Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

ΑΝΤΑΙΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗΣ



Ο Ανταίος Χρυσοστομίδης (αριστερά) με τον Ιρλανδό συγγραφέα Τζον Μπάνβιλ.
Ο Ανταίος Χρυσοστομίδης (αριστερά) με τον Ιρλανδό συγγραφέα Τζον Μπάνβιλ



Για τον Ανταίο Χρυσοστομίδη
ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ


Ή​​ταν φουριόζος, πάντα βιαστικός και μονίμως έτοιμος να εκνευριστεί. Ολοι μας ήμασταν κάπως έτσι τότε. Βλέπαμε γύρω μας τον κόσμο να αλλάζει, βιαζόμασταν να αλλάξουμε κι εμείς, φοβόμασταν μη μείνουμε «εκτός». Ήταν τα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα και μοιραζόμασταν το ίδιο γραφείο στο περιοδικό «Ένα» του Παύλου Μπακογιάννη. Μακαρίτης κι αυτός, όπως και η τρίτη της παρέας, η Ισαβέλλα Παπαζήση. Ο Ανταίος είχε ήδη μια πολιτική σταδιοδρομία πίσω του, όπως όλοι μας λίγο ώς πολύ, όμως αν θυμάμαι καλά, μιλούσαμε ελάχιστα για πολιτικά. Μου έχει μείνει η αγάπη του για τον Ξαρχάκο. Άκουγε πολλή μουσική, αγόραζε δίσκους, και εννοείται σχολίαζε φωνές, εκτελέσεις. Τρεις εκνευρισμένοι στο ίδιο δωμάτιο δεν μπορούσαν να αντέξουν για πολύ. Στο τέλος χωρίσαμε, διαλύθηκε και το περιοδικό και χαθήκαμε για καιρό.

Μάθαινα νέα του, δούλευε σε διάφορα περιοδικά, έκανε αρχισυνταξία σε εκπομπές στην τηλεόραση, και δεν θυμάμαι αν είχε ακόμη αρχίσει να μεταφράζει.

Φίλοι γίναμε αργότερα, όταν πια είχαμε εγκαταλείψει τον εκνευρισμό μας, στην ηλικία που έχεις καταλάβει πια πως ακόμη κι αν αλλάξει ο κόσμος, δεν πρόκειται να τον αλλάξεις εσύ. Όσοι το καταλαβαίνουν εν πάση περιπτώσει. Οι υπόλοιποι μένουν αενάως εγκλωβισμένοι σε ένα είδος κακοφορμισμένης εφηβείας. Συναντηθήκαμε όταν παραιτήθηκα από τη θέση του υπεύθυνου ξένης λογοτεχνίας στον Καστανιώτη και πρότεινα αυθόρμητα τον Ανταίο για αντικαταστάτη μου. Λες και είχαμε συνεννοηθεί, ενώ δεν είχαμε συνεννοηθεί. Λες και ήξερα πως η αγάπη του για τη λογοτεχνία, την οποία μοιραζόμασταν όπως παλιότερα τον εκνευρισμό μας και τους μικροκαβγάδες μας, ήταν αυτή που τον απελευθέρωσε από τις αγκυλώσεις της υπερπολιτικοποιημένης νεότητας. Τότε ήταν ήδη γνωστός μεταφραστής από τα ιταλικά. Η αγάπη του Ανταίου για τη λογοτεχνία ήταν έντιμη, γιατί ήταν ανεπιτήδευτη. Διάβαζε και μετέφραζε επειδή του άρεσε να διαβάζει και να μεταφράζει. Και αναλάμβανε την ευθύνη των επιλογών του χωρίς τη γνωστή αθηναϊκή επιτήδευση όπου ο καθένας που μπορεί να βάλει πέντε γραμμές σε μια σειρά και να δώσει όνομα στον έρωτά του παριστάνει τον Προυστ ή τον Μπόρχες.

Μείναμε φίλοι ως το τέλος. Ήταν απ’ αυτές τις φιλίες που δεν χρειάζεται να τις τροφοδοτείς με καθημερινές συνομιλίες για να ξέρεις πως υπάρχουν. Εξι μήνες μετά συνεχίζεις την κουβέντα εκεί που την άφησες έξι μήνες πριν χωρίς πολλά-πολλά. Συμφωνούσαμε στα βασικά. Και το βασικότερο όλων ήταν ότι η λογοτεχνία σού δείχνει έναν τρόπο να βλέπεις τον κόσμο, είναι μια αυτοκρατορία πολύγλωσση, πολυεθνική και ανεξίθρησκη, μια άσκηση πνευματικής ελευθερίας. Οι ιδεολογίες έρχονται και παρέρχονται, μασάνε πολλά μυαλά και πολλές ζωές, καταπίνουν νοημοσύνη και εμέσσουν απόψεις, όμως η άσκηση της ελευθερίας που είναι η ανάγνωση της λογοτεχνίας σε κρατάει πάντα ζωντανό. Τα δόγματα είναι για όσους μπερδεύουν το αίσθημα με τη βλακεία.

 Άσκηση ελευθερίας είναι και το γέλιο. Στις συναντήσεις μας τα τελευταία χρόνια, μεσημέρια στο Ιντεάλ της Πανεπιστημίου που δυστυχώς έκλεισε κι αυτό, γελούσαμε πολύ. Τον θυμάμαι να χαμηλώνει τον τόνο της φωνής για να μην ακουστεί και να μου αφηγείται το τελευταίο επεισόδιο της μικρής αθηναϊκής δημοκρατίας των γραμμάτων με τους καρατερίστες που το παίζουν πρωταγωνιστές.

Τη Δευτέρα στην κηδεία του άκουσα πολλά για το στρατευμένο του παρελθόν. Λυπάμαι Ανταίε μου, αλλά πήρα την απόφαση, όταν έρθει η ώρα μου να προτιμήσω να με συνοδεύσουν με την αθάνατη επιστολή του Παύλου προς τους Θεσσαλονικείς. Κι ας δηλώνω αγνωστικιστής όπως κι εσύ. Όμως αυτά έχουν οι φιλίες, οι πραγματικές. Χωρούν τις διαφωνίες, ακόμη κι όταν αφορούν ζητήματα γούστου και αισθητικής. Κι αυτό το είχε ο Ανταίος. Ζητούσε την κομψότητα, ακόμη και στο ντύσιμο, ακόμη και στα πνευματικά ζητήματα, ακόμη και στην πολιτική, μια σπάνια ευγένεια που δεν παραχωρεί τα δικαιώματά της στους χαλέδες που δίνουν τον τόνο των καιρών μας.

Όταν έμαθα πως πέθανε το πρώτο που σκέφτηκα ήταν πως επιτέλους λυτρώθηκε από το βάσανο που του επεφύλαξε η ζωή του για το τέλος της.


          ----------------------------------------------------------------------------------


O Ανταίος Χρυσοστομίδης, που απεβίωσε σήμερα, είχε γνωρίσει τους μεγαλύτερους συγγραφείς της εποχής μας. 

Αποχαιρετούμε έναν σπουδαίο άνθρωπο του βιβλίου.



ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΡΙΝΑ ΦΑΡΜΑΚΟΡΗ


Σήμερα έγινε γνωστός ο θάνατος του Ανταίου Χρυσοστομίδη, ενός σημαντικού ανθρώπου στον χώρο των εκδόσεων.  Με την αφορμή αυτή αναδημοσιεύουμε μια παλιότερη συνέντευξή του στη LIFO.



 Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LiFO
Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LiFO 


Διάβασα πως αποφασίσατε να ξεκινήσετε να κάνετε την εκπομπή γυρίζοντας από μία εκδρομή στη Δρέσδη.

 Ναι, ήμουν με τον φίλο μου τον Γιώργο τον Μπράμο σε ένα ταξίδι στη Γερμανία. Ήταν σύμβουλος προγράμματος στην ΕΡΤ τότε και συζητούσαμε ότι οι εκπομπές βιβλίου συνήθως, έτσι όπως γίνονταν, δεν εκμεταλλεύονταν το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της τηλεόρασης, την εικόνα, και είχαμε πάντα την αίσθηση ότι απευθύνονταν σε επαΐοντες, σε ανθρώπους, δηλαδή, που διαβάζουν πολύ σοβαρή λογοτεχνία. Εγώ του έλεγα την άποψή μου ότι το βιβλίο πρέπει να το φέρεις στον κόσμο χωρίς να κάνεις εκπτώσεις, δηλαδή να προτείνεις καλά βιβλία και μεγάλους συγγραφείς αλλά με έναν τρόπο που και να εκμεταλλεύεται την εικόνα και να μην απευθύνεται σε ορισμένους διανοούμενους μονάχα, γιατί οι συγγραφείς και η λογοτεχνία δεν απευθύνονται στους λίγους. Αυτό, λοιπόν, από την αρχή το είχα κουβεντιάσει και με τη Μικέλα τη Χαρτουλάρη και όταν το ποτάμι μπήκε στην κοίτη του είπαμε ότι αυτό θα έχουμε ως λογική γι' αυτό και δεν συζητάμε μόνο για λογοτεχνία μαζί τους.

 H λογοτεχνία, ακόμα και η βαριά, η σοβαρή, απευθύνεται σε ένα πλατύτερο κοινό. Αυτός είναι ο λόγος που στο εξωτερικό οι καλοί συγγραφείς πουλάνε, και μάλιστα περισσότερο από εδώ. Δηλαδή, παντού υπάρχουν Μαντάδες και Δημουλίδες, σε όλο τον κόσμο υπάρχουν τέτοιοι συγγραφείς, αλλά η αναλογία δεν είναι αυτή που υπάρχει στην Ελλάδα κι αυτό ίσως οφείλεται στο γεγονός ότι η καλή λογοτεχνία προτείνεται σε λίγους.  

 Πόσο εύκολο ήταν να σας εμπιστευθούν οι συγγραφείς; Λέτε στον πρόλογο του πρώτου βιβλίου ότι ξεκινάτε τη διαδικασία για να τους συναντήσετε με ένα e-mail και τελειώνετε με ένα μπουκάλι ούζο για δώρο.

Στην αρχή, για να είμαι ειλικρινής, χρησιμοποίησα όλους τους σπουδαίους, διάσημους φίλους μου, δηλαδή ανθρώπους που τους ήξερα, με ξέρανε, μου είχαν εμπιστοσύνη. Εδώ βοήθησε και η δουλειά μου στον Καστανιώτη, το ότι είμαι τόσα χρόνια υπεύθυνος ξένης λογοτεχνίας. Όταν όμως ξεκινάς με ονόματα όπως ο Άμος Οζ, ο Αντόνιο Ταμπούκι, ο Τζον Μπάνβιλ, ο Αντόνιο Φουέντες και ο Μάριο Βάργκας Λιόσα, όλα είναι πιο εύκολα μετά. Πρώτον, γιατί αυτοί, επειδή είναι και φίλοι, σε βοηθάνε και, δεύτερον, γιατί τα ονόματά τους γίνονται μαγνήτης για τους επόμενους.

  Πώς αποφασίσατε να μεταφέρετε τις εκπομπές σε βιβλίο;



Aνταίος Xρυσοστομίδης, Οι κεραίες της εποχής μου ΙΙ Ταξιδεύοντας με άλλους 30+1 διάσημους συγγραφείς απ' όλο τον κόσμο, Εκδόσεις Καστανιώτη, Σελίδες: 640, Τιμή: € 18,11


Έκανα μερικές απλές σκέψεις.

 Η πρώτη σκέψη είναι ότι λέγονται πάρα πολύ σοβαρά πράγματα σε αυτές τις συνεντεύξεις και ήθελα να αποτυπωθούν στο χαρτί, να υπάρχει ένα scripta manent, γιατί όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα που λένε αυτοί οι συγγραφείς δεν είναι κάτι που θα το διαβάσεις μια φορά, το κλείνεις και το βάζεις στη βιβλιοθήκη. Αν θέλεις, να μπορείς να επανέρχεσαι ξανά και ξανά.

 Το δεύτερο ήταν ότι πολλές φορές ηθελημένα κάνουμε παρόμοιες ερωτήσεις, ώστε να μπορεί ο τηλεθεατής και μετέπειτα ο αναγνώστης να κάνει συγκρίσεις, δηλαδή πώς βλέπει ο Τζον Λε Καρέ τη λογοτεχνία και πώς ο Ουμπέρτο Έκο. Αυτό το παιχνίδι μου άρεσε, το παιχνίδι των συγκρίσεων, και έπρεπε να είναι γραπτό, γιατί άλλο είναι να δεις μια εκπομπή που παρακολούθησες πριν από τρεις μήνες και άλλο να έχεις το βιβλίο και να πηδάς απλώς κεφάλαια για να δεις τι είπαν για το ίδιο θέμα δύο συγγραφείς. 

Τρίτον, υπάρχουν πάντα πράγματα που δεν φαίνονται στον τηλεοπτικό φακό, και επειδή εκείνη την ώρα δεν έχεις αναμμένη την κάμερα αλλά και επειδή τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα λέγονται off camera. 

Τέταρτο, και πολύ σημαντικό για μένα, είναι ότι ήθελα να μεταφέρω αυτή την πολύ σημαντική εμπειρία –γιατί ελάχιστοι άνθρωποι στον κόσμο έχουν κάνει τόσο πολλές συνεντεύξεις με τόσο σημαντικούς συγγραφείς– στους ανθρώπους που αγαπάνε τη λογοτεχνία, που διαβάζουν, αλλά ταυτόχρονα ήθελα να δώσω και τα προσωπικά μου συναισθήματα, τις εντυπώσεις...


Ο Ανταίος Χρυσοστομίδης, o Ίρβιν Γιάλομ, η Μικέλα Χαρτουλάρη και ο σκηνοθέτης Γιώργος Κορδέλας.
 Ο Ανταίος Χρυσοστομίδης, o Ίρβιν Γιάλομ, η Μικέλα Χαρτουλάρη και ο σκηνοθέτης Γιώργος Κορδέλας.



  Ο Ευγενίδης, ένα από τα γνωστά στο ελληνικό κοινό ονόματα, εμφανίζεται στο δεύτερο βιβλίο σας. Όπως λέτε, δεν σας άρεσε... 

Μου φάνηκε πολύ Αμερικανός, δεν είναι καθόλου Έλληνας – πολύ παραπάνω Έλληνας είναι ο Τζορτζ Πελεκάνος. Δεν ήταν, όμως, αυτό που με ενόχλησε, αλλά το ότι έχει πολύ αμερικάνικες σκέψεις για τη λογοτεχνία. Είναι της άποψης ότι το επάγγελμα του συγγραφέα είναι σαν όλα τα άλλα, για μένα δεν είναι έτσι. Ας πούμε, λέει ότι η Μπάρμπαρα Στρέιζαντ, ως δημόσιο πρόσωπο, έχει το δικαίωμα να λέει στην τηλεόραση την άποψή της για τον πόλεμο του Ιράκ, ενώ ένας συγγραφέας δεν ενδιαφέρει κανέναν. Αυτά είναι αμερικανιές με τις οποίες δεν πολυσυμφωνώ. 

  Διαβάζοντας τα βιβλία σας, βλέπω ότι με κάποιους από τους συγγραφείς έχετε αποκτήσει μια πιο προσωπική σχέση. Γράφετε ότι όταν πήρε το Νόμπελ το 2010 ο Μάριο Βάργκας Λιόσα, νιώσατε ότι το πήρε δικό σας άνθρωπος. Μιλήστε μας για το πώς αισθανθήκατε όταν αρχίσατε να αποκτάτε μια πιο προσωπική σχέση με συγγραφείς που για τους άλλους είναι μακρινοί, φωτεινοί...

 Κοίταξε να δεις, όσο πιο καλός και ταλαντούχος είναι ένας συγγραφέας ή ένας καλλιτέχνης, τόσο πιο απλός και πιο προσβάσιμος άνθρωπος είναι. Βεβαίως, προφανώς έχω κι εγώ τη δική τους εκτίμηση. Εννοώ πως είναι κάπως αμοιβαία αυτά τα πράγματα. Ο Λιόσα, ας πούμε, και ο Φουέντες δε μου αρέσανε μόνο ως συγγραφείς αλλά και ως άνθρωποι. Αλλά υπήρχανε και συγγραφείς τους οποίους δεν τους ήξερα προσωπικά, ήξερα μόνο το έργο τους και υπήρξε μια χημεία μεταξύ μας, ένας έρωτας...  

Ο Ανταίος Χρυσοστομίδης και ο Ουμπέρτο Έκο βγάζοντας το κάλυμμα της πισίνας για να κολυμπήσουν.
Ο Ανταίος Χρυσοστομίδης και ο Ουμπέρτο Έκο βγάζοντας το κάλυμμα της πισίνας για να κολυμπήσουν. 


Τον Φουέντες τον χαρακτηρίζετε πατριάρχη, σοφό. Λέτε πως ήταν ο οδηγητής που πολλοί θα ήθελαν να είναι και δεν τα κατάφεραν. 

Ναι, και είναι κρίμα που πέθανε χωρίς Νόμπελ. Παρότι στο έργο του υπάρχουν ανισότητες, ήταν σπουδαίος άνθρωπος, δηλαδή χαιρόσουν να είσαι μαζί του και να περπατάς. Τον Φουέντες, τον Λιόσα, τον Μπάνβιλ, τον Οζ, τον Γκρόσμαν, τον Ταμπούκι βεβαίως, πάρα πολλούς συγγραφείς από αυτούς που πήρα συνέντευξη, είχα την ευκαιρία να τους δω πολλές φορές στη ζωή μου. 

  Με τον Ταμπούκι έχετε γράψει κι ένα βιβλίο (Ένα πουκάμισο γεμάτο λεκέδες, Άγρα 1999). 

Ναι, και έχω μεταφράσει γύρω στα δεκαπέντε βιβλία του. Θέλω να πω ότι υπάρχουν και συγγραφείς που δεν τους ήξερα καθόλου και τους ένιωσα σαν αδέλφια μου. Ας πούμε, με τη Χέρτα Μύλερ που είναι ένας δύσκολος, τραυματισμένος άνθρωπος, ένιωσα, την ώρα που μιλούσαμε, ότι μας συνέδεαν πολλά πράγματα... 

  Έπαιξε ρόλο σε αυτό και η προσωπική, οικογενειακή σας ιστορία, η οποία σας βοήθησε να την προσεγγίσετε... (Σημ.: ο πατέρας του Ανταίου Χρυσοστομίδη, Σοφιανός, εξορίστηκε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας)

 Ναι, ναι, και η δική της ιστορία. Γι' αυτό, στο ερώτημα αν πρέπει να ξέρεις τη ζωή των άλλων, απαντώ ότι δεν είναι αξίωμα, αλλά, μερικές φορές, γνωρίζοντας κάποια πράγματα απ' τη ζωή τους, μπορείς να ερμηνεύσεις καλύτερα το έργο τους, να βρεις κι άλλα κλειδιά για να το καταλάβεις. Ας πούμε, το ότι η Μύλερ ήταν μια γυναίκα με μπαμπά ναζί, που μεγάλωσε σε γερμανόφωνο μικρό χωριό στη Ρουμανία, που δεν ήξερε ρουμάνικα και όταν τα έμαθε, ανακάλυψε τη δικτατορία του Τσαουσέσκου, το ότι μπήκε στην αντίσταση, ή το ότι μια καλή της φίλη βρέθηκε κρεμασμένη από τη λάμπα του δωματίου της, όλα αυτά σε βοηθάνε ίσως να καταλάβεις καλύτερα το έργο της, που είναι δύσκολο και αρκετά στρυφνό. 

   Ένας άλλος νομπελίστας, ο οποίος σας δυσκόλεψε ως χαρακτήρας, ήταν, νομίζω, ο Ορχάν Παμούκ. 

Ναι, αυτός ο άνθρωπος έχει την αίσθηση ότι πρέπει να γράφει έναν τεράστιο αριθμό λέξεων την ημέρα, άρα κάθε συνέντευξη, οτιδήποτε τον αποσπά απ' αυτό, το βλέπει αρνητικά. Δεν τον ανάγκασε, βέβαια, κανείς να μας συναντήσει, αλλά είχε ένα άγχος να τελειώνουμε, να το βγάλει πέρα όλο αυτό ψυχρά, επαγγελματικά.   

Ο Ανταίος Χρυσοστομίδης και η Χέρτα Μύλερ στο Σπίτι της λογοτεχνίας του δυτικού Βερολίνου.
Ο Ανταίος Χρυσοστομίδης και η Χέρτα Μύλερ στο Σπίτι της λογοτεχνίας του δυτικού Βερολίνου.


  Με κάποιους από τους συγγραφείς που συναντήσατε περάσατε χρόνο μαζί και σε προσωπικό επίπεδο. Ας πούμε, διαβάζουμε ότι με τον Ίαν Μακ Γιούαν ήπιατε ένα βράδυ... 

Ναι, αυτό το κάνουμε με όλους όσο μπορούμε κι αυτές είναι οι πιο ωραίες στιγμές. Με τον Ουμπέρτο Έκο ζήσαμε δυο ολόκληρες μέρες από το πρωί μέχρι το βράδυ στο σπίτι του. Έκανα μπάνιο στην πισίνα μαζί του, κοιμήθηκα στο γρασίδι του κήπου του την ώρα που εκείνος κοιμόταν στο δωμάτιό του, φάγαμε μακαρονάδες, κοτόπουλα, ήπιαμε ούζα... Αυτά είναι που λύνουν τους ανθρώπους και τελικά σε κάνουν να τους γνωρίσεις. Αυτά δεν βγαίνουν στην τηλεόραση εύκολα, ενώ βγαίνουν στο βιβλίο. Με τον Λεονάρδο Παδούρα ήμαστε μια εβδομάδα στην Κούβα συνέχεια μαζί, με τον Αντρέι Κούρκοφ έχω κάνει την καλύτερη βοτκοποσία στη ζωή μου, σε ένα νησάκι στον Δνείστερο. Ήταν ωραίος και στη συνέντευξη –τώρα είναι και της μόδας οι Ουκρανοί–, αλλά όταν πίναμε μαζί και τρώγαμε τις ρέγκες που τρώνε εκεί, ήταν καταπληκτικός. Συζητήσαμε ακριβώς τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ουκρανία, γιατί από την απέναντι πλευρά του ποταμού υπήρχε μια ρώσικη εκκλησία.  

 Με κάποιους από τους συγγραφείς έχετε βρεθεί στην Ελλάδα, οι οποίοι μάλιστα την αγαπάνε. Για παράδειγμα, ο Τζον Λε Καρέ που δεν έδινε συνεντεύξεις, σας έδωσε επειδή είστε Έλληνας και επειδή έμαθε ότι ο πατέρας σας ήταν Αριστερός.

 Ναι, σχεδόν όλοι αγαπάνε την Ελλάδα, οι περισσότεροι από αυτούς και επειδή έκαναν ελληνικά στο γυμνάσιο, κλασικές σπουδές. Υπάρχουν ορισμένοι που έχουν ιδιαίτερη σχέση με τη χώρα. Ο Γκράχαμ Σουίφτ είχε ζήσει στην Ελλάδα κάποια χρόνια, μάλιστα δίδασκε σε φροντιστήριο αγγλικά! Εδώ έγραψε το πρώτο του μυθιστόρημα. Ο Σεμπάστιαν Μπάρυ έρχεται πολύ συχνά, όπως και ο Νταβίντ Γκρόσμαν και ο Αβραάμ Γεοσούα. 

  Υπήρχε μια δυσκολία να συναντήσετε τον Τόμας Τράνστρεμερ που πήρε το Νόμπελ το 2011, με τον οποίο κλείνετε τον δεύτερο τόμο. Πόσο εύκολο ήταν να καταφέρετε να μιλήσετε μαζί του;

 Δεν ήταν τόσο δύσκολο να κανονίσω ραντεβού, δύσκολη ήταν η επικοινωνία γιατί ο άνθρωπος έχει πάθει εγκεφαλικό και δεν μιλάει, δεν καταλαβαίνεις τι λέει. Είναι η γυναίκα του δίπλα, η οποία καταλαβαίνει και σου μεταφράζει, αλλά αυτός παρακολουθεί πολύ καλά. Αν η γυναίκα του πει κάτι που δεν τον εκφράζει, τη σταματάει και της το ξαναλέει. Βεβαίως, δεν ήταν μια συνέντευξη μεγάλη σε διάρκεια γιατί κουράζεται –η δεξιά του πλευρά είναι παράλυτη–, αλλά ήταν από τις πιο συγκινητικές: μας έπαιξε πιάνο με το αριστερό χέρι και, γενικά, ήταν ένα μάθημα που σου έδινε κουράγιο για τη ζωή. Παρά την κατάστασή του, επέμενε και ταξίδευε. Έδωσε μερικές συνεντεύξεις μετά το Νόμπελ και μετά από τη δική μας είπε ότι θα σταματούσε.  

 Μια δυσκολία άλλου τύπου είχε και η Χέρτα Μύλερ με τα φώτα...

 Ναι, η Χέρτα Μύλερ είναι κλειστή σαν στρείδι, το οποίο κατάφερα να ανοίξω. Εγώ θεωρώ ότι καλός δημοσιογράφος δεν είναι αυτός που βγάζει λαγούς απ' τη συνέντευξη, λαβράκια, αλλά αυτός που δημιουργεί μια καλή ατμόσφαιρα, ώστε ο άλλος να μιλήσει ελεύθερα. Δεν πας να βγάλεις κουτσομπολίστικη είδηση, τουλάχιστον εμένα δεν με ενδιαφέρει αυτό. Με ενδιαφέρει να δώσω στον αναγνώστη, στον τηλεθεατή το πορτρέτο του ανθρώπου από τον οποίο παίρνω συνέντευξη με όσο το δυνατό μεγαλύτερη σαφήνεια. Βεβαίως, πάντα υπάρχει η κάμερα, πάντα υπάρχει ο προβολέας, αλλά τη Μύλερ, ας πούμε, που ήταν πάρα πολύ φοβισμένη στις συνεντεύξεις –ήταν η πρώτη της τηλεοπτική συνέντευξη, δεν δίνει ποτέ, γιατί της θυμίζει την ασφάλεια, την ανάκριση επί Τσαουσέσκου– τελικά την έπεισα. Τρεισήμισι χρόνια την κυνηγούσα...   


Ο Ανταίος Χρυσοστομίδης με τη Μικέλα Χαρτουλάρη και τον Τζέφρι Ευγενίδη.
Ο Ανταίος Χρυσοστομίδης με τη Μικέλα Χαρτουλάρη και τον Τζέφρι Ευγενίδη.


Μιλήσατε και με κάποιους από τους πιο δημοφιλείς στο ελληνικό κοινό συγγραφείς, όπως είναι ο Ίρβιν Γιάλομ, ο Τζόναθαν Κόου. Τι εντυπώσεις αποκομίσατε από αυτές τις συναντήσεις; 

Ο Γιάλομ είναι ένας συμπαθέστατος κύριος, εξαιρετικά προσηνής, χωρίς τίποτα το διδακτικό πάνω του, παρότι, όπως κι ο ίδιος είπε στη συνέντευξη, γράφει τα μυθιστορήματα για να εκλαϊκεύσει τις ψυχαναλυτικές του θεωρίες. Μου έκανε πολύ καλή εντύπωση, τον είδαμε σχετικά λίγο, στο σπίτι του – είναι και μεγάλος σε ηλικία πια. Με τον Κόου ήμασταν δυο μέρες μαζί, τη μία στο σπίτι του και την άλλη στην πόλη όπου γεννήθηκε, το Μπέρμιγχαμ, στο οποίο εξελίσσονται όλα τα βιβλία του. Πήγαμε, είδαμε το σπίτι των γονιών του, τους γονείς του. Είναι ένας πολύ συμπαθής και έντονα πολιτικοποιημένος άνθρωπος. 

  Από τους συγγραφείς που έχετε γνωρίσει, κάποιους από τους οποίους έχετε μεταφράσει κιόλας, αν θα θέλατε να συστήσετε έναν στο ελληνικό κοινό, που δεν του είναι αρκετά γνωστός, ποιον θα διαλέγατε;

 Ωχ! Να σας δώσω δύο και τρεις... Δύσκολο, γιατί όλοι αυτοί είναι... Ας πούμε ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας είναι ένας άνθρωπος που, ενώ έχουν βγει πολλά βιβλία του στην Ελλάδα, δεν είναι τόσο γνωστός όσο θα έπρεπε. Η Άννυ Πρου, επίσης, είναι μια συγγραφέας που μου αρέσει πάρα πολύ και που είναι από τους συγγραφείς που έχουν την ικανότητα να δίνουν ψυχολογικά, ανθρώπινα πορτρέτα φοβερής οξυδέρκειας και γράφουν και πολύ ωραία.  

 Ο Χάρι Μούλις; 

Τον Μούλις τον αγαπούσα πολύ, ήταν από τους φίλους μου. Είχε τη φήμη ενός πολύ στριμμένου ανθρώπου, με εμένα όμως ήταν πάντα γλυκύτατος. Βρεθήκαμε πάρα πολλές φορές, βρισκόμαστε σχεδόν κάθε χρόνο στην έκθεση της Φρανκφούρτης. Αυτός, πράγματι, ήταν από τις περιπτώσεις που έπρεπε να πάρει το Νόμπελ και δεν το πήρε. Το αριστούργημά του είναι η Ανακάλυψη του Ουρανού (Καστανιώτης 2001). 

  Διαβάζετε τα βιβλία ενός συγγραφέα πριν τον συναντήσετε, έτσι δεν είναι; 

Ναι, το καλό είναι πως, ενώ το έχω κάνει επάγγελμα, εξακολουθώ να διαβάζω ως αναγνώστης, δεν μπορώ να διαβάσω διαγωνίως. Αν δε με ενδιαφέρει κάτι το παρατάω, αλλά έτσι και μ' ενδιαφέρει, το διαβάζω μέχρι τέλους.  

 Τους συγγραφείς τους επιλέγετε με κριτήριο τι ενδιαφέρει εσάς; 

Στην αρχή ναι, τώρα πλέον είναι και πολλοί, είναι ογδόντα συγγραφείς. Θέλω να έχουν ένα ενδιαφέρον. Βεβαίως, δεν θέλω σώνει και καλά να είναι σοβαροί, αλλά να μπορώ να συζητήσω κάτι ενδιαφέρον μαζί τους, γιατί συζητάμε τα πάντα. Με τον Αμίν Μααλούφ συζητήσαμε πολύ τη διάσταση Ανατολής-Δύσης, με τον Άλαν Χόλινγκχερστ συζητούσαμε για τη σεξουαλική απελευθέρωση, με την Μάργκαρετ Άτγουντ για το θέμα της γυναίκας στη λογοτεχνία, με τη Ναντίν Γκόρντιμερ για τον ρατσισμό.


Ο συγγραφέας Τζόναθαν Κόου με τους παρουσιαστές Μικέλα Χαρτουλάρη και Ανταίο Χρυσοστομίδη.
Ο συγγραφέας Τζόναθαν Κόου με τους παρουσιαστές Μικέλα Χαρτουλάρη και Ανταίο Χρυσοστομίδη. 


Η ΕΡΤ έκλεισε, η εκπομπή σταμάτησε ξαφνικά. Τι πρόκειται να γίνει, θα υπάρξει κάποια συνέχεια;

Ξέρω ότι αυτό τον καιρό ετοιμάζουν τη ΝΕΡΙΤ και μαζί κάποια προγράμματα. Δεν έχω κάποια επίσημη ενημέρωση, εμείς πάντως έχουμε κάνει την αίτησή μας κι ελπίζω να είναι θετική η απάντηση. Αυτό που με εξέπληξε είναι ότι αυτή η εκπομπή, η οποία σιγά-σιγά κέρδισε το κοινό της, τα κατάφερε, δεν απευθύνεται σε σούπερ διανοούμενους αλλά και σε απλούς ανθρώπους. Εμένα με σταματάνε στον δρόμο λες και είμαι ηθοποιός και μου λένε διάφορα, πόσο χαίρονται και τα λοιπά. Δεν ξέρω αν οι υπεύθυνοι το γνωρίζουν αυτό και πόσο μπορούν να το αντιληφθούν, αλλά νομίζω πως σίγουρα είναι μια εκπομπή που αρέσει. Άλλωστε, ο ρόλος της κρατικής τηλεόρασης είναι να κάνει και πράγματα που δεν θα κάνουν οι ιδιωτικοί σταθμοί. Οι ιδιωτικοί σταθμοί στην Ελλάδα, ιδιαίτερα τώρα, την περίοδο της κρίσης, είναι χαμηλότατου επιπέδου, δυστυχώς.  

 Το αρχείο της εκπομπής αυτήν τη στιγμή πού βρίσκεται;

 Στην ΕΡΤ. Όσο λειτουργούσε η ΕΡΤ υπήρχαν κάποιες εκπομπές στο Διαδίκτυο, τώρα όχι πια. Υπάρχουν τα βιβλία μόνο, τα οποία, εντάξει, δίνουν την εικόνα, δίνουν ένα μεγάλο μέρος από τις συνεντεύξεις... 

  Θα μπορούσατε να προτείνετε στους αναγνώστες της LifO κάποια από τα αγαπημένα σας βιβλία, από αυτά που έχετε διαβάσει με αφορμή την εκπομπή;

 Θα έλεγα του Λεονάρδο Παδούρα, το Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά (Καστανιώτης 2013), θα πρότεινα, ειδικά για νέους, μοντέρνους ανθρώπους, το F του Ντάνιελ Κέλμαν (Καστανιώτης 2013), ένα πανέξυπνο, ευφυές βιβλίο, και τη Γιορτή του Τράγου του Λιόσα (Καστανιώτης 2002). Επίσης, θα πρότεινα το τελευταίο βιβλίο του Άμος Οζ που λέγεται Εικόνες από τη ζωή στο χωριό (Καστανιώτης 2013). Πρόκειται για υπερρεαλιστικά διηγήματα που εμένα μου άρεσαν πολύ.   


        ----------------------------------------------------------------------------------------




Ο Ανταίος Χρυσοστομίδης γεννήθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου. Δημοσιογράφος, μεταφραστής και υπεύθυνος της ξένης λογοτεχνίας στις Εκδόσεις Καστανιώτη. 

Το 2003 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης, ενώ το 2004 το ιταλικό κράτος του απένειμε τον τίτλο του Ιππότη Εργασίας.

 Με τη Μικέλα Χαρτουλάρη, από το 2006, παρουσιάζουν την τηλεοπτική εκπομπή «Οι κεραίες της εποχής μας» (ΕΡΤ).

Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν:








 ------------------------------------------------------------------------------------------------------------


Έφυγε ένας δικός μας άνθρωπος, ο Ανταίος Χρυσοστομίδης

Ένας δικός μας άνθρωπος, της "Αυγής", της δημοσιογραφίας, της ανανεωτικής Αριστεράς και των κοινωνικών αγώνων, αλλά κυρίως της καρδιάς μας, βαθιά ευγενής και συναισθηματικός, γνωστός και αγαπημένος συγγραφέας και μεταφραστής, ο Ανταίος Χρυσοστομίδης έφυγε από κοντά μας στα 63 του χρόνια.

Γιός του δημοσιογράφου Σοφιανού Χρυσοστομίδη, ο γεννημένος στο Κάιρο της Αιγύπτου Ανταίος Χρυσοστομίδης υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς μεταφραστές ιταλικών στην Ελλάδα.
Εξάλλου οι σπουδές αρχιτεκτονικής του έγιναν στην Ιταλία τα χρόνια της δικτατορίας οπότε και άρχισε να μεταφράζει από τα Ιταλικά. Στην Ιταλία καλλιέργησε τις ιδέες του για την ανανεωτική Αριστερά και το ευρωπαϊκό όραμα τις οποίες δεν έπαψε ποτέ να υπηρετεί.

Ανάμεσα στις τιμητικές διακρίσεις που ο Α. Χρυσοστομίδης είχε κερδίσει ήταν το Κρατικό Βραβείο Ξένης Λογοτεχνικής Μετάφρασης και ο τίτλος του Ιππότη Εργασίας που το 2004 του απένειμε το ιταλικό κράτος για την προσφορά του στην εξάπλωση του ιταλικού  πολιτισμού. Ο Χρυσοστομίδης υπήρξε επίσης υπεύθυνος της ξένης σειράς των εκδόσεων Καστανιώτης.

Υπήρξε ο άνθρωπος που έκανε γνωστό στο ελληνικό κοινό τον Αντόνιο Ταμπούκι, με τον οποίο και τον συνέδεε μια βαθιά φιλία, αλλά και τον Ιταλό Καλβίνο, του οποίου υπήρξε βασικός μεταφραστής.

Τα τελευταία χρόνια οι προσωπικές σχέσεις που είχε αναπτύξει με ξένους συγγραφείς (Αντόνιο Ταμπούκι, Αμος Οζ, Μάριο Βάργκας Λιόσα κ.α.) αναδείχθηκαν στην δημοφιλή τηλεοπτική εκπομπή για το βιβλίο «Οι κεραίες της εποχής μου» την οποία συμπαρουσίαζε με τη δημοσιογράφο Μικέλλα Χαρτουλάρη.

Η κηδεία του θα γίνει τη Δευτέρα 17 Αυγούστου, στις 12.00 μ. από το Α' Νεκροταφείο.

 -----------------------------------------------------------------------------------------------------

Πέθανε ο δημοσιογράφος Ανταίος Χρυσοστομίδης

Τον συγγραφέα και μεταφραστή Ανταίο Χρυσοστομίδη, έναν άνθρωπο κοσμοπολίτη, υψηλής καλλιέργειας, ανοιχτών οριζόντων και σπάνιου ήθους, κατευόδωσαν σήμερα στην τελευταία του κατοικία στο Α’ Νεκροταφείο όπου κηδεύτηκε με πολιτική κηδεία, φίλοι, συνεργάτες, παλιοί του συναγωνιστές, συγγραφείς και αναγνώστες του.

Με απέραντη αγάπη και βαθιά συγκίνηση αποχαιρέτησαν τον δικό τους Ανταίο, ο κριτικός κινηματογράφου και συγγραφέας Γιώργος Μπράμος – «ήσουν ο πιο ορμητικός απ όλους μας, πάντα σε όλα μέσα, δεν εγκατέλειψες ποτέ ούτε στο τέλος, την δοκιμασία της ασθένειας γιατί ήσουν παιδί της αντίστασης» είπε ο συνοδοιπόρος του από τα φοιτητικά τους χρόνια στην Ιταλία και της ένταξης τους στην οργάνωση Ρήγας Φεραίος.

Η δημοσιογράφος και συνεργάτις του Ανταίου Χρυσοστομίδη, στην επιτυχημένη τηλεοπτική εκπομπή λογοτεχνίας «Οι κεραίες της εποχής μας», Μικέλα Χαρτουλάρη τον αποχαιρέτησε καταλήγοντας: «επιστρέφεις στην γη που έδωσες δύναμη και πήρες το όνομά σου» . «Είχε κάτι από πουλί ο άνθρωπος που πέθανε σήμερα, είχε την τέχνη να συναρπάζει χωρίς συναισθηματισμούς», ήταν τα λόγια του συγγραφέα Άρη Φιορέτου στο κείμενο που έγραψε για τον εκλιπόντα και διάβασε ο μεταφραστής Κώστας Κοσμάς.

Στερνό αντίο στον Ανταίο Χρυσοστομίδη απηύθυνε με χαιρετισμό του και ο πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ , Θανάσης Θεοχαρόπουλος.

Στην κηδεία παραβρέθηκαν μεταξύ άλλων οι Μίλτος Κύρκος, ευρωβουλευτής από το Ποτάμι, ο Σπύρος Λυκούδης ο βουλευτής του Συριζα Νίκος Φίλης, ο Παναγιώτης Λαφαζάνης, ο Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, οι συγγραφείς Ζυράννα Ζατέλη, Φωτεινή Τσαλίκογλου, Αχιλλέας Κυριακίδης, Μιχάλης Φακίνος, Θανάσης Νιάρχος, οι εκδότες Θανάσης Καστανιώτης, Σταύρος Πετσόπουλος, κ.α.

-----------------------------------------------------------------------------------------------------


11η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης: Ας μην είναι η τελευταία...
|
01.06.2014


11η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης: Ας μην είναι η τελευταία...


11η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης: Ας μην είναι η τελευταία...


Η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης πρέπει να ζήσει. Στην Ελλάδα της κρίσης και της τσαπατσουλιάς δεν έχουμε άλλωστε πολλούς τέτοιους θεσμούς άξιους να διασωθούν


 Η φετινή Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, η 11η στη σειρά, δεν θα μείνει στην Ιστορία. Ή, αν μείνει, θα μείνει ως αυτή που είχε τους λιγότερους επισκέπτες μέσα σε μια σειρά λιγότερο ή περισσότερο πετυχημένων εκθέσεων βιβλίου της συμπρωτεύουσας.

Όχι πως ήταν αποτυχημένη. Οι γνωστοί Έλληνες εκδότες, εκτός κάποιων εξαιρέσεων, ήταν όλοι εκεί, οι Έλληνες συγγραφείς έδωσαν όπως πάντα το παρών τους είτε παρουσιάζοντας τα νέα τους βιβλία, είτε παρουσιάζοντας βιβλία συναδέλφων τους, οι εκδηλώσεις ήταν ως επί το πλείστον ενδιαφέρουσες και η τιμώμενη χώρα -το Ισραήλ- είχε μια καλή, συγκροτημένη παρουσία. Όμως, ο κόσμος της Θεσσαλονίκης αυτήν τη φορά δεν ήρθε μαζικά όπως άλλες χρονιές.

Η κρίση δεν έχει σχέση. Ή, αν έχει σχέση, φαινόταν μονάχα στις αισθητά λιγότερες αγορές βιβλίων που έκαναν οι επισκέπτες της έκθεσης. Άλλοι ήταν οι λόγοι, αλλά κανείς δεν μπορεί να τους προσδιορίσει επακριβώς. Κάποιοι ισχυρίζονταν ότι ήταν το πρώτο ηλιόλουστο Σαββατοκύριακο μετά από μια αλυσίδα βροχερών εβδομάδων, άρα πολλοί προτίμησαν να εκδράμουν εκτός Θεσσαλονίκης. (Βεβαίως, στο κέντρο της πόλης, δεν έβρισκες ούτε άδεια καρέκλα, πόσο μάλλον τραπέζι, σε εστιατόρια, μπαράκια και καφέ. Αυτό όμως ίσως να είναι μια άλλη ιστορία). Κάποιοι άλλοι υποστήριζαν ότι το συγκεκριμένο Σαββατοκύριακο ήταν παραφορτωμένο από εκδηλώσεις, φεστιβάλ, αθλητικά γεγονότα κ.λπ. Κάποιοι τρίτοι εντόπιζαν το πρόβλημα στις επερχόμενες εκλογές: οι μισοί Έλληνες, σου λένε, είναι υποψήφιοι και οι άλλοι μισοί έτρεχαν να τους υποστηρίξουν στις προεκλογικές τους ανάγκες. Στο πλαίσιο αυτό φαίνεται ότι και η πόλη της Θεσσαλονίκης δεν έδωσε την απαραίτητη σημασία στην προβολή της Έκθεσης όπως έκανε τα προηγούμενα χρόνια. Τέλος, υπήρχαν και εκείνοι που έριχναν την ευθύνη στο γεγονός ότι η Έκθεση έχει μείνει, πολύ καιρό τώρα, ακέφαλη.

Αυτό το τελευταίο επιχείρημα φαίνεται και το πιο σοβαρό. Μετά τη φαεινή ιδέα του κ. Τζαβάρα να ακυρώσει το ΕΚΕΒΙ και τη μεσοβέζικη απόφαση του κ. Παναγιωτόπουλου να εντάξει τα υπολείμματά του στον έτσι και αλλιώς ετοιμόρροπο μηχανισμό των Κέντρων Πολιτισμού, δεν υπήρχε ο άνθρωπος που θα κατεβάσει φρέσκες ιδέες και θα δώσει τη νέα πνοή που έχει ανάγκη κάθε χρόνο μια Έκθεση. Οι τρεις ή τέσσερις υπάλληλοι του ΕΚΕΒΙ που ανέλαβαν την οργάνωση της 11ης Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης έκαναν αξιοθαύμαστη δουλειά, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψιν μας το μικρό χρονικό διάστημα που είχαν στη διάθεσή τους. (Είναι κοινό μυστικό ότι η έκθεση παραλίγο να μη γίνει αφού μέχρι να πάρει μπρος το υπουργείο Πολιτισμού, χάθηκε πολύτιμος χρόνος). Άλλο όμως η τεχνική οργάνωση και άλλο ένας υπεύθυνος που θα μπορεί να παίρνει πρωτοβουλίες και αποφάσεις. Η κεκτημένη ταχύτητα των προηγούμενων εκδηλώσεων δεν μπορεί να διαρκεί επ΄ άπειρον.

***
Αλλά και η παρουσία του Ισραήλ ως τιμώμενης χώρας δεν ήταν, μέχρι και την τελευταία στιγμή, σίγουρη. Μια απεργία πολλών εβδομάδων των διπλωματικών υπαλλήλων του Ισραήλ σε όλο τον κόσμο κόντεψε να τινάξει στον αέρα τα σχέδια των συνήθως καλά οργανωμένων Ισραηλινών. Τελικά όμως όλα πήγαν κατ' ευχήν και το Ισραήλ μπόρεσε να φέρει συγγραφείς σαν τον ευφυή Έντγκαρ Κέρετ, την ιστορικό Φάνια Οζ, κόρη του Άμος Οζ, με τον οποίο έγραψε ένα βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε και στην Ελλάδα, και τη μυθιστοριογράφο Τσουργιά Σαλέβ. Το Ισραήλ, που έχει να επιδείξει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες εθνικές λογοτεχνίες του καιρού μας, είναι μια χώρα στην οποία οι συγγραφείς παίζουν σημαντικό πολιτισμικό και πολιτικό ρόλο, πάντα προς μια προοδευτική κατεύθυνση. Οι συζητήσεις που οργάνωσε το Ισραήλ ως τιμώμενη χώρα ήταν όλες πολύ ενδιαφέρουσες και ήταν πάντα γεμάτες κόσμο, ιδιαίτερα όταν συνδέονταν με το εβραϊκό παρελθόν της Θεσσαλονίκης: τρανταχτό παράδειγμα η εκδήλωση με τον Θωμά Κοροβίνη, ο οποίος παρουσίασε παλιά σεφαραδίτικα τραγούδια.

Αν εξαιρέσουμε κάποια ακραία πολυγραφημένα χαρτιά που κυκλοφόρησαν και έβριζαν τον ρόλο των τριών σπουδαίων φιλειρηνιστών Ισραηλινών συγγραφέων Άμος Οζ, Αμπραάμ Γεοσούα και Ντάβιντ Γκρόσμαν (ποιος ξέρει γιατί αυτοί οι τρεις αριστεροί συγγραφείς βρίσκονται πάντα στο στόχαστρο ανθρώπων που, υποτίθεται, αγωνίζονται για την ειρήνευση στη Μέση Ανατολή και τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους), όλες οι εκδηλώσεις έγιναν ήσυχα, σε πολιτισμένο κλίμα, διαψεύδοντας τις Κασσάνδρες που ανησυχούσαν με την επιλογή του Ισραήλ ως τιμώμενης χώρας.

***

Φέτος τελείωσε το ευρωπαϊκό πρόγραμμα επιχορήγησης της Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, χάρη στο οποίο έγινε εφικτή η πραγματοποίηση αυτής που παραμένει η μόνη σοβαρή Έκθεση βιβλίου στη χώρα μας. Λέγετε ότι η Ευρώπη έχει προβλέψει νέα προγράμματα ΕΣΠΑ για το βιβλίο για τα επόμενα χρόνια. Ας ελπίσουμε ότι ως Έλληνες θα μπορέσουμε να πάρουμε ένα τμήμα των χρημάτων αυτών για να συνεχίσει να ζει η Έκθεση.

Το έχουμε ξαναγράψει πολλές φορές. Οι Έλληνες φίλοι του βιβλίου, εκδότες και αναγνώστες, συγγραφείς και δημοσιογράφοι, μεταφραστές και ατζέντηδες, αλλά και η ίδια η πόλη της Θεσσαλονίκης έχουν ανάγκη από αυτήν τη Διεθνή Έκθεση. Είναι ο μόνος χώρος όπου συναντιώνται οι άνθρωποι του βιβλίου και συζητάνε, είναι ο μόνος χώρος όπου παρουσιάζεται συγκροτημένα η βιβλιοπαραγωγή των τελευταίων χρόνων, ο μόνος χώρος όπου γίνονται τόσες πολλές και τόσο διαφορετικές μεταξύ τους εκδηλώσεις (και δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι ακόμα και στη φετινή Έκθεση, με τον λίγο κόσμο, οι εκδηλώσεις ήταν πάντα με γεμάτα ακροατήρια), ο τόπος όπου οι δημιουργοί συναντιούνται με τους αναγνώστες προς όφελος και των δύο. Και παρ' ότι η Έκθεση αυτή επιβαρύνει οικονομικά τους εκδότες (αφού το συντριπτικά μεγάλο ποσοστό τους κατοικοεδρεύει στην Αθήνα), καλό είναι να θυμόμαστε ότι οι εκθέσεις δεν μπορεί και δεν πρέπει να μετριούνται με βάση τους αριθμούς και τις αριθμητικές πράξεις.

Η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης πρέπει να ζήσει. Ας βάλουν ένα χέρι όλοι: το υπουργείο Πολιτισμού (και βεβαίως ο υπουργός δεν ήρθε!), οι εκδότες, οι δημοσιογράφοι, ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης και οι βιβλιόφιλοι της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας γενικότερα. Στην Ελλάδα της κρίσης και της τσαπατσουλιάς δεν έχουμε άλλωστε πολλούς τέτοιους θεσμούς άξιους να διασωθούν.

 ---------------------------------------------------------------------------------------


ΠΗΓΕΣ



Η Καθημερινή‎
















Δημοσίευση σχολίου