Τρίτη, 11 Αυγούστου 2015

Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΄30



H ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΤΟΥ ’30, ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ, Κ.Θ. ΔΗΜΑΡΑΣ, Γ.Κ. ΚΑΤΣΙΜΠΑΛΗΣ, ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ, ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ, ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΕΤΣΑΛΗΣ-ΔΙΟΜΗΔΗΣ, ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ, ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗΣ, ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ, Γ. ΘΕΟΤΟΚΑΣ

Με τον όρο ‘γενιά του Τριάντα’ εννοούμε στη λογοτεχνία, κατά τρόπο γενικό και συμβατικό, τους νέους συγγραφείς που εμφανίστηκαν μέσα στη δεκαετία 1930 με 1940. Λέγω «κατά τρόπο γενικό και συμβατικό», επειδή αν προσέξουμε καλύτερα τη ληξιαρχική ηλικία ορισμένων συγγραφέων, που θεωρούνται όχι μόνο εκπρόσωποι της γενιάς αυτής, αλλά και κάπως ηγετικές μορφές της, θα διαπιστώσουμε ότι παραβιάζουν τα αρχικά χρονολογικά πλαίσια, εφόσον το 1930 είχαν ήδη αρχίσει να μορφοποιούν το έργο τους. Αυτό συμβαίνει, λόγου χάρη, με τον Μυριβήλη, που γεννημένος το 1892, παρουσιάζει μια προσωπικότητα συγκροτημένη ήδη στους Βαλκανικούς Πολέμους· είτε με τον Σεφέρη, που, γεννημένος το 1900, λίγο νεότερος από τον Καρυωτάκη, ξεκινά περίπου τη στιγμή που κλείνει απότομα η δραστηριότητα του Καρυωτάκη. Με ένα αυστηρότερο χρονολογικό κριτήριο, μηχανικά εφαρμοσμένο, προσωπικότητες σαν τους δυο μεγάλους λογοτέχνες που ενδεικτικά μνημόνεψα, θα έπρεπε να μείνουν έξω από τη γενιά που μας απασχολεί. Για την αδυναμία να καθοριστεί μια χρονολόγηση ασφαλής, ας σκεφτούμε και την περίπτωση του Ελύτη που γεννήθηκε το 1911 και παρουσιάζεται στη μέση της δεκαετίας, το 1935. Σχετικά με την ομάδα των πραγματικά νέων μέσα στη γενιά συμβαίνει και τούτο επίσης: υπάρχει η περίπτωση, λόγου χάρη, του Τερζάκη που, παρ’ όλο ότι υπήρξε μια από τις πρώτες συνειδήσεις που ανάγγειλαν ώριμα και μαχητικά την ανανέωση του 1930, έμεινε οργανικά δεμένος στη μισοσκότεινη ατμόσφαιρα του καρυωτακικού χώρου.

Ωστόσο, και παρά την έλλειψη μιας συντονισμένης εμφάνισης της γενιάς του Τριάντα, είναι αναμφισβήτητο ότι εκεί γύρω στα 1930 γίνεται αισθητή μια αλλαγή, μια ρήξη με το παρελθόν, ενώ παράλληλα εμφανίζονται προβληματισμοί που τεκμηριώνουν τη γέννηση μιας νέας συνείδησης, στηριγμένης σε μορφωτικά εφόδια και σε ψυχική διάθεση διαφορετικά από τα πριν γνωστά.

 Mario Vitti, Η ‘Γενιά του Τριάντα’. Ιδεολογία και μορφή. Με μια νέα εισαγωγή, Ερμής, Αθήνα 2006, 21-22.


                    =================================

Ο ανταγωνισμός των «νέων» συγγραφέων […] προς τους «παλαιούς», με κύριο ζητούμενο το «συγχρονισμό» με τις διεθνείς λογοτεχνικές αναζητήσεις, είναι έντονος από τις αρχές της δεκαετίας του 1920 και ακόμη ενωρίτερα. Η σύγκρουση των λογοτεχνικών «γενεών», ωστόσο, παίρνει διαφορετική τροπή στα τέλη της ίδιας δεκαετίας, όταν μια καινούργια ομάδα νέων (εκείνη που ο Θεοτοκάς πρώτος ονόμασε «γενεά του 1930») έκανε, σύμφωνα με τον Ελύτη, «την εμφάνισή της γεμάτη τόλμη, αξιοπρέπεια, ενημέρωση και πολιτισμό» για να εκτοπίσει —κάπως πρόωρα— στο παρελθόν τους «νέους του 1920» με την επιβολή του δικού της ισχυρού μύθου. […]

Οι «νέοι του 1930» προωθούσαν δυναμικά τη ρήξη με το «μίζερο» λογοτεχνικό παρόν, προβάλλοντας —στη θέση της «άρνησης» που του καταλόγιζαν— την ισχυρή κατάφαση που παιάνιζε με μπαρεσική «αφτάδεια» το 1929 ο Θεοτοκάς στο Ελεύθερο Πνεύμα: πίστη στο μέλλον, στην ταχύτητα του σύγχρονου κόσμου, στη ρώμη της γυμνασμένης και υγιούς νεότητας, στην ατομικότητα και την ελεύθερη βούληση, στη δημιουργική φιλοδοξία, στη δύσκολη τέχνη. Ο αυτοπροσδιορισμός των νέων του ’30 παρέπεμπε εξαρχής σε μια διπλή (και αντιφατική) ταυτότητα: ήταν «οι ανυπόταχτοι, οι ανικανοποίητοι, οι τυχοδιώκτες της ψυχής και του πνεύματος» και, συγχρόνως, «οι νέοι διανοούμενοι, ανεκδήλωτοι ακόμα και άγνωστοι, που θα αναλάβουν αύριο την πνευματική καθοδήγηση του Ελληνισμού» και θα προωθήσουν «μια ελληνική πνευματική αναγέννηση». […]

 Τάκης Καγιαλής, Η επιθυμία για το μοντέρνο. Δεσμεύσεις και αξιώσεις της λογοτεχνικής διανόησης στην Ελλάδα του 1930, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, 183-185.

====================================================
 



Το πρώτο τεύχος των «Νέων Γραμμάτων» (1935).

Με το 1935, φτάνουμε στον πιο σημαντικό χρόνο της νέας ποίησης. Είναι μια χρονιά δημιουργική, μια χρονιά θεμελιωμάτων, μια χρονιά-μήτρα. Τον Γενάρη του 1935, πρωτοεκδίδεται το περιοδικό Τα Νέα Γράμματα, που σε λίγο θα αποβεί το κύριο όργανο της νέας ποίησης, ο καθρέφτης όλων των νεωτέρων τάσεων, ο κριτικός απολογητής και ο ενισχυτής κάθε πραγματικά νέας ποιητικής προσπάθειας. Το Μάρτη του ίδιου χρόνου, κυκλοφορούν δυο από τα πιο βασικά έργα της νεώτερης ποίησης, το Μυθιστόρημα τουΓιώργου Σεφέρη, που μ’ αυτό ο ποιητής της Στροφής θα μας παρουσιαστεί περπατώντας σταθερά στους καινούριους ποιητικούς δρόμους, και η κλασική πλέον Υψικάμινος τουΑνδρέα Εμπειρίκου, το βιβλίο με το οποίο έκαμε ο υπερρεαλισμός την επίσημη και την υπεύθυνη εμφάνισή του στην Ελλάδα. Και το Νοέμβριο του 1935, από τις σελίδες των Νέων Γραμμάτων θα πρωτοεμφανιστεί ο Οδυσσέας Ελύτης, ένας από τους πιο δυνατούς μοχλούς της νέας ποίησης, η σημαντικότερη ποιητική μορφή έπειτα και μαζί με τον Σεφέρη. Ό,τι αργότερα θ’ αποτελέσει το σώμα της νέας ποίησης, πρωτοδηλώνεται μέσα στα χρονικά όρια του 1935. Ο χρόνος αυτός είναι ένας από τους πιο ιστορικούς της νεοελληνικής ποίησης, γιατί από κει και πέρα, κυρίως, άλλαξε τελειωτικά η μορφή του ποιητικού μας λόγου· από κει και πέρα, διαχωρίζεται το μοντέρνο ρεύμα από την παράδοση, όχι πια με έργα προδρομικά και αβέβαια, αλλά με γνήσιους ποιητικούς καρπούς…

 Ανδρέας Καραντώνης, Εισαγωγή στη νεώτερη ποίηση, Δίφρος, Αθήνα 1958, 164-165.



Αποτέλεσμα εικόνας για ανδρεας καραντωνης ποιηματα

Η ΑΝΔΡΟΣ ΜΟΥ

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ

Στην Άντρο γεννήθηκα, στη Χώρα ζούσα, μα ως τα δώδεκα μου χρόνια δεν ήξερα τίποτε άλλο από τη Χώρα, τα Λειβάδια, τη Μεσσαριά και τα Λάμυρα. Το νησί ήταν για μένα ο χώρος που τον έφραζαν τα δυο βουνά: το βουνό το πράσινο και το βουνό το ξερό, το ξανθό. Έμενα με ανοιχτό το στόμα ακούοντας τους μεγάλους να μιλαν για χωριά τα πέρα από τα βουνά μου, για δύσκολες πορείες, για μοναστήρια, για ρεματιές, για τα Αποίκια, τις Στενιές, την Άρνη, το Μπατσί, το Γαύριο, το Κόρθι. Όλα αυτά τα μυστηριακά ονόματα τα αισθανόμουν μ' εκείνη τη μαγική αίσθηση του άγνωστου και του απέραντου. Έτσι θα νιώθουν τώρα τα παιδιά ακούοντας για το Παρίσι, τη Λόντρα, τη Ρώμη, τη Νέα Υόρκη. Έτσι – και λιγότερο. Τώρα ό κινηματογράφος φέρνει παντού τις εικόνες όλου του κόσμου. Για ό,τι συμβαίνει στον πλανήτη μας μπορούμε τώρα όλοι, μικροί και μεγάλοι, να παίρνουμε μια οπτική ή ακουστική είδηση. Μα τότε . . .

Από το παράθυρο του σπιτιού μου κάρφωνα ώρες τα μάτια μου στο βουνό απέναντι, που μου φαινόταν πώς ανέβαινε ως τον ουρανό. Το τέλος του κατοικημένου κόσμου ήταν για μένα το χωριουδάκι Κατακαλαίοι, σκαρφαλωμένο σχεδόν στην κορφή του βουνού, απέναντι μου. Πώς θά 'ταν τάχατες ο κόσμος πίσω απ' αυτό το χωριό; Μα και τι παράξενα, τι όμορφα θά 'ταν να 'βλεπε κανείς το νησί και τη θάλασσα από κει ψηλά. Όσο για τα φημισμένα Αποίκια και την Πυθάρα, ήξερα πώς ήταν στη «μέση του βουνού», εκεί, κάτω από τη γραμμή που τη λένε «πρόβαλμα». Μα πώς να γνωρίσω αυτή την ομορφιά που ολοένα άκουα να την υμνούν; Οι μεγάλοι δε μας παίρναν μαζί τους. Μας κλείναν στο σπίτι με τις υπηρέτριες κι εκείνοι τρέχανε στους γάμους, στα πανηγύρια, στις εκδρομές. Κάθε τόσο ακούαμε τους χαρούμενους θορύβους της «γαϊδουροκαβαλαρίας». Πολλές φορές, πενήντα κι εκατό νομάτοι, με τραγούδια και φωνές, ξεκινούσανε καβάλα για κάποια διασκέδαση στα γύρω ή στα πέρα χωριά. «Άδειαζε ή Χώρα – κι εμείς με θλίψη κλεινόμαστε στα σπίτια μας βλέποντας από το παράθυρο την πομπή της γαϊδουροκαβαλαρίας να τραβά κατά το «πρόβαλμα», αφήνοντας δεξιά το παλιό νεκροταφείο με το εκκλησάκι του Άι Στάθη. Ύστερα τους χάναμε από τα μάτια μας κι αισθανόμασταν μιαν απέραντη ερημιά. Άραγε θα δούμε κι εμείς καμιά φορά τ' Αποίκια; θα πάμε στην Πυθάρα;

Το θαύμα έγινε κάποτε. Αν θυμάμαι καλά, οι σχολικές εκδρομές ήταν κάτι σπάνιο εκείνα τα χρόνια. Ούτε και στο πρόγραμμα θα περιλαμβάνονταν σα «στοιχείο αγωγής», μα κι οι δάσκαλοι θα βαριόνταν να κουβαλάνε πίσω τους κάθε τόσο τα παιδιά, για να πηγαίνουν μέσα από δυσκολοδιάβατους δρόμους, όλο σκαλιά κι ανήφορο, σε μέρη που τους ήταν τόσο γνωστά. Ωστόσο, κάθε Πρωτομαγιά κάτι γινόταν. Μια φορά θυμάμαι πώς μας πήγανε στα Λειβάδια. Την άλλη φτάσαμε ως τις Μένητες. Και την τρίτη – τότε ήμουν στο «σχολαρχείο» – αποσώσαμε ως τα επιθυμημένα Αποίκια! Επί τέλους, το παραπέτασμα έπεσε. Τα όρια του νησιού πλάτυναν θαματουργά. Ύστερα από ένα κοπιαστικό ανέβασμα προς το «πρόβαλμα», το θαύμα απλώθηκε μπροστά μας, ολόχλωρο, βαθύ, ονειρευτό, κατάλευκο. Όσα είδαμε από κει πάνω, ξαφνικά και μονομιάς, ήταν σα μια μαχαιριά μέσα στην καρδιά. Ή βαθυπράσινη πλαγιά με τα λευκά μωσαϊκά των χωριών, ή ρεματιά που έφτανε ως τα Γιάλια γιομάτη πλατάνια, νερά και λευκές, άσπρα και λουλακιά καμπαναριά που πετιούνταν μέσα από τα κυπαρίσσια σα για να λογχίσουν τον καταγάλανο ουρανό, ένας χρυσοκίτρινος βενετσιάνικος πύργος βαθιά στη χαράδρα, με φοινικιές ολόγυρα. Μα οι χλοερές Βαλανιδιές προς το γεφυράκι, που κάτωθέ του, κρυμμένο στις πυκνές φυλλωσιές, τραγουδούσε το παιχνιδιάρικο νερό, στο βάθος ένα κομμάτι θάλασσας μπλάβο – όλ' αυτά πώς να τα ξεχάσει κανείς ποτέ; Είναι ή πρώτη θέα της ομορφιάς, ή αποκάλυψη που στο έξης θα λειτουργεί μέσα μας σα θαύμα. Από τότες, κάθε φορά που πηγαίνω στην Άντρο, ξαναζητάω με λαχτάρα την ίδια αίσθηση από την πλαγιά των Αποικιών. Τώρα ο παγαιμός ως εκεί είναι εύκολος, γρήγορος. Ούτε πεζοπορία πια ούτε ζώα, μα πάντα, σα φτάνω στο φρύδι του βουνού πάνω από το λιμάνι και βλέπω αυτό το θεσπέσιο σύνολο, δε μπορώ να συγκρατήσω μια κραυγή χαράς, μια κραυγή αποκάλυψης. Και με συγκίνηση ξαναζώ εκείνη την αλησμόνητη παιδική αίσθηση. Ένας στίχος ξένου ποιητή, γραμμένος για γυναίκα, λέει: «Κάθε φορά που σε βλέπω, σε ανακαλύπτω». Το ίδιο αισθάνομαι κι εγώ γι' αυτή την πλαγιά του νησιού μας.

Ύστερα ήρθε ο ξενιτεμός. Σε λίγο, λίγους μήνες μετά απ' αυτή την εκδρομή, το Σεπτέμβρη του 1923, ένα πλοίο της γραμμής, ο «Κρόνος», με πήρε από το νησί για τη «μεγάλη Αθήνα». Μπάρκαρα από το λιμάνι με τρικυμία, με κύματα που ορμούσαν πάνω από το μουράγιο και μας κατάβρεχαν, κι όλη μου ή ύπαρξη ήταν στραμμένη τώρα προς το άγνωστο που θα πήγαινα. Από τη μια μεριά του πλοίου, εκεί που ήταν ή καμπίνα μου, απλώνονταν θυμωμένο το απέραντο πέλαγος, το άγνωστο, οι δρόμοι προς το καινούριο. Από την άλλη ξετυλίγονταν αργά αργά το αγαπημένο νησί: κάβοι, κάβοι, σπηλιές, βράχια, έρημες ακρογιαλιές, άσπρα χωριά πάνω σε μακρινά υψώματα, χαμένα στα χινοπωριάτικα σύννεφα. Μοίραζα τη συγκίνηση μου και προς τα δυο μέρη. Έβλεπα αχόρταγα αυτό το απέραντο και ταραγμένο πέλαγος, που είχε καταλύσει τα στενά όρια του νησιού μου και που με πήγαινε σε καινούριους, μεγάλους κόσμους. Μα κι έτρεχα από την άλλη μεριά του καραβιού, να γιομίσω τα μάτια μου από τις τελευταίες εικόνες της πατρίδας: το Λίδι, το Συνετί, το βαθύκολπο Κόρθι, που το έβλεπα για πρώτη φορά. Ύστερα νύχτωσε – όλα μέσα μου τυλίχτηκαν με σκοτάδια και κύματα, και το πρωί ξύπνησα μέσα στον πρωτάκουστο για μένα θόρυβο του πειραιώτικου λιμανιού. Άλλο θάμπωμα τούτο, μα δεν είναι τώρα ο λόγος μας γι αυτό.

Σάν πέρασα τα πρώτα ξαφνιάσματα από τη «μεγάλη Αθήνα», άρχισε σιγά σιγά να ξαναπροβαίλνει μέσα μου το νησί. Νοσταλγία δυνατή με κυρίεψε, όχι τόσο για τη Χώρα και για τη ζωή μου εκεί, όσο για τη φύση που πια δεν έβλεπα. Έκαμα πολύν καιρό να συνηθίσω στο λιτό, απλό, γυμνό τοπίο της Αττικής. Που ή βλάστηση, που τα πλατάνια, τα κυπαρίσσια, οι λεύκες, οι πηγές, τα κεφαλάρια, ή μαγική χλωρασιά του νησιού μου! Όλ' αυτά γίναν εικόνες μακρινές, ινδάλματα, λυρικές φωνές, επικλήσεις και προτροπές μέσα μου. […]

Ανδρέας Καραντώνης, Ελληνικοί χώροι, Βιβλιοπωλείο της «Εστίας» Ι. Δ. Κολλάρου & Σιας Α.Ε, Αθήνα 1979, σ. 350


     ======================================================




Στο επικό δίτομο μυθιστόρημα του Θανάση Πετσάλη - Διομήδη "Οι Mαυρόλυκοι" ιστορούνται οι πιο σκοτεινές σελίδες της ελληνικής ιστορίας: η εποχή της τουρκοκρατίας και της ενετοκρατίας. Άλλοτε επιδιώκοντας καλύτερες συνθήκες ζωής, άλλοτε αναζητώντας πνευματική φώτιση κι άλλοτε απλώς για να σώσουν τη ζωή τους, τα μέλη της οικογένειας των Μαυρολύκων περιπλανιούνται στην ηπειρωτική Ελλάδα, στα νησιά, στην Κρήτη, στην Κωνσταντινούπολη, έρμαια της κοινής σκληρής μοίρας του υπόδουλου ελληνισμού. Ταυτόχρονα, όμως, συμμετέχουν στα πρώτα δειλά βήματα σκιρτήματα της εθνικής αφύπνισης (1565-1670), μιας μακράς και επώδυνης διαδικασίας, που ωστόσο θα οδηγήσει τελικά στον Ρήγα Βελεστινλή και στον μεγάλο ξεσηκωμό του 1821.

"Oι Mαυρόλυκοι" αποτέλεσαν σταθμό στα ελληνικά γράμματα. H Aκαδημία Aθηνών βράβευσε το έργο κατά την πανηγυρική συνεδρία της 24ης Mαρτίου 1950 και απέδωσε επιγραμματικά το μέγεθός του: "Eδώ η Τέχνη και η Iστορία σφικτά χειροκρατούμεναι παρουσιάζουν ως εν πανοράματι τας περιπετείας του Γένους".

                  ===================================================







«Τη νύχτα της τραμουντάνας και της φουρτούνας την ακολούθησε γλυκοχάραμα ήρεμο κι απαλό πάνω στη γη, που ξυπνούσε πρόσχαρα · πάνω στη θάλασσα, που λικνιζόταν με βαθύχρωμες ανασαιμιές. Λευκή καταχνιά πλανιόταν νωχελικά στους κυματισμούς του λιόφυτου κάμπου, ως τα ριζά των βουνών. Από τα σπίτια της πολιτείας και των ολόγυρα χωριών μερικοί καπνοί, το ίδιο άσπροι με την καταχνιά που καθόταν στη γη, ψήλωσαν νωχελικά προς το σταχτή αυγερινό ουρανό, κι απόμειναν μετέωροι στην αδράνεια του ψυχρού αγέρα. Οι ανάριες φωνές των ανθρώπων που είχαν ξυπνήσει, αντηχούσαν με καθαράδα κρουστού κρυστάλλου μες στην ύλη της πεντακάθαρης σιωπής. Κάποιος πετεινός λάλησε,κάποιο πουλάκι κελάηδησε. Ο ουρανός της Ανατολής φωτίστηκε διακριτικά,προμηνώντας τον ερχομό της ημέρας. Κατά το βασίλεμα, οι κορφές των βουνών ρόδισαν αχνά, έτοιμες, πρώτες αυτές, να δεχτούν τις αχτίνες του ήλιου· Σκυφτός στα ρέλια,κοιτούσε την πολιτεία, που λες και ζωντάνευε όσο το φως της ημέρας, ερχόταν κι άπλωνε πάνω στα σπίτια της. Η ψυχή του, γαληνεμένη με την απαλάδα του εωθινού, δόθηκε σε θύμησες παλιές, πνιγμένες από τον βραχνά μιας ολάκερης ζωής. Το πράσινο νησί με τους κυματιστούς ελαιώνες · τα σκοτεινόχρωμα κυπαρίσσια, που ορθώνονταν στον ουρανό σε στάση ευλαβικής προσευχής · η πλούσια βλάστηση κάθε λογιώ δέντρων και θάμνων, που ξεχυνόταν ως το γλαυκό νερό της ήμερης θάλασσας · η άσπρη πολιτεία, που μέσα στο μισόφωτο της χειμωνιάτικης αυγής είχε απάνω της τη σφραγίδα του ήλιου. Ο ουρανός αγνός, διάφανος, στολισμένος , με τα στερνά αστέρια, που χαροπάλευαν στον ερχομό της μέρας · κι άλλα μύρια μικροπράγματα, άπιαστα κι ασήμαντα, μα που μιλούσαν σε κάποια κρυφή γωνιά του μέσα κόσμου του· Η «Κλεοπάτρα » σφύριξε. Ο εργάτης της πλώρης άρχισε, μ΄ αγκομαχητό να βιράρει την άγκυρα, σκορπώντας ολόγυρα στο καράβι, ένα σύννεφο από αχνό, που το χρύσιζαν οι πρώτες αχτίνες του ήλιου. Βγήκε στο κατάστρωμα. Όμορφο πρωινό, βαθυγάλανο, ξεκάθαρο. Αριστερά ξεμάκραινε ο σταχτοκίτρινος όγκος της Χιός. Παντού αλλού θάλασσα - και μόνο θάλασσα - χρώμα σκούρο λουλάκι, κάπως ταραγμένη από το ξεθυμιασμένο βοριαδάκι. Ψηλά, ο ήλιος ολόλαμπρος, φωτερός, ζεστός. Κάθε τόσο μισόκλεινε τα θαμπωμένα από ήλιο μάτια του κι ανάσαινε βαθιά, γεμίζοντας τα πλεμόνια του με οξυγόνο κι ιώδιο.»

( ΓΙΟΥΓΚΕΡΜΑΝ - Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ )


Χατζηκυριάκος-Γκίκας Νίκος (1906 - 1994)
Ουσία και σκιά, 1938
Καζεΐνη σε ξύλο , 30 x 45 εκ.
Δωρεά του καλλιτέχνη , Αρ. έργου: Π.7316






Χατζηκυριάκος-Γκίκας Νίκος (1906 - 1994)
Βραδυνές αναπολήσεις, 1959
Λάδι σε μουσαμά , 114 x 146 εκ.
Δωρεά του καλλιτέχνη , Αρ. έργου: Π.7325




Κόντογλου Φώτης (1896 - 1965)
Χριστός Ελεήμων, 1953
Αυγοτέμπερα σε ξύλο , 74 x 53 εκ.
Δωρεά Πανελλήνιας Σχολής Κλωστοϋφαντουργίας , Αρ. έργου: Π.8594


Κόντογλου Φώτης (1896 - 1965)
Προσωπογραφία Παντελή Πρεβελάκη, π. 1938 - 1939
Αυγοτέμπερα, νωπογραφία , 19 x 14 εκ.
Δωρεά Σόφης Κεφάλα , Αρ. έργου: Π.8111



Κόντογλου Φώτης (1896 - 1965)
Η Ελλάδα των τριών κόσμων, 1933
Λάδι σε μουσαμά , 31,5 x 43 εκ.
Αρ. έργου: Π.10515

Παρθένης Κωνσταντίνος (1878/1879 - 1967)
Παναγία με το θείο βρέφος-Σταύρωση, 1940 - 1942
Λάδι σε μουσαμά , 125 x 350 εκ.
Κληροδοσία αντί Φόρου Κληρονομίας Νικολάου Παρθένη , Αρ. έργου: Π.9987



Θεόφιλος (Χατζημιχαήλ) (1873 - 1934)
Αδάμ και Εύα, 1932
Λάδι σε μουσαμά , 91,5 x 84 εκ.
Αρ. έργου: Π.10169



Η Γενιά του ’30. Παράδοση και Μοντερνισμός.

Η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 αποτελεί ορόσημο του Μεσοπολέμου για την Ελλάδα. Η τραυματική αυτή εμπειρία δημιούργησε την ανάγκη μιας εθνικής αυτοβεβαίωσης που εκφράστηκε με τη στροφή προς την παράδοση. Άλλωστε η στροφή προς την τάξη και την παράδοση χαρακτηρίζει και την ευρωπαϊκή τέχνη του Μεσοπολέμου. Στη δεκαετία του ’20 διαμορφώνονται τα χαρακτηριστικά που θα επικρατήσουν στους καλλιτέχνες της Γενιάς του ’30.

Η Γενιά του ’30 έχει καθιερωθεί ως όρος στο χώρο της λογοτεχνίας και αναφέρεται σε μια ομάδα νέων λογοτεχνών, κυρίως ποιητών, οι οποίοι συνδέονται με την εισαγωγή των πρωτοποριακών ρευμάτων στην Ελλάδα και τη συνειδητή προσπάθειά τους να τα πολιτογραφήσουν και να τους δώσουν ελληνική ιθαγένεια. Σεφέρης, Ελύτης, Εγγονόπουλος, Εμπειρίκος είναι μερικοί από τους εκπροσώπους του ελληνικού Μοντερνισμού.

Σε ό,τι αφορά τις εικαστικές τέχνες, τον πρώτο ελληνικό υπαιθρισμό διαδέχεται τώρα μια ζωγραφική που τείνει να γίνει ανθρωποκεντρική. Βασικό της γνώρισμα είναι η κυριαρχία της νόησης πάνω στην αίσθηση, που εκδηλώνεται με ισχυρές σχηματοποιήσεις στη σύνθεση και στο σχέδιο, ενώ το χρώμα απομακρύνεται από τη φύση και γίνεται πιο πνευματικό. Το ώριμο έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη μαρτυρεί αυτές τις αλλαγές. Στις αλληγορικές και θρησκευτικές συνθέσεις του συγχωνεύονται επιδράσεις από την Αρχαιότητα, το Βυζάντιο και τα νεότερα ρεύματα. Ο Μικρασιάτης Φώτης Κόντογλου αναζητεί πηγές έμπνευσης αποκλειστικά στο Βυζάντιο και στην ανατολική παράδοση, απορρίπτοντας κάθε επαφή με τη δυτική τέχνη. Η προσωπικότητα και οι ιδέες του θα επηρεάσουν πολλούς καλλιτέχνες της Γενιάς του ’30. Σε αντίθεση με τον Κόντογλου, ο φίλος του Σπύρος Παπαλουκάς προσεγγίζει την παράδοση μέσα από την εμπειρία της σύγχρονης τέχνης. Ο Γιάννης Τσαρούχης επίσης κατανοεί το αδιέξοδο της διδασκαλίας του Κόντογλου και ανοίγει έναν γόνιμο διάλογο με πολλές παραδόσεις (ελληνιστική ζωγραφική, Βυζάντιο, Αναγέννηση, λαϊκή τέχνη), πάντα μέσα από τον προβληματισμό της σύγχρονης τέχνης, ιδιαίτερα του Ανρί Ματίς. Το δίδαγμα του Κόντογλου συμφιλιώνεται με τους κώδικες της μεταφυσικής ζωγραφικής στο έργο του Νίκου Εγγονόπουλου.

Μέσα σε αυτό το κλίμα η Γενιά του ’30 ανακαλύπτει την αξία της τέχνης λαϊκών καλλιτεχνών, όπως είναι ο ζωγράφος του Μακρυγιάννη και ο Θεόφιλος.

Ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας ζωγραφίζει τοπία, εσωτερικά και νεκρές φύσεις σε ένα ύφος μετακυβιστικό, με φως και χρώμα ελληνικό. Σε αρκετούς καλλιτέχνες της Γενιάς του ’30 ανιχνεύεται η επίδραση της κλασικιστικής φάσης του Αντρέ Ντεραίν, που έφτασε στην Ελλάδα μέσω του χαράκτη και ζωγράφου Δημήτρη Γαλάνη.

Για τη Γενιά του ’30 παράδοση και Μοντερνισμός λειτούργησαν σαν αμφίδρομοι καταλύτες, καθένας βοήθησε στη βαθύτερη κατανόηση και οικειοποίηση του άλλου.

Η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά (1936 - 1940) βρήκε διαμορφωμένο το ρεύμα της επιστροφής στην παράδοση και το υιοθέτησε, θεωρώντας ότι μπορούσε έτσι να εκφράσει την εθνικιστική ιδεολογία του καθεστώτος.


                         ============================================








Πριν δούμε κάποια θέματα γύρω από την πολυσυζητημένη γενιά του ΄30 θα έπρεπε ίσως να διευκρινίσουμε πως ο όρος « γενιά» στη Λογοτεχνία δεν είναι ζήτημα …ληξιαρχείου. Εκείνο που συνδέει τους εκπροσώπους της, διαχωρίζοντάς τους από τους προηγούμενους και τους επόμενους, είναι η ιστορική στιγμή και η στιγμή που έρχονται να διαδραματίσουν το ρόλο τους στα γράμματα. Οι εκπρόσωποι μιας γενιάς, εξάλλου, μπορεί να εκφράζουν διαφορετικές αισθητικές τάσεις και ν’ ακολουθούν διαφορετικές κατευθύνσεις.

Η γενιά  του 1930 είναι η γενιά  που βρίσκεται υπό συνεχή κριτική και αναθεώρηση, κάτι που συνεπάγεται πολύ διαφορετικές και αλληλοσυγκρουόμενες οπτικές γωνίες.

 Ο Κ. Μητσάκης λέει γι΄αυτήν: «Ο όρος “γενιά του ’30” είναι λοιπόν μια πολύ γενική έννοια που καλύπτει όλους τους λογοτέχνες, χρονικά, αλλά δεν εκφράζει την πολυμορφία και την ιδιαιτερότητά τους. Δεν πρόκειται δηλαδή για μια σχολή με κοινή ιδεολογία ή κοινές αισθητικές αντιλήψεις, περισσότερο πρόκειται για μια ομάδα συγγραφέων προικισμένων με πολύ ταλέντο αλλά και με διάθεση για δημιουργία υψηλής ευθύνης και μεγάλων απαιτήσεων. Τελικά πρόκειται για μια γενιά με συνείδηση του εαυτού της και της ιστορικής της αποστολής».

Η γενιά του ΄30, που έφερε στην Ελλάδα δύο Νομπέλ Λογοτεχνίας, αποθεώθηκε και πολεμήθηκε όσο καμία. Είναι για πολλούς η γενιά των αστών, που με υπολογισμένους χειρισμούς του λογοτεχνικού θεσμού φρόντισε για την υστεροφημία της, κατασκεύασε τον μύθο της και επέβαλε μεθοδικά την ηγεμονία της στα νεοελληνικά γράμματα.

Κατηγορήθηκαν για εκπροσώπηση της άρχουσας τάξης, μικροαστική ιδεολογία, επιδίωξη αποδοχής από το κατεστημένο. Πολλοί κριτικοί θεώρησαν πως το ελληνικό μοντέρνο περιορίστηκε στην ανανέωση των εκφραστικών τρόπων και αποκόπηκε από τις ευρύτερες (πνευματικές και κοινωνικές) ριζοσπαστικές διεκδικήσεις των ευρωπαϊκών μοντερνιστικών κινήσεων.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ - ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ

 Η Γενιά αυτή επέλεξε την δημιουργική εξωστρέφεια και τον πειραματισμό σε νέες, αιρετικές μέχρι τότε, τεχνοτροπίες και λογοτεχνικές εκφράσεις. Ο πιο σημαντικός σταθμός στην ποίηση της «γενιάς του ’30» είναι το έτος 1935. Εκείνη την χρονιά, που κατά σύμπτωση δημοσιεύεται και η τελευταία συλλογή του Παλαμά, ιδρύεται το περιοδικό Νέα Γράμματα, με το οποίο συνεργάζονται οι κυριότεροι εκπρόσωποι της γενιάς, εκδίδεται τοΜυθιστόρημα του Σεφέρη ( επιρροή από τον αγγλοσαξωνικό μοντερνισμό ), δημοσιεύονται τα πρώτα ποιήματα του Ελύτη και εισάγεται στην Ελλάδα ο υπερρεαλισμός με την Υψικάμινο του Εμπειρίκου ( επιρροή από τον γαλλικό υπερρεαλισμό). Μέσα στην ίδια δεκαετία δημοσίευσαν τα πρώτα ποιήματα σε ελεύθερο στίχο ο Ρίτσος και οΒρεττάκος και πρωτοεμφανίστηκε και ο δεύτερος σημαντικός εκπρόσωπος του υπερρεαλισμού, ο Νίκος Εγγονόπουλος.

Ενδιαφέρον ακόμη στοιχείο για  την πραγματική συγκρότησή της είναι η προσωπική στάση που πήραν οι ίδιοι οι εκπρόσωποί της: άλλοι θεωρούν τους εαυτούς τους μέλη της γενιάς του 1930 ( π.χ ο Θεοτοκάς και ο Μυριβήλης ) ενώ άλλοι  αποστασιοποιούνται από μιαν οποιαδήποτε «συμμετοχή» τους σ' αυτήν  ( πχ. Γ. Σεφέρης, Ο. Ελύτης )

 Επρόκειτο για μια γενιά που κατάφερε να συμπεριλάβει στους κόλπους της συντηρητικούς και αριστερούς, ρεαλιστές και υπερρεαλιστές, κοσμοπολίτες και φανατικούς της παράδοσης

 Η καταρράκωση της Μεγάλης Ιδέας οδήγησε στη μετάθεση της φιλοδοξίας της "εθνικής αναγέννησης" από το πεδίο της εδαφικής επέκτασης σε εκείνο της πνευματικής ηγεμονίας του ελληνισμού. Η γενιά αυτή, ζώντας σε μια κοινωνία φοβική προς την Ευρώπη και τα μοντερνιστικά της κινήματα, επιχείρησε να γεφυρώσει μέσα από την τέχνη το χάσμα της εθνικής ταυτότητας, συμφιλιώνοντας το μοντερνισμό με την παράδοση, τον κοσμοπολιτισμό με την εντοπιότητα. Το ελληνικό φως, το αιγαιοπελαγίτικο τοπίο, η επιστροφή στις πηγές, χαρακτηρίζουν τις αναζητήσεις, τον αισθητικό και ιδεολογικό  προσανατολισμό της γενιάς του '30. Ουσιαστικά έκανε  διάλογο με το συλλογικό ασυνείδητο.

 Πίστεψαν στην ελληνική ιδιαιτερότητα, πίστεψαν στην ανάγκη εξωτερικοποίησης πολιτιστικών μας στοιχείων. Η Γενιά του ΄30 προέταξε την ελληνικότητα ως το όχημα κοινωνικής και δημιουργικής ανάπτυξης. Είναι η γενιά που διαμορφώθηκε από την εμπειρία του πολέμου και  προβληματίστηκε για μείζονα θέματα, για τον χρόνο και τον τόπο, για την παράδοση, για τη μνήμη και την Ιστορία.

 «Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία σε συλλογικό επίπεδο είναι ότι αισθητικοποίησε τις βασικές ιδέες του λαϊκού ,του χώρου και της Ιστορίας, εισήγαγε μια ελληνικότητα δημιουργική που βοήθησε στη συνομιλία του παρόντος με το παρελθόν και επεξεργάστηκε μια αμφίδρομη σχέση με την Ευρώπη» . Δ.Τζιόβας

 Στάθηκε με αγάπη και ανυπόκριτο θαυμασμό προς το λαϊκό πολιτισμό, την αυθεντική λαϊκή λαλιά και τη μη ακαδημαϊκή τέχνη ( πχ Θεόφιλος , Μακρυγιάννης)

Υιοθέτησε τον ποιητικό μοντερνισμό και  έγραψε σε ελεύθερο στίχο.

  Τα έργα τους έχουν συγκροτήσει έναν λογοτεχνικό κανόνα, αναπληρώνοντας την απουσία νεοελληνικών κλασικών συγγραφέων.

«Δεν το λέω δηµόσια, µα θυµούµαι καλά πως εγώ πρώτος µεταχειρίστηκα τον όρο γενεά του 1930. Συνειδητά και εκ προθέσεως προσπάθησα από καιρό να δηµιουργήσω και να επιβάλω το µύθο του 1930 και τώρα βλέπω ότι κάτι κατόρθωσα. Η οριστική καθιέρωση του µύθου ήτανε της οµιλίας µου ο σκοπός. Το κάνω αυτό γιατί πιστεύω πως µια πνευµατική ζωή ανοργάνωτη και άστατη σαν τη δική µας έχει ανάγκη από τέτοιους µύθους, από καιρό σε καιρό, για να συγκεντρώνεται, να τονώνεται και να επιβάλλεται κατά κάποιον τρόπο στο κοινό της».

Αυτά γράφει ο Γιώργος Θεοτοκάς στο ηµερολόγιό του, για τη διάλεξη που είχε δώσει στις 22 Νοεµβρίου 1947 στο «Αθήναιον» µε θέµα «Η λογοτεχνική γενεά του 1930». Στον Θεοτοκά, άλλωστε, φαίνεται να ανήκει και η πατρότητα του όρου, τον οποίο χρησιµοποίησε για πρώτη φορά δέκα χρόνια πριν. Ο ίδιος άνθρωπος είχε δηµοσιεύσει το 1929 το δοκίµιο «Ελεύθερο πνεύµα», που αναδείχθηκε µε τον καιρό σε ιδρυτικό κείµενο της γενιάς ,σε   "πνευµατικό µανιφέστο της".

                             
ΠΗΓΕΣ

Α.Γεωργιάδου, Η ποιητική περιπέτεια, εκδόσεις Μεταίχμιο

Κουζέλη Λαμπρινή, Η Γενιά του 30' δεν υπήρξε ποτέ, ΒΗΜΑ, 15/5/2011

Τζιόβας, Δημήτρης, 2011, Ο Μύθος της Γενιάς του 30', Νεοτερικότητα, Ελληνικότητα και Πολιτισμική Ιδεολογία, εκδ. ΠΟΛΙΣ, Αθήνα

Vitti, Mario, 2000, Η Γενιά του '30, εκδ. ΕΡΜΗΣ, Αθήνα

Γ.Βελουδής , Η άνοδος και η πτώση της «γενιάς του ''30», ΤΟ ΒΗΜΑ, 9/12/2001

         
                   ============================================






ΜΥΘΟΙ

Η γενιά του ΄30 δεν υπήρξε

Ο νεοελληνιστής Δημήτρης Τζιόβας προσεγγίζει με νηφάλια ματιά τον μύθο μιας λογοτεχνικής γενιάς

Κουζέλη Λαμπρινή


Η γενιά του ΄30 δεν υπήρξε


Λίγο μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την ήττα της Μικρασιατικής Καταστροφής εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα μια γενιά η οποία ανέδειξε την ελληνική ιδιαιτερότητα και στάθηκε απέναντι στη Δύση χωρίς αίσθημα μειονεξίας: η γενιά του ΄30, που έφερε στην Ελλάδα δύο Νομπέλ Λογοτεχνίας, αποθεώθηκε και πολεμήθηκε όσο καμία. Είναι για πολλούς η γενιά των αστών, που με υπολογισμένους χειρισμούς του λογοτεχνικού θεσμού φρόντισε για την υστεροφημία της, κατασκεύασε τον μύθο της και επέβαλε μεθοδικά την ηγεμονία της στα νεοελληνικά γράμματα.

Ήρθε σε ρήξη με το παρελθόν, ευαγγελίστηκε τον μοντερνισμό, πάντρεψε την υψηλή τέχνη του λόγιου Έλιοτ με τη λαϊκή αφήγηση του αγράμματου Μακρυγιάννη,κατηγορήθηκε για φραγκολεβαντίνικο κοσμοπολιτισμό αλλά και για ελληνοκεντρισμό. Είναι η γενιά που επισκιάζει με την πολιτισμική αίγλη της κάθε άλλη «γενιά» στον δημόσιο λόγο, γράφει ο νεοελληνιστής Δημήτρης Τζιόβας στη μελέτη του Ο μύθος της γενιάς του τριάντα .

Κατά γενική παραδοχή, είναι μια γενιά ανομοιογενής, μοντερνιστών και ρεαλιστών, που έχει κατά καιρούς χωρέσει τον συντηρητικό Ανδρέα Καραντώνη και τον πρωτοποριακό Νικόλα Κάλα, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Τσάτσο και τον κομμουνιστή Κοσμά Πολίτη, μια γενιά που έχει ως ηγετική φυσιογνωμία τον Σεφέρη - αν και εκείνος ελάχιστα την αναφέρει- και περιλαμβάνει απαρέγκλιτα τον Ελύτη, παρ΄ ότι ο ίδιος αρνήθηκε ότι ανήκει σε αυτήν.

Πρόκειται για μια γενιά διαρκώς παρούσα αλλά απροσδιόριστη και αινιγματική. Εν τέλει,«η γενιά του ΄30 δεν υπήρξε ποτέ» καταλήγει ο Τζιόβας. Την πιο συνεκτική εικόνα της προσφέρει ο μύθος της, τον οποίο συνέθεσαν τόσο οι άνθρωποι του 1930 όσο και οι πολέμιοί τους.

Τον μύθο της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας τον καλλιέργησε η ίδια η γενιά στη δεκαετία του 1930: ήταν εκείνοι που έφεραν την πεζογραφία από την ειδυλλιακή επαρχία στις πόλεις, κοντά στην τρέχουσα πραγματικότητα και στις ανησυχίες του μεταπολεμικού ανθρώπου. «Εγώ πρώτος μεταχειρίστηκα τον όρο γενεά του 1930. Συνειδητά και εκ προθέσεως προσπάθησα από καιρό να δημιουργήσω και να επιβάλω το μύθο του 1930 και τώρα βλέπω ότι κάτι κατόρθωσα» γράφει στις 22 Νοεμβρίου 1947 στο ημερολόγιό του οΓιώργος Θεοτοκάς, δημόσιος εκπρόσωπος της γενιάς και συντάκτης του «μανιφέστου» της Ελεύθερο πνεύμα (1929). Από την άλλη πλευρά, οι αντίπαλοί της την περίοδο 1940-1974 προβάλλουν τον αρνητικό μύθο των δυτικοθρεμμένων μεγαλοαστών και αδύναμων πεζογράφων. Εναν μύθο πρόσφορο για ιδεολογικές αντιπαραθέσεις, τόσο από την Αριστερά όσο και από τη Δεξιά και εν τέλει ανθεκτικό.

Πρόσωπο σύγχρονο και εξωστρεφές

Πού καλλιεργείται η μυθολογία της γενιάς του ΄30 και πού οφείλεται η διάρκειά της; Στον χώρο των ιδεών, συμπεραίνει ο κ. Τζιόβας. Τον σκληρό πυρήνα της γενιάς αναζητεί στους στοχαστές και συστηματικούς δοκιμιογράφους Σεφέρη, Ελύτη, Θεοτοκά και Τερζάκη. Στο δοκίμιο, υποστηρίζει, αποκαλύπτεται η πιο συνεκτική εικόνα της: είναι η γενιά που διαμορφώθηκε από την εμπειρία του πολέμου και προβληματίστηκε για μείζονα θέματα, για τον χρόνο και τον τόπο, για την παράδοση, για τη μνήμη και την Ιστορία. Έθεσε το ζήτημα της συνομιλίας με το παρελθόν, αναζήτησε την ισορροπία μεταξύ νεωτερικότητας και παράδοσης, αισθητικοποίησε το λαϊκό.

Στον νέο μεταπολεμικό κόσμο η γενιά του ΄30 διεκδικεί με αυτοπεποίθηση μια ισότιμη σχέση πολιτισμικής ανταλλαγής με την Ευρώπη. Δεν μιμείται δουλικά τη Δύση, δεν επαναπαύεται στο κλασικό της παρελθόν, αλλά εισέρχεται στη διεθνή πολιτισμική επικοινωνία προτείνοντας ένα ελληνικό πρόσωπο σύγχρονο και εξωστρεφές, που αξιοποιεί δημιουργικά τη μυθολογική και ιστορική ελληνική αρχετυπική μήτρα. Με αυτόν τον πολιτισμικό ορισμό του έθνους αναμετρούμαστε κάθε φορά που επαναπροσδιορίζουμε την ταυτότητά μας, από τη Μεταπολίτευση ως την παγκοσμιοποίηση, και σε αυτή την όψη του μύθου της, την πολιτισμική, εντοπίζει ο συγγραφέας τη διάρκεια της γενιάς του ΄30.

Η πρότασή του έχει ενδιαφέρον και συγχρονίζεται με τις σύγχρονες θεωρητικές αναζητήσεις, αναρωτηθήκαμε όμως μήπως αυτή η διευρυμένη οπτική υποδηλώνει υποτίμηση της καλλιτεχνικής σημασίας μιας γενιάς η οποία είναι διάσημη για τους λογοτέχνες της. «Η γενιά αυτή έδωσε σημαντικά λογοτεχνικά κείμενα αλλά αυτά εξατομικεύονται» απάντησε μιλώντας στο «Βήμα» από το Μπέρμιγχαμ της Βρετανίας όπου ζει και διδάσκει τα τελευταία 30 χρόνια ο κ. Τζιόβας. «Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία σε συλλογικό επίπεδο είναι ότι αισθητικοποίησε τις βασικές ιδέες του λαϊκού,του χώρου και της Ιστορίας, εισήγαγε μια ελληνικότητα δημιουργική που βοήθησε στη συνομιλία του παρόντος με το παρελθόν και επεξεργάστηκε μια αμφίδρομη σχέση με την Ευρώπη» .

Στις αναλύσεις του σε ζητήματα που έχουν προκαλέσει πολλές συζητήσεις, για τον ελληνοκεντρικό χαρακτήρα της γενιάς του ΄30, για την ταύτισή της με τον ελληνικό μοντερνισμό, για την αποτίμηση της αξίας της, ο συγγραφέας τηρεί στάση ίσων αποστάσεων. «Εχω τις απόψεις μου» διευκρίνισε, « φιλοδοξία μου όμως ήταν να δώσω μια προσέγγιση πιο νηφάλια, όχι δοξαστική ή επικριτική,αλλά μια ερμηνευτική πρόταση του πολιτισμικού ρόλου της γενιάς. Ο σκοπός ήταν διπλός:αφενός να προσκομίσω τεκμήρια για ό,τι έχει ειπωθεί ως τώρα και αφετέρου να δώσω ένα νέο αφήγημα για τη γενιά το οποίο δεν την απομυθοποιεί,αλλά εξετάζει κριτικά τη λειτουργία του μύθου της στο ευρύτερο ερμηνευτικό πλαίσιο του πολιτισμού,σε μια περίοδο όπου ξεκινά από την εμφάνιση της γενιάς αυτής και φθάνει σχεδόν ως σήμερα».

Η προσέγγισή του προσφέρει μια νέα ερμηνεία, θέτει όμως καινούργια ερωτήματα.«Ενδιαφέρον έχει να μελετήσουμε διεξοδικότερα πότε και πώς χρησιμοποιείται ο όρος“γενιά του ΄30” στις εικαστικές τέχνες,στη μουσική και στην αρχιτεκτονική» λέει ο μελετητής· «ίσως τότε απαντηθούν περισσότερες απορίες μας». Με τα λογοτεχνικά μεγέθη της γενιάς συμπορεύθηκε η ζωγραφική του Εγγονόπουλου, του Κόντογλου, του Τσαρούχη,του Μόραλη, με αυτά συνομιλεί η μουσική του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη, ο κινηματογράφος του Αγγελόπουλου .

Η γενιά του ΄30, στηριζόμενη σταθερά με το ένα πόδι στις τέχνες και με το άλλο στις ιδέες, καταλήγει η ίδια στοιχείο της ελληνικής ταυτότητάς μας, το οποίο- είτε την επιδοκιμάζουμε είτε την απορρίπτουμε - δεν μπορούμε να το αποχωριστούμε. Και ο τρόπος με τον οποίο το χειριζόμαστε σε κάθε ιστορική συγκυρία σκιαγραφεί την εικόνα των ιδεολογικών, κοινωνικών και πολιτισμικών εξελίξεων των καιρών.

Μάριο Βίτι, Νάσος Βαγενάς, Γιώργης Γιατρομανωλάκης και Ρόντρικ Μπίτον μιλούν για τη «γενιά του ΄30»

Γιατί εξακολουθεί η γενιά του 1930 να έχει κεντρική θέση στους κριτικούς προβληματισμούς; «Το Βήμα» ζήτησε από τέσσερις μελετητές της λογοτεχνίας αυτής της περιώνυμης γενιάς να δώσουν τις απαντήσεις τους.

«Η “γενιά του ΄30”, ή όπως αλλιώς θέλουμε να την ονομάσουμε, εισήγαγε μεγάλες αλλαγές σε θεμελιώδεις προϋποθέσεις της τέχνης στη δεκαετία του 1930, όταν συντελούνταν παγκοσμίως σημαντικές αλλαγές στη λογοτεχνία και γενικά στην τέχνη του 20ού αιώνα. Έπειτα από αυτές τις μεγάλες αλλαγές δεν συνέβησαν άλλες. Οι γενιές που ακολούθησαν αμφισβήτησαν, αλλά δεν μπόρεσαν να ανατρέψουν ό,τι είχε γίνει ως εκείνη τη στιγμή. Όσο περνάει ο καιρός αντιλαμβανόμαστε περισσότερο τη σημασία αυτού του γεγονότος» σχολιάζει ο MΑΡΙΟ BΙΤΙ, ομότιμος καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου του Βιτέρμπο, συγγραφέας της μελέτης«Η γενιά του τριάντα: Ιδεολογία και μορφή» (1977) - βασικής για την ιστορία της γενιάς.

«Τη δεκαετία του 1970, όταν ασχολήθηκα συστηματικά με το θέμα στο βιβλίο μου, με απασχολούσε ποιες ήταν οι πολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες παρουσιάστηκε το φαινόμενο. Στη συνέχεια άλλοι εμβάθυναν στις πολιτικές συνθήκες, ιδιαίτερα σε σχέση με την εξουσία του Μεταξά. Ο διάλογος συντηρείται γιατί η γενιά εμπνέει προσεγγίσεις από διάφορες προοπτικές» προσθέτει ο ίδιος.

Για τον NΑΣΟ BΑΓΕΝΑ, καθηγητή Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου των Αθηνών και συστηματικό μελετητή του Σεφέρη και του ελληνικού μοντερνισμού, «είναι λάθος να μιλάμε για “μύθο της γενιάς του ΄30”, με όποια σημασία και αν εννοούμε τη λέξη “μύθος”, θετική ή αρνητική. Διότι η “γενιά του ΄30” δεν είναι κάτι το παρωχημένο, όπως πιστεύει η κοινωνιολογούσα λογοτεχνική κριτική, ούτε παρελθόν που έχει υψωθεί στην περιοχή του μύθου. Είναι και σήμερα μια ζωντανή πραγματικότητα. Ογδόντα χρόνια μετά την εμφάνισή της η “γενιά του ΄30” αποτελεί ακόμη τον ρυθμιστή της λογοτεχνικήςκαι,γενικότερα, της καλλιτεχνικής- ζωής μας, όσο και αν προσπαθούμε να ξορκίσουμε την επιβλητική παρουσία της με μεταμοντέρνα μαντζούνια και ορθοπολιτικές “ετερότητες”. Και αυτό γιατί όχι μόνο υπήρξε μια μεγάλη γενιά- η γενιά που έμπασε την ελληνική λογοτεχνία στον 20ό αιώνα- αλλά και γιατί οι μεταγενέστεροι δεν κατορθώσαμε να διδαχθούμε όσα έπρεπε από το επίτευγμά της. Αν το είχαμε κατορθώσει, δεν θα ξιφουλκούσαμε σήμερα, με ξύλινα σπαθιά, εναντίον της».

Ο ΓΙΩΡΓΗΣ ΓΙΑΤΡΟΜΑΝΩΛΑΚΗΣ, ομότιμος καθηγητής Αρχαιοελληνικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου των Αθηνών, μελετητής και επιμελητής του έργου του υπερρεαλιστή Ανδρέα Εμπειρίκου, πιστεύει ότι δύο είναι οι κύριοι λόγοι που μας αναγκάζουν να δεχτούμε και την ύπαρξη της λεγόμενης “γενιάς του ΄30” και κατ΄ επέκταση την επιρροή της- θετική ή αρνητική, ας διερευνάται: «Ο πρώτος οφείλεται στη βούληση του πονηρού πνεύματος της Ιστορίας:δύο Νομπέλ λογοτεχνίας, δύο μείζονες υπερρεαλιστές ποιητές, ένας διαπρεπής ποιητής της Αριστεράς, πεζογράφοι, κριτικοί, εικαστικοί κ.ά., πώς συνέβη (;) να αναδυθούν μαζικά μέσα σε αυτή τη δεκαετία; Πώς και γιατί τόση ποσότητα και ποιότητα; Ο δεύτερος μοιράζεται ανάμεσα στη βούληση της βιολογίας και στην, κατά συνέπεια, αδιάκοπη παρουσία των εκπροσώπων της γενιάς αυτής, καθώς πολλοί υπήρξαν άκρως δημιουργικοί, πολλαπλώς ενεργοί και επιδεικτικά νεωτερικοί ως και τη δεκαετία του 1990! Υπό την έννοια αυτή, ακόμη και αν δεν είχε διαπιστωθεί εμπράκτως η ύπαρξη της “γενιάς του ΄30”, θα έπρεπε οπωσδήποτε να εφευρεθεί ο μύθος της.

Άρα, υπήρξε ή εφευρέθηκε; Η μία απάντηση ενισχύει κριτικά την άλλη».

Για τον ΡΟΝΤΡΙΚ ΜΠΙΤΟΝ, καθηγητή Νεοελληνικής Ιστορίας, Γλώσσας και Λογοτεχνίας στο Κing΄s College του Λονδίνου και συγγραφέα της βιογραφίας «Γιώργος Σεφέρης.

Περιμένοντας τον Αγγελο» (2003), «η εξήγηση είναι ότι δεν πρόκειται μόνο για “γενιά”, με την κάπως τετριμμένη έννοια των εκάστοτε καλλιτεχνικών γενιών. Αν σκεφτεί κανείς ότι συγκαταλέγονται στη “γενιά του ΄30” ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Ρίτσος, ο Εμπειρίκος (να μην πούμε και άλλους), καταλαβαίνει αμέσως ότι έχουμε να κάνουμε με τον πιο πυκνοκατοικημένο αστερισμό στο στερέωμα των ελληνικών γραμμάτων. Παρ΄ όλες τις διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες τους, από κοινού αξιοποίησαν την αρχαία ελληνική μυθολογία με νεωτερικό (“μοντέρνο”) τρόπο· έγιναν οι ίδιοι “μύθος”. “Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει”, “Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική”, “Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις...”. Κατά πόσο όμωςοι ενοράσεις αυτές αντιπροσωπεύουν τον Έλληνα ή τον ελληνισμό του 21ου αιώνα; Όπως και αν είναι, πέρασαν πολύ βαθιά μέσα στη συλλογική συνείδηση του τόπου, και γι΄ αυτόν τον λόγο είναι σωστό να συζητηθούν ακόμη».

                           =============================
                        
Γενιά του ’30 (πεζογραφία)

Η Γενιά του Τριάντα των ελλήνων λογοτεχνών δημιουργήθηκε μέσα σε ένα πνευματικό κλίμα που το χαρακτηρίζει από την μια η ανανέωση της ποίησης και από την άλλη, οι αναζητήσεις στο χώρο της πεζογραφίας.

Τα ρεύματα του υπερρεαλισμού και του μοντερνισμού επηρεάζουν τους λογοτέχνες της περιόδου, ενώ κάποιοι πεζογράφοι εξακολουθούν να χρησιμοποιούν τον ρεαλισμό.

Οι ποιητές υιοθετούν τον ελεύθερο στίχο και οι πεζογράφοι εγκαταλείπουν το διήγημα και καλλιεργούν το μυθιστόρημα.

Μεγάλοι ποιητές της περιόδου αναδείχτηκαν ο Γιώργος Σεφέρης, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Νίκος Καββαδίας κ.α. ενώ σπουδαίοι πεζογράφοι ο Στρατής Μυριβήλης, ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο Κοσμάς Πολίτης, ο Στρατής Δούκας,ο Φώτης Κόντογλου ο Ηλίας Βενέζης ο Μ. Καραγάτσης, ο Άγγελος Τερζάκης.

Ο δρόμος - Ανδρέας Εμπειρίκος

   Θαμπός ο δρόμος την αυγή, χωρίς σκιές· λαμπρός σαν ήχος κίτρινος πνευστών το μεσημέρι με τον ήλιο. Tα αντικείμενα, τα κτίσματα στιλπνά και η πλάσις όλη με πανηγύρι μοιάζει, χαρούμενη μέσα στο φως, σαν πετεινός που σ' έναν φράχτη αλαλάζει.

   Aμέριμνος ο δρόμος εξακολουθεί, σαν κάποιος που σφυρίζοντας (αέρας της ανοίξεως σε καλαμιές) αμέριμνος διαβαίνει, και όσο εντείνεται το φως, η κίνησις των διαβατών, πεζών και εποχουμένων, στον δρόμο αυξάνει και πληθαίνει.

   Oι διαβάται αμέτρητοι. Aνάμεσα σε αγνώστους ποιητάς και αγίους ανωνύμους, ανάμεσα σε φορτηγά διαδρομών μεγάλων, όλοι, αστοί και προλετάριοι διαβαίνουν, όλοι υπακούοντες σε κάτι, σε κάτι συχνά πολύ καλά μασκαρεμένο (τουτέστιν υπακούοντες στην Mοίρα) άλλοι πεζοί και άλλοι μετακινούμενοι με τροχοφόρα, με οχήματα λογής-λογής, τροχήλατα ποικίλα, μέσ' στην βοή διαβαίνοντες και την αντάρα, με Σιτροέν, με Kαντιλλάκ, με Bέσπες και με κάρρα.

   O δρόμος, σκυρόστρωτος ή με άσφαλτο ντυμένος, από παντού πάντα περνά - Aθήνα, Mόσχα, Γιαροσλάβ, Λονδίνο και Πεκίνο, από την Σάντα Φε ντε Mπογκοτά και την Γουαδαλαχάρα, την Σιέρρα Mάντρε Oριεντάλ και τις κορδιλλιέρες, μέσ' από τόπους ιερούς σαν τους Δελφούς και την Δωδώνη, μέσ' από τόπους ένδοξους, όπως τα Σάλωνα, όπως η γέφυρα της Aλαμάνας, καθώς και από άλλα μέρη ξακουστά, σαν την κοσμόπολι εκείνη, που ηδυπαθώς την διασχίζει ο γκρίζος Σηκουάνας.

   Όμως ο δρόμος, αν και από παντού περνά, δεν είναι πάντα της αμεριμνησίας ή της συνήθους συλλογής. Kαμιά φορά φωνές ακούονται την νύκτα, φωνές μιας γυναικός που άνδρες πολλοί σ' ένα χαντάκι την βιάζουν, ή άλλες φορές, άλλες φωνές - εκείνο το δυσοίωνο παράγγελμα: "Στον τόπο !" που μέγαν τρόμον έσπερνε μέσ' στις ψυχές των οδοιπόρων, όταν μαχαίρια άστραφταν και καριοφίλια ή γκράδες, εμπρός στα στήθη των ταξιδιωτών, όταν στον δρόμο αυτόν, μοίρα κακή τούς έριχνε στα χέρια των ληστανταρτών, που φουστανέλλα λερή φορώντας, έτσι καθώς προβάλλανε από την μπούκα μιας σπηλιάς, με παλληκάρια μοιάζανε του Oδυσσέα Aνδρούτσου, σαν νάταν ο τόπος το Xάνι της Γραβιάς και οι ταξιδιώται τούτοι, στρατιώται του Kιοσέ Mεχμέτ ή του Oμέρ Bρυώνη - έτσι, καθώς απ' το Πικέρμι ξεκινώντας, περνώντας μέσ' απ' την Nταού Πεντέλη, από τον δρόμο αυτόν, προς μονοπάτια δύσβατα τους λόρδους οδηγούσαν   (ξανθά παιδιά της Iνγκλιτέρας που στην Eλλάδα ήρθανε και αγιάσαν) με τα χαντζάρια οι λησταί κεντρίζοντάς τους (ω Eδουάρδε Xέρμπερτ ! ω Bάινερ, ντε Mπόυλ και Λόυντ !) ώσπου να φθάσουν σε σίγουρα λημέρια, κοντά στη Σκάλα του Ωρωπού, στου Δήλεσι τα μέρη, για λύτρα βασιλικά ή για μαχαίρι (στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά και στο Xρυσό κριάρια) για λύτρα βασιλικά ή για σφαγή (για δες καιρό που διάλεξε ο Xάρος να με πάρη) ενώ ο χειμώνας τέλειωνε και ζύγωνε η Λαμπρή, και μύριζε παντού πολύ το πεύκο, το θυμάρι, για λύτρα βασιλικά ή για σφαγή, (ω Aρβανιτάκη Tάκο ! ω Aρβανιτάκη Xρήστο ! ω Γερογιάννη και μαύρε εσύ Kαταρραχιά !) για λύτρα βασιλικά ή για σφαγή, κοντά στη Σκάλα του Ωρωπού, στου Δήλεσι τα μέρη.

   Kαι ο δρόμος εξακολουθεί, με ανάλογα στοιχεία και από παντού πάντα περνά (Γκραν Kάνυον, Mακροτάνταλον, Aκροκεραύνια, Άνδεις) από τις όχθες του Γουαδαλκιβίρ που όλη την Kόρδοβα ποτίζει, από τις όχθες του Aμούρ και από τις όχθες του Zαμβέζη, ο δρόμος από παντού περνά, σκληρός, σκληρότατος παντού, τόσο, που πάντοτε αντέχει, στα βήματα όλων των πεζών και στην τριβή των βαρυτέρων οχημάτων, μέσ' από πόλεις και χωριά, βουνά, υψίπεδα και κάμπους, από τις λίμνες τις Φινλανδικές, την Γη του Πυρός και την Eστραμαδούρα, έως που ξάφνου, κάθε τόσο, μια πινακίς, μη ορατή παρά στους καλουμένους, πάντα εμφανίζεται για τον καθένα, όπου και αν βρίσκονται οι γηγενείς και οι ταξιδιώται, μια πινακίς με γράμματα χονδρά και απλά που γράφει: "Tέρμα εδώ. Eτοιμασθήτε. O ποταμός Aχέρων".

   Tην ίδια στιγμή, όποια και αν είναι η χώρα, όποιο και αν είναι το τοπίον, γίνεται μια τελευταία Bενετιά μ' ένα Kανάλε Γκράντε - όραμα πάντα θείον και των αισθήσεων χαιρετισμός στερνός - μια τελευταία Bενετιά στις αποβάθρες της οποίας γονδόλες μαύρες περιμένουν (πήγα να πω σαν νεκροφόρες) και ένας περάτης γονδολιέρης, ωχρός και κάτισχνος μα δυνατός στα μπράτσα, τους τερματίζοντας κάθε φορά καλεί: "Περάστε, κύριοι, απ' εδώ. Tούτη είναι η βάρκα σας. Eμπάτε." Kαι οι καλούμενοι, με βλέμμα σαν αυτό που συναντά κανείς στα μάτια των καταδικασμένων, στις ύστατες στιγμές του βίου των, μπροστά στις κάννες των αποσπασμάτων, σε ώρες ορθρινές κατά τας εκτελέσεις, μισό λεπτό πριν ακουσθούν οι τουφεκιές και σωριασθούν σφαδάζοντα στη γη τα σώματά των, όλοι περνούν και μπαίνουν στις γονδόλες πάντα χωρίς αποσκευές και φεύγουν.

   Kαι ο δρόμος εξακολουθεί, σκληρός, σκληρότερος παρά ποτέ, σκυρόστρωτος ή με άσφαλτο ντυμένος, και μαλακώνει μόνο, όποια και αν είναι η χώρα, όποιο και αν είναι το τοπίον, κάτω από σέλας αγλαόν αθανασίας, μόνον   στα βήματα των ποιητών εκείνων, που οι ψυχές των ένα με τα κορμιά των είναι, των ποιητών εκείνων των ακραιφνών και των αχράντων, καθώς και των αδελφών αυτών Aγίων Πάντων.




Ο όρος «Γενιά του Τριάντα» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από την ομάδα των νεωτεριστών ποιητών και μυθιστοριογράφων που συνεργάστηκαν στην έκδοση του περιοδικού Τα Νέα Γράμματα(1935-1944).

     ================================================



ΠΗΓΕΣ


Γενιά του 1930 - Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα




Η Γενιά του '30 - National gallery

www.nationalgallery.gr › ... › 20ός αιώνας › Μεσοπόλεμος


Φωτόδεντρο: Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΄30

fotodendro.blogspot.com/2012/01/30.htm


Η γενιά του ΄30 δεν υπήρξε - βιβλία + ιδέες - Το Βήμα Online


Πετσάλης- Διομήδης Θανάσης - Εθνικό Κέντρο Βιβλίου / Από ...





Δημοσίευση σχολίου