Σάββατο, 22 Αυγούστου 2015

ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ

                                        






« ΚΙ ΑΚΟΜΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΣΑ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΩ, ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΑΓΑΠΙΕΤΑΙ» -  ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

- Ένα μικρό διαμέρισμα, στη πλατεία, στον Άι-Γιώργη, ανάμεσα Επτανήσου και Ιθάκης, στον 5ο όροφο.

- Η Έλλη της Κυψέλης, η Κυψέλη της Λαμπέτης.

- Ένα μικρό διαμέρισμα με μια μεγάλη ανθισμένη βεράντα.

-Ένα μαγικό πλάσμα που πέρασε από τη ζωή μας σαν ένα σύννεφο, σαν ένα τριαντάφυλλο.

« Εγώ δεν είμαι παράξενη, εγώ είμαι αυτό που είμαι, δεν θέλω να είμαι κάτι που δεν είμαι, εσείς όλοι προσπαθείτε να δείξετε κάτι άλλο από αυτό που είσαστε πραγματικά- ( Πεγκ, καρδούλα μου ) » .

- « Αυτό που δεν υποφέρεται είναι η δεύτερη νύχτα..χθες.. η τρίτη απόψε.. και αύριο και μεθαύριο... να κάνει κανείς τι;»  (Mount Sinai Hospital), λίγο πριν το τέλος.

- Οι νεότερες γενιές δεν έχουν ακούσει το όνομά της ή έχουν ακούσει μόνο το όνομα της, φιγούρα θολή, εικόνα αμυδρή ( Φρέντυ Γερμανός ).

- Απορρίπτεται από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.

- « Ιδού η νέα Σάρα Μπερνάρ» , Μαρίκα Κοτοπούλη, ( Η Χάννελε πάει στον Παράδεισο )

- « Για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα τον κόσμο να κρατάει την ανάσα του » , Κάρολος Κουν ( Ματωμένος Γάμος )

- « Η Ελληνίδα Γκρέτα Γκάρμπο» , Άγγλοι κριτικοί ( Τελευταίο ψέμα- Κακογιάννης ).
- Σγουρδέλης, Αλεξανδράκης, Πλωρίτης, Χορν, Wakeman οι άντρες που τη σημάδεψαν.

- Όταν η Έλλη Λούκου γίνεται Έλλη Λαμπέτη από τον « Αστραπόγιαννο » του Βαλαωρίτη.

- Το μωρό που δεν ήρθε στη ζωή για εκείνη και τον Χορν και η Ελίζα που το δικαστήριο τής στέρησε.

- Η Σάρα « παιδί ενός κατώτερου Θεού» στη τελευταία παράσταση, χωρίς φωνή στο σανίδι, λαβωμένη από τον μαύρο θεριστή που έχει ήδη πάρει τη μητέρα της και τα αδέρφια της εκτός από την Αντιγόνη.










Κορυφαία ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου. Γεννήθηκε στις 13 Απριλίου του 1926 στα Βίλια Αττικής. Το πραγματικό της όνομα ήταν Έλλη Λούκου. Πατέρας της ήταν ο Κώστας Λούκος, ιδιοκτήτης ταβέρνας, και μητέρα της η Αναστασία Σταμάτη. Ο παππούς της, γνωστός ως Καπετάν-Σταμάτης, είχε πολεμήσει στο πλευρό του Κολοκοτρώνη, κατά την επανάσταση του 1821.

Το 1928 η οικογένειά της μετακόμισε στην Αθήνα. Δεκατρία χρόνια αργότερα, η Έλλη έδωσε εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, αλλά απορρίφθηκε. Ωστόσο, το ταλέντο της αναγνωρίστηκε από τη Μαρίκα Κοτοπούλη, που την πήρε κοντά της και σύντομα έγινε η αγαπημένη της μαθήτρια. Μάλιστα, της είχε τόση εμπιστοσύνη, ώστε της επέτρεψε να διαβάσει ακόμη και τις ερωτικές επιστολές που είχε λάβει από τον Ίωνα Δραγούμη, στις αρχές του 20ου αιώνα. Εκείνη τη χρονιά απέκτησε και το νέο της επώνυμο, το οποίο το επέλεξε από το βιβλίο «Αστραπόγιαννος» του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη.

Πολύ σύντομα, το 1942, έκανε την πρώτη επίσημη θεατρική της εμφάνιση, στο έργο «Η Χάννελε πάει στον Παράδεισο» του Χάουπτμαν. Τέσσερα χρόνια αργότερα καθιερώθηκε ως ηθοποιός εξαιρετικής εσωτερικότητας, με τον «Γυάλινο Κόσμο» στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν. Την ίδια χρονιά έκανε και το κινηματογραφικό της ντεμπούτο, στην ταινία «Αδούλωτοι Σκλάβοι». Από το 1948 συνεργάστηκε με τον σκηνοθέτη Κώστα Μουσούρη, τον μεγάλο αντίπαλο του Κουν. Εκείνη τη χρονιά γνωρίστηκε και με τον Αλέκο Αλεξανδράκη, τον πρώτο μεγάλο της έρωτα.

Το 1950 παντρεύτηκε με τον Μάριο Πλωρίτη. Ο γάμος τους, όμως, δεν άντεξε για πολύ... Χώρισαν τρία χρόνια αργότερα, όταν η Έλλη γνώρισε τον Δημήτρη Χορν. Μαζί έγραψαν μία από τις πιο αστραφτερές σελίδες στην υποκριτική τέχνη. Συγκρότησαν δικό τους θίασο, μαζί με τον Γιώργο Παππά, ανεβάζοντας έργα όπως: «Ο βροχοποιός», «Νυφικό Κρεβάτι», «Το παιχνίδι της Μοναξιάς», κ.α. Στη μεγάλη οθόνη, υπήρξαν συμπρωταγωνιστές στην «Κάλπικη Λίρα» (1956) του Γιώργου Τζαβέλα. Άλλες κινηματογραφικές επιτυχίες της Έλλης Λαμπέτη, αυτής της περιόδου, είναι το «Κυριακάτικο Ξύπνημα» (1954), «Το κορίτσι με τα μαύρα» (1956) και «Το τελευταίο ψέμα» (1957) του Μιχάλη Κακογιάννη.

Παρότι η Έλλη Λαμπέτη και ο Δημήτρης Χορν υπήρξαν αγαπημένο ζευγάρι στη ζωή και στο σανίδι, η σχέση τους έφτασε στο τέλος της το 1959. Δήλωσαν ότι θα ξανασυνεργαστούν σύντομα, κάτι όμως που δεν έγινε ποτέ. Έως τότε η Έλλη είχε χάσει τη μητέρα της, τρία αδέρφια κι ένα μωρό που θα αποκτούσε με τον Χορν. Η μόνη αχτίδα σ' αυτά τα τραγικά χρόνια ήταν η γνωριμία της με τον αμερικανό συγγραφέα Γουέικμαν, ο οποίος υπήρξε ο επόμενος σύζυγός της έως το 1976.

Η δεκαετία του '70 ήταν εξίσου σκληρή για την Έλλη Λαμπέτη. Εξαιτίας της λαχτάρας της για την απόκτηση ενός παιδιού, ενεπλάκη σε μία δικαστική περιπέτεια, που κράτησε τέσσερα χρόνια. Οι φυσικοί γονείς τής μικρής Ελίζας, που είχε υιοθετήσει, διεκδίκησαν και πήραν την κηδεμονία του παιδιού το 1974.

Τα επόμενα χρόνια ήταν μία μάχη με την επάρατο νόσο, από την οποία είχε προσβληθεί από το 1967. Δεν το έβαλε κάτω και συνέχισε να παίζει στο θέατρο, αποσπώντας εντυπωσιακές κριτικές. Η τελευταία της εμφάνιση ήταν το 1981, στο έργο «Σάρα - Τα παιδιά ενός κατώτερου θεού», όπου έπαιξε θαυμαστά το ρόλο της κωφάλαλης Σάρας. Λίγο αργότερα, η υγεία της επιδεινώθηκε. Έχασε τη φωνή της και τελικά άφησε την τελευταίας της πνοή στις 3 Σεπτεμβρίου του 1983, στο αμερικάνικο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν.

Η ζωή της γράφτηκε σε βιβλίο από τον καλό της φίλο Φρέντυ Γερμανό κι έγινε μπεστ σέλερ, 13 χρόνια μετά το θάνατό της.

 ===============================================


EllieLambeti



Το 1948 η Έλλη Λαμπέτη έπαιζε στο θίασο της κυρίας Κατερίνας που είχε την κακή
συνήθεια στην πρόβα να ξεχνάει τα ονόματα των ηθοποιών και να αναφέρεται σ’ αυτές με βάση το χρώμα του φορέματος που φορούσαν. “Εσύ η μπλε, ξαναπές την ατάκα σου” είπε κάποια στιγμή στην ηρωίδα μας. Και αυτή φυσικά δεν δέχτηκε ν’ ακούσει. Η έκκληση επαναλήφθηκε ξανά και ξανά σε υψηλότερους τόνους με την Λαμπέτη εν κατακλείδι να απαντά: “Σ’ εμένα μιλάτε; Ξέρετε πάσχω από αχρωματοψία”.

Όταν την κάλεσαν με τον Κακογιάννη στα γραφεία της Φοξ και της πρότειναν συμβόλαιο ενός χρόνου αρνήθηκε. Της αντιπρότειναν πολυετές, δεύτερη άρνηση. Τότε ακριβώς στράφηκε προς τον σκηνοθέτη και του ζήτησε να φύγουν. “Έχω θέατρο στην Ελλάδα”, του είπε, “το ξέχασες;”




ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΙΑΦΚΟΣ από το βιβλίο – αφιέρωμα της Ελευθεροτυπίας “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ” Εκδόσεις ΤΕΓΟΠΟΥΛΟΣ


Ο Μιχάλης Κακογιάννης γράφει για την Έλλη Λαμπέτη:

Υπήρξε περίοδος στη ζωή μου που μόλις ξυπνούσα το πρωί αναρωτιόμουν τι ώρα θα έβλεπα την Έλλη.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ από το βιβλίο – αφιέρωμα της Ελευθεροτυπίας “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ” Εκδόσεις ΤΕΓΟΠΟΥΛΟΣ

 

Όταν η Έλλη ανακοίνωσε στην οικογένειά της την απόφασή της να γίνει ηθοποιός, ο δίδυμος αδελφός της, ο Τάκης της είπε:

“Έλλη, φοβάμαι”. Κι επειδή η αδερφή του τον κοίταζε ξαφνιασμένη: “Μεγάλωσες σε ένα σπίτι γεμάτο από αγάπη. Πώς θ’ αντέξεις τώρα σε ένα επάγγελμα που δεν θα σ’ αγαπάει κανείς;”

“Γιατί δεν θα μ’ αγαπάει κανείς;” ρώτησε η Έλλη.

Ο Τάκης την κοίταξε ήρεμα: “Γιατί θα ‘σαι η πρώτη”, της είπε.


page131_1
Η Έλλη Λαμπέτη λέει το εκφραστικότερο “Σ’ αγαπώ” στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου

Θα μπορούσε να ‘ναι μια τσακισμένη γυναίκα, έτσι όπως γυρίζει στις 25 Σεπτεμβρίου του 1980 με καμένα τα σπλάγχνα από τις ακτίνες λέιζερ και με παράλυτη τη μια φωνητική της χορδή. Και βέβαια, μ’ ένα γυμνό κρανίο, που θα ‘ναι αναγκασμένη να το κουκουλώνει απ’ εδώ και μπρος μ’ ένα μάλλινο σκούφο -ώσπου να βγουν πάλι τα μαλλιά της.

Τι ειρωνεία αλήθεια: “Για δυο πράματα καμάρωνα πάντα στη ζωή μου” θα πει κάποια στιγμή στην Ελλάδα. “Το στήθος μου και τα μαλλιά μου. Τα ‘χασα μέσα σε δέκα χρόνια και τα δυο”.

Τα ‘χασε όλα εκτός από τη δύναμή της – αυτό το αόρατο ατσάλι που κρύβει μέσα της και την κρατάει όρθια στις δύσκολες ώρες.  Ακόμα και με πυρπολημένα  σωθικά, κάνει πάλι θεατρικά σχέδια για τον χειμώνα.

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ” Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ


Τελευταίος της ρόλος αυτός της κωφάλαλης Σάρας.

Δεν φτάνει, βέβαια, αυτό. Πρέπει να μυηθεί και στη γλώσσα των κωφαλάλων: “Θέλω να την μάθω τέλεια” λέει σε μια ειδική δασκάλα που ανακαλύπτει στη Βασιλίσσης Σοφίας. “Θέλω οι κωφάλαλοι που θα με βλέπουν απ’ την πλατεία να ξεχνάνε πως είμαι θεατρίνα και να νομίζουν πως είμαι κι εγώ κωφάλαλη!“.

Το πάθος της λεπτομέρειας που την βασανίζει απ’ τα δεκάξι της χρόνια, όταν αναδυόταν από το φέρετρο της Χάννελε, την κυνηγάει και τώρα στην τελευταία παράσταση της ζωής της:

“Θα χρειαστούμε τουλάχιστον ένα χρόνο”.

“Σας δίνω ένα μήνα !” απαντάει τελεσιγραφικά η Λαμπέτη.

Η πρεμιέρα της “Σάρας” είναι ένας ρωμαϊκός θρίαμβος. Οι θεατές χειροκροτούν όρθιοι, για κάμποση ώρα, αυτή την νικήτρια ενός άγριου Κολοσσαίου που υποκλίνεται τώρα μπροστά τους πιο λαμπερή και πιο όμορφη από κάθε άλλη φορά. Moritura te salutat.

Το έργο ανεβαίνει τον Μάρτη του 1981 και θα συνεχιστεί και τον επόμενο χειμώνα. Να μαντεύει άραγε η Αθήνα ότι είναι η τελευταία φορά που βλέπει τη Χάννελε πριν πάει στον Παράδεισο; Πάντως τίποτε στην όψη της δεν το δείχνει: “Είσαι η πιο ερωτική κωφάλαλη που πέρασε ποτέ απ’ το ελληνικό θέατρο – από κάθε, ίσως θέατρο” της λέει ο Μάνος Χατζιδάκις.

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ” Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ



Ο Λυκούργος Καλλέργης γράφει για την Έλλη Λαμπέτη:

Ήταν μια ύπαρξη απλή, αιθέρια, σαγηνευτική, με μια βαθύτατη όμως πνευματική και καλλιτεχνική καλλιέργεια, ειδικότερα σε ό,τι αφορούσε το θέατρο και την υποκριτική τέχνη.

Αργούσε συχνά στην πρόβα. Όταν έφτανε, καθόταν ανέμελα σε μια καρέκλα, χωρίς να τραβήξει καλά την κοντή φούστα της. Άφηνε -άθελά της, φαντάζομαι- να φαίνονται τα όμορφα πόδια της. Αυτό, βέβαια, δημιουργούσε κάποια προβλήματα στα μάτια των ανδρών του θιάσου. Αλλά αυτό το εξηγεί η ίδια στο βιβλίο της. Ήταν, όπως λέει, και χορεύτρια, και οι χορεύτριες, πάντα συνηθίζουν ν’ αφήνουν τα πόδια τους γυμνά. Πάντως όλοι οι άντρες του θιάσου ήταν βαριά ερωτευμένοι μαζί της. Όλοι κάτω, ψαθί.

Με λίγα λόγια η Έλλη ήταν -εκτός απ’ όλα τ’ άλλα- και το ωραιότερο, το σαγηνευτικότερο θηλυκό που υπήρχε σ’ όλο το θέατρο.

Κι όμως, όσο απλή, φευγαλέα και ακαθόριστη ήταν στη ζωή, πάνω στη σκηνή έπαιρνε μια εντελώς άλλη διάσταση. Γινόταν ένα πλάσμα αγγελικό, ανάλαφρο, γοητευτικό και με μια ακτινοβολία που σε καθήλωνε. Μετουσιωνόταν στον κάθε ρόλο που ερμήνευε και μάγευε το κοινό με την παρουσία της.

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ “ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΑΡΑΧΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ” Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ


 




«Η Κοτοπούλη και τα γράμματα του Δραγούμη»

Η Έλλη Λαμπέτη θυμάται τις πρόβες από τον πρώτο της ρόλο:

Κι ήρθε κάποτε η ώρα να δοκιμαστούμε σ’ ένα αληθινό έργο. Παίζαμε τους Φοιτητές του Ξενόπουλου. Μου είχαν δώσει και μένα, με πολλή περιφρόνηση, ένα ρόλο. Κι απ’ την πρώτη μου φράση: «Πώς του φαίνεται του κυρίου το δωμάτιο;» κατάλαβα γύρω μου μια ανατριχίλα. Απ’ τη σιωπή που άκουσα, κατάλαβα… Κι αμέσως βρέθηκα σαν ψάρι στο νερό. Λέει ο Μπαστιάς στη Μαρίκα μετά: «Αυτή είναι μεγάλο ταλέντο». Κι έρχεται εκείνη και με βάζει να το πω πάλι. Κι ύστερα πάλι και πάλι, μ’ έβαζε να το λέω σ’ όλους: «Πώς του φαίνεται του κυρίου το δωμάτιο;». Ένιωθα λίγο σαν τον Καραγκιόζη που τον περιφέρεις για να κάνεις θέαμα.

Αργότερα μ’ έβαζε να επαναλαμβάνω το ρόλο της Πολυξένης από την Εκάβη, όταν της αναγγέλλουν ότι θα πεθάνει. Εκείνον τον καταπληκτικό μονόλογο: «Ω, κακό πώπαθες, βαριόμοιρη μάνα, τα βάσανα ζωσμένη…». Βλέπεις, δεν λέει «τι έπαθα», λέει στη μάνα της «τι έπαθες»! Αυτόν τον ρόλο μας είχε δώσει να τον μάθουμε όλα τα κορίτσια. Κι όταν ήρθε η σειρά μου να το πω με τα πρώτα λόγια «ω κακό πώπαθες», αρχίζουν να τρέχουν από δω κάτι ζεστά στα μάγουλά μου – δάκρυα!… Δεν έκλαιγα, δεν ήταν όπως όταν κλαίμε, που το κλάμα βγαίνει απ’ το στήθος, απλούστατα έτρεχαν τα δάκρυα… «Θα πιω και πάλι, ωστόσο…» και είπα το κομμάτι κι όλοι κλαίγανε.

Την είχα δει από πριν, την ώρα που έπαιζα. Η Μαρίκα καθόταν σε μιαν άκρη της αίθουσας και απολάμβανε. Κι όταν τελείωσα, την άκουγα που είπε σαν να μονολογούσε: «Τι είσαι εσύ!»… Κι έπεσαν όλοι επάνω μου και γω έτρεμα απ’ τη συγκίνηση κι εκείνη καμάρωνε.

Με παίρνει λοιπόν παράμερα και μου λέει: «Αύριο στις 11 το πρωί θα είσαι στο σπίτι μου – θα σου διαβάσω τα γράμματα του Δραγούμη». Θα το ‘χεις ακούσει πως η Μαρίκα κι ο Δραγούμης ήταν ερωτευμένοι. Και της ήρθε να το πει αυτό σ’ ένα κοριτσάκι! Ξαφνιάστηκα· όμως από ένστικτο κατάλαβα πως ήταν το μεγαλύτερο κοπλιμέντο που μπορούσε να μου κάνει: να μου εκμυστηρευτεί τα μύχια της.

Τελοσπάντων, δεν μου διάβασε ποτέ εκείνα τα γράμματα· ώσπου να πάω στο σπίτι της το είχε ξεχάσει. Τελικά τα βρήκα εγώ αργότερα και τα διάβασα. Πραγματικά ο Δραγούμης την αγαπούσε πάρα πολύ· ήταν μια σοφή γυναίκα, αν και χαμένη κι αυτή – θέλω να πω δεν είχε αξιοποιήσει απόλυτα το ταλέντο της.

από το βιβλίο της ΦΡΙΝΤΑΣ ΜΠΙΟΥΜΠΙ «ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ – ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ»
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ


Η Μαρίκα Κοτοπούλη απονέμει στην Έλλη Λαμπέτη το Έπαθλο Κοτοπούλη
(17 Δεκεμβρίου 1951)
από το βιβλίο της Φ. Μπιούμπι «Έλλη Λαμπέτη: Η τελευταία παράσταση – Μια προσωπική αφήγηση»
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

«Η δουλειά του σκηνοθέτη»

Ξέρεις, εγώ δεν έχω καμιά εκτίμηση στην έννοια «σκηνοθέτης». Θα μπορούσαν να λείπουν οι σκηνοθέτες – δεν τους χρειάζεται κανείς. Έτσι κι αλλιώς το θέατρο ως τον 19ο αιώνα τα πήγαινε μια χαρά χωρίς αυτούς. Δεν μπήκαν στη μέση παρά μόνο στα χίλια οκτακόσια τόσο… Αλλά φτάσαμε σήμερα να διαβάζουμε στις κριτικές «δεν τον βοήθησε ο σκηνοθέτης»! Ποιος να σε βοηθήσει, βρε! Ποιος είναι ο σκηνοθέτης για να σε βοηθήσει; Τι να σου κάνει; Υποτίθεται ότι σε καθοδηγεί; Γιατί να χρειάζεσαι να σε καθοδηγεί κάποιος; Το θέατρο είναι ομάδα. Είναι ένα συνολικό πράγμα. Είναι ο συγγραφέας και οι ηθοποιοί. Κολλητά. Αυτοί είναι – αυτό είναι το θέατρο. Δεν χωράει άλλον. Θέλεις να υπάρχει κι άλλο ένα μάτι; Θέλεις κάποιον απ’ έξω να παρατηρεί για να σου πει μια γνώμη; Γιατί δεν αρκεί γι’ αυτό ένας άνθρωπος με γούστο που ν’ αγαπάει το θέατρο;

Ο καλός σκηνοθέτης είναι αυτός που δεν υπάρχει ή αυτός που δε φαίνεται. Να μη λέει ο θεατής, «ποιος το σκηνοθέτησε;» να λέει, «τι ωραίο έργο! Καλοπαιγμένο. Συγκινήθηκα!» Ο σκηνοθέτης αυτή τη δουλειά έχει να κάνει. Δεν είναι δουλειά του φτιάχνει ηθοποιούς, δ ε ν  μ π ο ρ ε ί. Κι όμως τον σκηνοθέτη στις μέρες μας τον γράφουν πρώτον πρώτον.

από το βιβλίο της ΦΡΙΝΤΑΣ ΜΠΙΟΥΜΠΙ «ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ – ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ»
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ



«Οι Βερσαλίες με τα Βίλια»

Η Έλλη Λαμπέτη μιλάει για τον έρωτά της με τον Δημήτρη Χορν:

Με τον Τάκη ζήσαμε ωραία εφτά χρόνια. Ωραία, βέβαια, είναι ένας λόγος. Έρωτας με δόντια – τρωγόμαστε κι αγαπιόμαστε συγχρόνως. Ήταν τότε όταν σμίξαμε, που ο Βόκοβιτς είχε πει το περίφημο: «Για να δούμε πώς θα ταιριάξουν οι Βερσαλίες με τα Βίλλια». Δηλαδή ο Χορν με την υψηλή του καταγωγή κι εγώ η χωριατοπούλα… Και νομίζω ότι δεν είχε κι άδικο, γιατί η κοινωνική διαφορά μας, η διαφορά αγωγής, επιπέδου, συνηθειών, ήταν μια από τις βαθύτερες αιτίες που τελικά χωρίσαμε.

από το βιβλίο της ΦΡΙΝΤΑΣ ΜΠΙΟΥΜΠΙ «ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ – ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ»
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ




Έλλη Λαμπέτη – Τάκης Χορν (Βροχοποιός, 1956)
από το βιβλίο της Φ. Μπιούμπι «Έλλη Λαμπέτη: Η τελευταία παράσταση – Μια προσωπική αφήγηση»
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

«Ένα τραγικό γεγονός»

Όταν ήμουν εικοσιέξι χρονών έπαθα πάρεση. Πλήρη. Ήταν τη μέρα που εκτέλεσαν τον Μπάτση και τον Μπελογιάννη. Όταν το ‘μαθα, πάγωσα. Δεν ήταν λύπη, ήταν κάτι παραπάνω. Σοκ! Καταλάβαινα πως δε θ’ άντεχα, κάτι θα μου συνέβαινε. Κι ωστόσο δεν μπορούσα να διανοηθώ πόσο σχετική είναι η ύλη – το σώμα – με τον συναισθηματικό κόσμο. Σκέφτηκα αμέσως: Μετά απ’ αυτήν την τραγωδία, μετά από τόση θλίψη, δεν είναι δυνατόν να εξακολουθήσω να είμαι ίδια, κάπου θα βγω αλλαγμένη. Αλλά δεν πίστευα πως θ’ αντιδρούσε έτσι ο οργανισμός μου.

Κι όμως ως το βράδυ είχα παραλύσει. Το μισό μου πρόσωπο ήταν τελείως παράλυτο. Μου κράτησε έξι εβδομάδες. Ήμουν πολύ νέα, έκανα ηλεκτροσοκ – δεν είναι πολύ δύσκολο να περάσει η πάρεση όταν είσαι νέος, όπως επίσης είναι σπάνιο να την πάθεις σε μικρή ηλικία. Αλλά εκείνες τις έξι εβδομάδες δεν μιλούσα καθόλου. Έτρεχαν τα σάλια μου. Το στόμα μου είχε πάει εκεί… Να, κοίτα, ως τώρα δεν έχει έρθει εντελώς στη θέση του.

Ήταν ένα τραγικό γεγονός εκείνη η εκτέλεση!… Τον Μπάτση τον γνώριζα προσωπικά, ήταν φίλος του Μάριου. Το προηγούμενο Πάσχα είχαμε πάει μαζί στον Πόρο, είχε κοντά του και την κόρη του, την Ελενίτσα. Έτσι συνδεθήκαμε. Δεν ήταν βέβαια κανένας πολύ δικός μου άνθρωπος, αλλά αυτό το θέμα της εκτέλεσης δεν μπορούσα να το συλλάβω. Δεν μπορούσα να συλλάβω το «εν ψυχρώ». Σε πιάνω, σε στήνω, σε σκοτώνω… Ήταν πέρα από τις δυνατότητές μου. Είχα ζήσει ήδη τις μέρες των ανώμαλων καταστάσεων, αλλά αυτό! Άγριο πράγμα. Και οργανωμένο από το κράτος, ε;

από το βιβλίο της ΦΡΙΝΤΑΣ ΜΠΙΟΥΜΠΙ «ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ – ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ»
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ










Έλλη Λαμπέτη («Αντιγόνη» του Ανούιγ, Θέατρο Τέχνης 1947)
από το βιβλίο της Φ. Μπιούμπι «Έλλη Λαμπέτη: Η τελευταία παράσταση – Μια προσωπική αφήγηση»
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ


Βίντεο – αφιέρωμα στην Έλλη Λαμπέτη

Η Έλλη Λαμπέτη μιλάει για την απήχηση που είχε στο κοινό η παράσταση της «Φιλουμένα Μαρτουράνο»:

Άπειρες φορές μου απαντάει το κοινό. Όταν η Φιλουμένα λέει: «Ξέρεις πότε κλαίει ο άνθρωπος; Κλαίει όταν έχει γνωρίσει την ευτυχία και δεν την έχει πια».

«Έτσι είναι», λένε από κάτω.

Αυτό θα πει απήχηση…

ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ από συνέντευξή της στη ΕΡΤ για την παράσταση: «Φιλουμένα Μαρτουράνο» , του Εντουάρντο Ντε Φιλίππο, που ανέβηκε το 1978, σε σκηνοθεσία Μάουρο Μπολονίνι, από το θίασο Έλλης Λαμπέτη και Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

Έλλη Λαμπέτη: σκληρή και εύθραυστη

Πώς έγινε κι εσύ, η Λαμπέτη, που ένα βασικό εργαλείο της δουλειάς σου είναι αυτή η φωνή σου, η θρυμματισμένη μα πάντα στιλπνή, διάλεξες να παίξεις τον ρόλο μιας κωφάλαλης;

Ένας φίλος μου ‘χε μιλήσει για τη Σάρα. Βρέθηκα στην Αμερική. Είδα την παράσταση. Και ξετρελάθηκα! Και την ίδια στιγμή αποφάσισα να γίνω εγώ η Σάρα.

Μα εδώ δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο έργο, όπου μελετάς έναν ρόλο, κάνεις πρόβες και βγαίνεις για παράσταση…

Ακριβώς. Στην Αμερική το έργο παιζόταν από κωφάλαλους. Για να μπορέσω, λοιπόν, κι εγώ να το υπερασπιστώ πάνω στη σκηνή, έπρεπε να εισχωρήσω σ’ αυτό τον παγερό κι άγνωστο σε όλους μας κόσμο των κωφαλάλων. Επί τρεις μήνες δεν έκανα τίποτ’ άλλο από το να μαθαίνω τη «γλώσσα» των κωφαλάλων. Να μιλάω με τα χέρια μου. Με τα δάχτυλά μου. Πήρα και δασκάλα. Και για μένα και για τους υπόλοιπους ηθοποιούς του θιάσου. Και μάθαμε όλοι μας να συνεννοούμαστε με τα σύμβολα της δακτυλολογίας.

Σηκώνεται. Αρχίζει να παίζει. Η μαγεία που έλεγα. Παίζει χωρίς να μιλάει. Κι είναι βυθισμένη όλη σ’ αυτό που παίζει. Κι ας χτυπάει το τηλέφωνο. Και το κουδούνι της εξώπορτας από τον ταχυδρόμο. Εκείνη παίζει. Και δεν σου αφήνει κανένα περιθώριο να τη διακόψεις. Γιατί είναι σκληρή. Όσο ακριβώς και εύθραυστη.

Ήρθαν κωφάλαλοι στο θέατρο να δουν την παράσταση;

Και βέβαια ήρθαν. Τριάντα κωφάλαλα παιδιά. Ήταν κάτι άγριο και συγκλονιστικό συνάμα. Τα παιδιά καταλάβαιναν τα πάντα που συνέβαιναν στη σκηνή. Και αντιδρούσαν. Έβγαζαν άναρθρες κραυγές, που δεν μπορούσαν να ελέγξουν, γιατί, βέβαια, δεν ακούνε. Κι η αίθουσα γέμιζε απ’ αυτές τις άναρθρες φωνές, που σ’ έκαναν να ριγείς. Ήταν μια συνταρακτική εμπειρία.

απόσπασμα από συνέντευξη που έδωσε η Έλλη Λαμπέτη στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, εφημερίδα

ΤΑ ΝΕΑ, 14/3/1981
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ “ΖΩ ΑΠΟ ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Ο Φρέντυ Γερμανός μιλάει στην Εύη Κυριακοπούλου για τη φιλία του με την Έλλη Λαμπέτη και θυμάται μικρές προσωπικές της στιγμές:

φανταστικά γράμματα

Η Λαμπέτη, είχε μία τάση να γράφει γράμματα, στο μυαλό της μέσα, χωρίς να τα γράφει…

Δηλαδή…

Έγραφε πολύ ωραία, μπορούσε να τα σκεφτεί πολύ ωραία, αλλά δεν έγραφε τα γράμματα αυτά. Είχε γράψει γράμμα στον Αϊνστάιν, στην Γκάρμπο, στον Κένεντι, κάποια στιγμή έγραψε γράμμα στον Ανδρέα Παπανδρέου, με τον οποίο δεν είχε ιδιαίτερη…

Αυτό δεν υπάρχει ούτε στο βιβλίο σας…

Όχι… Μου το διηγήθηκε. Ήταν το τελευταίο καλοκαίρι της ζωής της. Κάτι έκανε ο Ανδρέας -που δεν τον είχε ψηφίσει ποτέ της-, που της άρεσε… κι έτσι εκρηκτική και ορμητική όπως ήταν, του γράφει: “Αγαπητέ, κύριε Παπανδρέου, δε με ξέρετε, είμαι συνάδελφος της Αλίκης Βουγιουκλάκη”. Τυπικό δείγμα σαρκασμού της Έλλης. “Στις τελευταίες εκλογές δε σας ψήφισα, σας υπόσχομαι να σας ψηφίσω στις επόμενες. Εάν, ο μη γένοιτο, δεν πάρετε την ψήφο μου θα φταίει η επάρατος νόσος”. Δεν είναι; Και την πείραζε πάρα πολύ που την λέγανε “επάρατο νόσο”. Έλεγε “μα γιατί; δεν έχει όνομα; Γιατί δεν λένε καρκίνος;” Ήτανε πολύ δυνατή και πολύ μαχητική. Πολεμούσε. Είχε το θέατρο σα θρησκεία…

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ “ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ” (1998)



Η Έλλη Λαμπέτη στην παράσταση “Πεγκ, καρδούλα μου” (1950)



Έπαιζε άρρωστη…

Έπαιζε άρρωστη, χωρίς να μιλάει…

Στο τέλος, ναι, όλα αυτά… και… επειδή μιλάμε για την τελευταία περίοδο -είχε χάσει τα μαλλιά της στο τέλος- και όλοι περίμεναν ή όλοι φαντάζονταν ότι θα είχε συντριβεί με αυτό το πράγμα. Η Έλλη κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, είδε το κρανίο της, μου λέει: “ήμουν σαν κούρος και είπα μέσα μου: μάνα μου, τι ωραίο κρανίο μου χάρισες…” Αυτά δεν είναι ενδεικτικά μιας γυναίκας διαφορετικής απ’ τις άλλες;


ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ “ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ” (1998)


Ήταν σκληρή με τον εαυτό της

Η σχέση της με το θέατρο ήταν ιερή, και το λέω αυτό γιατί… ενώ ήταν πάρα πολύ ανθρώπινη, αγαπούσε πολύ τον άνθρωπο, κάποτε σε μία σκηνή στην Κληρονόμο, ενώ ανεβαίνει -είναι η τελευταία σκηνή του έργου- ανεβαίνει τις σκάλες κρατώντας ένα κηροπήγιο και ο άταχτος εραστής χτυπάει την πόρτα και εκείνη δεν ανοίγει γιατί θέλει να κρατηθεί στην περηφάνια της, εκείνη τη στιγμή, στη σκηνή εκείνη, μία ταξιθέτρια άνοιγε απότομα την κουρτίνα και μία λεπίδα από φως έπεφτε απότομα επάνω στο ημίφως της σκηνής και της κατέστρεφε τη σκηνή. Και μου έλεγε η Έλλη ότι ήταν σα μια λεπίδα να με έκοβε στα δύο…

Λαιμητόμος…

Ναι, ναι, μια λαιμητόμος, και ζήτησε τελείως αντισυναδελφικά να απολυθεί η ταξιθέτρια.

Σκληρό…

Σκληρό, πολύ σκληρό… Αυτά όμως εν ονόματι του θεάτρου, εν ονόματι του ρόλου της, εν ονόματι αυτού που υπηρετούσε, της θρησκείας της. Απελύθη η ταξιθέτρια. Μετά από 15 μέρες ζήτησε η ίδια η Έλλη να την πάρουν πίσω, ζήτησε από τον Μουσούρη που ήταν ο εργοδότης να πληρωθούν τα μεροκάματά της και πήγε και σπίτι της και της έκανε ένα δώρο…

Δεν μπορώ εδώ να μην κάνω μία ερώτηση, γιατί υπήρχε η φήμη ότι ήταν σκληρή.

Ναι, ήταν. Αλλά ήταν με τον εαυτό της πιο πολύ απ’ όλους.

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ “ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ” (1998)


αφού δεν μπόρεσε το έργο να το κρατήσει η παράσταση…

Δεν μπορώ εδώ να μην κάνω μία ερώτηση, γιατί υπήρχε η φήμη ότι ήταν σκληρή.

Ναι, ήταν. Αλλά ήταν με τον εαυτό της πιο πολύ απ’ όλους. Όταν ανέβασε τη “Μικρή μας Πόλη” που ήταν ένα πολύ ωραίο έργο, παίχτηκε τελευταία, του Θόρντον Γουάιλντερ, ήταν μεγάλη αποτυχία, εδώ είναι το μυστήριο, δηλαδή σε δέκα μέρες μέσα έπρεπε το έργο να κατέβει και της λένε: πρέπει να το κατεβάσουμε, και είπε εντάξει, θα ανεβάσουμε “Το ανοιξιάτικο τραγούδι” του Τζων Βαν Ντρούτεν… και κάποια στιγμή, λίγο πριν κατέβει το έργο, έρχεται ο Ψαθάς, να δει το έργο, ο Ψαθάς τότε ήταν η ηλεκτρονική δύναμη του Τύπου, δηλαδή όταν το έγραφε ο Ψαθάς ήταν σα να λέμε σήμερα…

Σα να λέμε σήμερα για ποιον;

…Το ‘πε η τηλεόραση…

Μάλιστα.

Κάτι τέτοιο… Και ο Ψαθάς, αυτός ο πολύ τραχύς εισαγγελέας του ελληνικού Τύπου, δάκρυσε σε μία μάλιστα σκηνή που λέει: “αυτά που ζήσαμε τι κρίμα που δεν καταλαβαίναμε τότε τι αξία είχαν”, μία πραγματικά πολύ δυνατή σκηνή… και γράφει ένα χρονογράφημα – ύμνο την άλλη μέρα. Και αμέσως οι εισπράξεις ανεβαίνουν κάθετα. Και γίνεται ΤΟ πρώτο θέατρο. Και κρατάει αυτό για μέρες. Και βεβαίως όλοι περιμένουν ότι η Έλλη θα αλλάξει γραμμή και θα κρατήσει το έργο… και συνεχίζει τις πρόβες κι όταν την ρωτάνε: μα γιατί, αφού το έργο πάει τόσο καλά; λέει: αφού δεν μπόρεσε το έργο να το κρατήσει η παράσταση και το κράτησε ο Ψαθάς τότε πρέπει το έργο να κατέβει…


ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ “ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ” (1998)



Ούτε έναν!

Για τη σκληρότητα όμως, την είχε… ακόμα και σε πρόσωπα πολύ διάσημα και επώνυμα… στον Καραμανλή φερ’ ειπείν… κάποτε όταν της τον είχε συστήσει περιχαρής ο Χορν, γύρω στο ’57 – ’58, και της είπε ο Καραμανλής ότι, ξέρετε, εγώ… επί των ημερών μου, είναι μόνο 800 πολιτικοί κρατούμενοι στις φυλακές, του λέει η Λαμπέτη: “Δεν ντρέπεστε που το λέτε; 800 πολιτικοί κρατούμενοι! Ούτε έναν δεν έπρεπε να έχετε!” Και ο Χορν, βεβαίως, χλώμιασε.

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ “ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ” (1998)


Τι έγραψε ο Ψαθάς για το “Τέλος της μικρής μας πόλης” και την Έλλη Λαμπέτη:

Αντιπαθώ θανάσιμα τους συγγραφείς που σχίζουν τεχνικά αλλά και βάρβαρα τον άνθρωπο – με το νυστέρι του ταλέντου τους – για να μας δείξουν ό,τι ταπεινό και κτηνώδες έχει μέσα του, αυτός και η ζωή του. Όπως αντιπαθώ κι εκείνους που αγωνίζονται να μας πείσουν για την ασημαντότητα της καθημερινής ζωής – παράδειγμα ο Ιονέσκο που η μανία του για την αποσύνθεση της καθημερινής “ασημαντότητας” φτάνει τα όρια της παράκρουσης, μ’ εκείνους τους ανισόρροπους διαλόγους του (τόσο “ασήμαντα” είναι αυτά που λέγονται και πράττονται στην καθημερινή ζωή μας, ώστε θα μπορούσαν, λέει, ν’ αντικατασταθούν με ισοδύναμες… αρλούμπες).

Να μάχεσαι ορισμένες εκδηλώσεις της ζωής – ασχήμιας, αδικίας, βαναυσότητας – με αντικειμενικό σκοπό να βοηθήσεις στο καλύτερο, είναι για μένα μια αποστολή άξια της ανθρώπινης υπόστασης ενός συγγραφέα με ζεστή καρδιά. Ν’ αποσυνθέτεις όμως, μέχρι κι εκείνο που θεωρούμε ωραίο, για να μας δείξεις ότι πίσω και απ’ αυτό ακόμα υπάρχει ασχήμια και αθλιότητα, δείχνει διάθεση διεστραμμένη και ιδιοσυγκρασία χολερική που όσο την εξιδανικεύει το ταλέντο, τόσο μου προκαλεί αποτροπιασμό. Γι’ αυτό ποτέ δεν χώνεψα μεγάλους συγγραφείς, όπως ο Ανούιγ και όπως ακόμα ο Τενεσσή Ουίλιαμς. Μπορεί να θαυμάζω απεριόριστα τη δύναμη της τέχνης τους, αλλά αντιπαθώ βαθύτατα το έργο τους.

Ίσως γι’ αυτή μου την αδυναμία (πρόκειται, βλέπετε, για αντιδράσεις καθαρά προσωπικές) με γοητεύει αυτό το έργο του Θόρντον Ουάιλντερ -”Η Μικρή μας Πόλη”- που παίζει η Έλλη Λαμπέτη, την οποίαν με χαρά ξαναβρήκε από καιρό η ελληνική σκηνή και η νοσταλγική αγάπη του θεατρόφιλου κοινού. Το ξαναείδα προχτές κι έφυγα από το θέατρο με μια ευφορία ψυχής αληθινή, βαθύτερη, όσο σπάνια μου δίνεται η ευκαιρία να αντλήσω από το θέατρο. Κι αυτό -τι περίεργη που είναι η μαγεία της τέχνης!- παρ’ όλον ότι στην τρίτη πράξη του ο ποιητής του έργου μας μεταφέρει στο… νεκροταφείο της μικρής του πόλης (που είναι όμως τόσο μεγάλη όσο κι ο κόσμος).

Δεν έχουν, βέβαια, καμιά πρόθεση κριτικής οι γραμμές αυτές -σ’ άλλην αρμοδιότητα ανήκει η ασχολία- άλλωστε προ πολλού είπαν τη γνώμη τους οι “ειδικοί”. Τις προσωπικές μου αντιδράσεις μόνο μεταφέρω, κατά καιρούς, στον χώρο τούτο, όταν συμβαίνει να με γοητεύει μία παράσταση και ν’ ασκεί επάνω μου επίδραση ξεχωριστή. Νιώθω υποχρέωσή μου να ενημερώνω τους αναγνώστες μου με τους οποίους βρέθηκε τόσες πολλές φορές νάχουμε κοινά τα γούστα και κοινές τις αντιδράσεις.

Μ’ αρέσει ιδιαίτερα το έργο τούτο του Ουάιλντερ γιατί πέραν των άλλων, δείχνει στον προσεκτικό θεατή πόσο μάταιες -και άχρηστες- είναι οι “πρωτοτυπίες” των λεγόμενων μοντέρνων ή “επαναστατικών” συγγραφέων της σκηνής που προσπαθούν να βρουν καινούργιους τρόπους έκφρασης. Γιατί ολόκληρος ο μοντέρνος μηχανισμός της σκηνικής ανάπτυξης του θέματός του είναι το λιγότερο που μας προσφέρει ο συγγραφέας. Συχνά, μάλιστα, η απουσία των σκηνικών και η μιμική των ηθοποιών γίνεται ενοχλητική κι όχι μονάχα δεν βοηθά ν’ ακουστεί καλύτερα ο λόγος, αλλά τον εμποδίζει με τις αφύσικες κινήσεις που περισπούν μοιραία (για το αφύσικό τους, ακριβώς) την προσοχή του θεατή.

Πέρα, όμως, απ’ αυτά, πόση αισθητική χαρά και πόση απόλαυση μας δίνει ο ποιητικός οίστρος του Ουάιλντερ, που φτιάχνει απ’ την περιφρονημένη, ακριβώς, καθημερινότητα της ανθρώπινης ζωής το θαυμάσιο ποιητικό, θεατρικό του έργο. Η αισθητική του ευαισθησία συνέλαβε την χαρά και την αξία της τετριμμένης καθημερινότητας απ’ το θλιβερό εκείνο σημείο που μας ανοίγει κι εμάς τα μάτια -φευγαλέα, όμως, και παροδικά- όπου ο θάνατος τα μεταβάλλει σε οριστικό και τελεσίδικο παρελθόν. Όταν συμβεί να χάσουμε ένα πρόσωπο δικό μας, προσφιλές, που μέχρι χτες ακόμα η ζωή του κυλούσε ανάμεσά μας κοινοτοπική, με όλη την βαρετή καθημερινή ασημαντότητά της, τότε αμέσως αλλάζουν όλα: Το πρόσωπο αυτό παίρνει στα μάτια μας άλλη υπόσταση, τελείως διαφορετική, όπου οι καθημερινές του πράξεις μετριούνται αναδρομικά και όλες οι κινήσεις του ζυγίζονται με άλλο μέτρο, έτσι που να φαντάζουν στα μάτια μας σαν γεγονότα πολύ σημαντικά, που τα αναπολούμε με βαθύ πόνο και μεγάλη δυστυχία.

Αυτό τον αναδρομικόν ύμνο προς την ζωή μάς προσφέρει με τις γραφικές και χαριτωμένες θεατρικές εικόνες που συνθέτει ο συγγραφέας -ξημερώματα, νύχτες, φεγγαροβραδιές, έρωτα, νοικοκυριό, γεννήσεις, γάμους, τυπική και αιωνίως επαναλαμβανόμενη καθημερινή ζωή- για να μας τα σκεπάσει, όμως, όλα, ξαφνικά και απροσδόκητα, με την αυλαία του τέλους. Με τόλμη εκπληκτική -κι εκεί ο συγγραφέας μας δείχνει τον δημιουργικό μοντερνισμό του- μας μεταφέρει στο νεκροταφείο, όχι τόσο για να μας δείξει την ματαιότητα των εγκοσμίων (σαν τους αρρωστημένους μανιακούς της απαισιοδοξίας), αλλά για να μας ανοίξει τα μάτια, ακριβώς, επάνω στην ομορφιά και την γοητεία της τετριμμένης καθημερινότητας, που όσο την ζούμε, δεν την υποπτευόμαστε, ούτε καν την παίρνουμε χαμπάρι. Κι όλα αυτά με οίστρο γνήσιο, όπου η πρωτοτυπία αναπηδά μέσα από την χάρη, γι’ αυτό και δεν οδηγεί σε εκτρωματικές “μοντέρνες” συλλήψεις, αλλά σε αληθινή αισθητική ομορφιά.

Να σημειώσω και δυο λόγια για την Λαμπέτη: Μέσα σ’ ένα συγκρότημα από καλούς ηθοποιούς -πόσο λαμπρό προμηνύεται το μέλλον του κ. Κούρκουλου που είναι ήδη ένας άριστος ηθοποιός- φαντάζει σαν πολύτιμο πετράδι η πρωταγωνίστρια και θιασάρχις. Βλέποντάς την προχτές (κι αναθυμούμενος τις φτηνές “δόξες” των ημερών μας) ένιωσα μια βαθιά ανακούφιση: Η δραματική τέχνη δεν πέθανε στον τόπο μας. Είναι ευτύχημα ότι (δίπλα στις δυο τρεις άλλες αληθινές ιέρειες της δραματικής τέχνης) η Έλλη Λαμπέτη ξαναγύρισε κοντά μας.

χρονογράφημα του ΔΗΜΗΤΡΗ ΨΑΘΑ που δημοσιεύτηκε στη στήλη “Εύθυμα και σοβαρά”
εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ – 29/3/1962
Ιστορικό Αρχείο Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη

============================================


Αποτέλεσμα εικόνας για ελλη λαμπετη

«Το ότι αγαπήθηκα πολύ, είναι κάτι. Επίσης, το ότι αγάπησα τόσο. Έδωσα και πήρα- it's a fair game (σ.σ. ένα τίμιο παιχνίδι). Δεν αγαπήθηκα χωρίς λόγο. Έδωσα ό,τι καλύτερο μπορούσα».

«Δεν ζηλεύω ποτέ έναν καλό καλλιτέχνη. Το αντίθετο μάλιστα: τον λατρεύω. Μισώ, όμως, τον κακό καλλιτέχνη».

«Ο χρόνος με βοήθησε να γνωρίσω τον εαυτό μου. Γι' αυτό δεν με τρομάζει».

«Το θέατρο δεν πρέπει να το μετράμε ανάλογα με το ταμείο».

«Πιστεύω πως γεννήθηκα με πολύ ταλέντο και το σκόρπισα έτσι άθλια».





Γεννήθηκε και πέθανε παράλογα

«Ο θάνατός της ήταν εξίσου παράλογος με τη γέννησή της» γράφει ο Φρέντυ Γερμανός στην αρχή του βιβλίου του  «Έλλη Λαμπέτη. Βιογραφία» (Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2006).

«Η γέννησή της ήταν το ίδιο παράλογη όπως και ο θάνατός της. Για μια ώρα η ζωή της κρεμόταν από έναν αόρατο ιστό.

«Φαίνεται πως κάποια μαγικά πλάσματα δίνουν ραντεβού όταν έρχονται στον κόσμο αυτό – η Έλλη Λαμπέτη γεννήθηκε το 1926, δηλαδή την ίδια ακριβώς χρονιά που θα γεννιόταν η Μέριλιν Μονρόε, στην απέναντι ακτή του Ατλαντικού…» γράφει ο Γερμανός.

«Η γέννησή της ήταν το ίδιο παράλογη όπως και ο θάνατός της. Για μια ώρα η ζωή της κρεμόταν από έναν αόρατο ιστό. Πρώτα είχε βγει ο Τάκης, ο δίδυμος αδερφός της. Ένα υγιέστατο μωρό που ζύγιζε τέσσερα κιλά, θα έγραφε η ίδια η Έλλη σ’ ένα ιδιόχειρο σημείωμά της, λίγες μέρες πριν πεθάνει, στο «Όρος Σινά» της Νέας Υόρκης. Και μετά από μιαν ώρα βγήκα εγώ. Ένα λυμφατικό πιθηκάκι! Το λυμφατικό πιθηκάκι φαινόταν αναποφάσιστο να ζήσει, σαν να ’ξερε τους αμείλικτους κανόνες του παιχνιδιού που θα ’πρεπε να παίξει στα επόμενα πενήντα εφτά χρόνια. Σχεδόν δεν ανέπνεε.

“Θα πεθάνει”, ψιθύρισε η νοσοκόμα που στεκόταν δίπλα στο γιατρό…

Η μητέρα της Έλλης, η Αναστασία Λούκου, η Τάσα, όπως την έλεγαν, κοίταζε τον γιατρό με το κεφάλι ελαφρά ανασηκωμένο απ’ το μαξιλάρι. Είχε ακούσει το κλάμα του ενός απ’ τα μωρά της, πριν από μια ώρα, αλλά το άλλο, το λυμφατικό πιθηκάκι, δεν είχε ακόμα ανοίξει το στόμα του.

«Θα ζήσει», της χαμογέλασε ο γιατρός.

Φαίνεται πως κάποια μαγικά πλάσματα δίνουν ραντεβού όταν έρχονται στον κόσμο αυτό – η Έλλη Λαμπέτη γεννήθηκε το 1926, δηλαδή την ίδια ακριβώς χρονιά που θα γεννιόταν η Μέριλιν Μονρόε, στην απέναντι ακτή του Ατλαντικού.


Αποτέλεσμα εικόνας για ελλη λαμπετη



Άρπαξε το μωρό και το βούτηξε στη λεκάνη με το χλιαρό νερό – ύστερα στη λεκάνη με το κρύο. Και μετά πάλι στη λεκάνη με το χλιαρό. Αυτό έγινε τουλάχιστον πέντ’ έξι φορές, ώσπου η Έλλη Λαμπέτη αποφάσισε, εκείνο το πρωί, στις 13 Απριλίου του 1926, να κλάψει για πρώτη φορά στη ζωή της…

Ο Κώστας Λούκος, ο πατέρας της Έλλης, περίμενε ιδρωμένος έξω απ’ το χειρουργείο. Ήξερε πως είχε κιόλας έναν γιo, αλλά δεν ήξερε τη μοίρα του άλλου παιδιού του, που πάλευε άγρια για μια ολόκληρη ώρα ανάμεσα στη ζωή και στην ανυπαρξία. Είδε τον γιατρό να τον πλησιάζει, ιδρωμένος όσο κι εκείνος.

“Κόρη!” του είπε γελαστά.

Ήταν η πέμπτη κόρη του μετά την πρώτη, τη Φωτεινή, που ήταν κιόλας έντεκα χρονών, την Κούλα, την Ειρήνη και την Αντιγόνη. Εφτά παιδιά, αν υπολόγιζε και τον άλλο γιό του, τον Τάσο.

Σε μια χώρα που μαστιζόταν από υπογεννητικότητα, ο Κώστας Λούκος, ένας απλός ταβερνιάρης απ’ τα Βίλλια που θα γινόταν αργότερα ξυλέμπορος στην Αθήνα, είχε καταθέσει γενναιόδωρα εφτά οβολούς. Κι ανάμεσά τους το μεγάλο τάλαντο…».





Οι θυελλώδεις έρωτες

Δεν τις άρεσαν τα μέτρια πράγματα και στη ζωή της είχε πάντα θυελλώδεις σχέσεις. «Το ότι αγαπήθηκα πολύ, είναι κάτι. Επίσης, το ότι αγάπησα τόσο. Έδωσα και πήρα- it's a fair game» είχε πει η ίδια μιλώντας για τους έρωτες της ζωής της.

Ο πρώτος και μεγαλύτερος -κατά δική της ομολογία- έρωτάς της ήταν ο Θ. Σγουρδέλης, διπλωμάτης και ποιητής που ζούσε μόνιμα στη Γαλλία και βρέθηκε στην Ελλάδα λόγω του πολέμου. Η σχέση τους ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 1943 και κράτησε λιγότερο από 2 χρόνια



Το 1949, έζησε έναν θυελλώδη έρωτα με τον Αλέκο Αλεξανδράκη, ο οποίος διήρκεσε μόνο έξι μήνες και συμπρωταγωνίστησαν και στο θέατρο.

Ο γάμος της με τον Μάριο Πλωρίτη (ο οποίος παρέμεινε αιώνιος φίλος της και στάθηκε δίπλα της μέχρι το τέλος της ζωής της) το 1950 υπήρξε ατυχής. Χώρισαν μετά από 3 χρόνια, όταν εκείνη γνωρίστηκε με τον Δημήτρη Χορν και μαζί έγραψαν μία από τις πιο λαμπρές σελίδες στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου και υπήρξαν αγαπημένο ζευγάρι στη ζωή και στη σκηνή. Όμως, δεν παντρεύτηκαν ποτέ και επιπλέον η Λαμπέτη αναγκάστηκε να κάνει έκτρωση στο παιδί που κυοφορούσε από εκείνον.

Χώρισαν το 1959, όταν εκείνη ερωτεύτηκε τον επόμενο σύντροφο και δεύτερο σύζυγό της, τον αμερικανό συγγραφέα Φρέντερικ Γουέηκμαν (Frederic Wakeman), τον οποίο γνώρισε το 1958 από τον Μιχάλη Κακογιάννη. Παντρεύτηκαν μετά από ένα χρόνο ο γάμος τους διήρκεσε 16 χρόνια.


Frederic Wakeman, Έλλη Λαμπέτη, Μιχάλης Κακογιάννης




Frederic Wakeman, Έλλη Λαμπέτη, Μιχάλης Κακογιάννης


Σημαντική γνωριμία στη ζωή της στάθηκε ο ηθοποιός Κώστας Καρράς, με τον οποίο έπαιξαν μαζί στο "Θυμήσου τον Σεπτέμβρη". Ήθελε να τον παντρευτεί αλλά δεν γνώριζε ότι εκείνος ήταν ήδη παντρεμένος.

Η ασθένεια και η περιπετειώδης υιοθεσία

Το 1969 η Έλλη Λαμπέτη αρρώστησε με καρκίνο του μαστού, μια αρρώστια που της στέρησε τις αγαπημένες της αδερφές, τις οποίες έχασε όλες (εκτός από την Αντιγόνη). Υποβλήθηκε σε ολική μαστεκτομή στις ΗΠΑ και επέστρεψε στην Ελλάδα.

Μια προσπάθεια υιοθεσίας από κοινού με τον Γουέηκμαν, (της μικρής Έλίζας), της δημιούργησε πολλά προβλήματα, όταν δικαστική απόφαση την υποχρέωσε να επιστρέψει το παιδί, μετά την παρέλευση 4 χρόνων, στους φυσικούς γονείς του. Η περιπέτεια αυτή της δημιούργησε γενική κατάπτωση και μελαγχολία, που την κράτησε μακριά από το θέατρο.



Η Ελλη Λαμπέτη με την Ελίζα
Η Έλλη Λαμπέτη με την Ελίζα

Ο καρκίνος έκανε την επανεμφάνισή του μετά από 11 χρόνια, το 1980. Οι μεταστάσεις ήταν συνεχείς. Οι χημειοθεραπείες στις οποίες υποβλήθηκε έπληξαν τις φωνητικές της χορδές, με αποτέλεσμα σταδιακά να χάσει και τη φωνή της. Η τελευταία παράσταση στην οποία πρωταγωνίστησε στην Αθήνα ήταν τα"Παιδιά ενός κατώτερου Θεού" στον ρόλο της κωφής Σάρα.

Άφησε την τελευταία της πνοή στις 3 Σεπτεμβρίου του 1983 στις 7.30' το πρωί στο νοσοκομείο Mount Sinai των ΗΠΑ, όπου είχε μεταβεί λίγες εβδομάδες πριν.

Στις 5 Σεπτεμβρίου 1983 η σορός της μεταφέρθηκε στην Αθήνα και στις 6 Σεπτεμβρίου κηδεύτηκε με δημόσια δαπάνη στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών.






=================================================================


Η Έλλη έκανε πάντα κάτι αναπάντεχο”, λέει ο Κουν. Από ένα τέτοιο αναπάντεχο θα γεννηθεί το 1946 μια στιγμή που θα περάσει στην ιερή Μυθολογία του θεάτρου μας.

Ήταν μια σκηνή στον “Γυάλινο κόσμο” όπου η Λάουρα σβήνει το κερί, δίπλα στον κοιμισμένο αδελφό της: “Μια ποιητική στιγμή!” Πώς να κάνεις όμως ποίηση, όταν πρέπει να φουσκώσεις τα μάγουλά σου για να φυσήξεις; Η Έλλη αποφάσισε να λύσει τον γρίφο, χωρίς να πει τίποτε στον Κουν. Κάθε βράδυ που γύριζε στην οδό Ασκληπιού, κλεινόταν μόνη της στην κουζίνα, άναβε ένα σπαρματσέτο και προσπαθούσε να το σβήσει ποιητικά:

“Τελικά βρήκα τον τρόπο. Έπρεπε το στόμα μου να είναι ακριβώς απέναντι στο σπαρματσέτο – η ανάσα μου να σημαδεύει τη φλόγα. Μου πήρε ένα μήνα, αλλά τα κατάφερα! Έμαθα να σβήνω το κερί με μιαν ανάσα”.

Όλα αυτά για μια σκηνή που κρατούσε όλα κι όλα δέκα δευτερόλεπτα! Άξιζε όμως τον κόπο. Ένα βράδυ μπαίνει στο θέατρο ο Άγγελος Σικελιανός – περίπου τυχαία. Θα ξανάρθει άλλες δέκα φορές:

“Έρχομαι για να καταλάβω πώς σβήνει τα κεριά το κορίτσι αυτό” λέει ο Σικελιανός. “Είναι το πιο ποιητικό πράμα που είδα ποτέ μου”.

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ” Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ


Θεατρογράφημα

Το ταξίδι του γάμου (Κάρλο Ντε Φρις) Θίασος Κοτοπούλη 1942

Αλάτι και πιπέρι Θίασος Κοτοπούλη 1942

Η Χάννελε πάει στον παράδεισο(Γκ. Χάουπτμαν)Θίασος Κοτοπούλη 1942

Ο ψεύτης και η καλόγρια (Κουρτ Γκετς) Θίασος Κοτοπούλη 1944

Φουσκοθαλασσιές (Δημήτρης Μπόγρης) Θίασος Κοτοπούλη 1944

Σκάνδαλο σε γυμνάσιο θηλέων (Λαντ. Φοντόρ) Θίασος Μιράντας, Μουσούρη, Νέζερ 1944

Χάιλ Χίτλερ (Δ. Ευαγγελίδη- Αλ. Σακελλάριου) Θίασος Μουσούρη 1944

Η μεγάλη στιγμή (Αλέκου Λιδωρίκη) Θίασος Μουσούρη 1945

Οι έμποροι της δόξας (Μαρσέλ Πανιώλ-Πωλ Νιβουά) Θίασος Μουσούρη 1945

Η κυρία προέδρου (Μ.Εννεκέν-Πωλ Βεμπέρ) Θίασος Μουσούρη 1945

Μποέμ (Ρενάτο Μόρντο) Θεατρική εταιρεία Μουσούρη, Μόρντο, Ανεμογιάννη 1945

Εμείς κι ο χρόνος (Τζων Πρίσλευ) Θέατρο Τέχνης 1946

Γυάλινος Κόσμος (Τένεση Ουίλλιαμς) Θέατρο Τέχνης 1946

Αντιγόνη (Ζαν Ανούιγ) Θέατρο Τέχνης 1947

Ο γάμος της Μπάρμπαρα (Τζέημς Μπάρι) Θέατρο Τέχνης 1947

Το φιόρο του Λεβάντε (Γρηγόριος Ξενόπουλος) Θέατρο Τέχνης 1947

Ήταν όλοι τους παιδιά μου (Άρθουρ Μίλλερ) Θέατρο Τέχνης 1947

Ζωή με τον πατέρα (Χάουαρντ Λίντσευ- Ράσσελ Κρουζ) Θέατρο Τέχνης 1947

Ο ανακριτής έρχεται (Τζων Πρίσλευ) Θέατρο Τέχνης 1948

Ο Ματωμένος Γάμος (Φρεδερίκο Γκαρθία Λόρκα) Θέατρο Τέχνης 1948

Ο Απόλλων του Μπελάκ (Ζαν Ζιρωντού) Θίασος Κατερίνας 1948

Χρυσή μου Ρουθ (Νόρμαν Κράσνα) Θίασος Κατερίνας 1948

Ο κουρέας της Σεβίλλης (Μπωμαρσαί) Εθνικό Θέατρο 1948

Οι Φοιτητές (Γρηγόριος Ξενόπουλος) Εθνικό Θέατρο 1949

Φθινοπωρινή Παλίρροια (Δάφνη ντυ Μωριέ) Θίασος Κατερίνας 1949

Οι τρομεροί εραστές (Νόελ Κάουαρντ) Θίασος Κατερίνας 1949

Η κληρονόμος (Ρουθ-Αυγούστου Γκετς) Θίασος Μουσούρη 1949

Η ανθρώπινη φωνή (Ζαν Κοκτώ) Θίασος Μουσούρη 1950

Λίλιομ (Φέρεντς Μολνάρ) Θίασος Μουσούρη 1950

Ένας αξιοθαύμαστος υπηρέτης (Τζέημς Μπάρρι) Θίασος Μουσούρη 1950

Πεγκ, καρδούλα μου (Τζ. Χαρτλευ Μάννερς) Θίασος Μουσούρη 1950

Χαμένοι στο σκοτάδι (Πωλ Βίνσετ Κάρρολλ) Θίασος Μουσούρη 1951

Το κουρέλι (Ντάριο Νικοντέμι) Θίασος Μουσούρη 1951

Βαθειά, γαλάζια θάλασσα (Τέρενς Ράττιγκαν) Θίασος Λαμπέτη, Παππά, Χορν 1952*Ξενοδοχείο η ευτυχία (Μαρκ Ζιλμπέρ Σωβαζόν) Θίασος Λαμπέτη, Παππά, Χορν 1952

Νόρα-Το σπίτι της Κούκλας (Ερρίκου Ίψεν) Θίασος Λαμπέτη, Παππά, Χορν 1953

Αγαπούλα (Άρθουρ Σνίτσλερ) Θίασος Λαμπέτη, Παππά, Χορν 1953

Τρεις άγγελοι (Αλμπέρ Υσσόν) Θίασος Λαμπέτη, Παππά, Χορν 1953

Γαλάζιο Φεγγάρι (Χιου Χέρμπερτ) Θίασος Λαμπέτη, Παππά, Χορν 1953

Ο άνθρωπος με την ομπρέλα (Ντάινερ-Μόρρουμ) Θίασος Λαμπέτη, Παππά, Χορν 1954

Πρόσκληση στον πύργο (Ζαν Ανούιγ) Θίασος Μουσούρη 1955

Το τελευταίο βαλς (Σώμερσετ Μωμ) Θίασος Μουσούρη 1956

Νυχτερινή επίσκεψη (Γκέγιερ) Θίασος Μουσούρη 1956

Αριστοκρατικός δρόμος (Τζέημς Μπάρρι) Θίασος Λαμπέτη, Χορν 1956

Βροχοποιός (Ν.Ρίτσαρντ Νας) Θίασος Λαμπέτη, Χορν 1956

Ζιζή (Αννίτα Λους) Θίασος Λαμπέτη Χορν 1957

Το νυφικό κρεβάτι (Γιαν ντε Νάρτογκ) Θίασος Λαμπέτη, Χορν 1957

Ένα ζευγάρι παπούτσια (Κλωντ Μανιέ) Θίασος Λαμπέτη, Χορν 1958

Το παιχνίδι της μοναξιάς (Ουίλλιαμ Γκιμπσον) Θίασος Λαμπέτη, Χορν 1958

Ο Βαβάς (Αντρέ Ρουσσέν) Θίασος Λαμπέτη, Χορν 1958

Η κυρία με τις καμέλιες (Αλέξανδορς Δουμάς) Θίασος Λαμπέτη, Χορν 1959

Εραστής από χαρτόνι (Ζακ Ντεβάλ) Θίασος Λαμπέτη, Χορν 1959

Το θαύμα της της Άννυ Σάλλιβαν (Ουίλλιαμ Γκίμπσον) Θίασος Λαμπέτη 1961

Πεγκ, καρδούλα μου (Τζ. Χάρτλευ Μάννερς) Θίασος Λαμπέτη 1961

Η μικρή μας πόλη (Θόρντον Γουάιλντερ) Θίασος Λαμπέτη 1962

Ανοιξιάτικο τραγούδι (Τζων Βαν Ντρούτεν) Θίασος Λαμπέτη 1962

Οντίν (Ζαν Ζιρωντού) Θίασος Λαμπέτη 1962

Η κληρονόμος (Ρουθ-Αυγούστου Γκετς) Θίασος Λαμπέτη 1962

Σαμπρίνα (Σάμιουελ Τέηλορ) Θίασος Λαμπέτη 1963

Ατζαλένιο γοβάκι (Πωλ Κλωντέλ) Εθνικό Θέατρο 1964

Ξυπόλητη στο πάρκο (Νηλ Σάιμον) Θίασος Λαμπέτη 1964

Λεωφορείο ο Πόθος (Τένεση Ουίλλιαμς) Θίασος Λαμπέτη 1965

Αγία Ιωάννα (Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω) Θίασος Λαμπέτη 1966

Μαμζέλ Πέπσυ (Πιερ Εντμόν Βικτόρ) Θίασος Λαμπέτη 1966

Θυμήσου το Σεπτέμβρη (Νόελ Κάουαρντ) Θίασος Λαμπέτη 1967

Σαράντα καράτια (Πιερ Μπαριγιέ) Θίασος Λαμπέτη 1968

Φράνκυ (Κάρσον Μακ Καλλερς) Θίασος Λαμπέτη 1969

Το άνθος του κάκτου (Πιερ Μπαριγιέ-Ζαν Πιερ Γκρεντύ) Θίασος Λαμπέτη 1970

Τσιν τσιν (Φρανσουά Μπιγιεντού) Θίασος Λαμπέτη, Κωνσταντάρα 1970

Μια λαίδη στο σφυρί'' ( Σώμερσετ Μωμ) Θίασος Λαμπέτη, Κωνσταντάρα 1970

Ο λογαριασμός'' (Φρανσουάζ Ντορέν) Θίασος Λαμπέτη 1971

Πέντε Θεατρικές μορφές:Ζαν Κοκτώ-Η ψεύτρα, Αυγούστου Στρίντμπεργκ-Η πιο δυνατή, Ζαν Κοκτώ- Την έχασα, Κάθρην Μάνσφηλντ, Ζαν Κοκτώ-Η ανθρώπινη φωνή Θίασος Λαμπέτη 1971

Γλυκιά Ίρμα'' (Αλεξάντερ Μπερεφφόρ-Μαργκερίτ Μονό) Θίασος Λαμπέτη 1972

Η τυφλόμυγα (Α.Λίκμπορν) Θίασος Λαμπέτη, Κατερίνας 1972

Μικρές αλεπούδες (Λίλιαν Χέλμαν) Θίασος Λαμπέτη, Κατερίνας 1973

Ο Βυσσινόκηπος (Άντον Τσέχοφ) Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος 1974

Δεσποινίς Μαργαρίτα (Ρομπέρτο Αλτάιντε) Θίασος Λαμπέτη 1975

Φθινοπωρινή ιστορία (Αλεξέι Αρμπούζοφ) Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο 1977

Έξι μονόπρακτα : 

Μπέρτολτ Μπρεχτ-Η εβραία (από το «Τρόμος και Αθλιότητα στο Γ’ Ράιχ), Αυγούστου Στρίντμπεργκ-Η Πιο Δυνατή, Τσέχοφ-Αρού Όλυα («Μια Ψυχούλα»), Ζαν Κοκτώ-Η ανθρώπινη φωνή, Η ψεύτρα, Ο Πιερότος(«Την έχασα») Θίασος Λαμπέτη 1978

Φιλουμένα Μαρτουράνο (Εντουάρντο ντε Φιλίππο) Θίασος Λαμπέτη 1978

Ντόλλυ-«Η Προξενήτρα» (Θόρντον Ουάιλντερ) Θίασος Λαμπέτη 1980

Σάρα, Τα Παιδιά ενός Κατώτερου Θεού (Μαρκ Μέντοφ) Θίασος Λαμπέτη 1981

Οι ταινίες

Αδούλωτοι σκλάβοι (1946) .... Τατιάνα

Παιδιά της Αθήνας (1947)

Διαγωγή μηδέν (1949) .... Μπίλιω Φουντούκα

Ματωμένα Χριστούγεννα (1951) .... Ελένη

Κυριακάτικο ξύπνημα (1953) .... Μίνα Λαμπρινού

Η κάλπικη λίρα (1954) .... Αλίκη

Το κορίτσι με τα μαύρα (1956) .... Μαρίνα

Το τελευταίο ψέμα (1957) ... Χλόη

Χαμένο κορμί (The Wastrel/Il Relitto) (1961) .... κυρία Μπελ

Μια μέρα, ο πατέρας μου (One Day, My Daddy) (1968)

Την τηλεοπτική περίοδο 2006 - 2007 προβλήθηκε από τον τηλεοπτικό σταθμό Alpha τηλεοπτική σειρά 20 επεισοδίων, με τίτλο Έλλη Λαμπέτη: Η τελευταία παράσταση, βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο της βιογράφου της Λαμπέτη Φρίντας Μπιούμπι,("Έλλη Λαμπέτη: Η τελευταία παράσταση" Εκδόσεις Εξάντας 1983) με πρωταγωνίστριες στον ρόλο της Λαμπέτη τις Μαρίνα Καλογήρου (νεαρή ηλικία) και Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (ώριμη ηλικία).

Ο Φρέντυ Γερμανός, δεκατρία χρόνια μετά τον θάνατο της, έγραψε τη βιογραφία της που έγινε best-seller (1996)


  =====================================================


Αποτέλεσμα εικόνας για ελλη λαμπετη


ΠΗΓΕΣ


Έλλη Λαμπέτη - Βικιπαίδεια

Βιογραφίες - Έλλη Λαμπέτη - Σαν Σήμερα .gr



Η Έλλη Λαμπέτη από το ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ ... - Το Βήμα




Έλλη Λαμπέτη | λογομνήμων...



31 χρόνια χωρίς τη θλιμμένη ομορφιά της Ελλης Λαμπέτη ...



   ==============================================================









ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ - ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ

Στη σειρά «ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ» ο ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ παρουσιάζει μια ανθολογία από τις εκπομπές του, συμπληρώνοντας πορεία 25 χρόνων στην ελληνική τηλεόραση. Η συγκεκριμένη εκπομπή είναι αφιερωμένη στην κορυφαία Ηθοποιό του θεάτρου και του κινηματογράφου ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ. Η εκπομπή ξεκινά με την ξενάγησή στο σπίτι στην Κυψέλη, που έμενε η μεγάλη Ηθοποιός μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής της.



Δημοσίευση σχολίου