπάρχει η των θλιβερών υπομονή και το μη αιτιάζεσθαι τους άλλους ανθρώπους δια τας ιδίας ημών συμφοράς».   

Σ.Τ.: Όμως ο λόγος του Τζόυς, με τον οποίο σας αποδίδουν συγγένεια, είναι κατεξοχήν ανυπόμονος.

Ν.Γ.Π.: Γιατί δεν λένε ότι συγγενεύω με τον αυτοκράτορα Ιωάννη Κατακουζηνό, που αποσύρθηκε στο Βατοπέδι (του Αγίου Όρους) και έγραψε εκεί την αυτοβιογραφία του, πιο παραληρηματικά από τον Τζόυς; Άλλωστε, ο Τζόυς δεν έσκυψε στη γη σαν εμένα ή τον Μέτερλινγκ, ο οποίος με το βιβλίο του Ο θησαυρός των ταπεινών κατεβηκε την ανθρώπινη κλίμακα.   

Σ.Τ.: Στη Νοημοσύνη των φυτών ο Μέτερλινγκ αποδίδει τόση σημασία στα φυτά όση κι εσείς, που φωτογραφηθήκατε, μεταμφιέζοντας τα κάτω άκρα σας σε φιδόχορτο. 

Ν.Γ.Π.: Βέβαια. Αυτό λέγεται L’ intelligence des fleurs, αλλά διαφέρουμε με τον Μέτερλινγκ. Εγώ φωτογραφήθηκα έτσι για να δείξω τον εκπτωτικό χαρακτήρα του ανθρώπου. Για να δείξω ακόμα ότι ο τάφος είναι παράδεισος. Αυτό μόνο το συλλαμβάνουμε με την έννοια της αντιύλης, που η σημερινή τεχνολογία μας βοηθάει να καταλάβουμε. Όταν έχουμε ένα στερεό σώμα, η συνεκτικότητα της ύλης έχει έναν ορισμένο βαθμό. Όταν φθείρεται η ύλη, σημαίνει ότι μειώνεται η συνεκτικότητά της. Από τον μεγαλιθικό πολιτισμό, μέσω της ξερολιθιάς, φτάνουμε στην εποχή των τούβλων του Μεγάλου Θεοδοσίου. Δηλαδή στον πηλό. Μπαίνουμε στην έννοια του χώματος.  

 Σ.Τ.: Σήμερα, όμως, έχουμε μπει στην έννοια του μπετόν και του γυαλιού. 

Ν.Γ.Π.: Όχι.   

Σ.Τ.: Μια βόλτα στη Νέα Υόρκη θα σας πείσει. 

Ν.Γ.Π.: Έστω: τι είναι το μπετόν; Ο κονιορτός. Ήτοι η εκμηδενισμένη συνεκτικότητα της ύλης. Οι πατέρες λένε ότι η θάλασσα θα φάει τον βράχο. Έτσι, το σώμα στο ακρογιάλι πλησιάζει τη ρευστότητα του νερού, όπως ρευστή είναι η γέννηση και ο πολλαπλασιαμός, όπως νερό ζητούν τα παιδιά που κηπεύουν λουλούδια.   


Σ.Τ.: Άλλοι όμως λένε πως «τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στο ακρογιάλι». 

Ν.Γ.Π.: Αυτά τα λέει ο Σεφέρης που δεν έχει μυστικιστικό υπόβαθρο. Επανέρχεται όλο στα ίδια , με τις πάγιες, ευρωπαϊκού τύπου, ιδέες του. Δεν μπορεί να ξέρει αυτός για τα μυστικά της θάλασσας. Κρατάει πάντα το λογικό του. Δεν μπορεί να καταλάβει το μεγαλείο της Γαλλίας, που επιτρέπει στο ζευγάρι να έχει από τέσσερις εραστές ο καθένας - σαν τον άλλον τον ξινισμένο, τον Γκαμπριέλ Μαρσέλ. Δεν μπορούμε να ζητήσουμε συνέπεια από το απομονωμένο άτομο, όπως αυτό ζητούσε. Ο Θεός δεν πάτησε ένα κουμπί να μας κάνει όλους τέλειους, για να μην υπάρχει η απόλυτη ταύτιση μαζί Του - θα γινόμαστε παγωτό μέσα στην αλήθεια Του. Τι πρόσθεσε ο Κύριος σε όλες τις προηγούμενες αντιλήψεις; Έφερε τη γνώση του κονιορτού των ανθρώπων κι ακόμα πιο πολύ τη γνώση του αέρα τους - γιατί στον αέρα τα μόρια αλληλοαπωθούνται. Γιατί στον αέρα δεν υπάρχει θάνατος. Γι’ αυτό, κινώντας τον αέρα ο παπάς πάνω απ’ το δισκοπότηρο, μετασχηματίζει το νερό και το ψωμί σε σώμα και αίμα. Γίνεται μια μετάταξις των λογικών σχημάτων, των σχημάτων του λόγου. Μια φορά στην Αίγινα, λόγω θαλασσοταραχής, απηγορεύθη ο απόπλους των Flying Dolphins και γυρίσαμε μ’ ένα μεγάλο καράβι, συνωστισμένοι 1.205 άνθρωποι. Μετά, στο τρένο, θέλησα να χαροποιήσω μια κοπέλα στενοχωρημένη που συνόδευα, και της αγόρασα έναν ψεύτικο ανεμόμυλο, ένα φουρφούρι, ξέρεις, που φυσούσαμε πότε έγω και πότε εκείνη... Όταν το φυσούσαμε, το σχήμα του χανότανε. Και σκέφτηκα τότε: «Δόξα τω Θεώ, υπάρχει και το χωριό και το εστιατόριο Καραβόμυλος, και πολλές φορές ο άνθρωπος κι ο μοναχός παραβάλλονται με καράβι». Καράβια που πολύ θαυμάσαμε αλέστηκαν επειδή πάλιωσαν. Όλα τα πράγματα αλέθονται. Βλέπετε πως όλα είναι ένα; Βλέπετε τα βουνά σαν περισπωμένες και τη Μακεδονία σαν το καπέλο της Ελλάδος;   

Σ.Τ.: Είστε υπέρ του αισθήματος, μα απογυμνώνετε το συναίσθημα. 

Ν.Γ.Π.: Με τις αισθήσεις κινούμαστε, ξεχνώντας το συν του συναισθήματος, που είναι ο εαυτός μας. Και ο κ. Καστοριάδης δεν ξεχνάει ποτέ το συν, θέλει να προσθέσει πάντα το τεράστιο ευτραφές σώμα του - τι κώλος είναι εκείνος, για όνομα του Θεού!   

Σ.Τ.: Διαγράφοντας, δηλαδή, τον κώλο μας, αρνούμαστε τον εγωϊσμό μας; 

Ν.Γ.Π.: Είμαστε κονιορτός. Σαν την Ινδιάνα που σκότωσε τελευταία το κοριτσάκι της ή σαν την άλλη που αποθήκευσε το παδί της στο ψυγείο. Και βγήκε η Μποβουάρ να πει ότι δεν υπάρχει το αίσθημα της μητρότητας. Για να πειστούμε από την αντίληψη της Μποβουάρ, θα πρέπει πρώτα να μετρήσουμε τον όγκο από τα βρακόπανά της όλα αυτά τα χρόνια που έζησε.   

Σ.Τ.: Έλεγε ότι η μητρότητα έγινε ιερή στα μέσα του 18ου αιώνα για να τροφοδοτήσει τους στρατούς των πολέμων. 

Ν.Γ.Π.: Και πότε δεν είχε ο άνθρωπος ανάγκη πολυπληθών θυμάτων για να βγάλει τα μάτια του; Αλλά όταν θετικοποιήσουμε αυτή την απώθηση, έχουμε αυτήν τη γνώμη. Ό,τι και να είσαι, κοπριά να είσαι, μπορείς να ενθουσιαστείς.   

Σ.Τ.: Προηγουμένως σας είδα ενθουσιασμένο με τον Καραμανλή. 

Ν.Γ.Π.: Εγώ τον Καραμανλή δεν τον γνώριζα, αλλά παρεκινήθην να τον δω από το γεγονός ότι είναι ο πρώτος Βορειοελλαδίτης πρωθυπουργός από απελευθερώσεως και μετά. Πήγα, λοιπόν, στο χωριό του και, φτάνοντας το βράδυ εκεί, είδα κάτι φωτάκια που ήταν το νεκροταφείο. «Α», είπα μέσα μου, «συνεπώς εδώ υπάρχει κονωνικός πυρήν», σπάνιο πράγμα για τη Βόρειο Ελλάδα.

  

Σ.Τ.: Στο νεκροταφείο της Α’ Σερρών αποδίδετε την επιτυχία του Καραμανλή; 

Ν.Γ.Π.: Βεβαίως, όπως δικαίως θεωρώ ότι οι Πελοποννήσιοι καβαλάνε τους Μακεδόνες, εφόσον τα νεκροταφεία της Πελοποννήσου είναι ανώτερα των μακεδονικών.   

Σ.Τ.: Γνωρίσατε τον Καραμανλή προσωπικώς;

 Ν.Γ.Π.: Ναι, ναι!   

Σ.Τ.: Και φαντάζομαι τον εκτιμήσατε. 

Ν.Γ.Π.: Βέβαια, και τον έχω ζωγραφίσει, αντλώντας τα στοιχεία μου από το βιβλίο Η Ελλάδα του Καραμανλή, αναλογώντας τα χρώματα στη συχνότητα επανάληψης ορισμένων λέξεων στο βιβλίο αυτό.   

Σ.Τ.: Μετρήσατε μία προς μία όλες τις λέξεις του βιβλίου; 

Ν.Γ.Π.: Φαντάζεστε την υπομονή μου! Επειδή δε ο Καραμανλής διεκρίθη ως υπουργός Δημοσίων Έργων, οι λέξεις με τη μεγαλύτερη συχνότητα είναι κινήσεως σημαντικές: πηδώ, κολυμπώ, τρέχω.

  Σ.Τ.: Ο Καραμανλής είδε τον πίνακα; 

Ν.Γ.Π: Ναι, και είπε: «Δεν είχε μάτια να με δει αυτός ο άνθρωπος;».  

 Σ.Τ.: Ένας Πελοποννήσιος θα ήταν πιο tactfull; 

Ν.Γ.Π.: Όταν αναλάβαμε την ελευθερία μας από τον Μοριά, πήραμε τις ρομαντικές ιδέες της Ευρώπης. Λέω ιδέες όπως λουλούδια. Ποιες ιδέες δεν μαραίνονται; Ποια λουλούδια αντέχουν στον χειμώνα - αν και φέτος είχαμε εξαιρετικές ανομβρίες και συμφορές λόγω της σχέσεως των γεννημάτων (των καρπών) με τον Γεννηματά.  

 Σ.Τ.: Υπάρχουν και τα αειθαλή.

 Ν.Γ.Π.: Και τα αειθαλή ξυλεύονται και καταλήγουν στάχτη. Σωστές, λοιπόν, οι ιδέες, αλλά μαράθηκαν. Δεν υπήρχε έδαφος εδώ για την πρόοδο μιας τέτοιας κηπεύσεως, για την ανανέωση αυτών των ιδεών - σαν τις ελιές που λόγω του αγόνου εδάφους απαιτούν υψηλόν μεροκάματον, με αποτέλεσμα να σαπίζουν πάνω στα δέντρα. Δεχτήκαμε τις ρομαντικές ιδέες, γιατί αρνηθήκαμε τον εαυτό μας.     

Σ.Τ.: Του οποίου το πρόσωπο ακόμα αγνοούμε. 

Ν.Γ.Π.: Το πρόσωπό μας είναι η Εκκλησία μας, που μας ενώνει απανταχού της Γης. Την αρνηθήκαμε, όπως αρνηθήκαμε τον Καποδίστρια και τον Κολοκοτρώνη.   

Σ.Τ.: Και συνεχίζουμε να την αρνούμεθα, σχετικώς απτόητοι, επιμένοντες αμερικανικά. 

Ν.Γ.Π.: Και ρωσικά.   

Σ.Τ.: Έχει αυτό τόση σημασία; 

Ν.Γ.Π.: Ναι, γιατί τη ρωσική επιμονή μας τη βαφτίσαμε απελευθέρωση. Άλλωστε, για να ξαναγυρίσω στις ιδέες, πιστεύω ότι η Γαλλική Επανάσταση ήταν σημαντική, αλλά δεν αρκεί που μεταφυτεύτηκε έτσι αυτούσια στο κράτος μας, χωρίς να δικαιωθεί η συνεχής επανάσταση των μορίων της ύλης και η ιδανική ισοπολιτεία που επικαλείται.   

Σ.Τ.: Και πώς θα δικαιωθεί η συνεχής επανάσταση των μορίων της ύλης; 

Ν.Γ.Π.: Δια της εσωτερικής διακοσμήσεως του μπετόν, που λέγαμε πριν. Αλλιώς όλοι θα ταλαιπωρούμαστε με αυτά τα κατασκευάσματα. Δίνοντας αντιπαροχή όμως μια παλιοκαλύβα, χτίζεται μια πολυκατοικία. Έτσι, κατοικώ σε ζεστό σπίτι, αποκαθιστώ την κόρη μου και τρώγω ψωμί. Πώς θα κατηγορήσω το μπετόν; Όλα είναι δεκτά, όταν δικαιολογούνται από την ανάγκη - ακόμα και τη σχετική εκμετάλλευση των αρχιτεκτόνων. Άλλωστε, αυτό είναι το ελληνικό ταλέντο: να χτίζουμε ή να υποσχόμαστε σπίτια.   

Σ.Τ.: Τώρα τελευταία υποσχόμαστε αυτοκίνητα. 

Ν.Γ.Π.: Μα, να μη λέτε μόνο αυτά που λέει ο Παπανδρέου. Ο Μητσοτάκης απέδειξε πως θα φτηνύνουν τ’ αυτοκίνητα.   

Σ.Τ.: Μα, δεν με νοιάζει αυτό το πράγμα. Το ουσιώδες είναι ότι υπόσχεται αυτοκίνητα και όχι σπίτια.

 Ν.Γ.Π.: Μου θυμίζετε έναν αντιπρόσωπο αυτοκινήτων, φίλο μου, που έλεγε ότι το αυτοκίνητο είναι πιο απαραίτητο απ’ το κουστούμι και τη γραβάτα ως μέσον ερωτικής κατακτήσεως.  

 Σ.Τ.: Ή ως μέσον διαφυγής από πόλεις που χτίστηκαν από αντιπαροχή. 

Ν.Γ.Π.: Να διαφεύγετε για να πηγαίνετε στη Στρωμνίτσα; Την ξέρετε;   

Σ.Τ.: Όχι, και επειδή με έχετε ρωτήσει ένα σωρό πράγματα που δεν ξέρω, θα ‘θελα να σας πω ότι η υπέρογκη γνώση σας αποκλείει πολλούς απ’ την κατανόηση των βιβλίων σας. 

Ν.Γ.Π: Ναι, αλλά δεν γίνεται επίτηδες. Αισθάνθηκα ότι για να αναστήσω τον αυτοκτονήσαντα νέον Αντρέα Δημακούδη του πρώτου μου βιβλίου (που είμαι εγώ), έπρεπε να προσευχηθώ σε όλα τα πράγματα για να με δώκουν Ζωή. Έπρεπε, γιατί ο Βαφόπουλος με συνάντησε μια μέρα στο νεκροταφείο και μ’ έβρισε: «Σε βλέπουμε ζωντανότατο. Από τη μια αυτοκτονείς στα βιβλία σου, από την άλλη κόβεις βόλτες». Δεν πιστεύω σε κανενός είδους ιδέα. Οι ιδέες προφέρονται στο εξωτερικό αηδίες (ideas).

Σ.Τ.: Η ένυλη αγάπη σας για τα πράγματα δεν φαντάζομαι όμως να τελειώνει εκεί, αλλιώς θα διαφέρατε από τόσους υλιστές... 

Ν.Γ.Π.: Είμαι πραγματιστή, όχι υλιστής. Επανέρχομαι στην των πραγμάτων αλήθειαν. Μου αρέσουνε οι αισθηματικοί άνθρωποι που ξεχνάνε τον εαυτό τους εν ονόματι της αγάπης που παρέχουν Και τα πράγματα πρέπει να τ’ αρνηθείς για να τα αποκτήσεις. Ας μιλήσουμε και λίγο σόκιν: πράμα λέμε το αιδοίον. Άμα το ‘χεις, είναι σαν να μιλάς για έναν αγρό και τις περιπέτειες της καλλιέργειάς του. Όταν δεν το ‘χεις, η λαχτάρα σού δίνει μιαν άλλη αντίληψη, πιο μόνιμη. Γι’ αυτό ήταν παρθένος η Παναγία, για να δεχτεί τα λόγια και να μη γίνει μια νοικοκυρά της σειράς. Πώς θα μπορούσε η Αριάδνη να βοηθήσει τον Θησέα, αν δεν ήταν παρθένος; Πώς αλλιώς θα μπορούσε να τον βοηθήσει, βρίσκοντας τη διέξοδο μέσα απ’ τον λαβύρινθο των διαδρόμων;   

Σ.Τ.: Αν σας άκουγε η Μποβουάρ τώρα... 

Ν.Γ.Π.: Κι όμως, η παρθενία είναι κάτι βασικό, γιατί αξιοποιεί το πράμα της γυναικός, αξιοποιεί το σώμα μέσα απ’ τη λαχτάρα για το σώμα.  

 Σ.Τ.: Γράφετε κάπου ότι μέσα απ’ το σώμα αξίζει να υμνούμε τον Θεό. Η παρθένα θα τον υμνεί μέσα απ’ τη νοσταλγία του σώματός της; 

Ν.Γ.Π.: Πάρε παράδειγμα τη Θεοτόκο: υμνεί τον Θεό μέσα απ’ τη θνητότητα του σώματός της που παραδέχεται από τα πριν. Καταλάβατε;   

Σ.Τ.: Ομολογώ πως όχι. Το σώμα το αντιλαμβάνομαι όχι μέσα από το θνητό του μέλλον, αλλά μέσα από το αισθησιακό παρόν του - με καλεί σε άλλες χαρές.

 Ν.Γ.Π.: Μα, βέβαια, καλό μου παιδάκι, δίκιο έχεις.Κάθε άνθρωπος είναι φυσικό να θέλγεται από αυτές. Αλλά ο πνευματικός αγώνας είναι να καταλαβαίνουμε αυτά τα θέλγητρα μέσα από τη βεβαιότητα του τάφου που τα περιμένει.  

Σ.Τ.: Ζωντανοί και νεκροί. 

Ν.Γ.Π.: Ναι. Σε αντίθεση με τον καθολικισμό, που απεικονίζει τον θάνατον σαν έναν σκελετό, στην ορθοδοξία ο θάνατος είναι μια κοπέλα όνειρο, μ’ ένα φουστάνι μούρλια, μ’ ένα φτερό παγωνιού στο κεφάλι, να σέρνει χορό με μαντιλάκι μπροστά και πίσω ν’ ακολουθούν νέοι, γέροι, γυναίκες, μωρά. Καλαματιανό. Έτσι, όταν εγώ δεν θα αισθάνομαι τίποτα, θα αισθάνεσαι εσύ. «Αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν» Αν όμως έχεις μαζί του σχέση σωματική, αυτό είναι αδύνατο.   

Σ.Τ.: Εγώ, πάντως, αγαπώ τον πλησίον μου μαζί με το κορμί του. 

Ν.Γ.Π.: Διότι δεν ξεχνάς τον εαυτό σου, διότι δεν σιχαίνεσαι τον εαυτό σου. Αλίμονο στον μοναχό που δεν ποδοπατηθεί κι εξευτελιστεί.   

Σ.Τ.: Μα, δεν είμαι μοναχός. 

Ν.Γ.Π.: Αυτά είναι φαντασίες της ηλικίας σου. Η πληθώρα των εντυπώσεων και των αισθημάτων σε πλανεύει. Δεν μπορείς να ξεχάσεις τον εαυτό σου.   

Σ.Τ.: Πρέπει να προσπαθήσω πολύ για να πιστέψω πως κάποτε θα πεθάνω. 

Ν.Γ.Π.: Δεν μπορείς να παραιτηθείς τώρα - θα ‘ρθει με τον καιρό.   

Σ.Τ.: Εσείς κερδίσατε αυτή την παραίτηση; 

Ν.Γ.Π.: Ναι, αντιγράφοντας τον Συναξαριστή. Βέβαια, αγωνιζόμενοι πολλοί παρουσιάζουν πνευματικές αλλοιώσεις που δεν πρέπει να μας τρομάζουν, αλλά να μας γεμίζουν χαρά... Ο πατήρ Παΐσιος στο Άγιον Όρος - να δες αυτήν τη φωτογραφία του.   

Σ.Τ.: Τον ξέρω. 

Ν.Γ.Π.: Μη μου πεις - έχεις πάει στο κελί του;   

Σ.Τ.: Πολλές φορές. Έφυγα από το Άγιον Όρος έχοντας βρει την πεμπτουσία αυτών που λέτε στα βιβλία σας, αλλά και βαθιά διαψευσμένος. 

Ν.Γ.Π.: Γιατί, χρυσό μου παιδί; Σου ρίχτηκε κανένας καλόγερος;   

Σ.Τ.: Και αυτό. 

Ν.Γ.Π.: Κι εγώ είδα πολλούς να έχουν σπιτωμένους νέους δόκιμους. Μα, δεν αξίζει να εξομολογείσαι σε ανθρώπους που δεν έχουν αδυναμίες. Οι καλόγεροι έχουν αδυναμίες σαν κι εμάς, αλλά τρέφουν διαφορετικά αισθήματα γι’ αυτές απ’ ό,τι εμείς. Η ηθική που βάζεις είναι έξω από τον αγιορείτικο κόσμο.   

Σ.Τ.: Ο αγιορείτικος κόσμος δεν μου τη συντρίβει όμως με το να με φλερτάρει. Σκέφτομαι -ίσως λίγο κακόπιστα- πως για μερικούς το Άγιον Όρος είναι προκάλυμμα της σεξουαλικής βολής τους. 

Ν.Γ.Π.: Άλλοι σώζονται εκπίπτοντας κι άλλοι στεκόμενοι στο ύψος τους, σαν τον αρχιμανδρίτη Βασίλειο της Μονής Σταυρονικήτα.   

Σ.Τ.: Το Εισοδικόν του είναι το ωραιότερο νέο κείμενο του Αγίου Όρους. 

Ν.Γ.Π: Είναι πράγματι θαυμάσιο.   

Σ.Τ.: Αλλά το ζητούμενο για μένα είναι άλλο: πώς και γιατί να επιζητώ την αγιότητα, μεγαλώνοντας σε μια πόλη όπου ο Θεός έχει πεθάνει. 

Ν.Γ.Π: Εμένα με χαρακτηρίζουν πόρνο χριστιανό. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να συμπεριφερθεί όπως θέλει, φτάνει να ‘ρθει μια στιγμή που να καταλάβει τι σημαίνει η διαγωγή του.   

Σ.Τ.: Τι σημαίνει; 

Ν.Γ.Π.: Αυτοκαταστροφή, πάντοτε.   

Σ.Τ.: Πλησιάζει πολύ αυτό τους δια Χριστόν σαλούς; 

Ν.Γ.Π.: Ο Κουτρουμπής κάποτε με χαρακτήρισε έτσι στο σπίτι του Γιανναρά.   

Σ.Τ.: Τον δέχεστε τον χαρακτηρισμό; 

Ν.Γ.Π: Ουου, μετά χαράς, οποιονδήποτε χαρακτηρισμό. Μα εγώ δεν μιλάω για τον εαυτό μου.  

 Σ.Τ.: Προς το παρόν, ας είμαι ειλικρινής εγώ για κάτι που ήθελα να σας πω από την αρχή: Τόση ώρα αγωνίζομαι να σας παρακολουθήσω. Δεν μπορώ ν’ ακολουθήσω τη γρήγορη ροή της σκέψης σας και των γραφτών σας. Δεν προφταίνω να τα νιώσω.

 Ν.Γ.Π.: Ε, δεν πειράζει.   

Σ.Τ.: Ούτε μπορώ να τα υπερασπιστώ. 

Ν.Γ.Π.: Τότε γιατί ήρθατε;   

Σ.Τ.: Γιατί υποψιάζομαι ότι από πίσω κρύβεται κάτι εξαιρετικά σπουδαίο. 

Ν.Γ.Π: Ίσως αυτό οφείλεται στο ότι δεν έχω στο έργο μου ηρωικές μορφές για να ταυτιστείτε.   



Σ.Τ.: Αντιπαθώ τις ηρωικές μορφές. Αισθάνομαι τόσο διασπασμένος και αντιφατικός, όσο και ο Αντρέας Δημακούδης ή η κυρία Έρση. Αλλά είμαστε όλοι φτιαγμένοι από χίλια κομματάκια, όταν τα δικά σας πρόσωπα φτιάχνονται από δέκα χιλιάδες. Έτσι μας φαίνονται ξένα, άπιαστα, παράξενα.

 Ν.Γ.Π.: Α, μπράβο. Η κυρία Έρση είναι η γυναίκα μου αλλά κι η απόσταση που μας χώριζε όταν έγραφα το βιβλίο, αλλά και χίλια δυο πράγματα που μας χώριζαν στην ένωσή μας. Στις τελευταίες σελίδες της Κυρίας Έρσης δίνω ξανά μια μικρή εικόνα της αλήθειας των πραγμάτων.  

 Σ.Τ.: Επιστρέφετε, στις σελίδες αυτές, στην πραγματικότητα αυτού του κόσμου, από το μακρύ ταξίδι της κυρίας Έρσης στην πραγματικότητα του ονείρου. 

Ν.Γ.Π: Βέβαια αυτό είναι το κατόρθωμα. Και από τότε βλέπω όνειρα ξύπνιος. Δηλαδή, αυτό που αξιώθηκε ο Προυστ όταν ξαναβρήκε τον χαμένο καιρό, όταν ξαναβρήκε αυτό τον κόσμο, που είναι η παραίσθηση...   

Σ.Τ.: ... ή σχιζοφρένεια... 

Ν.Γ.Π.: Έστω. Αλλά που υπάρχει ως πυρήν μέσα σε κάθε άνθρωπο (όπως όλοι έχουμε μέσα μας τουλάχιστον ένα κύτταρο καρκινογόνο) και που είναι ταυτόσημος με τον θάνατο μέσα στη ζωή μας, μέσα στο κορμί μας. Εγώ αυτό το ζω καθημερινά.   

Σ.Τ.: Κι εγώ που αγάπησα τις μονοδιάστατες πραγματικότητες; 

Ν.Γ.Π.: Έχω να σου πω το εξής: έτσι κινήθηκε και ο Προυστ κι έφτασε στην πραγματικότητα του ονείρου, αναζητώντας όλη τη χαμένη ζωή του.   

Σ.Τ.: Για να βρω τη χαμένη ζωή πρέπει πρώτα να ζήσω - μου δημιουργείται ένα αίσθημα αδικίας κάθε φορά που βλέπω ανήλικους δόκιμους στο Άγιον Όρος. 

Ν.Γ.Π.: Άκουσε: ο καθένας βρίσκει τον τρόπο του. Μα δεν με βλέπεις εμένα που έχω τόσο κέφι;

  Σ.Τ.: Σας βλέπω, αλλά το προετοιμάζετε μια ζωή. 

Ν.Γ.Π: Μου φτιάχνει το κέφι όταν σου μιλώ διαρκώς για τον θάνατο.   

Σ.Τ.: Εγώ που όλο για ζωή μιλάω, μόνο σκυθρωπός μπορώ να ‘μαι, λέτε;

 Ν.Γ.Π.: Βέβαια. Γι’ αυτό, ή θα πάρεις ναρκωτικά ή θα αφιονιστείς με τη θρησκεία - κάποια θρησκεία. Χωρίς το όπιο και τη μορφίνη η θεραπευτική θα ήταν κουτσο-κουλόστραβη.   

Σ.Τ.: Και ποια είναι η διαφορά του αναχωρητή απ’ τον ναρκομανή; 

Ν.Γ.Π.: Ο ναρκομανής ακολουθεί έντεχνο αδυνάτισμα της θέλησης - έξω απ’ τον λόγο.   

Σ.Τ.: Κι η πίστη όμως μια τέχνη είναι.

 Ν.Γ.Π.: Δεν παθαίνεις εξάρτηση με την πίστη. Είστε ναρκομανής;   

Σ.Τ.: Όχι. 

Ν.Γ.Π.: Ωραία. Σκέψου, όμως, λιγάκι και την αγάπη. Όταν αγαπήσεις έναν άνθρωπο πολύ και βλέπεις ότι ζητάει άλλα πράγματα από εκείνα που εσύ μπορείς να προσφέρεις, τότε μελαγχολείς και τότε αυτό σε οδηγεί στην αυτοκτονία. Δεν υπάρχει λύση. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ησυχάσει στον κόσμο, αν δεν διαλυθεί σε δύο όμοια. Δεν είμαστε παρά σφουγγάρια, που όταν βγούμε απ’ τη θάλασσα που μας περιέχει, χάνουμε τη ζωή και την αιωνιότητα.   

Σ.Τ.: Πάντως, αυτά τα παιδιά, χωρίς κανένα ηθικό, θρησκευτικό ή κοινωνικό στήριγμα, αναχωρούν μέσα σε μια σύριγγα. Είναι τόσο έωλα. 

Ν.Γ.Π: Ωραία λέξη το έωλα, αλλά σημαίνει και μπαγιάτικα. Τα σέβομαι όλα αυτά, αλλά είδα κάποιον στην τηλεόραση που τα σταμάτησε για τον Χριστό.   

Σ.Τ.: Τι εξαίρεση! Όσοι αναχωρούν στον Χριστό, αναχωρούν λιγάκι εκ του ασφαλούς: θέλουν να σώσουν την ψυχή τους, όπως άλλοι το τομάρι τους. Φτάνουν στα όρια της αυτοκαταστροφής.

 Ν.Γ.Π.: Άνθρωποι είναι κι οι μοναχοί - το απάγκιο τους θα κοιτάξουν. Συμφωνώ μαζί σου, γιατί βλέπω που διατηρούν ένα είδος κοινωνικού βίου: τα πανηγύρια, τα ψαλτικά.   

Σ.Τ.: Σαν κοσμικότητα. 

Ν.Γ.Π: Μα ναι, μη σοκάρεσαι. Εσύ νομίζεις ότι η ζωή εκτυλίσσεται σε ένα επίπεδο, εκεί είναι η διαφορά μας. Ο ήλιος κι ο χρόνος γρήγορα γίνονται παρελθόν. Ένα μικρό παιδί κρατούσε χτες εδώ μέσα μια πέτρα, αισθανόμενο σ’ αυτήν το σύμπαν. Να καθαρίσεις τις αισθήσεις σου.   

Σ.Τ.: Μέσα απ’ τις πέντε αισθήσεις ν’ ανακαλύψουμε την έκτη; 

Ν.Γ.Π: Όχι, ν’ ανακαλύψουμε την ανατροπή των αισθήσεων. Φτάνεις έτσι στην ενότητα του κόσμου. Όταν ο επιληπτικός απεικονίζεται σε έκσταση, βάζει τις παλάμες του στ’ αυτιά για να δείξει ότι ακούει την αφή. Ο γέρος λέγεται παλίμπαις: γίνεται ξανά ένα παιδί, όμως χωρίς υπερηφάνεια. Ξεχνάει, αν κι έχει μια τεράστια μνήμη. Ένα πρωί που διάβαζα κείμενα ενός ανώνυμου μοναχού είχα, ξύπνιος, την αίσθηση ότι η πεθαμένη μου μητέρα μού έκανε εντριβή, αλλά από μέσα, κάνοντας μασάζ στα σπλάχνα μου.  

 Σ.Τ.: Με τον έρωτα, λοιπόν, διαλύεται για πρώτη φορά η ατομικότητα; 

Ν.Γ.Π.: Ναι. Δεν είναι όμως δυνατόν στην εποχή μας ο μεγάλος έρωτας να γίνει μ’ ένα ον αντίθετου φύλου. Γιατί ο άντρας κι η γυναίκα πιλατεύονται.   

Σ.Τ.: Δεν σας καταλαβαίνω. 

Ν.Γ.Π.: Το εγώ τους δεν μπορεί να ταπεινωθεί.  

 Σ.Τ.: Μα, αν αφήσουμε τους λογιοτατισμούς, δεν θα θυμηθούμε ότι ο έρωτας είναι το πιο αυθόρμητο και φυσικό πράγμα; 

Ν.Γ.Π: Ναι, ο Αντρέας Δημακούδης αυτό εκφράζει. Γι’ αυτό ξεσαλώθηκε με τη δεσποινίδα που αγάπησε.   

Σ.Τ.: Γι’ αυτό, λοιπόν, και συναρτούν τόσο συχνά τον έρωτα με τον θάνατο; 

Ν.Γ.Π: Βέβαια. Ακόμα κι απ’ τον Όμηρο, όπου υπάρχει υποψία της τριαδικής ενότητος. Θυμηθείτε τη Ναυσικά στην ακρογιαλιά, όταν βρήκε τον Οδυσσέα. Οι άλλες κοπέλες τρομάζουν κι απομακρύνονται, όταν τον βλέπουν γυμνό μ’ ένα κλαδί στη φύση του. Η παρθένος, όμως, Ναυσικά τον συλλαμβάνει έτσι ολόκληρον, χωρίς να σκεφθεί την ντροπή ή τον ενδεχόμενο γάμο. Τον βλέπει γυμνό και δεν φεύγει. Ποια αξιοπρεπής παρθένος βασιλοπούλα θα δέχονταν να δει έναν θαλασσοδαρμένο, ελεεινό και τρισάθλιο; Αυτό σημαίνει ότι η φυσική κατάστασις προς τον άνθρωπο που σχηματίζει η αγάπη είναι κάτι άλλο: είναι βάκχεμα του νου από τη θεά Αθηνά.   

Σ.Τ.: Πάντως, παρόλο που ο Όμηρος υπαινίσσεται την τριαδική ενότητα, ο Ρωμανός ο Μελωδός του τα λέει ένα χεράκι: «Τι φυσώσιν και βομβέουσιν οι Έλληνες; / Τι μη νοούσιν Όμηρον, όνειρον αργόν;». 

Ν.Γ.Π.: Το όνειρο είναι «λουτρό του κόπου, βάλσαμο της κάθε μας ημέρας». Άλλωστε, όταν δεν τρως κεράσια το πρωί, τα ονειρεύεσαι το βράδυ.   

Σ.Τ.: Δηλαδή, όλα συνθέτονται και δικαιώνονται - ακόμα και τα πιο αντίθετα; 

Ν.Γ.Π.: Ε, ναι.   

Σ.Τ.: Κι όταν μεγαλώνεις με αρνήσεις; Όταν μαθαίνεις από μικρός το καλό και το κακό;

 Ν.Γ.Π.: Να μη χαρίζεσαι στην οικογένεια ή σε ό,τι αγαπάς στενά. Να διαλέγεις τη μοναξιά που θα σε μάθει να αγαπάς τον καθένα. Να στηριχθείς στη μοναξιά, όπως η πόρνη ακουμπάει στον νταβατζή της για να εξασφαλισθεί, επειδή δίδεται στους πάντες. Τα όρια τότε θολώνουν και δεν υπάρχει το καλό και το κακό - μόνο η κίνηση.   

Σ.Τ.: Η ίδια κίνηση που οδηγεί στη χαμένη ενότητα του κόσμου; 

Ν.Γ.Π.: Ναι, παιδάκι μου, η ίδια κίνηση. Που δεν είναι άλλη από την αγάπη.  

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: ''Προσεύχομαι στα πράγματα για να με δώκουν ζωή''

  Θεσσαλονίκη, 1985



  
                    ----------------------------------------------------------------------


Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Στη φθαρτή, θνητή σάρκα του ανθρώπου, στη σύσταση του υλικού κόσμου, η γοητεία της αγάπης μπορεί να διαθέσει κατά τέτοιο τρόπο τα μόρια, ώστε τα σώματα να καταστούν πυρίμαχα, αδιάβρωτα στο νερό, ανθεκτικά σε όλων των ειδών τα σκληρά κτυπήματα.
Εφ’ όσον υπάρχουν μάνες που γεννάν, μη φανταστείτε ποτέ ότι το μίσος μπορεί να είναι ισχυρότερο από την αγάπη.

ΝΙΚΟΣ Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ «ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΕΡΣΗΣ»

Γνώση, μάθηση, ικανότητα, λόγος, σοφία, είναι άδικα και μάταια όταν δεν τα καθιστά πλατιά, ευρύχωρα η αγάπη, η αδελφότητα του ενός προς τον άλλο.

ΝΙΚΟΣ Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ «Ο ΠΕΘΑΜΕΝΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ»
.
Ο άνθρωπος διαρκώς νοσταλγεί την παλιά θέση του ως συνδαιτυμών του Υψίστου.

«ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΕΡΣΗΣ»
.
Τι άλλο τάχα στο βάθος μπορεί να ‘ναι ο Παράδεισος από ‘ναν ζωντανό θάνατο; Να πάψεις να ανησυχείς, να πάψεις να σκέπτεσαι, δίχως να πάψεις να αισθάνεσαι τον κόσμο.

«ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΕΡΣΗΣ»

Ο αγωνιστής της ελευθερίας νιώθει μέσα του ότι ελευθερία θα πει υποταγή σε κάτι που εμείς οι ίδιοι δουλεύουμε για να το βάλουμε από πάνω μας. 

“Ο ΠΕΘΑΜΕΝΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ” Εκδόσεις ΑΓΡΑ

Τι αμαρτία να παραδοθείς στην απατηλή τέρψη των αισθήσεων και να εξομοιώσεις το υψηλό, το παντοτινό, το αιώνιο πρόσωπο που δεν μας επιτρέπεται να δούμε κι είναι για όλους και για πάντοτε κοινό, με το πρόσωπο μιας γυναίκας που συναντάς και είναι ντυμένη έμορφα.

“Ο ΠΕΘΑΜΕΝΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ” Εκδόσεις ΑΓΡΑ

Ο Αναστάσης Βιστωνίτης περιγράφει το παρακάτω περιστατικό για τον Ν. Γ. Πεντζίκη: Το 1978 μετά την εναρκτήρια συνεδρία ενός διεθνούς συνεδρίου συγγραφέων στην Αθήνα δινόταν δεξίωση στο ξενοδοχείο Χίλτον. Νεοσσός τότε άκουγα μαζί με τον ποιητή Δ. Π. Παπαδίτσα έναν δαιδαλώδη μονόλογο του Πεντζίκη σχετικά με τη ραψωδία λ της Οδύσσειας. Σε λίγο πλησίασε ο μορφωτικός ακόλουθος της αμερικανικής πρεσβείας και μας συστήθηκε. Ο Πεντζίκης του είπε δείχνοντας τον Παπαδίτσα (γιατρός το επάγγελμα): «Αυτός τρώει βιολέτες». Ο Αμερικανός, που μιλούσε πολύ καλά ελληνικά, έμεινε άφωνος. «Είναι ία τρως» πρόσθεσε γελώντας ο Πεντζίκης. «Εγώ, δεν καταλαβαίνω, είμαι από χωριό» είπε ο μορφωτικός ακόλουθος. «Από ποιο χωριό, αν επιτρέπετε;» ρώτησε ο Πεντζίκης. «Από τη Νέα Υόρκη» απάντησε ο ακόλουθος, βέβαιος ότι τον κατατρόπωσε. «Α, την ξέρω. Καθαρά προσφυγικός συνοικισμός» είπε ο Πεντζίκης.

ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ «ΟΥΖΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΥ ΖΩ» άρθρο στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» Κυριακή 18/1/2009 

                      ------------------------------------------------------------




Εκτός από συγγραφέας, εκτός από ακατάσχετος πολυλογάς (Ζω όταν μιλώ», συνήθιζε να λέει), εκτός από κοινωνικά φευγάτος, ο κυρ Νίκος ήταν και ζωγράφος. Τα ζωγραφικά του έργα γινόταν εξαιρετικά δύσκολα κατανοητά από τον ευρύ κόσμο, επειδή ήταν βασισμένα πάνω σε μία δική του μέθοδο που ονόμασε ψηφαρίθμηση.



Δυσκολευτήκαμε πολύ να κατανοήσουμε την ουσία αυτής της μεθόδου, αλλά καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η δική μας κατανόηση έχει μικρή σημασία, αφού ουσιαστικά πρόκειται για μία εντελώς δική του, προσωπική μέθοδο άσκησης μετατόπισης της Προσοχής: η Προσοχή έπρεπε να βγει έξω από τον εγκέφαλο, έξω από τα συναισθήματα, έξω από την εγκεφαλική σκέψη. Ταυτόχρονα, «πρέπει να είσαι παρών σε ό,τι συμβαίνει μέσα σου, είναι αμάρτημα να μην είσαι παρών», όπως θαυμάσια έλεγε. Και γι’ αυτό ζωγράφιζε με ψηφαρίθμηση.

Ν. Γ. Πεντζίκης: Ιχθύς και Περσεφόνη

Έπαιρνε και διάβαζε, π.χ. ένα κεφάλαιο από τη Φιλοκαλία. Δεν έκανε καμία προσπάθεια κατανόησης ή νοητικής διεργασίας του αναγνώσματος. Απλώς, κατά την ανάγνωση, μετρούσε π.χ. πόσα σύμφωνα υπάρχουν στο κεφάλαιο αυτό και τα ταξινομούσε σε οδοντικά, υγρά, ρινικά κ.λπ. … (π.χ. 256 οδοντικά, 197 ένρινα κ.λπ.). Για κάθε μία από τις ομάδες αποφάσιζε να χρησιμοποιήσει ένα διαφορετικό χρώμα (π.χ. για τα οδοντικά πράσινο, για τα ένρινα κίτρινο κ.λπ.). Πάνω λοιπόν στην επιφάνεια που ζωγράφιζε, δημιουργούσε με το αντίστοιχο χρώμα τόσες πινελιές όσες ήταν και τα σύμφωνα της αντίστοιχης ομάδας. Αυτά φυσικά τα συνδύαζε σύμφωνα με την αισθητική του, για να υπάρξει όμορφο εικαστικά αποτέλεσμα. Αν στο τέλος δεν του άρεσε το έργο, απλώς το … πετούσε και ξεκινούσε άλλο!

vaf10techni159a3272foq8
Νίκος Γ. Πεντζίκης (1908-1993) «Μυχός Κόλπου Θεσσαλονίκης»



               --------------------------------------------------------------------------


Εργογραφία

Ι.Ποίηση

• Εικόνες. Αθήνα, τυπ. Κρομιδά, 1944.
• Ανακομιδή. Θεσσαλονίκη, 1961.

ΙΙ.Πεζογραφία

• Ανδρέας Δημακούδης· Ένας νέος μονάχος. Θεσσαλονίκη,1935 (με το ψευδώνυμο Σταυράκιος Κοσμάς) (και δεύτερη έκδοση με αλλαγές και τίτλο Ανδρέας Δημακούδης και άλλες μαρτυρίες χαμού και δεύτερης πανοπλίας, Θεσσαλονίκη, ΑΣΕ, 1977).
• Ο πεθαμένος και η ανάσταση. Αθήνα, Γ.Κρομίδας, 1944.
• Πραγματογνωσία· Κείμενο σε συνέχεια. Θεσσαλονίκη, 1950.
• Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής. Αθήνα, Ίκαρος, 1963.
• Το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης. Αθήνα, έκδοση του περ. Ταχυδρόμος, 1966.
• Μητέρα Θεσσαλονίκη. Αθήνα, Κέδρος, 1970.
• Συνοδεία· Πεζογραφήματα. Αθήνα, Ίκαρος, 1971.
• Ομιλήματα. Αθήνα, Οι εκδόσεις των Φίλων, 1972.
• Σημειώσεις εκατό ημερών. Αθήνα, 1973.
• Αρχείον· Βιβλίον έρωτος ήτοι της Αγάπης που χαρίζει ως φως οικουμενικό ο Κύριος. Αθήνα, Οι εκδόσεις των Φίλων, 1974.
• Βοροφρύνη. Αθήνα, Άγρα, 1982.
• Πόλεως και νομού Δράμας παραμυθία. Αθήνα, Άγρα, 1986.
• Εγκατάλοιπα Ιωάννη Κνίτελλη· Παρουσίαση Γιάννης Δάλλας. Αθήνα, Συνέχεια, 1994.
• Ψιλή ή περισπωμένη. Αθήνα, Άγρα, 1995.

ΙΙΙ.Δοκίμια - Φιλοσοφία

• Προς εκκλησιασμόν. Θεσσαλονίκη, 1979.
• Υδάτων υπερεκχείλιση. Θεσσαλονίκη, έκδοση του περ.Παρατηρητής, 1990.

ΙV. Μεταφράσεις

• Ιωνάθαν Σουίφτ, Σεμνή πρόταση ώστε να παύσουν τα τέκνα των φτωχών ν’ αποτελούν βάρος για τους γονείς τους και τον τόπο και να καταστούν ωφέλιμα στην κοινωνία· Μετάφραση Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκη. Αθήνα, Άγρα, 1998 (στη σειρά Ο άτακτος λαγός, αρ.6).
• Stephane Mallarme, Ο ίγκιτουρ· ή Η τρέλα του Έλβενον· Μετάφραση, ένα δοκίμιο & επίμετρο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Αθήνα, Άγρα, 1983. 

V. Συγκεντρωτικές εκδόσεις

• Πραγματογνωσία· και άλλα επτά κείμενα μυθοπλασίας γεωγραφικής. Θεσσαλονίκη, ΑΣΕ, 1977.
• Αντρέας Δημακούδης· Και άλλες μαρτυρίες χαμού και δεύτερης πανοπλίας. Θεσσαλονίκη, ΑΣΕ, 1977.
• Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής και άλλα μεταγενέστερα κείμενα. Θεσσαλονίκη, ΑΣΕ, 1978.
• Παλαιότερα ποιήματα και νεώτερα πεζά. Θεσσαλονίκη, ΑΣΕ, 1980. 1. Για αναλυτικά εργογραφικά και βιβλιογραφικά στοιχεία για τον Ν.Γ.Πεντζίκη ως το 1971 βλ. Σκοπετέα Σοφία, Βιβλιογραφία Ν.Γ.Πεντζίκη (1935-1971). Αθήνα, Ερμής, 1971.

Επιπλέον Πληροφορίες

Χειρόγραφα του λογοτέχνη υπάρχουν στο Γενικό Αρχείο του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου (Ε.Λ.Ι.Α.)





el.wikipedia.org/wiki/Νίκος-Γαβριήλ_Πεντζίκης


pentzikis.ekebi.gr/

    -------------------------------------------------------------------------------------------------------------
















          ========================================

ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ: Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης




Δημοσίευση σχολίου