Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2015

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ


                                            TRIVAGO - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

                                           ------------------------------------

                                            AIR TICKETS - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

     ----------------------------------------------------------------------------------------------------------







---------------------------------------------------------------------------------------------------------------

                 ΑΠΑΝΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ - ΤΟΜΟΣ 1 ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

              -----------------------------------------------------------------------------------------------

                  ΑΠΑΝΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ - ΤΟΜΟΣ 2 ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !   

              -------------------------------------------------------------------------------------------------

                   ΑΠΑΝΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ - ΤΟΜΟΣ 3 ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

              --------------------------------------------------------------------------------------------------

                   ΑΠΑΝΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ - ΤΟΜΟΣ 4 ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

             ---------------------------------------------------------------------------------------------------

                   ΑΠΑΝΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ - ΤΟΜΟΣ 5 ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

            ----------------------------------------------------------------------------------------------------

             ΓΗΙΝΟΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΙΝΟΣ Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ( ΒΙΒΛΙΟ ) – ΚΛΙΚ ΕΔΩ !    

             ----------------------------------------------------------------------------------------------------

                Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης – Εικόνα Αχειροποίητη ( CD ) – ΚΛΙΚ ΕΔΩ !    

             -----------------------------------------------------------------------------------------------------

                Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης – Η Νοσταλγός ( DVD ) – ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

             -----------------------------------------------------------------------------------------------------

                 Παπαδιαμάντης Μνήμη δικαίου μετ' εγκωμίων ( ΒΙΒΛΙΟ ) – ΚΛΙΚ ΕΔΩ !     

       ----------------------------------------------------------------------------------------------------------                                                                                                                                                                                          




Θα έλεγε τις ότι η χώρα αύτη ηλευθερώθη επίτηδες, διά να αποδειχθή, ότι δεν ήτο ικανή προς αυτοδιοίκησιν.

   -------------------------------------------------------------------------------------


Ψηφιακός Παπαδιαμάντης για όλους

Το σύνολο του έργου του Σκιαθίτη είναι προσβάσιμο στον ιστότοπο της Εταιρείας Παπαδιαμαντικών Σπουδών



«Σεβαστέ μοι πάτερ, την παρελθούσαν Πέμπτην έγραψα υμίν διά του ταχυδρομείου ότι έλαβον την από του 2 του παρόντος μηνός επιστολήν σας. Εξέφραζον δε συνάμα προς υμάς την επιθυμίαν μου του να μείνω εν Αθήναις κατά το θέρος. Επειδή όμως δεν εύρον κανένα πόρον ίνα διατηρηθώ, και επειδή νομίζω ότι και σεις δεν εγκρίνετε το να μείνω ενταύθα, μετέγνων και θέλω να έλθω εις Σκίαθον. Ήθελον μάλιστα έλθει διά του μεθαυριανού ατμοπλοίου, αν είχον χρήματα, τοσούτω μάλλον καθόσον και η υγίειά μου δεν είναι ακμαία. Προ ενός μηνός, από της 10 Απριλίου, πάσχω εκ του λαιμού, το δε προχθές Σάββατον, οκτώ Μαΐου, προσεβλήθην υπό πυρετού. Δεν είναι όμως τίποτε, και μη ανησυχήσητε. Άμα φθάσω εις την πατρίδα, θέλω αναλάβει, θεία χάριτι,
Χρήματα μοι χρειάζονται τουλάχιστον τεσσαράκοντα δραχμαί.
Σας ασπάζομαι την δεξιάν και την της μητρός μου

 Ο υιός σας
Αλέξ. Παπαδαμαντίου».

Αυτά γράφει ο 25χρονος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851-1911) από την Αθήνα στον πατέρα του στη Σκιάθο στις 10 Μαΐου του 1876. Σύντομα όμως φαίνεται πως αλλάζει γνώμη και αποφασίζει να περάσει το καλοκαίρι του στην πρωτεύουσα, να βρει κάποια δουλειά «να οικονομηθεί», ιδιαίτερα μαθήματα, «προγυμνάσεις», και να προετοιμαστεί για τις εξετάσεις του για το δίπλωμα του ελληνοδιδασκάλου. Ακολούθησαν αρκετά χρόνια οικονομικής στενότητας και απογοητεύσεων, ενώ παράλληλα μάθαινε αγγλικά και γαλλικά, ώσπου προσλήφθηκε ως μεταφραστής το 1882 στην Εφημερίδα του Δημητρίου Κορομηλά και αργότερα, το 1899 στην εφημερίδα Το Άστυ του Δημητρίου Κακλαμάνου και από το 1892 στην Ακρόπολιν του Βλάση Γαβριηλίδη.

Τη συγκινητική του αλληλογραφία με τους γονείς του -συγκινητική για το είδος της σχέσης που αποκαλύπτει, για την οικονομική κατάσταση της οικογένειας του νεαρού που έμελλε να γίνει ένας από τους σπουδαιότερους πεζογράφους της νεοελληνικής λογοτεχνίας, για την καθημερινότητά του και για την προσωπική του εξέλιξη- μπορεί να διαβάσει κάθε ενδιαφερόμενος στον νέο ιστότοπο της Εταιρείας Παπαδιαμαντικών Σπουδών, ο οποίος προσφέρει στους αναγνώστες και στους μελετητές του Παπαδιαμάντη όλα τα απαραίτητα εργαλεία για την προσέγγιση του έργου του.

Στον ιστότοπο είναι προσβάσιμα τα Άπαντα του σκιαθίτη πεζογράφου στην πεντάτομη κριτική έκδοση του Δόμου από τον Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλο, τα τρία μυθιστορήματα και όλα του τα διηγήματα, ποιήματα και άρθρα, μεταφράσεις του, αλλά και ψηφιοποιημένες παλιές εκδόσεις: η Φόνισσα (Φέξης, 1912), τα αδημοσίευτα εν ζωή διηγήματα της συλλογής Τα μετά θάνατον (Φέξης, 1914), όπου στο προλογικό σημείωμα επισημαίνεται ήδη, μόλις τρία χρόνια μετά τον θάνατο του Παπαδιαμάντη, η «έμπνευσις και η γοητεία» της γραφής του «μεγάλου συγγραφέα», κ.ά.

Τα πρωτότυπα κείμενα συνοδεύουν ψηφιοποιημένες μελέτες, διατριβές και αφιερώματα περιοδικών, άρθρα, τα πρακτικά της Εταιρείας, αλλά και φωτογραφίες του Παπαδιαμάντη, εικαστικά πορτρέτα του, αναπαραγωγές χειρογράφων του, εξώφυλλα πρώτων εκδόσεων, εικονογραφήσεις διηγημάτων του, αλλά και οπτικοακουστικό υλικό και ντοκιμαντέρ για τον Παπαδιαμάντη και τον κόσμο του. Μια πλήρης βασική βιβλιοθήκη παλαιότερων και νεότερων μελετών για τον Παπαδιαμάντη στη διάθεση κάθε Έλληνα με ένα κλικ.


Α´ ΠΟΙΗΜΑΤΑ



ΔΕΗΣΙΣ
(Ἐράνισμα ἐκ τῶν Ψαλμῶν)



ΤΟ ΩΡΑΙΟΝ ΦΑΣΜΑ

(Στίχοι τῆς Πρωτομαγιᾶς)

Ἀγάπης καὶ χαρᾶς ἀνέτειλ᾿ ὥρα·
ἀνθοὺς μοσκοβολᾷ καὶ δρόσο στάζει
ἡ φύσις, στὴ μορφιά της ὅλη τώρα,
ποὺ νιότης καὶ ζωῆς γιορτὴ γιορτάζει.

Λαλοῦνε τὰ πουλάκια στὰ κλωνάρια·
νεράιδες φανερὲς στεφάνια πλέκουν·
καὶ τρέχουν κοπελιὲς καὶ παλληκάρια,
κ᾿ οἱ ἔρωτες σιμά τους παραστέκουν.

Δὲ μένει σ᾿ ὅλο αὐτὸ τὸ θεῖον ᾆσμα,
στὴν ἁρμονία ὅλη, ἕνα χάσμα.

Ἀγάπης καὶ χαρᾶς ἀνέτειλ᾿ ὥρα·
καὶ σύ, χλωμή, ξανθὴ καὶ μαυροφόρα,
τὸ πρόσωπό σου, νεκρικὴ λαμπάδα,
μ᾿ ἐπιταφίου μαρμάρου τὴν ἀσπράδα,

τὸ πρόσωπό σου, κρίνο μαραμμένο,
πῶς ἔφεξε κ᾿ ἐσώθη τὸ θλιμμένο!
Τὰ μάτια σου, μελανογυρισμένα,
βαθιὰ στὸ βοῦρκο λάμπουν βουτημένα.

Δὲν εἶσαι πλιὰ τὸ θεῖο ἐκεῖνο πλάσμα,
κι ἀπόμεινες γλυκὺ κι ὡραῖο φάσμα.

Ἀγάπης καὶ χαρᾶς ἀνέτειλ᾿ [ἡ] ὥρα·
νεράιδες φανερὲς στεφάνια πλέκουν·
γιὰ σὲ ἡ Πρωτομαγιά ᾿ναι μαυροφόρα
καὶ τὰ λουλούδια λυπημένα στέκουν.

Γιὰ σέναν᾿ ἡ ζωὴ φέτος δὲ λάμπει·
ὁ οὐρανὸς ἀπάνω ᾿ναι μολύβι,
θλιμμέν᾿ ἡ γῆ κ᾿ ἐρημικοὶ οἱ κάμποι
κ᾿ ἡ ἄνοιξις τοὺς θησαυρούς της κρύβει.

Βοριὰς φυσάει σὰ θλιμμένο ᾆσμα,
τὴ νιότη σου θρηνεῖ, ὡραῖο φάσμα.

Ἀγάπης καὶ χαρᾶς γλυκεῖα ὥρα·
σ᾿ ἐπόνεσ᾿ ἡ ψυχή μου, ὦ μαυροφόρα!
μὴ μὲ κοιτάζῃς πλιά, μὴ μὲ πειράζῃς,
μὲ τὴ ματιά σου πάψε νὰ μὲ σφάζῃς.

Κάλλιο εἶχα σκλάβος νά ᾿μουνα σιμά σου
παρὰ νὰ ἐβασίλευα μακριά σου·
δίπλα σου κάλλιο νά ᾿πεφτα στὸ χῶμα
παρὰ ν᾿ ἀνέβω στ᾿ οὐρανοῦ τὸ δῶμα.

Ἄχ! ναί, γλυκό μου μαραμμένο πλάσμα·
σ᾿ ἐπόνεσ᾿ ἡ ψυχή μου, ὡραῖο φάσμα!

(1892)


   ---------------------------------------------------------------------------------------------------

Γ´ ΣΑΤΙΡΙΚΑ

Ἦχος πλάγιος δ´

Τί σε Κωνσταντῖνε καλέσωμεν; κληρονόμον χαμαλίκας, τῶν βαστάζων ἀρχηγόν, ἀλλακτὴν τοῦ Ἀνανία, ἀηδέστατον μωρόν· φωστῆρα τῆς Καλκούτας διαλάμποντα, χαμάλην τῶν παπάδων προεξάρχοντα, τῶν ἀχθοφόρων συνόμιλον· χαμάλμπασην ἀπαράμιλλον. Ἐγέμισες ἀηδίας τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Τί σε νῦν Ἀνδρέα καλέσωμεν; τῶν παιδίων χαϊδευτὴν ἢ ἀτσαλόγλωσσον αἰσχρόν, τῆς μποτίλιας ἐραστὴν ἢ ῥᾳδιοῦργον φοβερόν· μαντήλαν κεφαλήν σου ἀμπεχόμενον, τσαντίλαν διαρρέουσαν ὡς κόσκινον· εὐφυολόγον ἀνάλατον καὶ βωμολόχον ξετσίπωτον. Ἀλλοίμονον, θὰ κολάσῃς τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Τί σε ὀνομάσω Γρηγόριε; προβατίνες ἐμπολοῦντα μὲ κομμένες τὲς οὐρές, γαϊδουράκια καβαλοῦντα κότες φέροντα πεσκές, σοφράδες καὶ σκαφίδες ἐμπορεύοντα, βδομάδες, μέρες, νύκτες ταξιδεύοντα· ρεκλαματζὴν ἀξιέραστον καὶ χαμπαρτζὴν προθυμότατον. Ἡσύχασε, μὴ ταράσσῃς τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Τί σε Δημητράκη καλέσωμεν; μουσικὸν τῆς καραβάνας, ψάλτην τοῦ γλυκοῦ νεροῦ, ποὺ κοιτάζεις στὸ βιβλίο καὶ τὰ λὲς στὰ κουτουρού· ἰμάμην τῶν Χοτζάδων προεξάρχοντα, χαχάμην τῶν Μποχώρηδων ἐξάρχοντα· ἀμανετζὴν ἠχηρότατον καὶ μπατακτσὴν ὀχληρότατον. Μᾶς λίγωσες ἀπ᾿ τὴ γλύκα τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Τί σε Παναγιώτη καλέσωμεν; κακολόγον τῶν παπάδων, κλειδωτὴν τοῦ παγκαριοῦ, ἀνδραγάτην τῶν ψαλτάδων, κακὴ γλῶσσα τοῦ χωριοῦ· ζητοῦντα τὰ καλὰ καὶ τὰ συμφέροντα, τὰς λέξεις ποὺ δὲν ἔχουν ρῶ προφέροντα...

(1954)

   -----------------------------------------------------------------------------











      -----------------------------------------------------------------------------------------


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης «Η Φόνισσα»





Η Φόνισσα, από τα καλύτερα έργα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, είναι ένα εκτενές διήγημα (νουβέλα) και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά σε συνέχειες, στο περιοδικό Παναθήναια το 1903, με υπότιτλο: «Κοινωνικόν μυθιστόρημα». Κεντρικό πρόσωπο είναι η Χαδούλα ή Φραγκογιαννού. Η Φραγκογιαννού κυριαρχείται από την εγκληματική ιδέα της βρεφοκτονίας και διαπράττει μια σειρά από φόνους μικρών κοριτσιών.

Η νουβέλα αυτή του Παπαδιαμάντη είναι γραμμένη στο πνεύμα του ρεαλισμού με έκδηλα όμως στοιχεία νατουραλισμού. Η επιλογή ως ηρωίδας μιας γυναίκας που προχωρά σε αλλεπάλληλες δολοφονίες κοριτσιών με την πεποίθηση πως επιτελεί θεάρεστο έργο, εντάσσει το κείμενο αυτό στα νατουραλιστικά έργα, όπου κυρίαρχα στοιχεία είναι: «η επιλογή ιδιαίτερα προκλητικών θεμάτων από το περιθώριο της κοινωνικής ζωής. Οι ήρωες του νατουραλισμού είναι οι απόκληροι και τα θύματα της κοινωνίας, οι καταπιεσμένοι και οι αδικημένοι, άτομα του υπόκοσμου, ψυχικά και σωματικά άρρωστοι κτλ. Οι νατουραλιστές, μάλιστα, επιμένουν ιδιαίτερα στους τρόπους με τους οποίους διαμορφώνεται η συμπεριφορά και η ηθική του ανθρώπου. Ο νατουραλιστής μελετά την ηθική συμπεριφορά των προσώπων, για να δείξει ότι είναι δέσμιοι εξωτερικών δυνάμεων και εσωτερικών παρορμήσεων. Οι εξωτερικές δυνάμεις, φυσικές και κοινωνικές περιορίζουν την ελευθερία τους. Οι εσωτερικές πάλι παρορμήσεις, όπως είναι το γενετήσιο ένστικτο, η πείνα, η σκληρότητα και η μοχθηρία, αφαιρούν από τον άνθρωπο την ιδιότητα του λογικού και ηθικού όντος και τον υποβιβάζουν στο επίπεδο των κατώτερων ζώων. Παρουσιάζουν ακόμη οι νατουραλιστές τη συμπεριφορά του ανθρώπου ως αποτέλεσμα διαθέσεων της στιγμής ή κληρονομικών παρορμήσεων.»




Η Φραγκογιαννού ξενυχτώντας δίπλα στο άρρωστο εγγόνι της θυμάται όλα όσα έχει περάσει απ’ όταν ήταν μικρή κι αισθάνεται μεγάλη πίκρα για τις ταλαιπωρίες και τις κακοτυχίες της ζωής της. Όπως κάθε γυναίκα εκείνης της εποχής, πέρασε όλα της τα χρόνια να υπηρετεί και να φροντίζει τα μέλη της οικογένειάς της, ξεκινώντας στα παιδικά χρόνια της να υπηρετεί τους γονείς της, στη συνέχεια τον άντρα και τα παιδιά της και κατόπιν τα εγγόνια της. Η σκληρή αυτή μοίρα έχει επηρεάσει καταλυτικά όχι μόνο την ψυχοσύνθεσή της αλλά και τις σκέψεις της για τα θηλυκά παιδιά, τα οποία θεωρεί άτυχα και καταδικασμένα να υποφέρουν όπως κι εκείνη. Η Χαδούλα, επιπλέον, μεγάλωσε με μια αυστηρή μητέρα που θεωρούνταν μια από τις στρίγγλες της εποχής της, αποκτώντας έτσι ένα ιδιαιτέρως κακό πρότυπο, το οποίο τελικά ακολούθησε στην προσωπική της ζωή. Άλλωστε, όταν η Χαδούλα παντρεύτηκε οι γονείς της, της έδωσαν ελάχιστη προίκα σε σχέση με την περιουσία που κράτησαν για τα αγόρια της οικογένειας, πιστοποιώντας έτσι την αίσθηση της αδικίας που είχε ήδη αρχίσει να δημιουργείται μέσα της.


Η Φραγκογιαννού θα δημιουργήσει τη δική της οικογένεια έχοντας ως επιβαρυντικούς παράγοντες όχι μόνο τις πικρές εμπειρίες από την ως τότε ζωή της κι από τη στάση των γονιών της απέναντί της, αλλά και τη γενικότερη κατάσταση που επικρατούσε στην τότε ελληνική κοινωνία. Η φτώχια και η ανέχεια που μάστιζαν τις περισσότερες οικογένειες καθιστούσαν την επιβίωση δύσκολη και ιδίως αρνητική για τα θηλυκά παιδιά που αποτελούσαν για τους γονείς μια επιπλέον υποχρέωση, μιας κι έπρεπε να τα προικίσουν προκειμένου να τα αποκαταστήσουν. Η Φραγκογιαννού έχοντας ήδη αρνητική εικόνα για τη μοίρα των γυναικών, αντιμετωπίζει πλέον τα θηλυκά παιδιά ως ανεπιθύμητο βάρος που περισσότερο δυσκολεύουν τη ζωή των γονιών τους παρά τους προσφέρουν κάποια βοήθεια ή χαρά.



Οι εμπειρίες, βέβαια, που έζησε η Φραγκογιαννού, όπως και η γενικότερη κοινωνική κατάσταση, αποτελούσαν κοινό παράγοντα για τις περισσότερες γυναίκες εκείνης της εποχής και δεν μπορούν να εξηγήσουν επαρκώς πώς ο μισογυνισμός της Χαδούλας τράπηκε σε φονική διάθεση κι εν τέλει εκδηλώθηκε με το πνίξιμο της εγγονής της. Το στοιχείο, επομένως, που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στις αποτρόπαιες πράξεις της ήταν η ιδιαίτερη προσωπικότητά της, καθώς η Φραγκογιαννού είχε εξελιχθεί σε μια σκληρή γυναίκα που δε δίσταζε να εκφράζει την περιφρόνηση και την απέχθεια που αισθανόταν για τα θηλυκά παιδιά. Η αρνητική εικόνα που είχε για τον εαυτό της και το μίσος που αισθανόταν απέναντι στους γονείς της και την κοινωνία που την είχαν καταδικάσει σε μια ζωή ταλαιπωρίας και κακοπέρασης, εκδηλωνόταν με μια διαρκώς αυξανόμενη αντιπάθεια για τα κορίτσια.

 Εκείνο, δηλαδή, που η Φραγκογιαννού ευχόταν για τον εαυτό της -να μην είχε καν γεννηθεί- αρχίζει να πιστεύει πως αποτελεί την ιδανική διέξοδο για τα φτωχά κορίτσια που συναντά στον περίγυρό της.
Το στοιχείο, πάντως, που αποτέλεσε το τελικό ερέθισμα για να περάσει η Φραγκογιαννού από τα λόγια μίσους στη δολοφονική πράξη, ήταν οι συνεχείς νύχτες δίχως ύπνο πλάι στην άρρωστη εγγονή της. Η έλλειψη ύπνου, οι αναμνήσεις από τη ζωή της, αλλά και η μίζερη ζωή της κόρης της με τον φτωχό μαραγκό που είχε παντρευτεί, κορυφώνουν σταδιακά την απέχθεια που αισθάνεται η Φραγκογιαννού για την άδικη μοίρα των γυναικών. Η ηρωίδα σκεπτόμενη τα δικά της βάσανα και βλέποντας το άρρωστο παιδί να παλεύει με την ασθένειά του, αρχίζει να συνειδητοποιεί πως είναι παράλογο να θέλει να κρατήσει στη ζωή το κοριτσάκι αυτό, για το οποίο το μέλλον επιφυλάσσει μόνο πίκρες και δυστυχία. Η θολωμένη από την αϋπνία κρίση της, η αγανάκτηση και ο πόνος που ξύπνησαν μέσα της μετά από τον απολογισμό της μέχρι τότε ζωής της, καθώς και η φτώχια της κόρης της, ωθούν τη Φραγκογιαννού σ’ ένα μοιραίο, για την εγγονή της, συμπέρασμα. Ο θάνατος είναι προτιμότερος από μια ζωή δυστυχίας.




Η Φραγκογιαννού προτού ξεκινήσει τη φονική της δραστηριότητα εξέφραζε ήδη με εμφατικό τρόπο τα αρνητικά της συναισθήματα για τα κορίτσια. «Όταν μάλιστα η μήτηρ της ήκουε περί αρρώστιας μικρών κορασίδων είχεν ακουσθή, σείουσα την κεφαλήν, να λέγη: — Σα σ' ακούω γειτόνισσα!... «Δεν είναι χάρος, δεν είναι βράχος;» επειδή συνήθιζε πολύ συχνά να εκφράζεται με παροιμίας λίαν εκφραστικάς. Και άλλοτε πάλιν την ήκουσαν να δογματίζη ότι ο άνθρωπος δεν συμφέρει να κάμνη πολλά κορίτσια, και ότι το καλύτερον είναι να μη πανδρεύεται κανείς. Η δε συνήθως ευχή της προς τα μικρά κοράσια ήτο «να μη σώσουν!... Να μην πάνε παραπάνω!» Η Φραγκογιαννού, κάθε φορά που άκουγε ότι κάποιο κορίτσι ήταν άρρωστο ευχόταν να πεθάνει αντί να θεραπευτεί. Η παροιμιώδης έκφραση που συνήθιζε η Χαδούλα να διατυπώνει «Σα σ’ ακούω», σήμαινε μακάρι, και συνόδευε κάθε άκουσμα ασθένειας κοριτσιού, εννοώντας «μακάρι να πεθάνει». Ενώ, δε δίσταζε να εκφράζει και με μεγαλύτερη σαφήνεια τις σκέψεις της, ευχόμενη να μη σώσουν τα ασθενή κορίτσια.
Η αρνητική αυτή διάθεση της ηρωίδας θα εξελιχθεί σταδιακά, φτάνοντας τη νύχτα που θα σκοτώσει την εγγονή της στην πεποίθηση πως ίσως θα έπρεπε οι άνθρωποι να βοηθούν το έργο του θανάτου, απαλλάσσοντας τις φτωχές οικογένειες από τα κορίτσια και τα κορίτσια από τη γεμάτη βάσανα ζωή που τα περίμενε. Η Φραγκογιαννού, δηλαδή, θα διαπράξει το πρώτο της έγκλημα πιστεύοντας πως προσφέρει ευεργεσία τόσο στην κόρη της όσο και στην εγγονή της, την οποία γλίτωνε από μια ζωή δυστυχίας.

Η ηρωίδα βέβαια, δε θα κατορθώσει να ξεφύγει από τις τύψεις και τις ενοχές για την απεχθή πράξη της γι’ αυτό και θα ζητήσει ένα θεϊκό σημάδι ως έγκριση για την πράξη της. Η τυχαία συνάντηση με τα μικρά κορίτσια του Γιάννη του Περιβολά θα ερμηνευθεί από τη Φραγκογιαννού ως το σημάδι που περίμενε και θα προχωρήσει έτσι σε μια ακόμη δολοφονική πράξη, συνεχίζοντας να πιστεύει πως διαπράττει κάτι το θεάρεστο: «Να!... μου έδωκε το σημείο ο Άις-Γιάννης, είπε μέσα της, σχεδόν ακουσίως η Φραγκογιαννού, άμα είδε τα δύο θυγάτρια... Τί λευθεριά θα της έκαναν της φτωχιάς, της Περιβολούς, ανίσως έπεφταν μες στη στέρνα κ' εκολυμπούσαν!»

Η Φραγκογιαννού, επομένως, εκλογικεύει τις αποτρόπαιες πράξεις της, ερμηνεύοντάς τες ως ευεργεσία απέναντι στις φτωχές οικογένειες, καθώς τις απαλλάσσει από τη δυσβάσταχτη υποχρέωση να προικίσουν τα κορίτσια τους. Η ηρωίδα δεν λαμβάνει υπόψη της το γεγονός ότι αφαιρεί ανθρώπινες ζωές και πως αυτό αποτελεί μια ανήθικη και εντελώς αντιχριστιανική πράξη, μιας και είναι πεπεισμένη πως η ζωή που περιμένει τα μικρά αυτά κορίτσια θα είναι μαρτυρική.



Η Χαδούλα τις άγρυπνες νύχτες που πέρασε πλάι στην άρρωστη εγγονή της είχε αρχίσει έναν επώδυνο απολογισμό της ζωής της και είχε συνειδητοποιήσει πως η μοίρα της υπήρξε πάντοτε σκληρή. Η ζωή τόσο της ίδιας όσο και κάθε άλλη γυναίκας εκείνη την εποχή ήταν ένας διαρκής αγώνας μέσα στη φτώχεια και τη μιζέρια, ένας αγώνας όμως που δεν τύχαινε αναγνώρισης και εκτίμησης από κανέναν. Οι σκέψεις αυτές σχετικά με τη ζωή των γυναικών και σχετικά με το κατά πόσο άξιζε εν τέλει μια γυναίκα να υποβάλλει τον εαυτό της σε όλη αυτή την ταλαιπωρία, όπως ήταν λογικό, είχαν κλονίσει τη Φραγκογιαννού.

Η εναγώνια προσπάθεια της ηρωίδας να βρει δικαίωση στη ζωή της αποτελούσε μια αναζήτηση που ήταν εκ των πραγμάτων καταδικασμένη, μιας και το μόνο συμπέρασμα στο οποίο θα μπορούσε να καταλήξει η Χαδούλα ήταν πως η ζωή της δεν ήταν παρά ένας μάταιος αγώνας απέναντι σε μια κοινωνία κατά βάση εχθρική απέναντι στις γυναίκες. Ήταν αναμενόμενο, επομένως, η επίμονη εξέταση των συνθηκών της ζωής της να την ταράξει και να ξυπνήσει μέσα της όλη την πίκρα, την αγανάκτηση και το μίσος που για χρόνια συσσωρευόταν μέσα της.



Η Φραγκογιαννού στην προσπάθειά της να περάσει στον Άγιο Σώστη για να ζητήσει τη βοήθεια του παπά Ακάκιου, πνίγεται. Ο θάνατός αυτός που αποτελεί έναν ειρωνικό επίλογο για τη γυναίκα που έπνιξε τόσα αθώα κορίτσια, επήλθε ανάμεσα στη θεία και την ανθρώπινη δικαιοσύνη, υπό την έννοια πως η Φραγκογιαννού δεν έπεσε στα χέρια των διωκτών της, ώστε να τιμωρηθεί από την πολιτεία για τα αποτρόπαια εγκλήματά της, ούτε όμως κατόρθωσε να φτάσει στον πατέρα Ακάκιο, ώστε να της δοθεί η ευκαιρία να εξομολογηθεί τα εγκλήματά της και ίσως να φτάσει στην πολυπόθητη μετάνοια.
Η Φραγκογιαννού, επομένως, δεν αντιμετώπισε ούτε τη σκληρότητα της ανθρώπινης τιμωρίας ούτε τη λυτρωτική επαφή με τη θεία δικαιοσύνη, όπου θα είχε την ευκαιρία να αποζητήσει την πνευματική, έστω, εξιλέωση για τις πράξεις της. Η Φραγκογιαννού πνίγεται, βρίσκοντας έτσι έναν ταιριαστό θάνατο και μια δίκαιη τιμωρία, για τα κοριτσάκια που έπνιξε.




Η Φόνισσα χαρακτηρίζεται ως ψυχογραφικό έργο, μιας και ο Παπαδιαμάντης παρακολουθεί στενά τις ψυχολογικές διακυμάνσεις της ηρωίδας του, δίνοντάς μας με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο τις σκέψεις και τα συναισθήματά της καθώς περνά από την πίκρα για τη δική της ζωή, στη μοιραία διαπίστωση πως τα κορίτσια δεν θα έπρεπε καν να γεννιούνται και πως όσα γεννήθηκαν είναι προτιμότερο να πεθάνουν.

«Επί πολλάς νύκτας, η Φραγκογιαννού δεν είχε δώσει ύπνον εις του οφθαλμούς της, ουδέ εις τα βλέφαρά της νυσταγμόν, αγρυπνούσα πλησίον του μικρού πλάσματος, το οποίον ουδ' εφαντάζετο ποίους κόπους επροξένει εις τους άλλους, ουδέ πόσα βάσανα έμελλε να υποφέρη, εάν επέζη, και αυτό. Και δεν ήτο ικανόν να αισθανθή καν την απορίαν, την οποίαν μόνη η μάμμη διετύπωνε κρυφίως μέσα της: «Θε μου, γιατί να έλθη στον κόσμο κι αυτό;» Η Φραγκογιαννού για πολλές νύχτες δεν κοιμάται καθόλου, μένοντας δίπλα στο άρρωστο εγγόνι της, όπως όφειλε και όπως ήταν αναμενόμενο από αυτή. Η κούραση επιτείνει τις καταθλιπτικές της τάσεις, εντείνει την απέχθεια που έχει για την ίδια της τη ζωή και αρχίζει να θρέφει την ιδέα της πως το άρρωστο αυτό κορίτσι δε θα έπρεπε να έχει γεννηθεί.

Ο συγγραφέας μας αποκαλύπτει πως οι σκέψεις αυτές της ηρωίδας προϋπήρχαν βέβαια και συχνά οι γύρω της την είχαν ακούσει να διατυπώνει ιδιαιτέρως σκληρές απόψεις για τα θηλυκά παιδιά: «Τι να σας πω!... Έτσι του 'ρχεται τ' ανθρώπου, την ώρα που γεννιώνται, να τα καρυδοπνίγη!... Ναι μεν το είπεν, αλλά βεβαίως δεν θα ήτο ικανή να το κάμη ποτέ... Και η ιδία δεν το επίστευε.». Καθώς όμως συνεχίζει να ξενυχτά δίπλα στο εγγόνι της, οι σκέψεις αυτές αποκτούν όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα μέσα της, μέχρι τη στιγμή που η Φραγκογιαννού περνά από τα λόγια στις πράξεις και πνίγει το άρρωστο μωρό.




Ο Παπαδιαμάντης θα παρακολουθήσει το ξέσπασμα των τύψεων για την πράξη αυτή, καθώς και την εκλογίκευσή της, με τη Φραγκογιαννού να πιστεύει πια πως η πράξη της όχι μόνο δεν είναι εγκληματική, αλλά αποτελεί κιόλας θεάρεστο έργο, εφόσον απαλλάσσει τους φτωχούς γονείς από τα κορίτσια.

Με παρόμοιο τρόπο ο συγγραφέας μας παρέχει πληροφορίες για κάθε συναισθηματική εναλλαγή της ηρωίδας του, δημιουργώντας έτσι ένα από τα καλύτερα ψυχογραφικά του έργα.
Τα στοιχεία ρεαλισμού που βρίσκουμε στη Φόνισσα είναι: α) η προσπάθεια του συγγραφέα να αποτυπώσει με αληθοφανή τρόπο τα γεγονότα που έχει επιλέξει, καθιστώντας την ιστορία του όσο το δυνατό πιο πιστευτή, β) η καταγραφή των γεγονότων χωρίς τη δική του συναισθηματική εμπλοκή. Παρατηρούμε, δηλαδή, πως ο Παπαδιαμάντης παρουσιάζει τη δράση της Φόνισσας χωρίς να κρίνει ή να επικρίνει τις πράξεις. Μας παρουσιάζει τα γεγονότα όπως συνέβησαν, με αντικειμενικότητα, επιτρέποντας στα ίδια τα γεγονότα να επηρεάσουν τον αναγνώστη και να του δημιουργήσουν εντυπώσεις, γ) στο κείμενο διαπιστώνουμε την κριτική στάση του συγγραφέα απέναντι στις κοινωνικές συνθήκες, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στα χρόνια του, δ) η ηρωίδα της ιστορίας αποτελεί ένα χαρακτηριστικό τύπο της εποχής της, υπό την έννοια πως είναι μια γυναίκα βασανισμένη που έχει περάσει όλη της τη ζωή στη φτώχεια και έχει διαμορφωθεί ουσιαστικά μέσα στα πλαίσια της τότε κοινωνίας.

Ο θεσμός της προίκας στη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη 


Η προίκα αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς της ελληνικής κοινωνίας. Στην πορεία μάλιστα προβλεπόταν και από το νόμο, ως μία βοήθεια προς τη γυναίκα ώστε να μην εξαρτάται πλήρως από τον άντρα της, αλλά και ως μέσο ενίσχυσης του άντρα για να αντιμετωπίσει τα οικονομικά βάρη του γάμου, νόμος που καταργήθηκε το 1983, χωρίς να θέσει τέρμα στο θεσμό αυτό, καθώς οι γονείς συνηθίζουν ακόμη και σήμερα να ενισχύουν οικονομικά το νέο ζευγάρι.
Στα πλαίσια της Φόνισσας η προίκα έχει ιδιαίτερη σημασία τόσο για την ίδια την ηρωίδα, όσο και για τα γενικότερα κοινωνικά μηνύματα της νουβέλας. Η ηρωίδα θα λάβει από τους γονείς της μια ασήμαντη προίκα, σε αντίθεση με τα αδέρφια της που θα πάρουν τα καλύτερα χτήματα και νεόχτιστα σπίτια. Το γεγονός αυτό θα πικράνει βαθύτατα τη Φραγκογιαννού, αφενός γιατί καθιστούσε σαφή την προτίμηση των γονιών της για τα αγόρια της οικογένειας και αφετέρου γιατί σήμανε έναν υποδεέστερο γαμπρό για τη Χαδούλα. Θα πρέπει, άλλωστε, να έχουμε υπόψη μας πως για να διεκδικήσει μια γυναίκα έναν «καλό» γαμπρό, όφειλε να προσφέρει και μια αντίστοιχα πλούσια προίκα. Όσο μικρότερη ήταν η προίκα της νύφης, τόσο φτωχότερος και ο σύζυγος που της αναλογούσε.

Η σημασία της προίκας, σε προσωπικό επίπεδο για την ηρωίδα, θα επανέλθει στο κλείσιμο της ιστορίας, καθώς τα τελευταία λόγια της φόνισσας και η τελευταία εικόνα που αντίκρισε αφορούσαν το προικιό της, τον αγρό δηλαδή που της είχαν δώσει οι γονείς της, όταν την πάντρεψαν. Στο σημείο αυτό υπάρχει μια εξαιρετικά πικρή ειρωνεία, υπό την έννοια πως «το προικιό» της φόνισσας, αυτό το ελάχιστο από την πατρική περιουσία που της αναλογούσε, ήταν αυτό που την οδήγησε σ’ ένα φτωχό γάμο και την καθήλωσε σε μια ζωή δυστυχίας και βασανισμού, φτάνοντάς τη στα τελευταία της χρόνια μέχρι τον παραλογισμό. Είναι πολύ πιθανό πως η ζωή της Χαδούλας θα μπορούσε να ήταν πολύ διαφορετική αν οι γονείς της, της είχαν κανονίσει έναν καλύτερο γάμο και της είχαν δώσει μεγαλύτερο μερίδιο από την περιουσία τους. Ας μην παραβλέπουμε, άλλωστε, πως η φονική δραστηριότητα της Χαδούλας αποτέλεσε ένα ξέσπασμα μετά από μια ζωή μέσα στην οικονομική εξαθλίωση, τη μιζέρια και τους συνεχείς κόπους.

Πέρα πάντως από το ιδιαίτερο νόημα που λαμβάνει η προίκα για την ίδια τη φόνισσα, ο θεσμός αυτός διατρέχει την ιστορία και ως ένα βασικό κοινωνικό ζήτημα. Σε μια περιοχή της περιφέρειας, όπου η πλειονότητα των κατοίκων είναι φτωχοί και με δυσκολία επιβιώνουν, η υποχρέωση να προικίσουν τα κορίτσια τους είναι δυσβάσταχτη. Όταν σε μια οικογένεια υπάρχουν 3-4 κορίτσια είναι εξαιρετικά δύσκολο για τους γονείς να εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή προίκα για όλα τους τα παιδιά. Αυτή τη δυσκολία λοιπόν στηλιτεύει η φόνισσα κάθε φορά που μαθαίνει για οικογένειες που έχουν αποκτήσει πολλά κορίτσια, λέγοντας πως θα ήταν προτιμότερο να μη γεννιούνται θηλυκά παιδιά ή τουλάχιστον να τα πνίγουν με το που γεννιούνται.

Ο θεσμός της προίκας αποτελεί ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά στοιχεία της κοινωνικής διάκρισης εις βάρος των γυναικών, δημιουργεί μια ιδιαίτερα επιβαρυντική υποχρέωση για τις οικογένειες και τελικά ωθεί τους φτωχούς ανθρώπους να θεωρούν τα κορίτσια ανεπιθύμητα. Ενώ θα έπρεπε να λειτουργεί ως μια κίνηση ενίσχυσης για το νέο ξεκίνημα του κοριτσιού, λόγω των εξαιρετικά δύσκολων οικονομικών συνθηκών, κατέληξε να αποτελεί ένα ανεπιθύμητο βάρος για τους γονείς. 



Γιατί τον αγαπάμε ακόμη

Εκατό χρόνια χωρίς τον Αλ. Παπαδιαμάντη

Σπύρος Γιανναράς

«Καθώς ο ελληνικός κόσμος χαλαρώνει στην ασφυκτικά αναπαυτική αγκαλιά της φανταστικής ευρωπαϊκής κοινότητας, αυτού του πολυσυλλεκτικού κατασκευάσματος που στηρίζεται στην αναγκαιότητα της οικονομίας κι όχι σε εκείνη του αισθήματος, ο Παπαδιαμάντης θα έπρεπε ν' απομακρύνεται και να χάνεται από τα μάτια μας, όπως τόσοι άλλοι πριν και μετά από αυτόν. (...) Ομως ο Παπαδιαμάντης λάμπει περισσότερο παρά ποτέ κι αυτό συμβαίνει παρά τη θέλησή μας». Με αυτά τα λόγια ξεκινούσε ο αείμνηστος Χρήστος Βακαλόπουλος την αποτίμηση της σχέσης μας με τον Σκιαθίτη διηγηματογράφο στα 1991. Σήμερα, έναν αιώνα από τον θάνατό του, πολλά έχουν αλλάξει κι εμείς μοιάζει να έχουμε προχωρήσει μακριά στον δρόμο που μας απομακρύνει από εκείνον. Ερχόμαστε αντιμέτωποι με τα πρώτα επίχειρα της φαντασιώδους επιθυμίας μας για άκοπη κι απρόσκοπτη, αέναη μεγιστοποίηση της καταναλωτικής μας ευχέρειας στην οποία στηρίξαμε τη ζωή μας, με την κατάλυση της υποτυπώδους κοινωνικής μας συνοχής να φαντάζει πιθανό απώτερο ενδεχόμενο.


Ο αριθμός των ανθρώπων που μπορούν σήμερα να απολαύσουν το παπαδιαμαντικό κείμενο συρρικνώνεται διαρκώς. Κυρίως όμως μοιάζει να έχει μειωθεί δραστικά ο αριθμός όσων μπορούν να συλλάβουν ολόκληρο, αδιαχώριστα δηλαδή, το έργο μαζί με τον άνθρωπο. Γιατί ο Παπαδιαμάντης που διεκδικεί επάξια μια θέση στο παγκόσμιο λογοτεχνικό στερέωμα είναι κάτι πολύ παραπάνω από έναν εξαίσιο ηθογράφο της αλλοτινής Ελλάδας, που στήνει στα πόδια τους με ανυπέρβλητο τρόπο ολοζώντανους εμβληματικούς χαρακτήρες μιας δεδομένης κοινωνίας. Αν ο Παπαδιαμάντης μας αποκαλύπτει, σύμφωνα με τον Βακαλόπουλο «την ιερή μελωδία της πραγματικότητας», έναν σεβάσμιο δηλαδή τρόπο σχέσης με ανθρώπους και πράγματα πέρα από τη χρηστική ωφελιμοθηρία, η αντιμετώπισή του μόνο ως μεγάλου συγγραφέα ή μόνο ως ταπεινού ασκητή απειλεί να τον ακυρώσει, θίγοντας την ακεραιότητά του.

Παρόλα αυτά, ίσως τώρα να μπορούμε να αποτιμήσουμε ευκολότερα τη σχέση μας μαζί του. Ζητήσαμε λοιπόν από διαφορετικούς σε ηλικία και επάγγελμα, αναγνώστες του να μας εξηγήσουν γιατί τον διαβάζουν σήμερα. Από τις απαντήσεις προκύπτει ότι ο Παπαδιαμάντης εξακολουθεί να λάμπει παρά τη θέλησή μας, λειτουργώντας ως μεσάζων στην ανακάλυψη ενός βαθύτερου εαυτού μας από τον οποίο δεν έχουμε αποκοπεί πλήρως.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_16/01/2011_428581 

                      ---------------------------------------------


Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και οι άνθρωποι που εμπορεύονται τα έθνη


Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης υπήρξε το αποτέλεσμα της πολιορκίας της βυζαντινής πρωτεύουσας, της οποίας Αυτοκράτορες ήταν ο Αλέξιος Δ' ο Αλέξιος Ε' Μούρτζουφλος και ο Θεόδωρος Α' από την Δ' Σταυροφορία, με επικεφαλής τον Ερρίκο Δάνδολο, τον Βονιφάτιο τον Μομφερατικό και τον Βαλδουίνο Α'. Η σταυροφορία διήρκεσε μέχρι το 1204 , όταν τελικά η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε.
Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης υπήρξε το αποτέλεσμα της πολιορκίας της βυζαντινής πρωτεύουσας, της οποίας Αυτοκράτορες ήταν ο Αλέξιος Δ” ο Αλέξιος Ε” Μούρτζουφλος και ο Θεόδωρος Α” από την Δ” Σταυροφορία, με επικεφαλής τον Ερρίκο Δάνδολο, τον Βονιφάτιο τον Μομφερατικό και τον Βαλδουίνο Α”. Η σταυροφορία διήρκεσε μέχρι το 1204 , όταν τελικά η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε.


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Το μυθιστόρημα του Παπαδιαμάντη «Οι έμποροι των Εθνών» κυκλοφόρησε για πρώτη φορά, σε συνέχειες, στην εφημερίδα «Μη Χάνεσαι» από το Νοέμβριο του 1882 ως το Φεβρουάριο του 1883. Έκτοτε εκδίδεται κι επανεκδίδεται και η πρόβλεψη ότι θα εξακολουθήσει να κεντρίζει το εκδοτικό ενδιαφέρον εσαεί δεν είναι καθόλου παρακινδυνευμένη. Γιατί «Οι Έμποροι των Εθνών» (όπως και όλο το έργο του Παπαδιαμάντη) πήρε διαστάσεις αιώνιες πληρώντας επακριβώς αυτό που ονομάζουμε κλασικό. Κι εδώ δεν μπορούμε να περιοριστούμε σε δεδομένα όπως η παπαδιαμαντική γλώσσα, που τόσο έχει απασχολήσει τους φιλολογικούς κύκλους, ή η ερωτική συνθήκη στο έργο του Παπαδιαμάντη (που επίσης έχει επιφέρει αναλύσεις επί αναλύσεων), ή η θέση της γυναίκας, ή η θρησκευτικότητα ή αν υφίσταται το ζήτημα του λανθάνοντος μισογυνισμού, που μερικοί αρέσκονται να ερευνούν, αφού όλα τα παραπάνω δεν θα μπορούσαν να καταστήσουν ένα έργο κλασικό από μόνα τους. Γιατί η δύναμη των κλασικών έργων δεν αφορά ούτε τις τεχνοτροπίες, ούτε τα παρεπόμενα ερωτήματα επί προσωπικού, ούτε τη γλώσσα, ούτε τίποτε από αυτά, αλλά τη δυναμική της ίδιας της ανθρώπινης παρουσίας, που αναδεικνύεται σε όλο το ύψος των παθών της, διαμορφώνοντας, με τρόπο ασφυκτικό, την αμετάκλητα διαγραφόμενη μοίρα.

 Ένα λογοτεχνικό έργο, που δεν εστιάζει στον άνθρωπο, όσο άρτιο κι αν είναι γλωσσικά ή όσο καινοτόμο από άποψη τεχνοτροπίας, είναι αδύνατο να παραμείνει κλασικό. Η λογοτεχνία δεν είναι αντικείμενο των φιλολογικών σπουδαστηρίων. Είναι καθημερινή συνθήκη, ως επανεξέταση από μηδενική βάση της ανθρώπινης παρουσίας. Τέχνη ξεκομμένη από τον άνθρωπο, δεν είναι τέχνη. Όταν όμως η παρουσία του ανθρώπου συνδυαστεί με την αποθέωση της γλώσσας και του ύφους, δημιουργώντας το τεχνητό κλίμα της κίνησης της πλοκής, που όμως πρέπει να αποδοθεί απολύτως φυσικά, τότε βρισκόμαστε μπροστά στη μαγιά του έργου που θα παραμείνει στο χρόνο. Γιατί μόνο έτσι μετουσιώνεται η προσωπική οπτική σε πανανθρώπινη. Γιατί η φυσικότητα του τεχνητού κόσμου είναι η επανάσταση του πολυδιάστατου που προκαλεί τις πολλαπλές αναγνώσεις. Ένας κόσμος καταφανώς τεχνητός, είναι κόσμος μονόπλευρος, κι αυτό εκμηδενίζει την ανθρώπινη παρουσία, αφού όταν μιλάμε για τους ανθρώπους, ένα κι ένα δεν κάνουν κατ’ ανάγκη δύο.

«Οι Έμποροι των Εθνών» είναι ιστορικό μυθιστόρημα. Η πλοκή εκτυλίσσεται ανάμεσα στο 1199 και το 1207. (Κατά το διάστημα αυτό πραγματοποιείται η άλωση της Κωνσταντινούπολης από την Δ΄ Σταυροφορία). Ο Μάρκος Σανούτος, ανεψιός του Ερρίκου Δάνδολου εκστρατεύει εναντίον του Αιγαίου. Η δύναμη της Βενετίας πρέπει να εξαπλωθεί. Τα νησιά του Αιγαίου είναι προφανές ότι δε θα μπορέσουν να αντισταθούν και η ισχύς μόνο επεκτατικά διαιωνίζεται. Ο ισχυρός που δεν ασκεί ιμπεριαλιστική πολιτική δεν είναι ισχυρός, αφενός γιατί είναι θέμα χρόνου το πότε θα χάσει τα ηνία και αφετέρου, γιατί, χωρίς τον επεκτατισμό, δεν θα γινόταν ποτέ ισχυρός. Φυσικά ο Πέτρος Ζιάννης, ο Δόγης της Βενετίας, ξέρει καλά αυτού του είδους τα κατατόπια. Γι’ αυτό και το διάταγμα είναι σαφές: «Εγώ ο Πέτρος Ζιάννης, ελέω Θεού ανώτατος άρχων και Δόγης της κραταιοτάτης και εκλαμπροτάτης Πολιτείας του Αγίου Μάρκου, της Βενετίας, του Αδρία, των νήσων κτλ. κτλ. προσκαλώ, δηλώ και επιτρέπω εις πάντας τους ευπατρίδας της Πολιτείας ταύτης τους έχοντας πλοία ίδια και άντρας υφ’ εαυτούς, ίνα καταλάβωσι δι’ ιδίων αναλωμάτων και στρατών τας νήσους του Αιγαίου πελάγους και άρχωσιν αυτών ως ευμενείς φίλοι της κραταιοτάτης Πολιτείας. Υπέγραψα εγώ ο Πέτρος Ζιάννης τη συναινέσει του σεπτοτάτου Συμβουλίου των Δέκα. Εν τω παλατίω του Αγίου Μάρκου, τη 21 Μαρτίου 1207». (σελ. 97).

Βρισκόμαστε μπροστά στον πιο ξεκάθαρο επεκτατισμό, που οικοδομείται πάνω στη βάση της ατομικής φιλοδοξίας, χωρίς να τηρούνται ούτε τα ελάχιστα προσχήματα. (Συνήθως ο επεκτατισμός δεν προβάλλεται ατόφιος. Παρουσιάζεται καλυμμένα ως εθνική απειλή ή ως προάσπιση της εθνικής ακεραιότητας ή ως εθνικό συμφέρον και πάει λέγοντας. Οι άνθρωποι που κερδίζουν από τις συγκρούσεις του επεκτατισμού δεν προβάλλονται ποτέ άμεσα. Ούτε είναι δυνατό να ειπωθεί ποτέ ότι οι αιματοχυσίες γίνονται για τα συμφέροντα συγκεκριμένων ανθρώπων). Το γεγονός ότι το διάταγμα καλεί όλους τους ευπατρίδεις, που μπορούν να συντηρήσουν δικά τους πληρώματα, να σπεύσουν ενάντια στα νησιά του Αιγαίου και να τα κυριεύσουν για δικό τους λογαριασμό, διοικώντας τα ως «ευμενείς φίλοι της κραταιοτάτης Πολιτείας», είναι ο επεκτατισμός που εκφράζεται με τον πλέον αδίστακτο τρόπο. Οι ευπατρίδεις είναι πρόθυμοι να εκστρατεύσουν για να γίνουν προσωπικοί κυρίαρχοι των νησιών. Όλα κινούνται στο πλαίσιο της πιο αδίστακτης ατομικότητας. Εξάλλου, τα προσχήματα εξευγενίζουν τη βαρβαρότητα κι ο Ζιάννης δεν έχει χρόνο για τέτοια.

 Από την άλλη, ο κυνισμός, σχεδόν εξ’ ορισμού, συμπλέει με την ταχύτητα. Ο κυνισμός δεν αφήνει ποτέ περιθώρια για παρανοήσεις. Ο κυνισμός δε χρειάζεται άλλοθι. Κι αυτή ακριβώς είναι η ουσία στις κατά Παπαδιαμάντη εθνικές αγοροπωλησίες. Ο αδυσώπητος κυνισμός που μεταφράζεται ως δυναμική της ισχύος εκδηλωμένη με τον πιο πρωτόγονο τρόπο. Για το Σανούτο είναι ζήτημα τιμής να συμμετέχει στην εξόρμηση εναντίον του Αιγαίου. Θα ήταν ντροπή να συνέβαινε το αντίθετο. Οι έμποροι των εθνών έχουν ισχυρά διαμορφωμένους κώδικες τιμής. Γι’ αυτό κι όταν ο Σανούτος παριστάνει τον ανήξερο ο Δόγης Ζιάννης δεν αφήνει κανένα περιθώριο: «Το σημερινόν Διάταγμα, του οποίου έλαβον γνώσιν πάντες οι ευπατρίδαι, πλην σου, λέγει αυτολεξεί τα εξής. “Προσκαλώ τους ευπατρίδας να καταλάβωσι δι’ εξόδων των τας νήσους του Αιγαίου”. Συ λοιπόν, όστις έχεις πλοία, θα υπάγης εις την εκστρατείαν αυτήν. Και αν δεν έχης, θα σοι δανείση η Δημοκρατία ιδικά της πλοία». (σελ. 119).

Όμως, όταν οι τύχες των ανθρώπων διαμορφώνονται, ως πολιτικό γίγνεσθαι, από τις εκάστοτε φιλοδοξίες ή συμφέροντα συγκεκριμένων ανθρώπων, δεν μπορούμε παρά να μιλάμε για την πραγμάτωση της πιο εκχυδαϊσμένης αλαζονείας, δηλαδή την αποθέωση του εγωισμού, που καθορίζει όλες τις σχέσεις ή αλλιώς στην οριστική συντριβή κάθε ανθρώπινης επαφής. Γιατί όλες οι εικόνες που μεταφέρει ο Παπαδιαμάντης είναι θλιβερές. Ο Σανούτος δίνει υπέρογκη αμοιβή για να του βρουν το πτώμα του Μούχρα που πιστεύει ότι βρίσκεται μέσα στη θάλασσα. Ο Σκιάχτης δε διστάζει να δολοφονήσει τον καλύτερό του φίλο, τον Μορώζη, για τα «πενήντα φλωρία» του Σανούτου, αφήνοντας το πτώμα μέρες δεμένο μέσα στη θάλασσα, ώστε μισοφαγωμένο από τα ψάρια, να αλλοιωθεί τόσο πολύ, που να πιστέψει ο Σανούτος ότι είναι αυτό που αναζητά. Η Κοκκινού, ιδιοκτήτρια του άθλιου καταγωγίου στο οποίο ο Σκιάχτης είναι θαμώνας, όταν αντιληφθεί την απουσία του Μορώζη, θα εκβιάσει τον Σκιάχτη και θα του φάει τα λεφτά βγάζοντας παλιούς ανεξόφλητους λογαριασμούς. Οι ευπατρίδεις Κουϊρίνης και Γίζης είναι πρόθυμοι να αλληλοσκοτωθούν για το τίποτα, στο όνομα μιας δήθεν τιμής, μπροστά σε κυρίες αμφιβόλου ηθικής που φιλοξενούν στα αριστοκρατικά σαλόνια. Όλα μετριούνται μόνο με τη δύναμη της προσωπικής πυγμής, που παίρνει διαστάσεις τιμής ή αξιοπρέπειας ή σεβασμού ή οτιδήποτε τέτοιο, συγκαλύπτοντας την πιο χυδαία μορφή επιβολής. Όλα σηματοδοτούν τη λανθάνουσα εξουσία που καθορίζει κάθε σχέση. Ο Σανούτος ρίχνει λάδι στη φωτιά εξωθώντας τη διαμάχη στα άκρα. Θα έλεγε κανείς ότι μόνο το αίμα μπορεί να τον διασκεδάσει. Το μακελειό αποφεύγεται χάρη στην παρέμβαση της Κλαιλίας. Τα πάντα κινούνται στα όρια της τρέλας.

 Η τελική σκηνή της γιορτής με το Σανούτο, σ’ ένα ντελίριο κυνισμού και αλαζονείας, να παρουσιάζει στους καλεσμένους το θαλασσοφαγωμένο πτώμα, είναι η επισφράγιση της κτηνωδίας που φανερώνει την πιο αδυσώπητη συντριβή. Γιατί είναι αδύνατο να μιλάμε για ευτυχία υπό αυτούς τους όρους. Ο κυνισμός, ο αμοραλισμός, η απάθεια μπροστά στο δράμα του άλλου και το διακαές παιχνίδι της υπεροχής, δεν είναι παρά η συμπτωματολογία της πιο ανυπόφορης δυστυχίας, που βέβαια δεν πρέπει να ομολογηθεί. Γιατί όλοι κατατροπώνονται. Γιατί ο ίδιος ο Σανούτος κινείται στα όρια της παραφροσύνης. Γιατί ο μοναδικός άνθρωπος που εμπιστεύεται, ο Μαύρος Μιρχάν, είναι αυτός που τον μισεί περισσότερο απ’ όλους. Παρακολουθούμε τα ζοφερότερα χρώματα της ανθρώπινης ταπείνωσης. Ο Παπαδιαμάντης είναι αμείλικτος.

Κι αυτό ακριβώς είναι το πλαίσιο διαμόρφωσης της ιστορίας, που ξεκινά πριν από εφτά χρόνια, όταν ο Ιωάννης Μούχρας ελευθέρωσε το Σανούτο από τους πειρατές, τον φιλοξένησε και του χάρισε το πλοίο του και  ο Σανούτος του ανταπέδωσε τη γενναιοδωρία κλέβοντάς του τη γυναίκα, την Αυγούστα, με τη βοήθεια του υπηρέτη του, του Μαύρου Μιρχάν. Το αδίστακτο του ανθρώπου καθίσταται σαφές από τις πρώτες σελίδες, και πραγματώνεται μέσα από τη συμπεριφορά του Σανούτου. Ο Μούχρας είναι το θύμα, που μετατρέπει την εκδίκηση σε νόημα ύπαρξης. Κι ενώ όλα είναι ξεκάθαρα γίνεται η μεγάλη ανατροπή. Η Αυγούστα ερωτεύεται τον Σανούτο, αλλά και ο Σανούτος την Αυγούστα. Ο έρωτας δεν είναι παρά η ασταθής και παράλογη παρουσία του ανθρώπινου παράγοντα που λειτουργεί αιφνιδιαστικά κι απρογραμμάτιστα. Γιατί, ενώ το ηθικό δίκαιο είναι κατάφωρα με το μέρος του Μούχρα, η Αυγούστα αδυνατεί να αντισταθεί στο Σανούτο. Όμως η Αυγούστα είναι αδιαπραγμάτευτα τίμια, ηθική και θρησκευόμενη γυναίκα. Υποφέρει από ενοχές. Σταδιακά καθίσταται απολύτως ανίσχυρη στη διαχείριση αυτού του τρομακτικού δίπολου, του ηθικού δικαίου του Μούχρα και της σαρκικής επιθυμίας προς το Σανούτο.

 Από την άλλη ο Σανούτος πηγαίνει με άλλες γυναίκες, την οδηγεί στη δυστυχία. Η ζωή μαζί του είναι ανυπόφορη. Η Αυγούστα τον εγκαταλείπει και κλείνεται σε μοναστήρι αναζητώντας ψυχική παρηγοριά. Ο Σανούτος δεν αντέχει την απουσία της Αυγούστας. Την αναζητά. Μαζεύει πληροφορίες από ανθρώπους. Βασανίζεται. Είναι ίσως η πρώτη φορά που ο κυνισμός του γνωρίζει την ήττα. Ο έρωτας αποδεικνύεται ανίκητος.

Αναντίρρητα, σε όλο το έργο, ο έρωτας – με τη μορφή της σαρκικής επιθυμίας – κινείται σε πρώτο πλάνο. Η Αυγούστα και ο Μούχρας καταστρέφουν τις ζωές τους. Ο Σανούτος υποφέρει. Όλοι αποδεικνύονται θύματα ενός ανεξέλεγκτου πάθους. Όλοι συντρίβονται από το ίδιο ασήκωτο βάρος. Όμως, κάτω από τα βάθη μιας τέτοιας τραγωδίας, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο Παπαδιαμάντης σχηματοποιεί την καταδίκη του έρωτα; Είναι η στιγμή που ο Παπαδιαμάντης θέλει να κλείσει οριστικά τους λογαριασμούς του μ’ αυτό που λέμε σεξουαλικότητα; Παρακολουθούμε την προσωποποίηση του κτήνους που καταστρέφει τις ανθρώπινες ζωές; Τότε γιατί βρισκόμαστε μπροστά στον ακραίο αμοραλισμό του Σανούτου; Γιατί δεν παρουσίασε την ερωτική καταστροφή δυο φιλήσυχων ανθρώπων; Γιατί βρισκόμαστε μπροστά στον άκρατο κυνισμό της βενετικής αποικιοκρατίας; Και ο τίτλος «Οι έμποροι των Εθνών» τι εξυπηρετεί; Ποιοι εμπορεύονται τα έθνη; Ποιος είναι ο Σανούτος;

Και κάπως έτσι φτάνουμε στον πυρήνα της παπαδιαμαντικής οπτικής όπου δεν πραγματεύεται τον έρωτα, αλλά τη διαστρέβλωσή του, όπως τσαλακώνεται από την αρπακτικότητα των Σανούτων. Γιατί ο Σανούτος αντιλαμβάνεται τον έρωτα μόνο ως κατάκτηση. Γιατί, γι’ αυτόν, η Αυγούστα δεν ήταν παρά ένα τρόπαιο ακόμη. Γι’ αυτό της φέρεται απαίσια. Γι’ αυτό την αναγκάζει να τον εγκαταλείψει. Γι’ αυτό την εκτιμά και υποφέρει μόνο αφού τη χάσει. Γιατί οι Σανούτοι δεν μπορούν να αγαπήσουν τίποτε πέρα απ’ τον εαυτό τους. Γιατί αλίμονο σ’ αυτούς που θα μπλεχτούν με τους Σανούτους. Γι’ αυτό το πορτρέτο της Αυγούστας παραμένει ακέραιο μέχρι το τέλος. Γιατί η Αυγούστα είναι το μεγαλύτερο θύμα της ιστορίας. Γιατί οδηγείται, σχεδόν μαθηματικά, στην τελική συντριβή. Γιατί ξέρει καλά ότι καμιά εξομολόγηση δεν πρόκειται να την ανακουφίσει. Ο Μούχρας την αγαπά και προσπαθεί να τη σώσει, ακόμη κι όταν πια τα ξέρει όλα. Η συγχώρεση του Μούχρα δεν είναι παρά η συγχώρεση του Παπαδιαμάντη. Υπό αυτούς τους όρους δεν μπορούμε να μιλάμε για τιμωρία, πόσο μάλλον για καταδίκη.


The Crusader attack on Constantinople, from a Venetian manuscript of Geoffreoy de Villehardouin's history, ca. 1330
The Crusader attack on Constantinople, from a Venetian manuscript of Geoffreoy de Villehardouin’s history, ca. 1330

Τελικά, ο έρωτας δεν αποτελεί τον πυρήνα του έργου, αλλά το πεδίο μελέτης της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Με άλλα λόγια, «Οι έμποροι των Εθνών», δεν είναι ερωτικό, αλλά πολιτικό μυθιστόρημα. Είναι η πραγματεία πάνω στους ανθρώπους που εμπορεύονται τα έθνη. Η ενδοσκόπηση στην ηθική του κυνισμού που εκδηλώνεται σε ατομικό και διαμορφώνει το συλλογικό επίπεδο. (Ισχύει και αντίστροφα). Η μελέτη του ανθρώπου που ακροβατεί ανάμεσα σε αρχές που καθορίζονται μόνο προσωπικά. Κι αυτό είναι ο έσχατος τυχοδιωκτισμός ή αλλιώς ο εγωισμός που παίρνει διαστάσεις κοσμοθεωρίας. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να ερωτευτεί ένας Σανούτος; Πώς θα μπορούσε να διαχειριστεί οποιαδήποτε ανθρώπινη συνθήκη; Όμως ο Σανούτος ξεπηδά μέσα απ’ τη σαπίλα της βενετσιάνικης αριστοκρατίας. Μέσα από την υπεροχή των «Εμπόρων των Εθνών» που διαπλάθει τις πιο αδυσώπητες ατομικότητες.  Κι εδώ ακριβώς ξετυλίγονται οι πολιτικές διαστάσεις της μισανθρωπίας: «Τι εζήτει η Βενετία πέμπουσα τους στόλους τούτους εις το Αιγαίον; Ό,τι ζητεί ο σφαγεύς παρά του θύματος, τας σάρκας αυτού, ίνα κορέση την πείναν του. Διατί αι ιδιωτικαί αύται και κεκυρωμέναι με τα σήματα του Αγίου Μάρκου επιχειρήσεις; Διατί οι τοσούτοι εργολάβοι των κατακτήσεων, των ως δια δημοπρασίας εκτελουμένων; Η Βενετία προσηγόρευεν εαυτήν Πολιτείαν, και είχεν υιούς τυράννους. Τοις έδιδε το χρίσμα της και τους έπεμπεν ίνα κατακυριεύσωσι της γης. Η γενεαλογία της πολιτικής είναι συνεχής και γνησία κατά τους προγόνους. Η αργία εγέννησεν την πενίαν. Η πενία έτεκε την πείναν. Η πείνα παρήγαγε την όρεξιν. Η όρεξις εγέννησε την αυθαιρεσίαν, Η αυθαιρεσία εγέννησε την ληστείαν. Η ληστεία εγέννησε την πολιτικήν……..». (σελ. 265).

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Οι Έμποροι των Εθνών», εκδόσεις «ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ “ΕΣΤΙΑΣ”», Αθήνα 2009


-------------------------------------------------------------------------------------------------------


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Σκιάθος4 Μαρτίου 1851 - Σκιάθος3 Ιανουαρίου 1911), «η κορυφή των κορυφών» κατά τον Κ. Π. Καβάφη, είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες, γνωστός και ως «ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων». Έγραψε κυρίως διηγήματα, τα οποία κατέχουν περίοπτη θέση στη νεοελληνική λογοτεχνία.

Ο ίδιος σε ένα σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα ιστορεί τη ζωή του:

Ἐγεννήθην ἐν Σκιάθῳ, τῇ 4 Μαρτίου 1851. Ἐβγήκα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τὰ 1863, ἀλλὰ μόνον τῷ 1867 ἐστάλην εἰς τὸ Γυμνάσιον Χαλκίδος, ὅπου ἤκουσα τὴν Α΄ καὶ Β΄ τάξιν. Τὴν Γ΄ ἐμαθήτευσα εἰς Πειραιᾶ, εἴτα διέκοψα τὰς σπουδάς μου καὶ ἔμεινα εἰς τὴν πατρίδα. Κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1872 ὑπήγα εἰς τὸ Ἅγιον Ὅρος χάριν προσκυνήσεως, ὅπου ἔμεινα ὀλίγους μῆνας. Τῷ 1873 ἤλθα εἰς Ἀθήνας καί ἐφοίτησα εἰς τὴν Δ΄ τοῦ Βαρβακείου. Τῷ 1874 ἐνεγράφην εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν, ὅπου ἤκουα κατ' ἐκλογὴν ὀλίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ' ἰδίαν δὲ ἠσχολούμην εἰς τὰ ξένας γλώσσας. Μικρὸς ἐζωγράφιζα Ἁγίους, εἴτα ἔγραφα στίχους, καί ἐδοκίμαζα να συντάξω κωμῳδίας. Τῷ 1868 ἐπεχείρησα νὰ γράψω μυθιστόρημα. Τῷ 1879 ἐδημοσιεύθη Ἡ Μετανάστις ἔργον μου εἰς τὸ περιοδικὸν Σωτήρα. Τῷ 1882 ἐδημοσιεύθη Οἱ ἔμποροι τῶν Ἐθνῶν εἰς τὸ Μὴ χάνεσαι. Ἀργότερα ἔγραψα περὶ τὰ ἑκατὸν διηγήματα, δημοσιευθέντα εἰς διάφορα περιοδικὰ καί ἐφημερίδας.

Papadiamantis Aleksandros by Nirvanas.jpg
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στη Δεξαμενή το 1906.

Ο βίος του

Πρώιμη περίοδος

Ο Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στη Σκιάθο το 1851 και γονείς του ήταν ο ιερέας Αδαμάντιος Εμμανουήλ και η Αγγελική (Γκιουλώ) το γένος Μωραϊτίδη. Μεγάλωσε ανάμεσα σε εννιά παιδιά (τα δύο πέθαναν μικρά) και εξοικειώθηκε νωρίς με τα εκκλησιαστικά πράγματα, τη θρησκευτική ατμόσφαιρα, τις λειτουργίες, τα εξωκκλήσια και την ήσυχη ζωή του νησιώτικου περίγυρου. Όλα αυτά διαμόρφωσαν μια χριστιανοπρεπή ιδιοσυγκρασία, που διατήρησε με πείσμα ως το τέλος της ζωής του.

Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στο νησί του, εσωτερικός στην Ι. Μονή του Ευαγγελισμού. Φοίτησε στο Γυμνάσιο (με πολλές διακοπές, λόγω οικονομικών δυσκολιών) στη Χαλκίδα και στον Πειραιά και το τελείωσε στο Βαρβάκειο της Αθήνας. Πάντα φτωχός, άρχισε από μαθητής να κερδίζει το ψωμί του με παραδόσεις και προγυμνάσεις μαθητών. Το 1872 επισκέφτηκε το Άγιο Όρος μαζί με τον φίλο του Νικόλαο Διανέλο, αργότερα μοναχό Νήφωνα, όπου παρέμεινε οκτώ μήνες ως δόκιμος μοναχός. Μη θεωρώντας τον εαυτό του άξιο να φέρει το «αγγελικό σχήμα», επέστρεψε στην Αθήνα και γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, την οποία, με όλες τις προσπάθειες που έκανε, δεν την τελείωσε, γιατί η φτώχεια, η ανέχεια και η επισφαλής υγεία του τού στάθηκαν ανυπέρβλητα εμπόδια. Το ότι δεν πήρε το δίπλωμά του στοίχισε στον πατέρα του, ο οποίος τον περίμενε να γυρίσει καθηγητής στο νησί και να βοηθήσει τις τέσσερις αδελφές του. Οι τρεις από αυτές παρέμειναν ανύπαντρες και του παραστάθηκαν με αφοσίωση σε όλες τις δύσκολες στιγμές του - όπως όταν, επί παραδείγματι, απογοητευμένος από τη ζωή της Αθήνας, αναζητούσε καταφύγιο στη Σκιάθο. Ωστόσο, επειδή οι οικονομικές του ανάγκες ήταν πολλές, σύντομα αναγκαζόταν να επιστρέψει στην Αθήνα.



Η συγγραφική του πορεία

«
Ὁ Ἀλέξαντρος Παπαδιαμάντης, ποιητὴς μὲ τὸν πεζὸ τὸ λόγο, καὶ κάποτε, μὰ πολὺ σπάνια, μὲ τὸ στίχο, ἕνας ἀπὸ τοὺς ξεχωριστοὺς ἁρμονικοὺς ἀντιπροσώπους τῆς νέας καὶ ἄμουσης ἀκόμα σὲ πολλὰ ἑλληνικῆς ψυχῆς.
 »
Κωστῆς Παλαμᾶς, «Ἡ Μοῦσα τοῦ Παπαδιαμάντη»


Από τη στιγμή που γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο άρχισε να δημοσιογραφεί και να κάνει μεταφράσεις από τα Γαλλικά και Αγγλικά, γλώσσες που είχε μάθει σε βάθος και που λίγοι τις γνώριζαν τόσο καλά στην εποχή του. Οι απολαβές του όμως ήταν πενιχρές και αναγκαζόταν να ζει σε φτωχικά δωμάτια, όντας πάντα ολιγαρκής και λιτοδίαιτος.
Η θέση του καλυτέρευσε κάπως, όταν γνωρίστηκε με τον προοδευτικό δημοσιογράφο και εκδότη Βλάση Γαβριηλίδη, που ίδρυσε την περίφημη για την εποχή της εφημερίδα Ακρόπολη. Η ζωή του όμως δεν άλλαξε. Αν και η αμοιβή του από την εργασία του στην "Ακρόπολη" ήταν υπέρογκη (έπαιρνε 200 και 250 δραχμές το μήνα), ενώ κέρδιζε αρκετά και από τις -περιζήτητες- συνεργασίες του με άλλες εφημερίδες και περιοδικά, η οικονομική του κατάσταση στάθηκε για πάντα η αδύνατη πλευρά του. Ήταν σπάταλος και ανοργάνωτος όσον αφορά τη διαχείριση των χρημάτων του.

 Όταν έπαιρνε το μισθό του, πλήρωνε τα χρέη του στην ταβέρνα του Κεχριμάνη, (όπου έτρωγε είκοσι εφτά ολόκληρα χρόνια), έδινε το νοίκι, έστελνε στη Σκιάθο, μοίραζε στους φτωχούς, σπαταλούσε χωρίς σκέψη για την αυριανή μέρα. Κι έτσι έμενε πάντα φτωχός και στενοχωρημένος, χωρίς να μπορεί να αγοράσει ακόμη και τα στοιχειώδη, ακόμα και ρούχα. Δεν μπορούσε να περιποιηθεί τον εαυτό του και η μεγάλη ανεμελιά του, συνοδευμένη από κάποια φυσική ραθυμία και νωθρότητα, με μια πλήρη αδιαφορία για τα βιοτικά, τον κρατούσε σε κατάσταση αθλιότητας. Άπλυτος, απεριποίητος, σχεδόν κουρελής, ενώ μπορούσε να ζει με αξιοπρέπεια, γιατί ήταν λιτότατος και ασκητικός, σκορπούσε τα λεφτά του και μόνο κάθε πρωτομηνιά είχε χρήματα στην τσέπη του. «Κατ' έκείνην την ήμέραν συνέβη να είμαι πλούσιος..» έχει γράψει κάπου. Ενδεικτικό της σχέσης του με τα χρήματα είναι το περιστατικό που αναφέρει ο Παύλος Νιρβάνας: όταν ο Παπαδιαμάντης ξεκίνησε τη συνεργασία του με την εφημερίδα "Το Άστυ", ο διευθυντής του προσέφερε για μισθό 150 δραχμές. Η απάντηση του Παπαδιαμάντη ήταν: «Πολλές είναι εκατόν πενήντα. Με φτάνουνε εκατό». 



Η βασανισμένη αυτή ζωή, η εντατική εργασία, το ξενύχτι και προπάντων το ποτό, που σιγά-σιγά του έγινε πάθος , καθώς και το τσιγάρο και η καθημερινή υπερβολική κούραση, κατέστρεψαν την υγεία του και τον έφεραν πρόωρα στο θάνατο.

Παρόλο που γενικά στη ζωή του φαινόταν απλησίαστος, παρόλο που του άρεσε η μοναξιά και η απομόνωση και δεν έπιανε εύκολα φιλίες, στο Περιοδικό "Νέα Εστία" (Χριστούγεννα 1940) διαβάζουμε για εκείνους που πλησίαζε και φανέρωνε τον πλούσιο εσωτερικό του κόσμο:". Ελάχιστοι ήταν οι φίλοι του, όπως ο συγγραφέας και ερευνητής Γιάννης Βλαχογιάννης, ο ποιητής Μιλτιάδης Μαλακάσης και ένας δυο άλλοι. Ακόμα και προς το Βλάση Γαβριηλίδη, που του στάθηκε ως πατέρας, και τον ενθάρρυνε και τον βοηθούσε πάντα σε κάθε δύσκολη στιγμή, δεν έδειξε την αγάπη, που, ίσως, θα έπρεπε να δείξει. Του άρεσε να ζει στον κλειστό εσωτερικό του κόσμο και να ζητά την πνευματική ανακούφιση ζωγραφίζοντας τις αναμνήσεις του στα ποιήματά του και στον ποιητικότατο πεζό του λόγο, στα διάφορα διηγήματά του, που τα περισσότερα ξαναζωντανεύουν τους παλιούς θρύλους του νησιού του.

Αυτός ο περίεργος και απόκοσμος τρόπος ζωής, με την παράλληλη προσήλωσή του στην Ορθόδοξη Εκκλησία και τη λειτουργική της παράδοση, τον έκανε να μοιάζει με κοσμοκαλόγερο. Συνήθιζε να ψάλλει στον Ι. Ναό του Αγίου Ελισσαίου ως δεξιός ψάλτης, ενώ στον ίδιο ναό έψαλλε ως αριστερός ψάλτης ο εξάδελφός του και συγγραφέας Αλέξανδρος Μωραϊτίδης και εφημέριος ήταν ο (στις μέρες μας ανακηρυγμένος Άγιος) παπα Νικόλας Πλανάς.



Τα τελευταία χρόνια

Η ζωή του Παπαδιαμάντη μέρα με τη μέρα γινόταν δυσκολότερη. Η φτώχεια, το ποτό και η ασυλλόγιστη απλοχεριά του έγιναν αιτία να φτάσει σε απελπιστική κατάσταση, ενώ παράλληλα χειροτέρευε και η υγεία του. Κάποιοι φίλοι του (μεταξύ των οποίων οι Μιλτιάδης Μαλακάσης, Επαμεινώνδας ΔεληγιώργηςΠαύλος ΝιρβάναςΔημήτριος ΚακλαμάνοςΑριστομένης Προβελέγγιος) διοργάνωσαν μια γιορτή στο Φιλολογικό Σύλλογο "Παρνασσός" το 1908 για τα λογοτεχνικά εικοσιπεντάχρονά του και κατάφεραν να συγκεντρώσουν ένα χρηματικό ποσό, με σκοπό να τον βοηθήσουν να βγει από το οικονομικό αδιέξοδο. Πράγματι, ο Παπαδιαμάντης κατόρθωσε να πληρώσει τα χρέη του και να αγοράσει για πρώτη φορά καινούρια ρούχα κι ετοιμάστηκε να επιστρέψει στη Σκιάθο. Μάταια ο Νιρβάνας (γιατρός ο ίδιος) προσπάθησε να τον πείσει να εισαχθεί στο νοσοκομείο. Στα τέλη του Μαρτίου του 1908 έφυγε για το νησί του, με σκοπό να μην ξαναγυρίσει στην πόλη «της δουλοπαροικίας και των πλουτοκρατών», όπως ο ίδιος έγραψε.

Στο νησί του εξακολούθησε να κάνει τις μεταφράσεις που του έστελνε ο Γιάννης Βλαχογιάννης, για να έχει κάποιον πόρο ζωής, μα ύστερα από λίγο τα χέρια του πρήστηκαν και του ήταν δύσκολο να γράφει. Το ημερήσιο πρόγραμμά του περιλάμβανε πολύ πρωινό ξύπνημα, μια βόλτα στην ακρογιαλιά κι ύστερα εκκλησία. Μαζεύοντας τα ιστορικά του νησιού και τα παλιά χρονικά συνέθεσε τα τελευταία του διηγήματα πιο ώριμα και πιο ολοκληρωμένα.

Ο Παπαδιαμάντης πέθανε τον Ιανουάριο του 1911, ύστερα από επιδείνωση της υγείας του. Η κηδεία του τελέστηκε μέσα στο πένθος όλων των απλών ανθρώπων του νησιού. Με την είδηση του θανάτου του, το πένθος έγινε πανελλήνιο. Έγιναν επίσημα μνημόσυνα στην Αθήνα, στην Πόλη, στην Αλεξάνδρεια και αλλού. Ορισμένοι ποιητές συνέθεσαν εγκωμιαστικά έργα (Μαλακάσης, Πορφύρας κ.ά.) και τα φιλολογικά περιοδικά της εποχής εξέδωσαν τιμητικά τεύχη, αφιερωμένα στη μνήμη του. Ο εκδοτικός οίκος Φέξη, λίγο αργότερα, άρχισε την έκδοση των έργων του, που έφτασαν τους έντεκα τόμους. Στα 1924, ο Ελευθερουδάκης εξέδωσε τα Άπαντά του με αρκετά ανέκδοτα διηγήματα. Το 1925 πραγματοποιήθηκαν τα αποκαλυπτήρια της προτομής του στη Σκιάθο, ενώ στις εφημερίδες Ελεύθερον Βήμα και Πολιτεία δημοσιεύτηκαν τα τελευταία άγνωστα διηγήματά του. Το 1933 έγιναν ομιλίες μπροστά στην προτομή του για το έργο του, με την παρουσία και συμμετοχή τετρακοσίων Γάλλων διανοούμενων που επισκέφθηκαν τη Σκιάθο, καθώς και εκατόν πενήντα Ελλήνων λογοτεχνών και άλλων θαυμαστών του. Διηγήματα του Παπαδιαμάντη άρχισαν να εκδίδονται στα γαλλικά και πολλοί Γάλλοι ελληνιστές ασχολήθηκαν πλατύτερα με το έργο του. Το 1936 ο Γιώργος Κατσίμπαλης ετοίμασε την πρώτη βιβλιογραφία του, ενώ ξεκίνησε από τους Έλληνες λογοτέχνες η συστηματική κριτική του έργου του, άλλοτε θετική και άλλοτε αρνητική. Αν και η βιβλιογραφία γύρω από τη ζωή του είναι τεράστια, τόσο σε έκταση όσο και σε ποικιλία, σοβαρά κριτικά άρθρα, τα οποία να απορρέουν από μια αντικειμενική μελέτη του έργου του, δεν υπάρχουν ως το 1935.

"Την χείρα σου την αψαμένην την κορυφήν του Δεσπότου...". Ήταν το αγαπημένο εκκλησιαστικό τροπάριο του Παπαδιαμάντη και αυτό επέλεξε να εκτελέσει η βυζαντινή χορωδία στο φιλολογικό μνημόσυνο που έγινε στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1961 για τη συμπλήρωση 50 χρόνων από το θάνατό του. Εκείνη τη βραδιά, στην αίθουσα του "Παρνασσού" μίλησαν ο λογοτέχνης Γεώργιος Βαλέτας και ο Φώτης Κόντογλου για τη θρησκευτικότητα του "Αγίου" των ελληνικών γραμμάτων. Στη γενέτειρά του, τη Σκιάθο, οι εκδηλώσεις κράτησαν όλο το χρόνο, που είχε ονομαστεί "Έτος Παπαδιαμάντη". Τότε ενταφιάστηκε και η κάρα του Σκιαθίτη διηγηματογράφου που φυλασσόταν στον καθεδρικό ναό του νησιού.



Το έργο του

«
Ὅπου καὶ νὰ σᾶς βρίσκει τὸ κακό, ἀδελφοί, ὅπου καὶ νὰ θολώνει ὁ νοῦς σας μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμὸ καὶ μνημονεύετε Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
 »
Ὀδυσσέας Ἐλύτης, Τὸ Ἄξιoν Ἐστί


Μέσα στα περισσότερα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, του συγγραφέα και υμνητή «του ρόδινου νησιού του», γίνεται συχνή αναφορά στο φυσικό περιβάλλον της Σκιάθου, στις ρεματιές, τις χαράδρες, τα υψώματα, με διαφορετική το καθένα βλάστηση. 

Επίσης αναφέρεται συχνά και η θαλασσινή της διαμόρφωση, με τα αμέτρητα λιμανάκια, τους κόρφους και τους κάβους, τους γκρεμούς, τις σπηλιές, τα νησάκια, τις αμμουδιές, τα ακρογιάλια. Αυτές οι αλησμόνητες παιδικές μνήμες κυριαρχούν στη σκέψη του Παπαδιαμάντη και τις κάνει διηγήματα, εμπλουτισμένα με τα θρησκευτικά βιώματά του και με τα βάσανα, τους καημούς και τις μικροχαρές της σκιαθίτικης φτωχολογιάς. Οι ήρωές του είναι ψαράδες, αγρότες, ιερωμένοι, μετανάστες, πολυφαμελίτες, εργένηδες, αναξιοπαθούσες χήρες, όμορφες ορφανές, αλλά και κακάσχημες μάγισσες και διάφορες αγύρτισσες.

Όταν δεν έκανε τέχνη τις παιδικές του αναμνήσεις, έπαιρνε τα θέματά του από τη ζωή των φτωχογειτονιών της Αθήνας. Το υπόστρωμα συνήθως είναι θρησκευτικό. Το εξωτερικό περιβάλλον περιγράφεται με αληθινή λατρεία προς τη φύση. Υπάρχει όμως και μια οξύτατη ψυχολογική περιγραφή, μια εύστοχη διείσδυση στα βάθη του ψυχικού κόσμου των ηρώων του, που έκανε τόση εντύπωση, τόσο στους μετέπειτα χρόνους όσο και στην εποχή του, που πολλοί τον παρομοίασαν με τον Ντοστογιέφσκι.

Ολόκληρη η ουσία της πεζογραφίας του περικλείεται μέσα σε μια φράση του ίδιου : «Το έπ' έμοι, ενόσω ζω, και αναπνέω καί σωφρονώ, δεν θα παύσω να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ' έρωτος την φύσιν, καί να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη».
Στενότερα ηθογράφος στην αρχή, διεύρυνε με τον καιρό την ηθογραφία του και την τεχνική του, ώστε να θεωρείται ότι αυτός εγκαινίασε τη διηγηματογραφία στην Ελλάδα. Προσέδωσε στο έργο του τέτοια ποιότητα, που τον καθιέρωσε ως πρωταγωνιστή της ελληνικής πεζογραφίας. Οι εμπνεύσεις του, τροφοδοτούμενες από ένα απόθεμα μνήμης, διαποτίζονται από τον ποιητικό οίστρο και τη μαγεία του λόγου. Οι ήρωές του, απλοί, ταπεινοί, γραφικοί, βασανισμένοι, γίνονται οι πυρήνες των δραματικών συγκρούσεών τους με τη ζωή. Η καθαρεύουσα, που χρησιμοποιεί, σπάνια γίνεται δυσνόητη, γιατί διαπνέεται από τον κραδασμό και τη θέρμη του πλέον ευσυγκίνητου ανθρωπισμού. Ωστόσο, σιγά-σιγά απλοποιούσε τη γλώσσα, βάζοντας περισσότερα λαϊκά στοιχεία, και λίγο πριν το θάνατό του έγραψε και διηγήματα στη δημοτική. Τον διακρίνει ποιητικό ύφος, γόνιμη φαντασία και θρησκευτική κατάνυξη, η οποία τον συγκλόνιζε από την παιδική του ηλικία. Δεν περιορίζεται στην περιγραφική γοητεία, αλλά εισχωρεί στο δράμα της ανθρώπινης ψυχής. Στις εικόνες του, που έχουν την ίδια ζωγραφική γοητεία, είτε αναφέρονται στο Αιγαίο, είτε σε φτωχογειτονιά της Αθήνας, εμφυσά την πνοή της λυρικής του έξαρσης, ενσταλάζει το βυζαντινό μυστικισμό του και αποθέτει την τρυφερότητα της χριστιανικής του αγάπης.



Εκτός από τα διηγήματα και τις νουβέλες έγραψε και ποιήματα θρησκευτικής έμπνευσης, που εξυμνούν τη μητέρα του και την Παναγία. Κι όμως ο Παπαδιαμάντης, που ήταν υπερήφανος για το διηγηματικό του έργο, του οποίου γνώριζε την πραγματική αξία, δε θεώρησε ποτέ του ότι ήταν και ποιητής, αν και η ποιητική πνοή αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό και του πεζού του λόγου. Χωρίς να ενδιαφέρεται για ρίμες και στολίδια, πέτυχε μια λιτότητα ελεύθερου στίχου, που αρκετά χρόνια αργότερα έγινε, σχεδόν, μόνιμο μοτίβο της νεοελληνικής ποίησης. Αν η πεζογραφία του έχει τη δυνατότητα να αντικειμενοποιεί και τα προσωπικά του βιώματα, η ποίηση του αντίθετα δεν εκφράζει παρά την προσωπική του εξομολόγηση.

Η πρώτη του δειλή λογοτεχνική προσπάθεια πραγματώνεται με το μυθιστόρημα Η μετανάστις. Είναι ένα έργο του ξενιτεμένου ελληνισμού. Επικρίνει τον εκμοντερνισμό των μεταναστών, που κατ' αυτόν ξέχασαν τις γνήσιες ελληνικές παραδόσεις και χάλασαν την ψυχή τους. Με ηρωίδα την Ελληνίδα Μαρίνα Βεργίνη (μετανάστρια κι η ίδια), που κρατεί αχάλαστη την Ελλάδα μέσα της, πιστή στις εθνικές αρετές, με την αφοσίωσή της στο μνηστήρα της και μετά την εγκατάλειψή της, πληγωμένη στη λεπτή ευαισθησία της και στην ευγένεια της ψυχής της, οδηγείται, με καρτερικότητα και άδολη αγάπη προς όλους, στον τάφο. Ο συγγραφέας ξετυλίγει τα χτυπήματα της μοίρας με τέτοια δύναμη, που υψώνει την ηρωίδα του στο επίπεδο μορφής της αρχαίας τραγωδίας και, μέσα από το δικό της τραγικό μεγαλείο, βρίσκει την ευκαιρία να ξεγυμνώσει και να καυτηριάσει τη διαφθορά του περίγυρου και την κακία της κοινωνίας.

Στο δεύτερο μυθιστόρημά του Οι έμποροι των εθνών, ξεπερνάει την πρώτη του προσπάθεια και παρουσιάζει ένα έργο το οποίο δεν στάθηκε μόνο σημαντική προσφορά στην εποχή του, αλλά και σήμερα μπορεί να σταθεί δίπλα στα καλύτερα ιστορικά και ρομαντικά ελληνικά μυθιστορήματα  Μια πληθωρική φαντασία, σε συνδυασμό με ένα μεγάλο συγγραφικό ταλέντο, έδωσε ένα έργο πραγματικά γνήσιας καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ξαναζωντανεύει τη νησιώτικη Βενετοκρατία στην πρώτη της εξόρμηση για την κατάκτηση των Κυκλάδων και περιγράφει με δαντικές εικόνες την αγριότητα των Βενετών και των Γενοβέζων, που είχαν ως μόνο νόμο τους την αυθαιρεσία και την ωμή ιδιοτέλεια. Αυτοί είναι «οι έμποροι των εθνών», που η δίψα του χρήματος τούς μεταβάλει σε λύκους και απαίσιους φονιάδες των ήσυχων ανθρώπων των ελληνικών νησιών.

Το τρίτο μυθιστόρημα του Παπαδιαμάντη, Η Γυφτοπούλα, είναι ένα συγγραφικό τόλμημα, και στη σύλληψη, και στη σύνθεση, και στη μορφή. Δημοσιευμένη σε συνέχειες, μήνες ολόκληρους στην Ακρόπολη του Γαβριηλίδη, είχε τόση επιτυχία στο αναγνωστικό κοινό και γενικά στους λογοτεχνικούς κύκλους, που δημιούργησε γύρω του τον θρύλο τού μάγου και του υπεράνθρωπου, καθώς ο συγγραφέας κρυβόταν στην αφάνεια και στην ανωνυμία. Η Γυφτοπούλα είναι ένα μυθιστόρημα για την Άλωση, ένας θρήνος για την Πόλη, από ένα μεγαλοϊδεάτη και Βυζαντινό, τον περίφημο φιλόσοφο Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα. Για τον Παπαδιαμάντη ο Πλήθωνας είναι ένα σύμβολο, θετικό και αρνητικό. Τον θαυμάζει για την αρχαιολατρία του, τον αποδοκιμάζει για τη θρησκευτική του πλάνη και την άγονη προσπάθειά του να αναβιώσει τη θρησκεία της αρχαίας Ελλάδας. Το ανακάτωμα των Γύφτων στην ιστορία δίνει ένα ιδιαίτερο θέλγητρο στην πλοκή, με αναπάντεχες συμπτώσεις που κάνουν το μυθιστόρημα ένα απέραντο περιβόλι δολοπλοκιών, με ολοκληρωμένους ήρωες τον Πλήθωνα και την άτυχη κόρη του, με τον ακόμα πιο άτυχο ερωτά της με τον Γύφτο Μάχτο (στην αυγή της ευτυχίας τους σκοτώνονται και οι δυο κάτω από τα συντρίμμια των αγαλμάτων, που πέφτουν ξαφνικά από σεισμό την παραμονή της Άλωσης της Πόλης).




Με τον Χρήστο Μηλιόνη ο Παπαδιαμάντης ξαναζωντανεύει τα ηρωικά χρόνια της Κλεφτουριάς, της εθνικής αντίστασης. Εκεί, κατά τον συγγραφέα, η λαϊκή ψυχή, παρατημένη από την ηγεσία της, πήρε στα χέρια της την τύχη του Έθνους. Είναι ένα προανάκρουσμα της παρουσίασης της νεοελληνικής ζωής, που ετοιμαζόταν να συνθέσει με τα διηγήματά του. Ο Παπαδιαμάντης πιστεύει πως η Επανάσταση δεν δικαιώθηκε. Ο λαός, που πολέμησε για να βρει την ελευθερία του, «απλώς και μόνον μετήλλαξεν τυράννους». Κατά τον συγγραφέα, οι τύραννοι αυτοί είναι ξενόδουλοι, λογιότατοι γραμματοσοφιστές, που με τις νόθες εκλογές κάθονταν στην πλάτη του φτωχού λαού, που τον περιφρονούσαν κιόλας. Την άθλια αυτή μετεπαναστατική κοινωνία θέλησε να στηλιτεύσει με το έργο του αυτό. Ο Χρήστος Μηλιόνης είναι ένα ιστορικό λογοτέχνημα, που και μόνο αυτό να είχε γράψει ο Παπαδιαμάντης θα ήταν αρκετό για να χαρακτηριστεί μεγάλος συγγραφέας. Ο πυρήνας του έργου προέρχεται από το γνωστό δημοτικό τραγούδι για τον ηρωικό θάνατο τού Χρήστου Μηλιόνη. Το έργο αυτό δίνει την εικόνα μιας Κλεφτουριάς με αγνό ηρωισμό και ασίγαστη πίστη στην ελευθερία.

Η Φόνισσα είναι η δεύτερη νουβέλα του Παπαδιαμάντη και θεωρείται, από τους περισσότερους, το αριστούργημά του. Ανήκει στα έργα της προχωρημένης ωριμότητάς του, της ρεαλιστικής περιόδου, και κλείνει μέσα του τα πιο γόνιμα στοιχεία της τέχνης του. Σύλληψη, σύνθεση, μορφή, περιεχόμενο και μύθος σχηματίζουν ένα σημαντικό έργο τέχνης. Είναι βγαλμένο από τα βάθη της ψυχής του συγγραφέα, από την τραγωδία του σπιτιού του, από τη μιζέρια του νησιού του, από τη μεγάλη δυστυχία των φτωχών ανθρώπων του λαού. Η σύνθεση του έργου είναι αριστοτεχνική και η ενότητα αδιάσπαστη. Η αφήγηση είναι γοργή, ρωμαλέα, συγκλονιστική, και παίρνει συμβολικό χαρακτήρα. Η τεχνική του Παπαδιαμάντη φτάνει στο κορύφωμά της, όταν το έγκλημα αναδύεται βουβό μέσα από τις τύψεις της φόνισσας, που η ίδια το καταδικάζει, ενώ, παράλληλα, την εξανθρωπίζει το, στο βάθος του, ανθρωπιστικό ιδανικό της.

Τα Ρόδινα Ακρογιάλια, με υπότιτλο Κοινωνικόν μυθιστόρημα, είναι έργο που δείχνει την παρακμή και τα γηρατειά του συγγραφέα. Είναι ένα αφήγημα συμποσιακού τύπου, όπου οι συγκεντρωμένοι φιλοσοφούν ή διηγούνται ιστορίες. Οι δύο ήρωες του έργου, ο ναυτικός Διαμαντής ο Αγάλλος και ο βοσκός Πατσοστάθης, διηγούνται την ιστορία τους στον τρίτο ήρωα, τον αφηγητή, στον οποίο υποκρύπτεται ο Παπαδιαμάντης. Ο Αγάλλος, αλαφροΐσκιωτος από γενιά, έλειψε χρόνια στα βόρεια της Γαλλίας κι έχει γυρίσει τώρα, γεροντοπαλίκαρο, στο νησί του, ενώ ο Πατσοστάθης, αγροίκος βοσκός ή άπραγο αγρίμι, μένει για έντεκα χρόνια αρραβωνιασμένος επειδή του έχουν κάνει μάγια, αλλά και με μάγια παντρεύεται. Η νουβέλα μάς δίνει ανάγλυφη την εικόνα της ζωής στην ελληνική επαρχία του 19ου αιώνα και των ηθών στην ελληνική ύπαιθρο της εποχής όσον αφορά τον γάμο και τις προσωπικές σχέσεις γενικότερα, αναδεικνύοντας -με τον μοναδικό τρόπο και την υψηλή ψυχογραφική δεινότητα του Παπαδιαμάντη- τα ανθρώπινα πάθη και τις ανθρώπινες αδυναμίες. Τις πολύ αξιόλογες περιγραφές του έργου αυτού θαύμαζε ιδιαίτερα ο Καβάφης.
Ο Παπαδιαμάντης δεν ευτύχησε να δει τυπωμένο σε βιβλίο κανένα έργο του. Μετά το θάνατό του, τυπώθηκαν από τις εκδόσεις Φέξη (1912-1913) έντεκα τόμοι με όσα διηγήματα βρέθηκαν τότε. Πέντε τόμους εξέδωσε ο Οίκος Ελευθερουδάκη το 1925-1930 και έναν τόμο (Θαλασσινά διηγήματα) ο Αθ. Καραβίας το 1945. Το 1955, τα Άπαντά του εκδόθηκαν από τον Εκδ. Οίκο Δ. Δημητράκου, με βιογραφικά στοιχεία, κριτικά σχόλια και προλόγους σε γενική επιμέλεια Γ. Βαλέτα. Το 1963, τα Άπαντα του Παπαδιαμάντη εκδόθηκαν σε τρεις τόμους από την Εταιρεία Ελληνικών Εκδόσεων, με προλόγους και επιμέλεια Μιχ. Περάνθη.


Ο Παπαδιαμάντης, πέρα από τα τρία μυθιστορήματα και τα τρία εκτεταμένα διηγήματα (νουβέλες), έγραψε 180 διηγήματα και 40 μελέτες και άρθρα. Τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη ανήκουν στην τρίτη περίοδο της εξέλιξής του, τη λεγόμενη νατουραλιστική περίοδο, που αρχίζει με το πρώτο του διήγημα το 1887 και φτάνει ως το 1892. Τα διηγήματα του είναι περιγραφικά, φυσιολατρικά, με έντονο χρωματισμό στα εκφραστικά μέσα, με ειδυλλιακή ατμόσφαιρα, υποταγμένα σε κανόνες και σχέδιο. Αυτά είναι: Το χριστόψωμο, Η χήρα παπαδιά, Η τελευταία βαπτιστική, Η υπηρέτρα, Ο σημαδιακός, Η σταχομαζώχτρα, Εξοχική Λαμπρή, Η χτυπημένη, Ο Πανταρώτας, Η παιδική πασχαλιά, Η μαυρομαντηλού, Το Πάσχα ρωμέϊκο, τοΘέρος-έρος, Ο φτωχός άγιος, Η νοσταλγός, Μια ψυχή, Ο Αμερικάνος, Στο Χριστό στο Κάστρο, Στην Αγ' Αναστασά και το Όλόγυρα στη λίμνη. Σε αυτά μπορεί να καταταχθεί και το Έρως-ήρως'. Με το αριστούργημά του Ολόγυρα στη λίμνη, ο συγγραφέας αγγίζει όλες τις μορφές της ηθογραφίας, δημιουργώντας δική του τεχνική, και ξαφνιάζει με την πρωτοτυπία του. Εκτός από το διήγημά του Ολόγυρα στη Λίμνη, κορυφαία δημιουργία του μπορεί να θεωρηθεί και η Νοσταλγός.

Με το Ολόγυρα στη λίμνη, ο Παπαδιαμάντης εγκαινιάζει την ποιητική πεζογραφία. Με έντονη πλαστική δύναμη, δίνει διάφανες περιγραφές και δροσερές εικόνες, καθαρές και έντονες, που κάνουν το διήγημα έναν πολυσύνθετο πίνακα της νησιώτικης ζωής, γεμάτο από ποικιλία μορφών.
Από το 1892 ως το 1897, περίοδο όπου η Ελλάδα είδε τη χρεωκοπία, την πτώση του Τρικούπη και τον αποτυχημένο πόλεμο του '97, ο Παπαδιαμάντης, αληθινός πατριώτης και ζωντανός άνθρωπος, στηλιτεύει την κοινωνική διαφθορά και την πολιτική κατάσταση της χώρας. Τα διηγήματα του είναι κοινωνικής, σατιρικής, απόχρωσης. Με τη σάτιρά του προσπαθεί να ξυπνήσει την κοινωνία και να την οδηγήσει στην εθνική ανόρθωση. Αρχίζει με το διήγημα Οι Χαλασοχώρηδες και συνεχίζει με τα Τα δύο τέρατα, Ο καλόγερος, Τυφλοσύρτης, Ναυαγίων ναυάγια, Βαρδιάνος στα Σπόρκα κ.α. Με τους Ελαφροΐσκιωτους, μεταφέρει τη σάτιρά του στη Σκιάθο και χτυπάει τις λαϊκές δεισιδαιμονίες, τη μαγεία κλπ. Οι Παραπονεμένες και μερικά άλλα διηγήματα, όπως το Πατέρα στο σπίτι, ανήκουν στα αθηναϊκά διηγήματα. Ψυχολογικό είναι το διήγημα Φιλόστοργοι, και κοινωνικό το διήγημα Χωρίς στεφάνι. Άλλα διηγήματα αυτής της εποχής είναι τα Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη, Ο Γαγάτος καί τ' άλογο, Απόλαυσις στη γειτονιά, Για τα ονόματα κ.ά.



Από το 1897 αρχίζει η τρίτη περίοδος του διηγήματος του Παπαδιαμάντη, που την ονόμασαν περίοδο λυρισμού και πάθους. Ο εξωτερικός κόσμος υποχωρεί τώρα για να γίνει σκηνικό περίγραμμα, που μέσα του θα φωτιστούν οι μορφές του εσωτερικού κόσμου. Ο ζωγράφος γίνεται ποιητής, ο ηθογράφος λυρικός, ο σατιριστής δραματικός, ο νοσταλγός ψυχογράφος και πλάστης ανθρώπινων χαρακτήρων. Τα διηγήματα του ξεπέρασαν την εποχή του και έγιναν διαχρονικά για την ελληνική λογοτεχνία. Ξεδίπλωσε το ταλέντο του, εκδηλώνοντας μορφοπλαστικές ικανότητες μεγάλης δύναμης. Στην κορύφωση αυτής της περιόδου ανήκουν τα διηγήματα: Μερακλίδικα, Ο ξεπεσμένος δερβίσης, Ο γείτονας με το λαγούτο, Ο καλούμπας, Για την περηφάνια, Η στρίγγλα μάννα, Ο έρωτας στα χιόνια, Άγια και πεθαμένα, Τρελλή βραδιά, Τ' αγνάντεμα. Επίσης τα παιδικά: Δαιμόνια στο ρέμα, Υπό την βασιλικήν δρυν, Τα κρούσματα, Της Κοκκώνας το σπίτι, Το πνίξιμο του παιδιού, Γουτού-γουπατού, Ο Χριστός Ανέστη του Γιάννη, Ω! τα βασανάκια κ.ά.

Ύστερα ακολουθούν σημαντικά διηγήματα με τον ίδιο λυρισμό και πάθος: Το όνειρο στο κύμα, Οι μάγισσες, Η φαρμακολύτρια, Αμαρτίας φάντασμαΕπίσης, θα μπορούσαν να μπουν και Τα ρόδινα ακρογιάλια. Στην τέταρτη, και τελευταία, την ρεαλιστική-κοινωνική περίοδο, που οι κριτικοί χαρακτηρίζουν ως την εποχή των μεγάλων δημιουργιών του Παπαδιαμάντη, ανήκουν τα διηγήματα: Η τύχη απ' την Αμέρικα, έργο πνοής και ωμού ρεαλισμού, Κοκκώνα θάλασσα, Μάννα και κόρη, Η αποσώστρα, Η ξομπλιάστρα, Η συντέκνισσα, Τα δυο κούτσουρα, Θάνατος κόρης, Έρμη στα ξένα,Αλιβάνιστος, Τ' αγγέλιασμα, Η ασπροφουστανούσα, Η πεποικιλμένη, Το χατζόπουλο, Οι Κανταραίοι και Η Φόνισσα.



Κριτική

«
Ὁ Μακρυγιάννης εἶναι ὁ πιὸ σημαντικὸς πεζογράφος τῆς νέας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, ἂν ὄχι ὁ πιὸ μεγάλος, γιατί ἔχομε τὸν Παπαδιαμάντη.
 »
Γιῶργος Σεφέρης, «Ἕνας Ἕλληνας - ὁ Μακρυγιάννης»


Μερικοί φίλοι του δημοσιογράφοι, όπως ο Γαβριηλίδης, ο Ιωάννης Καμπούρογλου, ο Δημήτριος Κορομηλάς, ο Ιωάννης Ζερβός, ο Δημήτρης Χατζόπουλος (Μποέμ) είναι οι πρώτοι που μίλησαν, χωρίς επιφυλάξεις, εγκωμιαστικά για το έργο του. Όλοι όμως οι άλλοι και κυρίως οι κριτικοί λογοτέχνες, όπως ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο Άγγελος Βλάχος, ο Μιχαήλ Μητσάκης, ο Ιωάννης Δαμβέργης, ο Ιωάννης Κονδυλάκης, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος δεν ανέφεραν ούτε λέξη για το έργο του, ειδικά όταν ζούσε. Έτσι, τον διεκδικούσαν οι δημοτικιστές, γιατί το έργο του ανήκει στην πρωτοπορία του καιρού του, αλλά δεν τον συμπαθούσαν για τη γλώσσα του.

 Το ίδιο και οι καθαρευουσιάνοι, γιατί είναι μεν γλωσσικά συντηρητικός, όμως λογοτεχνικά βρίσκεται έξω από το κλίμα τους. Κριτική, όσο ζούσε, εκτός από τουΠαλαμά στα 1899, και του Νιρβάνα στα 1906, δε γράφτηκε καμιά (με εξαίρεση τη Νέα Ζωή της Αλεξάνδρειας) και στα είκοσιπεντάχρονά του στονΠαρνασσό, το 1908, μόνο ο Νιρβάνας μίλησε. Μάταια, ο Γαβριηλίδης έγραφε: «Δεν είναι απλούς διηγηματογράφος, είναι πνευματικός και ηθικός εργάτης, αγωνιστής της προόδου, της ενημερώσεως, της δικαιοσύνης». Οι επιφυλάξεις εξακολουθούσαν. Ο πάντοτε παρατηρητικός Ξενόπουλος δίσταζε να διακηρύξει την αξία του Παπαδιαμάντη. Μόνο ο Παλαμάς, ο επισημότερος κριτικός της μεταψυχαρικής περιόδου, συνόψισε τα χαρακτηριστικά της διηγηματογραφικής φυσιογνωμίας του, που «δίνει την άυλη χαρά της τέχνης». Όπως γράφει, «ένα περιβόλι είναι ο κόσμος πού μας παρουσιάζει στις ιστορίες του... Παντού τα συγκεκριμένα και τα χειροπιαστά, ζωγραφιές των πραγμάτων, όχι άρθρα... Πρόσωπα, όχι δόγματα. Εικόνες, όχι φράσεις. Κουβέντες, όχι κηρύγματα, διηγήματα, όχι αγορεύσεις». Το ίδιο κάνει κι ο Νιρβάνας στα 1906: «Εκείνος πού θα δώσει μίαν ημέραν μακρινήν... την εικόνα του Παπαδιαμάντη, του πρώτου και μοναδικού της εποχής μας, δεν πρέπει να χωρίσει ποτέ τον συγγραφέα από τον άνθρωπον... Ο Παπαδιαμάντης δεν είναι γραμματάνθρωπος, είναι ποιητής».




 Αμέσως όμως μετά τον θάνατό του όλοι, ομόφωνα σχεδόν, τον εγκωμίασαν αυθόρμητα. Ο Γρ. Ξενόπουλος τον τίμησε με μια από τις καλύτερες κριτικές μελέτες του. Όπως έγραψε, «ο Παπαδιαμάντης δεν εψεύστηκε ποτέ, δεν εμιμήθη ποτέ, δεν έπροσποιήθη ποτέ, δεν εκιβδηλοποίησε ποτέ. Έκοψε μόνον ολόχρυσα νομίσματα από το μεταλλείον της ψυχής του, της αγνής και αδιαφθόρου... Η ψυχή του είναι καθαυτό η ρωμέικη λαϊκή ψυχή», ενώ θεωρεί αριστούργημα τού Παπαδιαμάντη την Φόνισσα και την χαρακτηρίζει «τραγωδίαν μεγαλοπρεπεστάτην». Ο Κώστας Αθάνατος κήρυξε ότι:«μετά τον Σολωμόν μόνον ο Παπαδιαμάντης υπάρχει σοβαρός εις τα νεοελληνικά γράμματα». Ο Φώτος Πολίτης με ένα αξιοπρόσεκτο άρθρο του, ανάμεσα στα άλλα έγραψε: «Ελλην γνήσιος καί συγγραφεύς ισχυρός εχάρισε σελίδας εξόχου αγνότητος και ηθικής ρώμης». Αργότερα τον συνέδεσε με τον Σολωμό: «Μόνο ο Παπαδιαμάντης κι ο Σολωμός μας έδωσαν έργα με συνολική σύλληψη ζωής, λυτρωμένα από το τυχαίο και το επεισοδιακό». 

Παράλληλα με τον Πολίτη, ο Κωστής Μπαστιάς στα 1928, αγωνιζόταν να κάνει τους νέους να συνειδητοποιήσουν το βαθύτερο νόημα της δημιουργικής απαγγελίας του Παπαδιαμάντη. Στα 1933, ο Φάνης Μιχαλόπουλος σε μια διεξοδική μελέτη του, εκτός των άλλων, τόνισε την παιδικότητα στη μορφή του Παπαδιαμάντη και εξέτασε το κοινωνικό περιεχόμενο της τέχνης του, υπό το πρίσμα των νέων ιδεών και με κοινωνιολογικά κριτήρια. Ο Άγγελος Τερζάκης, ο Τέλος Άγρας και πολλοί άλλοι, νέοι τότε, είχαν τις επιφυλάξεις τους, ακόμα κι όταν στα 1933 ο Γρηγόρης Ξενόπουλος, με ένα οξύτατο και αποστομωτικό άρθρο του, βάζει τα πράγματα στη θέση τους: "Είναι να γελά κανείς, γράφει, με μερικούς κριτικούς, που τα ελαττώματα (στη σύνθεση, στο ύφος, στη γλώσσα) αυτά, μαζί με την έλλειψη τάχα «κοινωνικού περιεχομένου», τα θεωρούν τόσο σπουδαία, ώστε ν' αρνιούνται κάθε σχεδόν αξία στον Παπαδιαμάντη... Ετσι περιφρονητικά τον ονομάζουν ηθογράφο, ενώ είναι ένας μεγάλος ψυχογράφος και δημιουργός. Βρίσκουν στενό τον ορίζοντά του, ενώ το έργο του, αυτό το σκιαθίτικο, είναι κόσμος ολόκληρος, και φωνάζουν πως δεν υπάρχουν «ιδέες», εκεί που δεν έπρεπε να βλέπουν παρά την ιδέα της τέχνης, την αλήθεια και την ομορφιά". Και τελειώνει το άρθρο του ο Ξενόπουλος με τη διαπίστωση πως ο Παπαδιαμάντης είναι «δημιουργός συγγραφέας, αξεπέραστος ακόμα από τους κατοπινούς του».




Στα 1937, ο Γιώργος Κοτζιούλας με μια μελέτη του προσπαθεί να αποδείξει πως η περιφρονημένη νεοελληνική ηθογραφία είναι «ο ώριμος καρπός της εθνικής λογοτεχνίας μας» και ειδικότερα ο Παπαδιαμάντης είναι «ο μόνος μας μεγάλος συγγραφέας, που βγήκε από το λαό κι αφιερώθηκε σ' αυτόν». Τελευταίος στην περίοδο αυτή είναι ο χαρακτηρισμός του Μ. Μαλακάση, που θεωρεί τον Παπαδιαμάντη ποιητή του σκιόφωτος, αυτόματο δημιουργό ανθρώπων και λυρικών καταστάσεων. «Πνεύμα Θεού φυσούσε και γεννούσε και ανάσταινε. Ανάσταινε πράγματα καί πρόσωπα... Είναι περισσότερο εκκλησιαστικός, παρά θρήσκος. Σοφός, αλλά γυμνωμένος από κάθε αγκάθι σοφίας. Είναι μέγας στην αληθινή σημασία της λέξεως. Είναι κλασικός. Όμοιος σε πολλά με τον Ντοστογιέφσκι, στερείται την εφευρετικότητα του μεγάλου Ρώσου και σώζεται από το καθετί που θα έκανε το έργο του ν' αρρωσταίνει ψυχές... Ποιητές και πεζογράφοι ελάχιστοι στο ανάστημά του». Θαυμαστής του Παπαδιαμάντη στάθηκε και ο Ζαν Μορεάς, που χαρακτήρισε το Μοιρολόγι της φώκιας αριστούργημα της παγκόσμιας φιλολογίας και υποσχέθηκε πώς θα το μεταφράσει κιόλας.
Θεμελιακός, όμως, σταθμός όλης της κριτικογραφίας στάθηκε η σημαντική φιλολογική μελέτη του Γιώργου Βαλέτα, για τη ζωή, το έργο και την εποχή του Παπαδιαμάντη, η οποία είδε το φως τον Μάιο του 1940 και βραβεύτηκε με το Α' Βραβείο από την Ακαδημία Αθηνών. Η μελέτη αυτή πραγματικά αποτελεί ένα ορόσημο (αναθεωρημένη το 1955 από τον ίδιο τον κριτικό) στην κριτική θεώρηση τού συγγραφέα. Ύστερα ήρθε ο πόλεμος και η Κατοχή. Κι όμως, τα Χριστούγεννα του 1941 βγήκε ένα πολυσέλιδο αφιέρωμα της "Νέας Εστίας", με επιμέλεια του Γ. Βαλέτα, μέσα στο οποίο δόθηκαν τα σημαντικότερα στοιχεία για μια οριστική ιστορικοκριτική τοποθέτηση του Παπαδιαμάντη. Στο τεύχος αυτό συνεργάστηκαν σημαντικοί άνθρωποι των ελληνικών γραμμάτων όπως οι Άγγελος Σικελιανός, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Παναγιώτης ΚανελλόπουλοςΝίκος Βέης, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δαμασκηνός, οι Δημήτριος Μπαλάνος, Άγγελος Τερζάκης, Γιάννης ΧατζίνηςΔημήτριος ΛουκάτοςΚωνσταντίνος ΡωμαίοςΝικόλαος ΠοριώτηςΗλίας ΒενέζηςΤάκης ΠαπατσώνηςΜ. ΚαραγάτσηςΝαπολέων ΛαπαθιώτηςΚωνσταντίνος ΦαλτάιτςΔημήτριος ΕύαγγελίδηςΜιχαήλ ΑργυρόπουλοςΓιώργος ΚασιμάτηςΜυρτιώτισσα κ.ά. Επίσης καταχωρήθηκαν όλα τα ποιήματα των ποιητών που αφιερώθηκαν κατά καιρούς στον Παπαδιαμάντη. Στο τέλος δημοσιεύτηκε μια διεξοδική μελέτη του Πέτρου Χάρη που εξαίρει στον Παπαδιαμάντη τρεις αξίες: «Ό πεζογράφος που έμεινε όσο έπρεπε στην ηθογραφία, και προχώρησε όταν έπρεπε στην ψυχογραφία. Ο θαλασσογράφος. Ο ιδρυτής νέου λογοτεχνικού είδους, στα ελληνικά γράμματα, της εορταστικής διηγηματογραφίας». Και τονίζει: «αυτός έδειξε στον πεζό μας λόγο το δρόμο της αληθινής δημιουργίας, που είναι η πορεία του αληθινού ανθρώπου».

Το ίδιο περιοδικό (Νέα Εστία), το Μάρτιο του 1951, αφιέρωσε κι άλλο τεύχος του στον Παπαδιαμάντη για τα εκατό χρόνια από τη γέννησή του. Και άλλα φιλολογικά περιοδικά τού έκαναν αφιερώματα και νεότερες έρευνες έφεραν νέα στοιχεία, βιογραφικά και έργογραφικά, στο φως. Βαθυστόχαστη είναι η μελέτη του Μ.Μ. Παπαϊωάννου στα 1948, με τον τίτλο "Η θρησκευτικότητα του Παπαδιαμάντη". Ο Παπαϊωάννου τοποθετεί ιστορικά την προσωπικότητα του Παπαδιαμάντη και συλλαμβάνει τη μορφή του συγγραφέα στις κεντρικές της γραμμές: «Η ψυχολογία της παρακμής και η απαισιοδοξία δεν άφηναν τον Παπαδιαμάντη να χαρεί το δράμα ενός καινούριου κόσμου. Δεν ήταν δυναμικός τύπος, ηρωικός, όπως ο Παλαμάς, ο Καρκαβίτσας. Κείνοι είχαν τ' όνειρο, ο Παπαδιαμάντης τη νοσταλγία. Οι δυο τους κοιτούσαν μπροστά, ο Παπαδιαμάντης πίσω». Η εργασία του Παπαϊωάννου άνοιξε τον δρόμο για το ξεκαθάρισμα και την τελική αποκατάσταση του Παπαδιαμάντη.

Αξιολογότατο βιβλίο για τον Παπαδιαμάντη έγραψε ο Μιχαήλ Περάνθης, με τον τίτλο Ο Κοσμοκαλόγερος, το οποίο ζωντανεύει τη ζωή του συγγραφέα με τη μορφή σαγηνευτικού μυθιστορήματος. Είναι ένα βιβλίο που με σεβασμό στα ιστορικά δεδομένα, είναι γραμμένο με θελκτικό ύφος, ποιητικό άρωμα, δημιουργική πνοή και σωστή κατανόηση του έργου του Παπαδιαμάντη.




Μετά την έκδοση των «Απάντων» του, η κριτική έχοντας στη διάθεσή της όλο το έργο του συγγραφέα, προσπαθεί να ερμηνεύσει το έργο του από όλες τις πλευρές. Έτσι οι εργασίες συνεχίζονται και αυτό αποτελεί το μεγαλύτερο τεκμήριο για την εθνική σημασία του έργου τού Παπαδιαμάντη. Μέσα στο έργο του ο Παπαδιαμάντης μιλάει για την αρετή και την κακία, για τον αγώνα της εξύψωσης του ελληνικού έθνους, για τον Χριστιανισμό, που γι' αυτόν δεν είναι μόνο τυφλή πίστη, είναι σύστημα ζωής και αλήθειας. Επίσης μιλάει για την πολιτική κατάντια του καιρού του και προτείνει μέτρα για την ηθική ανάπλαση, μέτρα για την παιδεία, το χτύπημα του λογιοτατισμού και την αληθινή ανόρθωση της παιδείας, με το ζωντανό πνεύμα της λαϊκής παράδοσης. Χτύπησε τους γραμματοσοφιστές, τους τοκογλύφους και τους δημαγωγούς. Παρουσιάζεται πατριώτης με τα μάτια της ψυχής του γυρισμένα σε ένδοξες εποχές και κλαίει την παρακμή του ιδανικού της Μεγάλης Ιδέας στις ψυχές των συγχρόνων του. Επίσης μιλάει με πόνο για τη λαϊκή ζωή και για το σεβασμό του προς τους ταπεινούς και καταφρονεμένους. Έδειξε σε όλους τους τόνους την ελληνικότητά του με τις βαθύτερες μελέτες του για την αρχαιότητα, την Αλεξανδρινή εποχή, τη Βυζαντινή εποχή, την Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, όπως και τη νεότερη. 

Με την ιδιότυπη γλώσσα του, που με τη συνεχή της εξέλιξη έφτασε στον ατόφιο δημοτικό λόγο, παρ' όλη την αντίθεσή του στον ακραίο ψυχαρισμό, παρουσίασε μια θρησκευτικότητα βασισμένη στις αρχές των πρώτων Χριστιανών. Υποστήριξε από τη μια πλευρά την πνευματική αναγέννηση, ενώ από την άλλη, στενά δεμένος με την παράδοση, προσπάθησε να την ανασύρει στη ζωή. Μακριά από τους λογίους, τους δημοσιογράφους και την κοινωνία της εποχής του, ζήτησε στα γραφικά ξωκκλησάκια, στους απλούς κι αδιάφθορους ανθρώπους του λαού, στη φύση, στη μοναξιά και τη σιωπή, στην ψυχική και πνευματική απομόνωση, να απαλύνει την απαισιοδοξία του για τη ζωή, για το «μάταιον, το συνθηματικόν και αγοραίον πάσης ανθρώπινης αξίας».




Εργογραφία

Μυθιστορήματα

Η Γυφτοπούλα (1884)
Η Μετανάστις (1880)
Οι Έμποροι των Εθνών (1883)

Νουβέλες

Βαρδιάνος στα σπόρκα (1893)
Τα ρόδινα ακρογιάλια (1908)
Χρήστος Μηλιόνης (1885)

Διηγήματα

Αγάπη στον κρεμνό
Άγια και πεθαμένα (1896)
Άλλος τύπος (1903)
Αμαρτίας φάντασμα (1900)
Άνθος του γιαλού (1906)
Αποκριάτικη νυχτιά (1892)
Απόλαυσις στη γειτονιά (1900)
Άσπρη σαν το χιόνι (1907)
Άψαλτος (1906)
Για τα ονόματα (1902)
Για την περηφάνια (1899)
Γουτού γουπατού (1899)
Γυνή πλέουσα (1905)
Εξοχική Λαμπρή (1890)
Εξοχικόν κρούσμα (1906)
Έρημο μνήμα (1910)
Έρμη στα ξένα (1906)
Έρως – Ήρως (1897)
Η Άκληρη (1905)
Η Αποσώστρα (1905)
Η Βλαχοπούλα (1892)
Η Γλυκοφιλούσα (1894)
Η Γραία κ' η θύελλα (1906)
Η Δασκαλομάννα (1894)
Η Επίσκεψις του αγίου Δεσπότη (1906)
Η Θητεία της πενθεράς (1902)
Η Θεοδικία της δασκάλας (1906)
Η Ξομπλιαστήρα (1906)
Η Κάλτσα της Νώενας (1907)
Η Μακρακιστίνα (1906)
Η Μαούτα (1905)
Η Μαυρομαντηλού (1891)
Η Νοσταλγός (1894)
Η Ντελησυφέρω (1904)
Η Πεποικιλμένη (1909)
Η Πιτρόπισσα (1909)
Η Σταχομαζώχτρα (1889)
Η Στοιχειωμένη καμάρα (1904)
Η Συντέκνισσα (1903)
Η Τελευταία βαπτιστική (1888)
Η Τύχη απ' την Αμέρικα (1901)
Η Φαρμακολύτρια (1900)
Η Φωνή του Δράκου (1904)
Η Χήρα παπαδιά (1888)
Η Χήρα του Νεομάρτυρος (1905)
Η Χολεριασμένη (1901)
Η Χτυπημένη (1890)
Θάνατος κόρης (1907)
Θέρος – Έρος (1891)
Κοινωνική αρμονία (1906)
Κοκκώνα θάλασσα (1900)
Λαμπριάτικος ψάλτης (1893)
Με τον πεζόβολο (1907)
Μια ψυχή (1891)
Μικρά ψυχολογία (1903)
Ναυαγίων ναυάγια (1893)
Νεκρός ταξιδιώτης (1910)
Ο Αβασκαμός του Αγά (1896)
Ο Αειπλάνητος (1903)
Ο Αλιβάνιστος (1903)
Ο Αμερικάνος (1891)
Ο Ανάκατος (1910)
Ο Γαγάτος καί τ' άλογο (1900)
Ο Γείτονας με το λαγούτο (1900)
Ο Διδάχος (1906)
Ο Έρωτας στα χιόνια (1896)
Ο Κακόμης (1903)
Ο Καλόγερος (1892)
Ο Κοσμολαΐτης (1903)
Ο Ξεπεσμένος δερβίσης (1896)
Ο Πανδρολόγος (1902)
Ο Πανταρώτας (1891)
Ο Πεντάρφανος (1905)
Ο Πολιτισμός εις το χωρίον (1891)
Ο Σημαδιακός (1889)
Ο Τυφλοσύρτης (1892)
Ο Χαραμάδος (1904)
Ο Χορός εις του κ. Περιάνδρου (1905)
Οι Δύο δράκοι (1906)
Οι Ελαφροΐσκιωτοι (1892)
Οι Κουκλοπαντρειές (1903)
Οι Λίρες του Ζάχου (1908)
Οι Μάγισσες (1900)
Οι Ναυαγοσώσται (1901)
Οι Παραπονεμένες (1899)
Οι Χαλασοχώρηδες (1892)
Ολόγυρα στη λίμνη (1892)
Παιδική Πασχαλιά (1891)
Πάσχα ρωμέικο (1891)
Πατέρα στο σπίτι (1895)
Ποία εκ των δύο (1906)
Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου (1906)
Σταγόνα νερού (1906)
Στην Αγ. Αναστασά (1892)
Στο Χριστό, στο Κάστρο (1892)
Στρίγγλα μάννα (1902)
Τ' Αγνάντεμα (1899)
Τ' Αερικό στο δέντρο (1907)
Τ' Αστεράκι (1909)
Τ' Μπούφ' του π'λί (1904)
Τα Δαιμόνια στο ρέμα (1900)
Τα Δυό κούτσουρα (1904)
Τα Δυό τέρατα (1909)
Τα Καλαμπούρια ενός δασκάλου (1908)
Τα Κρούσματα (1903)
Τα Λιμανάκια (1907)
Τα Πτερόεντα δώρα (1907)
Τα Συχαρίκια (1894)
Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη (1896)
Της Δασκάλας τα μάγια (1909)
Της Κοκκώνας το σπίτι (1893)
Το Γιαλόξυλο (1905)
Το Γράμμα στην Αμερική (1910)
Το Ενιαύσιον θύμα (1899)
Το Θαλάσσωμα (1906)
Το Θαύμα της Καισαριανής (1901)
Το Καμίνι (1907)
Το Κρυφό Μανδράκι (1906)
Το Μυρολόγι της φώκιας (1908)
Το «Νάμι» της (1906)
Το Νησί της Ουρανίτσας (1902)
Το Πνίξιμο του παιδιού (1900)
Το Σπιτάκι στο λιβάδι (1896)
Το Τυφλό σοκκάκι (1906)
Το Χριστός Ανέστη του Γιάννη
Το Χριστόψωμο (1887)
Το Ψοφίμι (1906)
Τρελλή βραδυά (1901)
Υπηρέτρα (1888)
Υπό την βασιλικήν δρύν (1901)
Φιλόστοργοι (1895)
Φορτωμένα κόκκαλα (1907)
Φτωχός άγιος (1891)
Φώτα – Ολόφωτα (1894)
Χωρίς στεφάνι (1896)
Ωχ! Βασανάκια (1894)




Ποιήματα

Στην Παναγίτσα στο Πυργί
Προς την μητέρα μου (1880)
Δέησις (1881)
Εκπτωτος ψυχή (1881)
Η κοιμισμένη βασιλοπούλα (1891)
Το ωραίον φάσμα (1895)
Εις τους αδελφούς Γιαννάκην και Κώστα Γ. Ραφτάκη (1902)
Νύχτα βασάνου (1903)
Επωδή παπά στη χολέρα (1879)
Επωδή γιατρού στη χολέρα (1879)
Το τραγούδι της Κατίνας (1892)
Εις ιππεύουσαν Παναγυριώτισσαν (1907)
Ερωτες στα κοπριά (1907)
Στην Παναγία τη Σαλονικιά (1908)

Διακρίσεις

Βράβευσή του από την επίσημη πολιτεία με τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος λίγο πρίν από τον θάνατό του.

Δημιουργία μουσείου στη γενέτειρά του Σκιάθο με το όνομά του.

                                  







ΠΗΓΕΣ

ΜΝΗΜΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ : ΓΙΑΤΙ ΤΟΝ ΑΓΑΠΑΜΕ

Γιατί τον αγαπάμε ακόμη

Εκατό χρόνια χωρίς τον Αλ. Παπαδιαμάντη


ΜΝΗΜΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ : ΓΙΑΤΙ ΤΟΝ ΑΓΑΠΑΜΕ 




Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και οι άνθρωποι που εμπορεύονται τα έθνη


papadiamantis.net/  



www.gnomikologikon.gr/authquotes.php?auth=1647

latistor.blogspot.com/2010/12/blog-post_29.html

el.wikipedia.org/wiki/Αλέξανδρος_Παπαδιαμάντης


Αλέξ. Παπαδιαμάντης: «Εγώ ασχολούμαι με το ωραίον»


 

   -------------------------------------------------------------------------------------------------------





Δημοσίευση σχολίου