Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2015

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ - BERTOLT BRECHT





Ο Μπρεχτ εμπνέεται από την άμεση, τη σχεδόν χειροπιαστή επικαιρότητα, από αυτήν που δεν έχει ακόμα ξεθυμάνει...
Ο Μπρεχτ εμπνέεται από την άμεση, τη σχεδόν χειροπιαστή επικαιρότητα, από αυτήν που δεν έχει ακόμα ξεθυμάνει



Μπρεχτ:

 Τίποτα το ανθρώπινο δεν του ήταν ξένο. 

Ο μεταφραστής των ποιημάτων του Μπρεχτ Γιώργος Κεντρωτής μίλησε για τον ποιητή που εμπνέεται από τη χειροπιαστή επικαιρότητα, αυτή που δεν έχει ξεθυμάνει.  


Γράφοντας στο ύψος των προσδοκιών του μεγάλου κοινού, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ ήταν σαρξ εκ της σαρκός του. Ένιωθε τη φλέβα του λαού και αφουγκραζόταν την καρδιά του και τους διαφορετικούς της χτύπους – απόδειξη και το εύρος των ποιημάτων του που για πρώτη φορά παρουσιάζονται σε ένα συλλογικό έργο με αντιπροσωπευτικές μεταφράσεις από διαφορετικές χρονικές περιόδους. Η Βαβυλωνιακή σύγχυση των λέξεων και άλλα 499 ποιήματα είναι ο τίτλος της έκδοσης που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό, με 500 ποιήματα του Μπ. Μπρεχτ, σε μετάφραση του Γιώργου Κεντρωτή, καθηγητή Θεωρίας - Πράξης της Μετάφρασης στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου, από τις εκδόσεις Gutenberg. Γι' αυτήν τη μακροχρόνια επαφή του με το έργο του Μπρεχτ και το πολύμοχθο έργο της απόδοσής του στα ελληνικά μιλάει στη LifΟ o ίδιος ο μεταφραστής του.  

 Πώς προέκυψε η αγάπη σας για τον Μπρεχτ και πώς μεταστοιχειώθηκε σε μεταφραστική πράξη;

 Τη γνωριμία μου με τον Μπρεχτ ως ποιητή στα φοιτητικά μου χρόνια την οφείλω στη μεταφραστική δουλειά του Μάριου Πλωρίτη. Όταν διάβασα, αργότερα, και τις μεταφράσεις του Πέτρου Μάρκαρη, ήμουν ήδη ορκισμένος οπαδός της ποίησής του. Στα 1980 πρωτοδιάβασα ποιήματά του στο πρωτότυπο: βρέθηκε στα χέρια μου μια τετράτομη έκδοση των Απάντων του. Η ιδεολογική μου ταύτιση μαζί του ήταν το πρώτο κινούν για τη μετάφραση μερικών ποιημάτων του – γύρω στα δέκα. Το 2005 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ύψιλον η μετάφρασή μου 30 ερωτικών σονέτων του με τίτλο Σάουνα και Συνουσία. Μετά την εισβολή των μνημονιακών δυνάμεων στην Ελλάδα μού καρφώθηκε η ιδέα να μεταφράσω όσο περισσότερα ποιήματά του γινόταν. Σταμάτησα στα 500. Ήταν ένα είδος προσωπικής παραμυθίας γι' αυτά που ζήσαμε και εξακολουθούμε, φευ, να ζούμε. 

  Ο Μπρεχτ είναι σαν τον Θουκυδίδη: γράφει τον δικό του Πελοποννησιακό Πόλεμο ως ποιητικό κτήμα εσαεί. Γι' αυτό, όπως και ο Θουκυδίδης, είναι και θα είναι για πάντα επίκαιρος, όντας πια κλασικός.

 Επειδή αναφέρατε τον Μάριο Πλωρίτη, αν δεν απατώμαι στις μεταφράσεις του είχε ακολουθήσει τον χωροχρονικό άξονα –μετοικήσεις, μεταβάσεις του ποιητή από τη μία περιοχή στην άλλη– ως προς την κατηγοριοποίηση των ποιημάτων του. Ποιος είναι ο δικός σας δρόμος;

 Πάνω-κάτω είναι ο ίδιος. Εγώ απλώς ακολούθησα ευλαβικά τη σειρά δημοσιεύσεως των ποιημάτων του Μπρεχτ στα Άπαντά του των εκδόσεων Ζούρκαμπ, που επιμελήθηκε ο Γκίντερ Μπους το 1967. Την εκεί περιοδολόγησή τους την άφησα απείραχτη.

 Στην εισαγωγή σας τονίζετε την επικαιρική διάσταση της μπρεχτικής ποίησης. Σε ποιον βαθμό κάτι τέτοιο είναι σαφέστερο σήμερα, περισσότερο από ποτέ;

 Ο Μπρεχτ εμπνέεται από την άμεση, τη σχεδόν χειροπιαστή επικαιρότητα, από αυτήν που δεν έχει ακόμα ξεθυμάνει. Είναι ποίηση της βράσης όπου κολλάει το σίδερο. Επειδή όμως δεν είναι ευκαιριακός ποιητής, παίρνει από την επικαιρότητα ό,τι ξέρει πως θα παραμείνει επίκαιρο και στην πορεία του χρόνου. Ο Μπρεχτ είναι σαν τον Θουκυδίδη: γράφει τον δικό του Πελοποννησιακό Πόλεμο ως ποιητικό κτήμα εσαεί. Γι' αυτό, όπως και ο Θουκυδίδης, είναι και θα είναι για πάντα επίκαιρος, όντας πια κλασικός. Στα ποιήματά του δεν διαβάζεις απλώς μια «ιστορία» του πρώτου μισού του 20ού αιώνα αλλά γενικώς την «ιστορία» του κόσμου που έχει ανθρώπους, που έχει πολέμους, που έχει καταπιεστές και καταπιεζόμενους... 

Ωστόσο, υπάρχει και η πιο άσεμνη πλευρά του Μπρεχτ, που είναι άγνωστη στους πολλούς. Ποιος θα φανταζόταν ότι θα έγραφε στίχους σαν αυτούς: «Σε σκατουλόχρωμες, απόβαθες βαλτολιμνούλες / θε να με κατεβάζει ο Διάβολος στα γηρατειά μου / και θα μου δείχνει τα κουφάρια στα νερά: τις τσούλες / εκείνες, που αδιαλείπτως βολοδέρνουν στα μυαλά μου»; 

Ο Μπρεχτ επέτρεπε τα πάντα στον εαυτό του. Όντας μέγας διαλεκτικός και συνάμα μέγας αμφισβητίας των πάντων, τίποτα το ανθρώπινο δεν του ήταν τόσο ξένο, ώστε να το περιφρονεί ή να το απορρίπτει άνευ ετέρου. Οι λέξεις δεν είναι ούτε καλές ούτε κακές, ούτε σεμνές ούτε άσεμνες. Μια λέξη μπορεί να είναι πρόσφορη σε ένα ποίημα και εντελώς απρόσφορη σε ένα άλλο. Αυτό ο Μπρεχτ όχι μόνο το ενστερνιζόταν αλλά και το εφάρμοζε στην πράξη. Δούλευε με όλα τα μέσα της ποιητικής, έχοντας στον νου του μόνο τη συναρμογή τους σε ποίημα. Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι η (επίτηδες;) ελλιπής ή σακατεμένη πληροφόρηση του αναγνωστικού κοινού σε συνδυασμό με του καθενός μας τις προσυνειλημμένες εκδοχές της πραγματικότητας μάς φέρνουν προ εκπλήξεων, και βρισκόμαστε στο τέλος να βιώνουμε άχρηστες αμηχανίες. Κάτι τέτοιο έχει συμβεί, φέρ' ειπείν, και με το έργο του Γιάννη Ρίτσου...

 Και οι εκπλήξεις είναι όντως απανωτές όσον αφορά την ποίηση του Μπρεχτ. Ανάμεσα στα «άγνωστα» ποιήματα που μεταφράσατε, βρίσκουμε παιδικά τραγούδια, νανουρίσματα, ακόμη και «ψαλμούς». 

Για τον Μπρεχτ όλοι οι «τρόποι» και όλα τα «πλαίσια» του λόγου αποτέλεσαν δυνάμει προσφερόμενα μέσα εκφράσεως. Τίποτα δεν περιφρόνησε ποτέ. Οι αγαπημένες του μεταφορές και παρομοιώσεις είχαν να κάνουν με τη φροντίδα του κήπου. Πάντοτε τόνιζε τη σημασία των ωραίων ανθέων, αλλά, ως καλός κηπουρός, ερμήνευε –όπως χαρακτηριστικά έλεγε– αυθεντικά και τη βούληση των αθώων χόρτων και των ζιζανίων. Για τον Μπρεχτ πάνω από όλα ήταν ο κήπος! Η ποίηση ως καθολικός τρόπος εκφράσεως. 

  Στη «Βαβυλωνιακή Σύγχυση», επίσης, ανακαλύπτουμε εντελώς νέες εκδοχές και αποδόσεις πασίγνωστων ποιημάτων όπως το «Για τον καημενάκο τον Μπ.Μπ.». Πόσο, αλήθεια, σας βάρυνε η σκιά της μελοποιημένης ποίησης, δηλαδή, το να έχουν περάσει ήδη κάποιοι στίχοι σχεδόν στο ασυνείδητο και να έχουν γίνει μέρος της ιστορίας; Το είδατε ως πρόκληση;  




Στο συγκεκριμένο ποίημα ο Μπρεχτ χρησιμοποιεί το επίθετο arm, η πρώτη σημασία του οποίου είναι φτωχός. Έτσι το έχει μεταφράσει και ο Πλωρίτης. Όταν μετέφραζα το ποίημα, αμφιταλαντεύτηκα στην αρχή ανάμεσα στο φουκαράς και στο καημενούλης. Δεν παρουσιάζει τον εαυτό του «φτωχό» ο Μπρεχτ, ούτε ήταν! Γι' αυτό και απέκλεισα το φουκαράς, διότι η λέξη κουβαλάει αρκετή μιζέρια. Επέλεξα το καημενούλης γιατί ως λέξη μεταδίδει από μόνη της συμπάθεια, και το μετέτρεψα σε καημενάκος, γιατί ως υποκοριστικό είναι περισσότερο –επιτρέψτε μου να πω– θωπευτικό από το καημενούλης. Εννοείται ότι έλαβα υπόψη μου τις γνωστές μεταφράσεις, που τις θεωρώ όλες, τρόπον τινά, δασκάλες μου. Από τα στοιχεία τους που, όπως σωστά επισημαίνετε, έχουν περάσει στο συλλογικό ασυνείδητο, κράτησα μόνο όσα μου ταίριαζαν. Διότι ο μεταφραστής, κινούμενος μέσα στη χρήση της φυσικής του γλώσσας, μεταφράζει με το δικό του ύφος και τον προσωπικό του ρυθμό. 

Παλαιότερα, σε άλλο κείμενό σας, είχατε μιλήσει για το συντακτικό ήθος του συγγραφέα ως βασικό κατευθυντήριο ορίζοντα κάθε μεταφραστή. Ισχύει κάτι τέτοιο στην περίπτωση του Μπρεχτ;

 Βεβαίως! Ο δημιουργός σού υποβάλλει πώς να πεις τα πράγματα. Εσύ, που είσαι μεταφραστής του, οφείλεις να τον ακούσεις προσεχτικά, για να τον προσαρμόσεις στο δικό σου ποιητικό ήθος. Η μετάφραση είναι έργον μεταφραστού πάνω σε ένα δεδομένο κείμενο. Οι γλώσσες εξελίσσονται ασύμμετρα. Ο μεταφραστής ξαναγράφει στη γλώσσα του το έργο ενός άλλου, από το οποίο διατηρεί μόνο τα σύμμετρα δεδομένα. Η κάθε μετάφραση είναι το εκάστοτε παράλληλο πρωτότυπο του αρχικού πρωτοτύπου. 

  Ο Μπρεχτ ήταν γενικός αμφισβητίας. Ήταν παρατηρητής της αέναης ροής των πραγμάτων που πολλές φορές –αν όχι σχεδόν πάντα– σε ξεγελάει και σε κάνει να νομίζεις ότι έχεις προοριστεί να δεις την τελείωση των πάντων.

 Τι θα συστήνατε σε έναν πολιτικό σήμερα παραπέμποντας στον Μπρεχτ – «Κανόνες βελτιώσεως όσων χρειαζόμαστε» ή κάτι άλλο; 

Αν ήταν να επιλέξω ένα ποίημα, θα συνιστούσα ανεπιφύλακτα το «Πότισμα του κήπου»: «Ω πότισμα του κήπου, που ενθαρρύνεις το πράσινο!/ Πότισε τα διψασμένα δέντρα! Δώσ' τους κι άλλο νερό,/ μην το τσιγκουνεύεσαι! Και μην ξεχάσεις τα χαμόδεντρα,/ ακόμα και τα άκαρπα, τα εξαντλημένα και τα στέρφα!/ Και μη μου παραμελείς και τα ζιζάνια ανάμεσα στα άνθη –/ και λόγου τους διψάνε! Και μην ποτίζεις μόνο/ τα φρέσκα χόρτα ή την ξεζουμισμένη χλόη... –/ και στο γυμνό το χώμα πρέπει εσύ δροσιά να δώσεις!». 

Ποιος ήταν τελικά ο Μπρεχτ; Αυτός που είδε τους αγώνες του κόσμου, που μετρούσε το άδικο με στίχους ή που ειρωνευόταν το υποτιθέμενα γενικό καλό ή τίποτε από όλα αυτά;

 Ο Μπρεχτ ήταν γενικός αμφισβητίας. Ήταν παρατηρητής της αέναης ροής των πραγμάτων που πολλές φορές –αν όχι σχεδόν πάντα– σε ξεγελάει και σε κάνει να νομίζεις ότι έχεις προοριστεί να δεις την τελείωση των πάντων. Οι άνθρωποι την έχουν εγγενώς την ανάγκη αυτή: έχουν την ακράδαντη πεποίθηση ότι η αποκατάσταση των πραγμάτων από τη ροή στην ηρεμία θα γίνει επί των ημερών τους... ότι θα είναι και οι ίδιοι εκεί. Την ψευδαίσθηση αυτή ο Μπρεχτ τη θεωρούσε ως το πλέον επικίνδυνο ψεύδος, διότι είναι ο ασφαλέστερος παράγοντας εμπεδώσεως του γενικού εφησυχασμού. Ο Μπρεχτ ήταν οπαδός της ευτυχίας – της ολβιότητας καλύτερα. Τη διεκδικούσε για όλους. Γνώριζε, όμως, πόσο μακρινή είναι και σε ποιους σκολιούς δρόμους σε οδηγεί το κυνήγι της. Αλλά, επειδή πατούσε και με τις δυο του πατούσες στο χώμα, την επαγγέλθηκε εντελώς υλικά στο γήινο ενθάδε. Το «γενικό καλό» ανάγεται στη σφαίρα του ιδεατού και άπιαστου. Η ευτυχία είναι –όπως έγραψε– «να τρως χαρούμενος το κρέας» για να μη βρεθείς μια μέρα πεθαμένος, χωρίς να έχεις γευτεί μια μπουκιά καλό φαΐ. Και τόνιζε χαρακτηριστικά: «δεν είμαι δα κάνας γκουρμέ, είμαι απλώς άνθρωπος».  


  ----------------------------------------------------------------------------------------

«Ο κύκλος με την κιμωλία»





Ο Bertold Brecht το 1944,  και ενώ συνεργάζεται
στη συγγραφή σεναρίων για κινηματογραφικά έργα,
γράφει το
    Der kaukasische Kreidekreis
       ( ο καυκασιανός κιμωλιόκυκλος )
   που αποδόθηκε στα Ελληνικά με το « Ο κύκλος με την κιμωλία».





Μια τρυφερή ιστορία μητρότητας, αλλά και μια σαρκαστική κωμωδία πάνω στη δικαιοσύνη και στην εξουσία. Ένα έργο που ασκεί κριτική στους λειτουργούς των θεσμών, στους πολιτικούς, στους στρατιωτικούς, στους δικηγόρους, στους γιατρούς, στους ιερωμένους.  Αυτό που λέμε « λαϊκό θέατρο».

Ο Μπέρτολντ Μπρεχτ συνδυάζει τη σκληρή κριτική στην εξουσία με την ελπίδα του για τον άνθρωπο.







Η Γκρούσα, υπηρέτρια  στο αρχοντικό του πρίγκιπα Καζμπέκι  αναγκάζεται να σώσει το μικρό διάδοχο του θρόνου, που τον παρατάει η μητέρα του στη βιασύνη της να φύγει, για να γλιτώσει από τους επαναστάτες που σκότωσαν τον άντρα της. Καταφεύγει στα βουνά  για να σώσει τη ζωή του μικρού πρίγκιπα.

Στην  αρχή της είναι βάρος, αλλά σιγά σιγά μαθαίνει να τον αγαπάει σαν πραγματική μητέρα του.
Ο κύκλος με την κιμωλία είναι παράλληλα η ιστορία του Αζντάκ  του κλεφτοκοτά  που έγινε δικαστής,
επειδή στην επανάσταση έκρυψε στο σπίτι του τον Μεγάλο Δούκα και του έσωσε τη ζωή.
Το έργο αφηγείται πώς ο Αζντάκ με τη βοήθεια του κύκλου με την κιμωλία έκρινε, αν ο μικρός πρίγκιπας ανήκε στην πραγματική του ή στη θετή του μητέρα, την Γκρούσα.


Ήταν το πρώτο έργο του Μπρεχτ που ανέβηκε σε ελληνική σκηνή. Θέατρο Τέχνης, 1957, σε μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη
και σε σκηνοθεσία του Καρόλου Κουν.

 Τη μουσική είχε γράψει ο Μάνος Χατζηδάκις.

   -----------------------------------------------------------------------------------------------





Συγκινητικό, πολύτιµο ντοκουµέντο:

 Ένας Μπρεχτ, αυθεντικός, φυσικός, αφτιασίδωτος! Ό,τι κατέγραψε µια άψυχη µαγνητοταινία, από τις οδηγίες του σε πρόβες. Ακριβώς, πριν είκοσι χρόνια. Ο Χανς Μπούνγκε (Hans Bunge) είχε την έµπνευση να µαγνητοφωνήσει ορισµένες δοκιµές (Νοέµβρης 1953-Οκτώβρης 1954!) του Κύκλου µε την κιµωλία στον Καύκασο. Από το υλικό αυτό, ο Βέρνερ Χεχτ (Werner Hecht) «γκρουπάρισε» τις όµοιες στιγµές. Παρακάτω, προβάρεται µια µικρή σκηνή της 3ης εικόνας του έργου –«Η φυγή στα βουνά του Βορρά» – µε τη Γρούσα και τους αγρότες:

 (Η Γρούσα στέκεται µπροστά σ’ ένα αγρόκτηµα)

 ΜΠΡΕΧΤ: 

Νοµίζω πως θά ’ναι σωστό να δείξετε εδώ πολύ µεγάλη εξάντληση. Ο Βέκβερτ είναι της γνώµης πως έτσι αιτιολογείται καλύτερα και γιατί θέλετε να παρατήσετε το παιδί. Πολύ µεγάλη εξάντληση, λοιπόν. Σχεδόν σωριάζεστε. Και τότε, µπορεί να βρεθεί και το σπίτι µπροστά σας. Ίσως, µάλιστα να βγάλετε το παιδί από την πλάτη, καθώς κατηφορίζετε. Είτε ακόµα και να σταθείτε µια στιγµή τόσο εξαντληµένη, που να µην µπορείτε ούτε αυτό να κάνετε. Και ύστερα αργά… 

ΜΠΟΥΝΓΚΕ: Ναι, µα η Γρούσα λέει πως πρέπει να δώσει το παιδί γιατί την περιµένει ο αγαπηµένος της στην πόλη.

 ΜΠΡΕΧΤ: Οι άνθρωποι δεν ενεργούν µονάχα από ένα κίνητρο, αλλά πάντα από περισσότερα που είναι, εν µέρει, αντίθετα µεταξύ τους. […] 

ΜΠΡΕΧΤ: Τι άνθρωποι είναι τούτοι; Το σπίτι είναι καθαρό; Είναι µεγάλο; Μικρό; Είναι φτωχοί άνθρωποι; Είναι µέσοι; Αν έχουν πολλά λεφτά, δεν θα το κρατήσουν το παιδί. Αν έχουν λίγα, είναι κακό για το παιδί. Πρέπει νά ’ναι τίποτα µέσοι αγρότες. Α, υπάρχει µια γελάδα, αυτή θα δώσει γάλα. Καλό αυτό!

 (Η Γρούσα αφήνει το παιδί στο κατώφλι και χτυπάει την πόρτα. Μετά περιµένει, κρυµµένη πίσω από ένα δέντρο, ώσπου η αγρότισσα βγαίνει στην πόρτα και βρίσκει τον µπόγο). […] 

ΜΠΡΕΧΤ:

 Από τούτη τη µικρή σκηνή πρέπει να βγουν ένα σωρό πράγµατα. Λοιπόν, βλέπετε ακουµπισµένο µπροστά στην πόρτα σας ένα µικρό µπόγο. Ναι, µα αυτή είναι µια πολύ ύποπτη υπόθεση, που θα µπορούσε κατά περίσταση να γίνει και επικίνδυνη. Το παιδί µπορεί νά ’χει όλες τις αρρώστιες του κόσµου, χολέρα, πανούκλα… καταλαβαίνετε. Τέτοιοι άνθρωποι είναι καχύποπτοι. Αυτοί δεν θά ’µπαζαν µήτε ένα σκυλί, έτσι µε το πρώτο, στο σπίτι. Για νά ’ναι σωστό, αφήστε το πρώτα να κείτεται εκεί χάµω. Ποιος το άφησε αυτό δω-πέρα; Και ύστερα πρέπει νά ’ρθει η στιγµή όπου βλέπετε το παιδί σαν παιδί και αρχίζετε ν’ αποχτάτε ενδιαφέρον. Και µετά, ξαφνικά, δεν το αφήνετε πια. Έτσι που η αντίθεση να φανεί πολύ έντονη. Και η αρχή: Τι ’ναι τούτο; Αληθινά δεν βρίσκουµε κάθε µέρα κι από κάτι στο κατώφλι µας.

 ΜΠΡΕΧΤ:

 Όσο περισσότερο τεντώνετε το κεφάλι σας, καθώς βγαίνετε, σαν τη χελώνα κάτω από το καύκαλό της, τόσο πιο ωραίο είναι. Αυτό, λόγου χάρη, µπορεί νά ’ναι πολύ υπερβολικό, τόσο που στην πραγµατικότητα δεν θα το κάναµε, το να βγάζουµε εκεί το κεφάλι. Κοιτάζετε στη γωνία. 

 ΗΘΟΠΟΙΟΣ:

 Εδώ; 

ΜΠΡΕΧΤ:

Ναι, οπουδήποτε. Λοιπόν, και εδώ και κει. Το ίδιο προσεχτικά. Τι θα γίνει αν στέκει εκεί κάποιος µε µια θεόρατη σανίδα και ένα καρφί στη άκρη; Λοιπόν, κοιτάζει έτσι έξω, µετά θέλει πάλι να κοιτάξει µέσα, και πάλι θέλει να κάνει πίσω και καθώς τραβιέται πίσω, χαµηλώνει το κεφάλι. Το βλέπετε. Λέτε τελείως σιγά: «Χριστός». Αυτό δεν χρειάζεται να το ακούσει κανείς. Το λέτε κανονικά, χωρίς καθόλου έµφαση. «Τί’ναι τούτο;» Τελείως οµαλά. Ξένα σκυλιά, ξένες γάτες, ξένα παιδιά, όλα είναι το ίδιο: κολλητικές αρρώστιες, µικρόβια, κάτι τέτοια. Λοιπόν, το σηκώνετε κάπως διστακτικά. Το ίδιο και όταν λέτε: «Είναι αγόρι». Μετά όµως εξετάζει, διαπιστώνει: είναι βρώµικο; Όχι δεν είναι. Ξέρετε να το κρατάτε σε απόσταση. Αν είναι άρρωστο, τι γίνεται τότε; –ναι αυτό είναι, έτσι είναι σωστό. Γιατί ακόµη δεν ξέρει κανείς τι θα γίνει µε το παιδί, ούτε η Γρούσα το ξέρει που κρυφακούει κει-πίσω. Αυτό είναι σωστό. Πρέπει νά ’ρθει τελείως αναπάντεχα. Ήρθε, είδε, νίκησε – το παιδί. Λοιπόν, τώρα: «Ρούχα ακριβά». Ξέρετε, να το ανοίγετε έτσι, και το να αγγίζεις ξένα πράγµατα, είναι πάντα ύποπτο, επικίνδυνο. Ναι, έτσι λίγο, αλλά µε τα ακροδάχτυλα µέσα. Ναι έτσι, πολύ ωραία. Βασικά, παιδιά που δεν έχουν δική τους µάνα είναι ένα τίποτα. Είναι σκυλιά του δρόµου, έχουν συνήθως κακό χαρακτήρα και καταλήγουν γρήγορα στην κρεµάλα. Αυτή είναι η αλήθεια– για σας. Τώρα έρχεται η πρώτη δύστροπη οµολογία: «Το πανί είναι ακριβό». Και τώρα η µεγάλη απορία: «Αυτό είναι παιδί από σπίτι». Πώς βρέθηκε εδώ; Αυτό προφανώς συντελεί λίγο στο να το κρατήσετε, καταλαβαίνετε; Παιδί από σπίτι, παιδί από τζάκι, αρχοντόπουλο; Ίσως ακόµα και πριγκιπόπουλο; 

ΑΓΡΟΤΗΣ:

 Αν αυτοί νοµίζουν ότι θα τους το θρέψουµε, κάνουν λάθος. Θα το πας στο χωριό, στον παπά, πάει τέλειωσε.

 ΑΓΡΟΤΙΣΣΑ:

Τι θα το κάνει ο παπάς, αυτουνού του χρειάζεται µια µάνα. 

ΜΠΡΕΧΤ:

Το σωστό είναι: «Αν α υ τ ο ί νοµίζουν ότι θα τους το θρέψουµε, κάνουν λάθος. Θα το πας στο χωριό, στον παπά, πάει τέλειωσε!». Λοιπόν, αυτό πρέπει νά ’ναι πολύ σταθερό. «πάει τέλειωσε!». Την ξέρετε τη γυναίκα σας. 

ΜΠΡΕΧΤ:

«Τι να το κάνει ο παπάς;». Κοίτα δω άνθρωπέ µου, ακόµα και σ’ έναν άντρα χρειάζεται λίγο µυαλό. «Τι να το κάνει ο παπάς;». Κουτή πρόταση! «Αυτουνού του χρειάζεται µια µάνα». Όχι όµως πολύ απότοµα. «Τι να το κάνει ο παπάς, αυτουνού του χρειάζεται µια µάνα». Μην τονίσετε όµως καθόλου το «µάνα», για όνοµα του Θεού! Ο παπάς σίγουρα δεν είναι µάνα.

 ΑΓΡΟΤΙΣΣΑ:

 Να, ξυπνάει, νοµίζεις πως δεν θα µπορούσαµε να το κρατήσουµε; 

ΑΓΡΟΤΗΣ:

 (φωνάζει) Όχι!



ΜΠΡΕΧΤ:

«Νοµίζεις πως δεν θα µπορούσαµε να το κρατήσουµε;». Ακόµα σαν να είσαστε τελείως αντίθετη στο να το κρατήσετε, σεις η ίδια. –Κι έπειτα µην παραιτείστε πολύ γρήγορα από τους δισταγµούς σας, τους δικούς σας δισταγµούς. Πείθετε τον εαυτό σας. Πείθω τον εαυτό µου. Ποιον πείθω; Εµένα. Καταλαβαίνετε, πείθετε και τον εαυτό σας πως τούτο είναι δυνατό και πως είναι χρήσιµο. Αυτό γίνεται έτσι, µεµονωµένα. 
Θα µπορούσα να το κάνω έτσι, να το κάνω και έτσι. Τώρα όµως δεν θέλω να ακούσω τίποτα άλλο. Ωστόσο, κρατείστε λίγο ακόµα τους δισταγµούς σας. Βλέπετε, όλα τούτα τα βλέπει η Γρούσα, όλα τούτα τα ακούει η Γρούσα. Απ’ αυτό βγάζει το συµπέρασµα: το παιδί βρίσκεται σε καλά χέρια. Αν ήταν κάποιος που θα το άρπαζε και θά ’φευγε στο άψε-σβήσε, αυτό θά ’ταν µάλλον κακό. 

ΜΠΡΕΧΤ:

Περιµένετε λίγο πριν πείτε το «να το κρατήσουµε!». Λοιπόν, ξυπνάει, που θα πει ανοίγει τα µάτια του. Τώρα σας παρουσιάζεται σαν άνθρωπος. Μάτια – κατά κανόνα: άνθρωπος. Κοιτάξτε: «Νοµίζεις πως δεν θα µπορούσαµε…». Ακόµα είσαστε ενάντια! «Νοµίζεις πως δεν θα µπορούσαµε να το κρατήσουµε;». (Στον ηθοποιό που παίζει τον αγρότη) Και αυτό ακόµα είναι πολύ αδιάφορο. (Φωνάζει): «Όχι! Όχι! Όχι!». Είστε απόλυτα εναντίον. Λέτε: «Όχι, όχι!». Σε καµία περίπτωση! Το θέµα έληξε κιόλας – Όχι, παρακαλώ, µε το παιδί δεν έρχεστε καθόλου σε επαφή. ∆εν επιτρέπετε να το αγγίξετε. Πρέπει αληθινά να παίξετε τον Ρωµαίο πατέρα, που θα πει: τον µη-πατέρα.

 ΜΠΡΕΧΤ:

 Καταλαβαίνετε, αυτό δεν είναι κάτι που συµβαίνει τόσο συχνά, το να βρίσκετε ένα παιδί στο κατώφλι σας. Σε µένα δεν βρέθηκε ποτέ. Αυτό είναι ένα σηµαντικό σηµείο.

 ΑΓΡΟΤΙΣΣΑ:

Αν του στρώσω στη γωνιά δίπλα στην πολυθρόνα, δεν µου χρειάζεται παρά ένα καλάθι, και στο χωράφι θα το παίρνω µαζί µου. Το βλέπεις πως γελάει; Άντρα, έχουµε µια στέγη πάνω απ’ το κεφάλι µας και µπορούµε να το κάνουµε, δεν θέλω να ακούσω τίποτα άλλο. 

ΜΠΡΕΧΤ:

Στην πραγµατικότητα, δεν το καταλαβαίνει κανείς, γιατί όχι; Εύκολο, πολύ εύκολο! Ούτε λόγος να γίνεται. Αυτή η αναποδιά του εξαιτίας του παιδιού. Πολύ γρήγορα: «αν του στρώσω στη γωνιά δίπλα στην πολυθρόνα…, και στο χωράφι µπορώ να το παίρνω µαζί µου…». Λοιπόν, το θέµα έληξε. Ξέρετε: «Στο χωράφι θα το παίρνω µαζί µου. Το βλέπεις πως γελάει;». Πάει τέλειωσε. Έτσι, να κάνετε, µια γρήγορη στροφή. «Άντρα, έχουµε µια στέγη πάνω από το κεφάλι µας…» –το θέµα έληξε. Τώρα πια δεν σκέφτεστε αλλά βρίσκετε επιχειρήµατα. Βέβαια, δεν είναι καθόλου εύκολο. Εσείς όµως το κάνετε εύκολο. Εκείνος είπε «να το θρέψουµε» – αυτό κοστίζει, «να το κρατήσουµε», – σ’ αυτό δεν περιλαµβάνονται τα έξοδα. Ετούτη το κράτησε. Μα για το φαγητό, για τα ρούχα και το γάλα, αργότερα θα προστεθούν και τα παπούτσια… – γι’ αυτά δεν γίνεται τώρα καθόλου λόγος. Το κράτησαν µονάχα. Σα να λέµε ταξιδιώτες που τους πιάνει η βροχή, τους κρατάµε στην καλύβα. Λοιπόν και τι µ’ αυτό; Θα καθίσουν µια ώρα και µόλις σταµατήσει η βροχή θα ξαναφύγουν. Καταλαβαίνετε.

 ΜΠΡΕΧΤ:

Νοµίζω ότι µπορείτε να δείξετε νωρίτερα την αποφασιστικότητά σας. Είναι αποφασισµένο. Εξ’ άλλου αυτές είναι γυναικοδουλειές. Εκείνου δεν του πέφτει λόγος. Αν το παιδί σας εµπόδιζε Άμα γεννιέται ένα παιδί, όλη η φαμίλια του εύχεται έξυπνο να γίνει. Εγώ που, με την εξυπνάδα μου, ρήμαξα τη ζωή μου, ελπίζω ο γιος μου αγράμματος να μείνει και φτωχός στο πνεύμα. Έτσι, θα ζήσει γαλήνια κι ωραία σαν υπουργός της κυβερνήσεως. Μπ. Μπρεχτ, Στη γέννηση ενός γιου (1938). 27 Θα µπορούσα να το κάνω έτσι, να το κάνω και έτσι. Τώρα όµως δεν θέλω να ακούσω τίποτα άλλο. Ωστόσο, κρατείστε λίγο ακόµα τους δισταγµούς σας. Βλέπετε, όλα τούτα τα βλέπει η Γρούσα, όλα τούτα τα ακούει η Γρούσα. Απ’ αυτό βγάζει το συµπέρασµα: το παιδί βρίσκεται σε καλά χέρια. Αν ήταν κάποιος που θα το άρπαζε και θά ’φευγε στο άψε-σβήσε, αυτό θά ’ταν µάλλον κακό.

 ΜΠΡΕΧΤ:

Περιµένετε λίγο πριν πείτε το «να το κρατήσουµε!». Λοιπόν, ξυπνάει, που θα πει ανοίγει τα µάτια του. Τώρα σας παρουσιάζεται σαν άνθρωπος. Μάτια – κατά κανόνα: άνθρωπος. Κοιτάξτε: «Νοµίζεις πως δεν θα µπορούσαµε…». Ακόµα είσαστε ενάντια! «Νοµίζεις πως δεν θα µπορούσαµε να το κρατήσουµε;». (Στον ηθοποιό που παίζει τον αγρότη) Και αυτό ακόµα είναι πολύ αδιάφορο. (Φωνάζει): «Όχι! Όχι! Όχι!». Είστε απόλυτα εναντίον. Λέτε: «Όχι, όχι!». Σε καµία περίπτωση! Το θέµα έληξε κιόλας – Όχι, παρακαλώ, µε το παιδί δεν έρχεστε καθόλου σε επαφή. ∆εν επιτρέπετε να το αγγίξετε. Πρέπει αληθινά να παίξετε τον Ρωµαίο πατέρα, που θα πει: τον µη-πατέρα.

 ΜΠΡΕΧΤ:

 Καταλαβαίνετε, αυτό δεν είναι κάτι που συµβαίνει τόσο συχνά, το να βρίσκετε ένα παιδί στο κατώφλι σας. Σε µένα δεν βρέθηκε ποτέ. Αυτό είναι ένα σηµαντικό σηµείο. ΑΓΡΟΤΙΣΣΑ: Αν του στρώσω στη γωνιά δίπλα στην πολυθρόνα, δεν µου χρειάζεται παρά ένα καλάθι, και στο χωράφι θα το παίρνω µαζί µου. Το βλέπεις πως γελάει; Άντρα, έχουµε µια στέγη πάνω απ’ το κεφάλι µας και µπορούµε να το κάνουµε, δεν θέλω να ακούσω τίποτα άλλο.

 ΜΠΡΕΧΤ:

Στην πραγµατικότητα, δεν το καταλαβαίνει κανείς, γιατί όχι; Εύκολο, πολύ εύκολο! Ούτε λόγος να γίνεται. Αυτή η αναποδιά του εξαιτίας του παιδιού. Πολύ γρήγορα: «αν του στρώσω στη γωνιά δίπλα στην πολυθρόνα…, και στο χωράφι µπορώ να το παίρνω µαζί µου…». Λοιπόν, το θέµα έληξε. Ξέρετε: «Στο χωράφι θα το παίρνω µαζί µου. Το βλέπεις πως γελάει;». Πάει τέλειωσε. Έτσι, να κάνετε, µια γρήγορη στροφή. «Άντρα, έχουµε µια στέγη πάνω από το κεφάλι µας…» –το θέµα έληξε. Τώρα πια δεν σκέφτεστε αλλά βρίσκετε επιχειρήµατα. Βέβαια, δεν είναι καθόλου εύκολο. Εσείς όµως το κάνετε εύκολο. Εκείνος είπε «να το θρέψουµε» – αυτό κοστίζει, «να το κρατήσουµε», – σ’ αυτό δεν περιλαµβάνονται τα έξοδα. Ετούτη το κράτησε. Μα για το φαγητό, για τα ρούχα και το γάλα, αργότερα θα προστεθούν και τα παπούτσια… – γι’ αυτά δεν γίνεται τώρα καθόλου λόγος. Το κράτησαν µονάχα. Σα να λέµε ταξιδιώτες που τους πιάνει η βροχή, τους κρατάµε στην καλύβα. Λοιπόν και τι µ’ αυτό; Θα καθίσουν µια ώρα και µόλις σταµατήσει η βροχή θα ξαναφύγουν. Καταλαβαίνετε. 

ΜΠΡΕΧΤ:

Νοµίζω ότι µπορείτε να δείξετε νωρίτερα την αποφασιστικότητά σας. Είναι αποφασισµένο. Εξ’ άλλου αυτές είναι γυναικοδουλειές. Εκείνου δεν του πέφτει λόγος. Αν το παιδί σας εµπόδιζε Άμα γεννιέται ένα παιδί, όλη η φαμίλια του εύχεται έξυπνο να γίνει. Εγώ που, με την εξυπνάδα μου, ρήμαξα τη ζωή μου, ελπίζω ο γιος μου αγράμματος να μείνει και φτωχός στο πνεύμα. Έτσι, θα ζήσει γαλήνια κι ωραία σαν υπουργός της κυβερνήσεως. Μπ. Μπρεχτ, Στη γέννηση ενός γιου (1938). 28 29 να µαγειρέψετε ή να πάτε στο χωράφι, αυτό µάλιστα τον ενδιαφέρει. Είναι εργατικά χέρια. Όταν όµως αυτό µπορείτε να το κανονίσετε µόνη σας, δίχως να σκοντάφτουν οι καθηµερινές δουλειές, τότε δεν του πέφτει κανένας λόγος. Το ίδιο, όπως και µε τα λεφτά για το γάλα. (Η αγρότισσα πάει το παιδί µέσα, ο αγρότης την ακολουθεί και διαµαρτύρεται). 

ΜΠΡΕΧΤ:

Προτού την ακολουθήσετε, –πρόκειται για επιδροµή– κοιτάζετε το κατόπι της τελείως σαστισµένος, τελείως απορηµένος, κουνάτε το κεφάλι και µπαίνετε µέσα. Μικρή παύση. Κουνάτε το κεφάλι σκοτισµένος: Είναι τρελό αυτό! Πώς θα τα βγάλουµε πέρα; Λοιπόν, κοιτάζετε πίσω σας άλλη µία φορά µε την αµυδρή ελπίδα µπας και ανακαλύψετε κάποιον που να τό ’χει αφήσει εδώ και που να µπορούσατε να του το φορτώσετε. Μονάχα πέρα, µακριά και βασικά χωρίς µεγάλες ελπίδες, ρίχνετε το βλέµµα σας. Μην την ακολουθήσετε αµέσως. Γιατί τούτο ακόµα πρέπει να τονιστεί: Αν την ακολουθήσετε αµέσως, ο κόσµος θα σκεφτεί πως µέσα θα γίνει χαλασµός και ποτέ κανείς δεν ξέρει ποιος θα βγει από πάνω. Κοιτάζετε το κατόπι της µε απορία, κουνάτε το κεφάλι σας για την αδυναµία του γυναικείου φύλου και προπαντός για την αδυναµία του αντρικού φύλου. – Αυτό δεν µπορεί να το παθαίνει κάθε µέρα. ∆εν µπορεί να αναθρέψει έναν ακαθόριστο αριθµό από ξένα παιδιά. Αποκλείεται. Τούτο είναι κιόλας ένα σπουδαίο γεγονός. Γάτες, κάτι πάει και έρχεται, αρχοντόπουλα όµως; Τότε θα πρέπει να στεριώσει ολόκληρο τσιφλίκι. Λοιπόν, εγώ στη θέση σας θα στεκόµουν εδώ, θα κουνούσα το κεφάλι και ύστερα µόνο θα έµπαινα µέσα, για να το ξέρουν όλοι: Ούτε και εκεί µέσα θα µπορέσει να καταφέρει τίποτα. Το θέµα έληξε.

 Η δύναµη της αδυναµίας της γυναίκας.

 Απόσπασµα από µαγνητοφωνηµένη διδασκαλία του Μπρεχτ κατά τη διάρκεια πρόβας του έργου Ο κύκλος µε την κιµωλία στον Καύκασο. Πηγή: περ. Θέατρο, τ. ΣΤ, τεύχος 31, Γενάρης-Φλεβάρης 1973, σσ. 23-25. Μετάφραση: Πέτρος Μάρκαρης.


Το βάθος και η επιφάνεια Στα αγγλικά υπάρχει µια αµερικάνικη έκφραση «Sucker», που εκδηλώνει ακριβώς αυτό που είναι η Γρούσα όταν αναλαµβάνει το παιδί. Στα γερµανικά θα έπρεπε να πει κανείς το «κορόιδο». Το µητρικό ένστικτο της Γρούσας την οδηγεί σε διωγµούς και κόπους που παραλίγο να τη σκοτώσουν. Από τον Αζτάκ δεν ζητάει τίποτε άλλο εκτός από την άδεια να συνεχίσει να παράγει, δηλαδή «να πληρώνει τα σπασµένα». Τώρα αγαπάει το παιδί. Τη διεκδίκησή του την αντλεί από την προθυµία και την ικανότητά της για παραγωγικότητα. Μετά απ’ αυτήν τη δίκη δεν είναι πια «κορόιδο». […] 

Το βάθος και η επιφάνεια 

Στα αγγλικά υπάρχει µια αµερικάνικη έκφραση «Sucker», που εκδηλώνει ακριβώς αυτό που είναι η Γρούσα όταν αναλαµβάνει το παιδί. Στα γερµανικά θα έπρεπε να πει κανείς το «κορόιδο». Το µητρικό ένστικτο της Γρούσας την οδηγεί σε διωγµούς και κόπους που παραλίγο να τη σκοτώσουν. Από τον Αζτάκ δεν ζητάει τίποτε άλλο εκτός από την άδεια να συνεχίσει να παράγει, δηλαδή «να πληρώνει τα σπασµένα». Τώρα αγαπάει το παιδί. Τη διεκδίκησή του την αντλεί από την προθυµία και την ικανότητά της για παραγωγικότητα. Μετά απ’ αυτήν τη δίκη δεν είναι πια «κορόιδο». […] 

Συµβουλή για τον ηθοποιό που θα παίξει τον ρόλο του Αζτάκ

 Πρέπει να είναι ένας ηθοποιός που να µπορεί να παίξει έναν εντελώς αγνό άντρα. Ο Αζτάκ είναι ένας εντελώς αγνός άντρας, ένας απογοητευµένος επαναστάτης, που παίζει έναν εξαθλιωµένο άνθρωπο, όπως στον Σαίξπηρ οι σοφοί παίζουν τους τρελούς. Αλλιώς η απόφαση µε τον κύκλο µε την κιµωλία χάνει κάθε κύρος.

 Αντιφάσεις στον Κύκλο µε την κιµωλία στον Καύκασο

 Όσο περισσότερο η Γρούσα προστατεύει τη ζωή του παιδιού, τόσο περισσότερο βάζει τη δική της ζωή σε κίνδυνο. Η παραγωγικότητά της επενεργεί προς την κατεύθυνση της ίδιας της της καταστροφής. Αυτό οφείλεται στον πόλεµο, στο δίκαιο που επικρατεί, στη µοναξιά και τη φτώχεια της. Νοµικά η σωτήρας είναι η κλέφτρα. Η φτώχεια της βάζει σε κίνδυνο το παιδί και µέσω του παιδιού γίνεται µεγαλύτερη. Για το παιδί χρειάζεται έναν άντρα, φοβάται όµως ότι θα χάσει έναν άντρα εξ’ αιτίας του παιδιού. Και ούτω καθεξής. 

Η Γρούσα µεταµορφώνεται σιγά-σιγά, µε θυσίες και εξ’ αιτίας των θυσιών, σε µητέρα του παιδιού, και στο τέλος, µετά απ’ όλες τις απώλειες, που διακινδύνευσε ή υπόφερε, φοβάται σαν µεγαλύτερη απώλεια την απώλεια του ίδιου του παιδιού. Ο Αζτάκ µε την απόφασή του κάνει οριστική τη σωτηρία του παιδιού. Μπορεί να της παραδώσει το παιδί, µια και δεν υπάρχει πια καµιά διαφορά ανάµεσα στο συµφέρον το δικό της και του παιδιού.

 Ο Αζτάκ είναι ο απογοητευµένος που δεν γίνεται απογοητευτικός. 

Οι αιτούντες ρίχνονται µπροστά στον κυβερνήτη, όταν αυτός πηγαίνει στην πασχαλινή λειτουργία. Μαστιγωµένοι από τους θωρακισµένους καβαλάρηδες παλεύουν σκληρά αναµεταξύ τους για µια θέση µπροστά.

 Μπέρτολτ Μπρεχτ, Ο Μπρεχτ ερµηνεύει Μπρεχτ, Νέα Σύνορα-Λιβάνη, Αθήνα, σσ. 249-253. Επιλογή-µετάφραση: Αγγέλα Βερυκοκάκη-Αρτέµη. 


 8 Μαΐου 1944 

O Κύκλος µε την Κιµωλία στον Καύκασο χρησιµοποιεί το τέχνασµα ότι ο τραγουδιστής στήνει το όλο πράγµα, µε άλλα λόγια έρχεται χωρίς ηθοποιούς και οι σκηνές που ακολουθούν είναι απλώς αναπαραστάσεις των βασικών επεισοδίων της ιστορίας του. Ωστόσο, ο ηθοποιός που ενσαρκώνει τον ρόλο του τραγουδιστή πρέπει να λειτουργεί σαν να ήταν ο σκηνοθέτης του θιάσου: να χτυπά το πάτωµα µε ένα µικρό σφυρί πριν τις εισόδους, να φροντίζει να γίνεται φανερό ότι επιβλέπει τα τεκταινόµενα, ότι περιµένει για την επόµενη ατάκα κτλ. Αυτό είναι απαραίτητο προκειµένου το κοινό να µην παραδοθεί στην υπνωτική ψευδαίσθηση της αληθοφάνειας. 

3 Ιουλίου 1944 

Από το ημερολόγιο του Μπρεχτ 

 Ο προβληµατισµός µου σχετικά µε το πώς να δοµήσω τον χαρακτήρα του Αζτάκ µε απασχόλησε δυο βδοµάδες µέχρι που συνειδητοποίησα τα κοινωνικά αίτια της συµπεριφοράς του. Αρχικά το µόνο στοιχείο που είχα ήταν ο σκανδαλώδης τρόπος µε τον οποίο χειριζόταν τον νόµο προς όφελος των φτωχών. Ήξερα ότι δεν µπορούσα απλώς να δείξω ότι, προκειµένου να αποδοθεί δικαιοσύνη, οι ισχύοντες νόµοι πρέπει να παρακαµφθούν, αλλά συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να δείξω πώς, µε έναν πραγµατικά απρόσεκτο, αδαή, απολύτως κακό δικαστή, τα πράγµατα µπορεί να καταλήξουν µια χαρά γι’ αυτούς που έχουν πραγµατικά ανάγκη από δικαιοσύνη. Γι’ αυτό τον λόγο ο Αζτάκ έπρεπε να έχει αυτά τα εγωιστικά, ανήθικα, παρασιτικά χαρακτηριστικά και να είναι ο χειρότερος και πιο σαθρός από όλους τους δικαστές. Ακόµη, όµως, µου έλειπε κάποιου είδους κοινωνική αιτιολογία. Και τη βρήκα στην απογοήτευσή του από το γεγονός ότι η πτώση των παλιών αρχόντων δεν έφερε µια νέα εποχή αλλά απλώς µια εποχή νέων αρχόντων. Κατά συνέπεια, ο Αζτάκ εξακολουθεί να απονέµει αστική δικαιοσύνη αλλά µε έναν εκφυλισµένο, υπονοµευτικό τρόπο που εξυπηρετεί απόλυτα τα προσωπικά του συµφέροντα ως δικαστή. Φυσικά, αυτή η εξήγηση δεν συνεπάγεται αλλαγές και δεν πρέπει να λειτουργήσει ως δικαιολογία για τον Αζτάκ.

 -------------------------------------------------------------------------------------------------


Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ του «ανθρώπινου» στρατευμένου θεάτρου




«Αδυναμίες, Καμία δεν είχες, Εγώ είχα μία... Αγάπησα» Μπέρτολτ Μπρεχτ



Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου το 1898, στο Άουγκσμπουργκ της Βαυαρίας από πατέρα καθολικό και μητέρα προτεστάντισσα. Περιβάλλον μάλλον πνιγηρό για τον άνθρωπο που θα εξελιχθεί σε κορυφαίο δραματουργό και για πολλούς πατέρα του σύγχρονου θεάτρου. Θα σπουδάσει ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και κατόπιν υπηρετεί ως νοσοκόμος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Την ίδια περίοδο αρχίζει να γράφει ποιήματα και θεατρικό κείμενο.
Η συλλογή ποιημάτων Hauspostille («Εγκόλπιο Ευσέβειας») θα είναι η πρώτη του για να ακολουθήσουν κι άλλες πολλές ποιητικές συλλογές και θεατρικά έργα και ο ίδιος να ονομαστεί ως ένας από τους μεγαλύτερους θεατρικούς συγγραφείς και δραματουργούς που έχουν υπάρξει. «Ο πόλεμος με ξεσήκωσε», γράφει ο ίδιος. Το 1918 μία πολιτική αναταραχή στη Βαυαρία θα εμπνεύσει τον Μπέρτολτ Μπρεχτ... το αποτέλεσμα είναι το «Βάαλ», το πρώτο του θεατρικό έργο.
Την ίδια περίοδο η κομουνιστική θεωρία του ασκεί μία ακατάσχετη έλξη. «Ήμουν είκοσι ετών όταν είδα τη λάμψη της μεγάλης πυρκαγιάς της Ρώσικης Επανάστασης», σημειώνει με ενθουσιασμό. Η συστηματική επαφή του πάντως με τον Κομμουνισμό ξεκινά το 1919.



Το 1922 παντρεύεται την τραγουδίστρια της όπερας Μαριάν Ζόφ και ένα χρόνο μετά θα αποκτήσει την πρώτη κόρη, Ανν Χιόμπ. Ένα χρόνο αργότερα θα αρχίσει να φοιτά στην Μαρξιστική Εργατική Σχολή, όπου μελέτησε διαλεκτικό υλισμό και παράλληλα έπιασε την πρώτη του δουλειά ως βοηθός σκηνοθέτη στο Θέατρο του Βερολίνου. Η άνοδος του ναζισμού στη Γερμανία, το 1933, θα τον αναγκάσει να αυτοεξοριστεί. Τα έργα του και τα γραπτά του απαγορεύονται στη Γερμανία. Οι παραστάσεις διακόπτονται από την αστυνομία. Μέσω Πράγας και Βιέννης θα βρεθεί στη Δανία, τη Φιλανδία και από κει μέσω Ρωσίας στις ΗΠΑ.

«Η πνευματική απομόνωση εδώ είναι τρομακτική» γράφει ο ίδιος για το διάστημα που έζησε στην Αμερική. Μετά το τέλος του πολέμου θα επιστρέψει για να εγκατασταθεί στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας μαζί με τη δεύτερη γυναίκα του και γυναίκα της ζωής του που τόσα χρόνια τον ακολούθησε στην εξορία, Χέλενε Βάιγκελ.

 Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ έκανε μία από τις μεγαλύτερες τομές στο σύγχρονο θέατρο καθώς επιχείρησε να το απομακρύνει από τις μέχρι τότε συμβάσεις του θεάτρου της ψευδαίσθησης. Ο ίδιος διατύπωσε και εφάρμοσε στα έργα του τη θεωρία του «επικού θεάτρου» και εισήγαγε την τεχνική της αποστασιοποίησης υπενθυμίζοντας διαρκώς στον θεατή την ιστορική διάσταση των όσων συντελούνται στη σκηνή. Τα έργα του επαναστατικά, αντιεξουσιαστικά. Οι χαρακτήρες του ανθρώπινοι σχοινοβατούν ανάμεσα στην φωτεινή και τη σκοτεινή πλευρά τους, μέσα σε σενάρια που δεν αφήνουν εκτός τη διδαχή και τα μηνύματα.

Η πρώτη μεγάλη επιτυχία θα έρθει με τη διασκευή της «Όπερας των ζητιάνων». Διασκευασμένη ως «Η Όπερα της Πεντάρας» σε στίχους του Μπέρτολτ Μπρεχτ και μουσική του Κουρτ Βάιλ - μία «γροθιά» στην αστική τάξη του Βερολίνου - προκάλεσε τεράστια αίσθηση στην παγκόσμια σκηνή Μιούζικαλ. Κατά τη διάρκεια του πολέμου τα έργα του είχαν έντονη αντιμιλιταριστική χροιά. Με το αντι-πολεμικό έργο του «Ταμπούρλα μες τη Νύχτα» (1922) θα κερδίσει το Βραβείο Κλάιστ. Η μεγάλη αλλαγή θα συντελεστεί κατά τη διάρκεια της εξορίας όταν και θα γράψει τα σημαντικότερα έργα του. Η Μαρξιστική φιλοσοφία και η κομουνιστική θεωρία θα τον επηρεάσουν καθοριστικά. Θα στραφεί και θα υπηρετήσει το «διδακτικό και ανθρωπιστικό» θέατρο.

 Είναι λογικός, καθένας τον καταλαβαίνει. Ειν' εύκολος. Μια και δεν είσαι εκμεταλλευτής, μπορείς να τον συλλάβεις. Είναι καλός για σένα, μάθαινε γι' αυτόν. Οι ηλίθιοι ηλίθιο τον αποκαλούνε, και οι βρομεροί τον λένε βρομερό. Αυτός είναι ενάντια στη βρομιά και την ηλιθιότητα. Οι εκμεταλλευτές έγκλημα τον ονοματίζουν. Αλλά εμείς ξέρουμε: Είναι το τέλος κάθε εγκλήματος. Δεν είναι παραφροσύνη, μα Το τέλος της παραφροσύνης. Δεν είναι χάος Μα η τάξη. Είναι το απλό Που είναι δύσκολο να γίνει. («Εγκώμιο στον κομουνισμό»)
Ανάμεσα στα έτη 1937 και 1945, έγραψε τα σπουδαιότερα έργα του: «Η Ζωή του Γαλιλαίου» (1937-39), «Μάνα Κουράγιο» (1936-39), «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν» (1935-41), «Τα Οράματα της Σιμόν Μασάρ» (1940-43), «Ο Σβέικ στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο»(1942-43), «Η ιδιωτική ζωή της κυρίαρχης φυλής» (1944) και «Καυκασιανός Κύκλος με την Κιμωλία»(1943-45).

 Η ποίηση αποτελεί μεγάλο κομμάτι του συγγραφικού του έργου καθώς ο Μπέρτολτ Μπρεχτ έγραψε εκατοντάδες ποιήματα. Ανάμεσα στα πιο γνωστά: «Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε», «Εγκώμιο στη μάθηση», «Γερμανικό εγχειρίδιο πολέμου», «Ποτέ δε σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ», «Απώλεια ενός πολύτιμου ανθρώπου», «Εγκώμιο στον Κομμουνισμό».

Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε. 

Απ' αυτό βγάζω το συμπέρασμα πως είσαστε εκατομμυριούχοι.

 Το μέλλον σας είναι σιγουρεμένο - το βλέπετε μπροστά σας σ' άπλετο φως. 

Φρόντισαν οι γονείς σας για να μη σκοντάψουνε τα πόδια σας σε πέτρα.

 Γι' αυτό τίποτα δε χρειάζεται να μάθεις.

 Έτσι όπως είσαι εσύ μπορείς να μείνεις.

 Κι έτσι κι υπάρχουνε ακόμα δυσκολίες, μιας κι οι καιροί όπως έχω ακούσει είναι ανασφαλείς, τους ηγέτες σου έχεις, που σου λένε ακριβώς τι έχεις να κάνεις για να πας καλά.

 Έχουνε μαθητέψει πλάι σε κείνους («Άκουσα πως τίποτα δεν θέλετε να μάθετε») Μάθαινε και τ' απλούστερα!

 Γι' αυτούς που ο καιρός τους ήρθε ποτέ δεν είναι πολύ αργά!

 Μάθαινε το αβγ, δε σε φτάνει, μα συ να το μαθαίνεις! 

Μη σου κακοφανεί! 

Ξεκίνα!

 Πρέπει όλα να τα ξέρεις! 

Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία. 

Μάθαινε, άνθρωπε στο άσυλο! 

Μάθαινε, άνθρωπε στη φυλακή! 

Μάθαινε, γυναίκα στην κουζίνα! 

Μάθαινε, εξηντάχρονε! 

Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία. 

Ψάξε για σχολείο, άστεγε! 

Προμηθεύσου γνώση, παγωμένε!

 Πεινασμένε, άρπαξε το βιβλίο: είν' ένα όπλο.

 Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία. 

Μην ντρέπεσαι να ρωτήσεις, Σύντροφε!

(«Εγκώμιο στη μάθηση»)


Το 1955 ο Μπέρτολτ Μπρεχτ θα λάβει το Βραβείο Ειρήνης του Στάλιν. Ένα χρόνο αργότερα θα χάσει τη μάχη με το θάνατο. Στις 14 Αυγούστου του 1956 πεθαίνει από θρόμβωση της στεφανιαίας αρτηρίας της καρδιάς, στο Ανατολικό Βερολίνο.


 -----------------------------------------------------------------------------------------------


Όνομα
Μπέρτολτ Μπρεχτ
Γέννηση
Γιουτζίν Μπέρτολτ Φρίντιχ Μπρεχτ
(Eugen Berthold Friedrich Brecht)
10 Φεβρουαρίου 1898
ΆουγκσμπουργκΓερμανική Αυτοκρατορία
Θάνατος
Επάγγελμα
Θετρικός συγγραφέας, Σκηνοθέτης, Ποιητής
Γλώσσα
Γερμανικά
Εθνικότητα
Γερμανική
Υπηκοότητα
Γερμανική
Αξιοσημείωτα έργα
Μάνα Κουράγιο και τα Παιδιά της
Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν
Η ζωή του Γαλιλαίου
Ο Καυκασιανός Κύκλος με την Κιμωλία
Η αποτρεπτή άνοδος του Αρτούρο Ούι
Σύζυγος(οι)
Μαριάννα Τσοφ (1922-27)
Ελένε Βάιγκελ (1930-56)
Τέκνα
Φρανκ Μπανχόλτσερ (1922-27)
Χάνα Χάιομπ (1923-2009)
Στέφαν Μπρεχτ
Μπάρμπαρα Μπρεχτ Σαλ (1930)

Υπογραφή


Bertolt-Brecht.jpg
Πορτραίτο του Μπέρτολτ Μπρεχτ το 1948. 

 Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ (γενν. ως Eugen Berthold Friedrich Brecht, 10 Φεβρουαρίου 1898 - 14 Αυγούστου 1956) ήταν Γερμανός δραματουργόςσκηνοθέτης και ποιητής του 20ού αιώνα. Θεωρείται ο πατέρας του "επικού θεάτρου" (Episches Theater) στη Γερμανία.

Βιογραφία

Γεννήθηκε το 1898 στο Άουγκσμπουργκ της Βαυαρίας και πέθανε το 1956 στο Ανατολικό Βερολίνο. Η μητέρα του ήταν Προτεστάντισα και ο πατέρας του Καθολικός διευθυντής εταιρείας χάρτου. Σπούδασειατρική στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου (1917 - 1921), επιστρατεύεται ως νοσοκόμος και υπηρετεί στονΑ' Παγκόσμιο Πόλεμο. Αρχίζει να γράφει ποιήματα και θεατρικά. Η πρώτη συλλογή ποιημάτων του ήταν το "Εγκόλπιο ευσέβειας" (Hauspostille).

Κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, συνάντησε και δούλεψε με το συνθέτη Χανς Έισλερ και ανέπτυξαν φιλία ζωής. Γνώρισε και τη Χέλενε Βάιγγελ, τη δεύτερη γυναίκα του, που τον συνόδεψε αργότερα στην εξορία μέχρι το τέλος της ζωής του.

Το 1922 παντρεύτηκε την τραγουδίστρια της όπερας Μαριάν Ζόφ. Η κόρη τους Ανν Χιόμπ γεννήθηκε ένα χρόνο μετά. Το 1923 προσλήφθηκε βοηθός σκηνοθέτη στο Γερμανικό Θέατρο του Βερολίνου υπό τη διεύθυνση του Μαξ Ράινχαρτ. Άρχισε να φοιτά στη Μαρξιστική Εργατική Σχολή και μελέτησε διαλεκτικό υλισμό. Το 1930 παντρεύτηκε την Χέλενε Βάιγγελ που στη συνέχεια απέκτησαν, αρχικά, έναν γιο και, κατόπιν, μια κόρη.

Η προσαρμογή της Όπερας των ζητιάνων του Τζον Γκέι με το όνομα Η Όπερα της Πεντάρας (Die Dreigroschenoper, 1928) σε στίχους του Μπέρτολτ Μπρεχτ και μουσική Κουρτ Βάιλ προκάλεσε αίσθηση στο Βερολίνο και ο αντίκτυπος του επηρέασε την παγκόσμια σκηνή Μιούζικαλ. Στην όπερα αυτή, οΜπρεχτ στηλίτευε την καθώς πρέπει βερολινέζικη αστική τάξη που πρόσαπτε στο προλεταριάτο έλλειψη ηθικής.

Το 1933, με την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία, ο Μπρεχτ αυτοεξορίστηκε μέχρι το έτος 1948. Έζησε πρώτα στη Δανία και τη Φινλανδία και μετά στις ΗΠΑ καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου. ΣτηΜόσχα εξέδωσε σε συνεργασία με άλλους Γερμανούς συγγραφείς το περιοδικό «Η Λέξη» (Das Wort). Στην Αμερική, όπου έζησε το κύριο μέρος της ζωής του, δέχθηκε έντονες διώξεις από το Μακαρθικό καθεστώς.

Μετά το τέλος του πολέμου εγκαταστάθηκε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας και μαζί με τη Χέλενε Βάιγκελ (Ηelene Weigel) ίδρυσαν (1949) το Μπερλίνερ Ανσάμπλ (Berliner Ensemble). Το 1950 εκλέχτηκε μέλος της Ακαδημίας Τεχνών. Τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο της ΛΓΔ το 1951 και με το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη το 1954.

Άγαλμα του Μπέρτολτ Μπρεχτ στην πλατεία που φέρει σήμερα το όνομά του στο Βερολίνο.



Έργο

Τα έργα του χαρακτηρίζονταν αρχικά από πνεύμα καταδίκης του πολέμου και του μιλιταρισμού, ενώ στη συνέχεια παρατηρείται μια αποφασιστική στροφή στη σκέψη και τη ζωή του, που εμπνέεται από τημαρξιστική φιλοσοφία. Σημαντική ώθηση στη σχέση του με την εργατική τάξη και το κίνημά της έδωσε η μαζική εξαθλίωση που προκάλεσε η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 και η νέα ορμητική ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στη Γερμανία.

Ο Μπρεχτ άρχισε την καριέρα του ως δραματουργός με μια σειρά πειραματισμούς, επηρεασμένος από τις εξπρεσιονιστικές τεχνικές, όπως στο έργο του "Βάαλ" (Baal, 1918). Με το αντιπολεμικό έργο του "Ταμπούρλα μες τη Νύχτα" (1922) κερδίζει το Βραβείο Κλάιστ (Kleist Prize). Ήταν θαυμαστής του Φρανκ Βέντεκιντ (Frank Wedekind, 1864 - 1918) κι επηρεάστηκε σημαντικά από το κινεζικό και το ρωσικό θέατρο. Το "διδακτικό" και "ανθρωπιστικό" θέατρο που για χρόνια υπηρέτησε ο Μπρεχτ απηχεί τη μαρξιστική ιδεολογία του. Ήταν τότε που έγραψε και το λιμπρέτο της όπερας (με μουσική του Κουρτ Βάιλ) " Η 'Ανοδος και η Πτώση της πόλης Μαχάγκονυ" (1930).

Ανάμεσα στα έτη 1937 και 1945, ο Μπρεχτ έγραψε τα σπουδαιότερα έργα του: 

"Η Ζωή του Γαλιλαίου" (1937-39),

 "Μάνα Κουράγιο και τα Παιδιά της" (1936-39),

 "Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν" (1935-41), 

"Ο Κύριος Πούντιλα και ο Υπηρέτης του Μάττι" (1940), 

"Η 'Ανοδος του Αρτούρου Ούι" (1941), 

"Τα Οράματα της Σιμόνης Μασάρ" (1940-43),

 "Ο Σβέικ στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο" (1942-43) 

και "Ο Καυκασιανός Κύκλος με την Κιμωλία" (1943-45).

 Το 1944 γράφει το έργο "Η ιδιωτική ζωή της κυρίαρχης φυλής", μια άτεγκτη κριτική της ζωής στη Γερμανία υπό το καθεστώς του Εθνικοσοσιαλισμού.

Η παγκοσμιότητα του έργου του αναγνωρίστηκε ευρέως μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Τα έργα του κλείνουν μέσα τους μια διάρκεια, καθώς αναδεικνύουν την ανθρώπινη υπόσταση. Έτσι, όχι μόνο δεν καταλύθηκαν από το χρόνο, αλλά τώρα προβάλλονται και τιμώνται περισσότερο παρά ποτέ.

Μετά την επιστροφή του στη Γερμανία το 1949, ο Μπρεχτ αφιερώνεται στην ποίηση και τη σκηνοθεσία των έργων του. Έγραψε εκατοντάδες ποιήματα που αντανακλούν τη σταδιακή μεταστροφή του προς τη μαρξιστική-λενινιστική φιλοσοφία. Τα πιο γνωστά από αυτά είναι:

 Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε

,Εγκώμιο στη μάθηση, 

Γερμανικό εγχειρίδιο πολέμου,

 Αυτό θέλω να τους πω,

 Να καταπολεμάτε το πρωτόγονο,

 Ποτέ δε σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ,

 Απώλεια ενός πολύτιμου ανθρώπου,

 Εγκώμιο στον Κομμουνισμό,

 Εγκώμιο στη Διαλεκτική.



Έργα

Θεατρικά

Baal (Βάαλ, 1918)

Trommeln in der Nacht (Τύμπανα τη νύχτα, 1918)

Im Dickicht der Städte (Ση ζούγκλα των πόλεων, 1921)

Leben Eduards des Zweiten von England

Mann ist Mann (Ο άντρας είναι άντρας, 1924)

Die Dreigroschenoper (Η όπερα της πεντάρας, 1928)

Aufstieg und Fall der Stadt Mahagonny (Opernlibretto) (Η ακμή και πτώση της πόλης Μαχαγκόνι, 1927)

Der Ozeanflug, ή Der Lindberghflug, ή Der Flug der Lindberghs

Das Badener Lehrstück vom Einverständnis, ή Lehrstück

Der Jasager. Der Neinsager (Opernlibretti/Lehrstücke [Schuloper])

Die Maßnahme (Lehrstück)

Die heilige Johanna der Schlachthöfe (Η αγία Ιωάννα των σφαγείων, 1929)

Die Ausnahme und die Regel (Lehrstück)

Die Mutter

Die Rundköpfe und die Spitzköpfe

Die Horatier und die Kuriatier (Lehrstück)

Furcht und Elend des Dritten Reiches (Τρόμος και αθλιότης του Γ΄Ράιχ, 1935) - Mωραΐτης - Εκδόσεις (μετάφρ. Ν. Κατσαούνης)

Leben des Galilei (Η ζωή του Γαλιλαίου, 1937)

Mutter Courage und ihre Kinder (H Μάνα Κουράγιο και τα παιδιά της, 1939)

Das Verhör des Lukullus, ή Lukullus vor Gericht, ή Die Verurteilung des Lukullus (Hörspiel, später Opernlibretto)

Der gute Mensch von Sezuan (Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν, 1939) ― ελλην. μετάφρ. Μάριος Πλωρίτης, "ΙΘΑΚΗ"

Herr Puntila und sein Knecht Matti (Ο κύριος Πούντιλα κι ο δούλος του ο Μάττι, 1940)

Der aufhaltsame Aufstieg des Arturo Ui (Η άνοδος του Αρθούρου Ουί, 1941)

Die Gesichte der Simone Machard, ή Die Stimmen (Τα οράματα της Σιμόν Μασάρ ή Οι φωνές, 1941)
Schweyk im Zweiten Weltkrieg (Ο Σβέικ στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, 1943)

Der kaukasische Kreidekreis (Ο καυκασιανός κύκλος με την κιμωλία, 1944) ― ελλην. μετάφρ. Οδυσσέας Ελύτης, "ΣΧΟΛΗ ΜΩΡΑΪΤΗ"

Die Tage der Commune (Η μέρα της Κομμούνας, 1949)

Turandot oder Der Kongreß der Weißwäscher

Επεξεργασία της Αντιγόνης

Επεξεργασία του Κοριολάνου του Ουίλιαμ Σαίξπηρ


 Die Dreigroschenoper, γνήσια αφίσα από το Βερολίνο, 1928.


-----------------------------------------------------------------------------------------------

Μπρεχτ - Αποφθέγματα



- Οι άνθρωποι παραείναι ανθεκτικοί, αυτό είναι το πρόβλημα. Είναι σε θέση να κάνουν υπερβολικά πολλά σε βάρος του εαυτού τους. Αντέχουν υπερβολικά πολύ.

- Χόρτασε πρώτα, μετά ηθικοί κανόνες.

- Μη χαίρεστε που σκοτώσατε το κτήνος. H σκύλα που το γέννησε ζει και είναι πάλι σε οργασμό.
(σχολιάζοντας τους πανηγυρισμούς μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου)


- Κανείς δεν μπορεί να είναι καλός για πολύ, αν δεν υπάρχει ζήτηση για καλοσύνη.


- Οι ήττες και οι νίκες των ανθρώπων στην κορυφή δεν είναι πάντα ήττες και νίκες για τους ανθρώπους στον πάτο.

- Ο πόλεμος είναι όπως η αγάπη: πάντα βρίσκει έναν τρόπο.

- Αυτό που έχετε, απαρνηθείτε το
και πάρτε αυτό που σας αρνιούνται.

- Είδα το παλιό να πλησιάζει, μα ερχόταν σα νέο.
Σερνόταν πάνω σε καινούργια δεκανίκια που κανένας δεν είχε ξαναδεί και βρομούσε νέες μυρωδιές σαπίλας που κανείς δεν είχε πριν ξαναμυρίσει.

- Η ανθρώπινη ράτσα έχει την τάση να θυμάται την κακομεταχείριση που έχει υποστεί παρά τις καλοσύνες. Τι μένει από ένα φιλί; Οι πληγές όμως αφήνουν σημάδια.

- Η μεγάλη Καρχηδόνα ξεκίνησε τρεις πολέμους. Μετά τον πρώτο, ήταν ακόμα ισχυρή. Μετά τον δεύτερο ήταν ακόμα κατοικήσιμη. Μετά τον τρίτο, ήταν αδύνατο να την εντοπίσεις.



 ---------------------------------------------------------------------------------------------





















   -----------------------------------------------------------------------------------------

Δημοσίευση σχολίου