Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015

« ΕΓΩ ΓΥΝΑΙΚΑ, Η ΑΝΘΡΩΠΟΣ » - ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ



( ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ )


Από τον ΑΣΤΡΟΛΑΒΟ δεν θα μπορούσαν να απουσιάζουν αφιερώματα σε προσωπικότητες των Γραμμάτων και των Τεχνών που συνδέθηκαν ή συνδέονται με την αγαπημένη μου Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας.

 Το αφιέρωμα που ακολουθεί είναι για τη τη Ζωή Καρέλλη.

Από τη μία πλευρά, φρονώ πώς είναι ένας τρόπος για να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ και να εκφράσω έτσι την ευγνωμοσύνη μου σε αυτή τη πόλη που πριν από αρκετά χρόνια με αγκάλιασε ωσάν μάνα στοργική και έγινε η δεύτερη πατρίδα μου.

Από την άλλη, είναι ένας τρόπος για να αναδείξω με τις ταπεινές μου δυνάμεις τις ζωογόνες και φωτοδότρες εκείνες φωνές μιας ολόκληρης περιοχής που μακάρι να απολάμβανε μεγαλύτερου σεβασμού εκ μέρους όχι τόσο του αθηνοκεντρικού κράτους - πάμε μια βόλτα στην γενέτειρά μου Κυψέλη Αττικής να δούμε την εγκατάλειψη που έχει προσλάβει τεράστιες διαστάσεις - αλλά του κράτους της πλατείας Συντάγματος.

Οι Βόρειοι σε μεγάλο βαθμό- εννοείται ότι δεν υπάρχουν κοινωνίες αγγελικά πλασμένες - είναι ωραίοι άνθρωποι. Άνθρωποι των επιστημών, των γραμμάτων, των Τεχνών, άνθρωποι της εργατιάς, του μόχθου και της βιοπάλης, πραγματικά διαμάντια, μπεσαλήδες και κιμπάρηδες στη ψυχή και στα συναισθήματα .Το λιμάνι, η πανέμορφη παραλία με τη θαλασσινή αύρα και τον θαλασσινό αέρα που ενδυναμώνει την ανθρώπινη επικοινωνία, φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά και αντικαθιστά τις σκουριασμένες ιδέες και ανόητα στερεότυπα με άλλες ιδέες φρέσκιες και προοδευτικές. Όποια πέτρα και να σηκώσεις θα βρεις σε αυτή την ένδοξη γη έναν υπέρλαμπρο πολιτισμό και ιστορία αιώνων με μορφές, μνημεία, γεγονότα που καταγράφηκαν στις χρυσές σελίδες της ελληνικής ιστορίας και σημάδεψαν τη πορεία της οικουμένης.

Απόψεις, σχόλια και πληροφορίες εκ μέρους όλων των φίλων του ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΥ πέρα από απαραίτητες είναι και ιδιαιτέρως ευπρόσδεκτες.


 Τρύφωνας Παπαλεωνίδας

            ===================================




                   

Μοναξιά (Ζωή Καρέλλη)

Πού θα πάμε, ψυχή, μ’ όλη τούτη
την εξορία που μέσα μας φέρνουμε;
Μαζί μας κανένας κι η μοναξιά
έγινε τόσο παράξενη, που είναι ίδια
με τη συντροφιά των πολλών ανθρώπων.
Μιλάς και σωπαίνεις και τα πράγματα
μένουν αδιάλλαχτα, σα να μην υπάρχει
θέληση καμιά, να τα κυβερνήσει.
Αστειότερες, οι θλιβερές προσπάθειες,
γιατί τόση απαισιοδοξία;… Σαν το τίποτα
να μεγάλωσε, να φούσκωσε αλλόκοτα,
δείχνει ένα πρόσωπο παράφορο δίχως μορφή,
έτοιμο να σκάσει, να βγάλει απ’ το νου,
όλα τα πλήθη που το κρατούν
και τώρα διασπώνται, σαν το τίποτα
να γίνετ’ ένα μυρμήγκιασμα.
Α, τι αθλιότητα περιέχουν
τα μάτια τής μοναξιάς!
Φύγετε τόσο μακριά,
που ποτέ να μη συναντήσετε πια
την μονάχην εικόνα σας,
καθώς φαίνεται, σήμερα, ολόκληρη.


Στις αρχές του αιώνα μια εύπορη οικογένεια της Θεσσαλονίκης απέκτησε παιδιά. Ο Νίκος – Γαβριήλ και η Χρυσούλα, δυο απ΄τα παιδιά αυτής της οικογένειας, αγάπησαν με πάθος τη γλώσσα, τα γράμματα και την ιστορία. Εκείνος έγινε ο μέγας Πεντζίκης, εκείνη, στο δικό της μονοπάτι, βαφτίστηκε Ζωή Καρέλλη και έγινε, για πολλούς, η μεγαλύτερη ποιήτρια του αιώνα.

«Μ΄ έθρεψαν αντίθετες εποχές. Έχω εκφράσεις διπλές και αλλού μου λείπουν οι γραμμές κανονικές… Έχω το ανέπαφο βλέμμα μου, μαρτυράει αληθινή, τη δική μου αγωνία».

Το 1989, ο Δημήτρης Χορν σε μια από τις σπάνιες εμφανίσεις του τις τελευταίες δεκαετίες, διάβασε δημόσια ποιήματά της. Με φωνή συγκινημένη είπε εκείνο το βράδυ: «Η καρδιά μου είναι πολύ μικρή μπροστά στη δική της καρδιά».

Γεννημένη στα 1901 στη Θεσσαλονίκη πέρασε τα παιδικά της χρόνια κλεισμένη στο σπίτι, λόγω μιας σειράς ασθενειών που την ταλαιπωρούσαν, Οι ατέλειωτες ώρες του αναγκαστικού εγκλεισμού, οι ώρες της περισυλλογής και της μελέτης, άναψαν μέσα της τη σπίθα της αναζήτησης. Οι μεγάλες της αγάπες κατόπιν, τα άλογα και οι αποδράσεις. Ονειρευόταν να μπαρκάρει σε καράβι ως ναυτικός, επιβιβάστηκε όμως στο καράβι της ποίησης στα 37 της χρόνια, στα χρόνια της κατοχής. Από τότε μέχρι σήμερα οι τιμές δεν της έλειψαν. Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών (ήταν η πρώτη γυναίκα που αναγορεύθηκε αντεπιστέλλον μέλος, το 1982), τιμημένη δυο φορές με το βραβείο Ουράνη, αγαπημένη μιας ολόκληρης γενιάς ποιητών που την ακολούθησαν.

Στα 96 της χρόνια ζει σε μια πάροδο της οδού Κρήτης, σε ένα φτωχικό διαμέρισμα, παρέα με τις αναμνήσεις ενός ολόκληρου αιώνα και το πιάνο της. Φωτογραφίες από ευτυχισμένες μέρες στους τοίχους, συγγενικά πρόσωπα, αναμνηστικά. Κάθεται στην πολυθρόνα της γαλήνια, «είμαι λίγο άρρωστη», μου λέει και με παράπονο απορεί γιατί της λιγόστεψαν τη σύνταξη που έπαιρνε απ΄το σύζυγό της.

Με ρωτάει ξανά το όνομα του περιοδικού. Απορεί με το πόσα έντυπα βγαίνουν. «Τα περιοδικά και οι εφημερίδες είναι αντανάκλαση της ζωής. Παίρνοντάς τα οι άνθρωποι αποκτούν αντίληψη του κόσμου, συνείδηση. Με όλα αυτά μαζί δεν μπορεί παρά να τα χάνουν. Βλέπουν σε όλο τον κόσμο τη ζωή κατά ένα τρόπο. Βλέπουν την επιφάνεια, την εξωτερική κίνηση». Μου λέει πόσο εντύπωση της κάνει στα έντυπα η κυριαρχία της εικόνας. «Οι φωτογραφίες είναι η ψυχή μας. Βέβαια δεν είναι όπως παλιά, όπως η ζωγραφική που ήταν ένα πόρισμα εικόνων. Τώρα είναι απλά γεγονότα. Το ένα πάνω στο άλλο δίχως κρίση. Πολλές φορές επαναλαμβάνονται, πολλαπλασιάζονται, τα ίδια, χωρίς να χρειάζεται. Κοιτάζω τις εφημερίδες πώς ξοδεύονται επιπολαίως. Οι πληροφορίες είναι πολλές και γραμμένες έτσι που δεν σου κάνουν εντύπωση».

Θαμπώνομαι από την ευστοχία των παρατηρήσεών της, την καθαρότητα της σκέψης. Απέναντί μου μια γυναίκα που κοντεύει τα εκατό. Που αγαπάει τη ζωή όσο λίγοι. Που έζησε και ζει, όπως μου λέει, τον αιώνα έντονα. Που πάλεψε για να αλλάξει τη θέση της γυναίκας στην Ελλάδα. Δεν θέλω να τη διακόψω με ερωτήσεις. Κάποια στιγμή αστειευόμενη μου λέει: «Είστε πονηρός, με αναγκάζετε να σας κάνω εξομολόγηση».

Δίπλα της μια εφημερίδα που διάβαζε το πρωί. Μου δείχνει μια μεγάλη φωτογραφία. «Δεν πρέπει οι άνθρωποι να επαφίενται στις φωτογραφίες που είναι έτσι κι αλλιώς ενσταντανέ. Πόσοι είναι οι άνθρωποι που δεν σταματούν σ΄αυτά και διαβάζουν τα άρθρα που τα συνοδεύουν;» Τα μάτια της λάμπουν καθώς μιλάει. Οι ιστορίες της είναι οι ιστορίες του έθνους. Δεν αντέχει την έλλειψη σοβαρότητας στην αντιμετώπιση των πραγμάτων. «Σήμερα τα πράγματα δεν έχουν την ίδια αξία. Έπαψε η αυστηρότητα του ανθρώπου προς τον εαυτό του. Η μελέτη στις μέρες μας παραγκωνίζεται. Ο άνθρωπος δέχεται την άμεση επίδραση των γεγονότων που το ένα μετά το άλλο διεκδικούν τα πρωτεία. Αν συμμεριστεί κανείς τι ζητούσε άλλοτε η ζωή. Μια αντίληψη καθηκόντων και ύστερα των δικαιωμάτων. Σήμερα υπάρχουν ευκολίες που στην ουσία είναι διευκολύνσεις στον τρόπο ζωής, που φθείρουν όμως. Δεν υπάρχουν ιδέες και χωρίς ιδέες ο άνθρωπος δεν στέκεται ακέραιος».

Είδε τον κόσμο να αλλάζει πολλές φορές. Αντιστάθηκε με διάφορους τρόπους στην ισοπέδωση. «Τα ποιήματά μου κουβαλούν μια βαθύτερη μελαγχολία. Έζησα απόλυτα την εποχή μου. Πέρασα τα χρόνια της δύσκολης ζωής μου υπεύθυνα. Δεν αφέθηκα στις ευκολίες του πολιτισμού. Σήμερα η κοινωνία δεν είναι ευχαριστημένη. Γιατί δεν υπάρχει εκλεκτικότητα στην εκλογή».

Ξεφυλλίζω τις ποιητικές της συλλογές και το μάτι μου μένει σε ένα στίχο:

«Έχω φτάσει την παγερή αδιαφορία για ό,τι αφορά τα μετά θάνατον. Έχω παραδεχτεί το κενό, το μηδέν και με κυριεύει της ζωής το πάθος».

Φοβάστε καθόλου; τη ρωτάω δειλά. «Δεν φοβάμαι καθόλου ότι θα πεθάνω. Μια εποχή πέρασα από κάτι τέτοιο. Ότι περνάει η ζωή και ο καθένας δεν μπορεί να κάνει όσα θέλει. Ζω ακόμα έντονα, αν και τελευταίως αρρώστησα. Μέσα μου γίνεται διαρκώς μια μάχη. Είναι το πάθος να δημιουργήσω και όχι να επιζήσω».

Στα 1956 ο Άρης Δικταίος έγραφε πως η Ζωή Καρέλλη έρχεται από το Βυζάντιο όπως και ο Καβάφης. Ο αγαπημένος της Καβάφης. «Ένας άνθρωπος παραδομένος στο γράψιμο ήταν. Ο ίδιος δεν φυλαγόταν από πουθενά. Έζησε μια ζωή τόσο χτυπημένη, από τον ίδιο του τον εαυτό πρώτα από όλους. Από την ιδιοσυγκρασία του. Λογαριάστε τι κουβαλούσε μέσα του».

Αποτέλεσμα εικόνας για ζωη καρελλη βιβλια

Έζησε τα πιο δημιουργικά χρόνια της ζωής της πλάι στην κορυφαία μορφή του αδελφού της. Ένα πρόσωπο που θαύμασε και λάτρεψε όσο λίγα. «Ο Πεντζίκης ήταν ένας μεγάλος επαναστάτης. Ένας άνθρωπος που ανήκει στο Παρελθόν. «Έζησε» το Βυζάντιο όσο κανένας. Έτσι κατάλαβε την ψυχολογία του σύγχρονου Έλληνα και αντιστάθηκε. Ήμασταν διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες. Εκείνος ήταν ένα φιλελεύθερο πνεύμα. Δεν επηρεαζόταν από κανέναν, μόνο από το πάθος του για τη ζωή. Εγώ ως θήλυ πλάσμα είχα μια άλλη ευαισθησία».

Η ποίηση τη «χτύπησε», όπως λέει, στο κεφάλι μια μέρα του 1938 και από τότε στα γραπτά της ψάχνει διαρκώς. Αποτυπώνει ανησυχίες. Πάλλεται. Προτιμά να συναναστρέφεται με νέους ανθρώπους. Δεν της αρέσει να μιλά για τα παλιά. Είναι τώρα ένας νέος κόσμος, λέει. «Παλιά οι νέοι εξαρτώνταν από τους παλιότερους. Σήμερα οι πιο παλιοί εξαρτώνται από τους «άγνωστους» νέους. Φέρνουν έναν καινούριο κόσμο. Μακάρι να ‘ναι καλύτερος. Οι νέοι έχουν μέσα τους τον βαθύ καημό της αβεβαιότητας. Σήμερα δυστυχώς γίνονται πολλές παραχωρήσεις. Πολλές φορές καταντούν οι άνθρωποι να γίνονται λαχεία, σαν αυτά που αγοράζουν. Οι νέοι δεν πρέπει να ξεχάσουν την ψυχή τους».

Θυμάται έντονα πέντε πολέμους και άπειρα δεινά. Ανησυχεί πολύ. «Έχω μια βαθιά αγάπη για τον Ελληνισμό. Όσα περνά το έθνος δεν είναι συμβάντα, αλλά περιπέτειες. Ο καλλιτέχνης δεν ήταν ποτέ υποχρεωμένος να παλέψει με τόσα πράγματα όσο σήμερα».

Η Ζωή Καρέλλη έγραψε πράγματα καινοτόμα, σε χρόνια δίσεκτα. Έγραψε θέατρο, δοκίμια, μετέφρασε (κυρίως Τόμας Έλιοτ). «Έγραψα με ψευδώνυμο γιατί ήμουν υποχρεωμένη να εργάζομαι πολύ. Η ζωή με βοήθησε να δώσω ουσιαστικά πράγματα. Σήμερα ξαναδιαβάζω δικά μου πράγματα για να τα κρίνω».

Ένας επίμονος βήχας την ενοχλεί. Μιλάμε ήδη μιάμιση ώρα και δεν θέλω να την κουράσω άλλο. Πίνει μια γουλιά κονιάκ, γέρνει το κεφάλι πίσω και με κοιτάει στα μάτια.  «Αγάπησα τη γλώσσα, αχ Θεέ μου, πόσο!!!» Στα λόγια της και στα γραφτά της ένα θρησκευτικό συναίσθημα τη συντροφεύει πάντα.

 Μου μιλάει για την ανθρώπινη αγάπη, την αληθινή φροντίδα όχι τη διευκόλυνση. «Ο αγώνας της ζωής δοκιμάζει τον άνθρωπο, του δίνει υπόσταση».

Την αποχαιρετώ και μου λέει να θυμάμαι πως μπορεί ο ηλεκτρισμός να κινεί τον κόσμο, ο εσωτερικός ηλεκτρισμός της ψυχής όμως κινεί τον άνθρωπο. Προχωράω προς την εξώπορτα και κείνη βυθίζεται ξανά στις σκέψεις της σιωπηλή. Τα μάτια της λάμπουν ακόμα.

*Ο Γιώργος Τούλας μίλησε με τη Ζωή Καρέλλη τον Μάρτιο του 1997. Η συνέντευξη αυτή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Best Seller (ένα περιοδικό της Θεσσαλονίκης, βραχείας ύπαρξης - 1995 έως 1999 )




Εγώ γυναίκα, η άνθρωπος,
ζητούσα το πρόσωπό Σου πάντοτε,
ήταν ως τώρα του ανδρός
και δεν μπορώ αλλιώς να το γνωρίσω.

Ποιος είναι και πώς
πιο πολύ μονάχος,
παράφορα, απελπισμένα μονάχος,
τώρα εγώ ή εκείνος;


Πίστεψα πως υπάρχω, θα υπάρχω,
όμως πότε υπήρχα δίχως του
και τώρα,
πώς στέκομαι, σε ποιο φως,
ποιος είναι ο δικός μου ακόμα καϋμός;

Ω, πόσο διπλά υποφέρω,
χάνομαι διαρκώς,
όταν Εσύ οδηγός μου δεν είσαι.

Πώς θα δω το πρόσωπό μου,
την ψυχή μου πώς θα παραδεχτώ,
όταν τόσο παλεύω
και δεν μπορώ ν’ αρμοστώ.

«Ότι διά σου αρμόζεται
γυνή τω ανδρί.»
Δεν φαίνεται ακόμα το τραγικό
του απρόσωπου, ούτε κι εγώ
δεν μπορώ να το φανταστώ ακόμα, ακόμα.

Τι θα γίνει που τόσο καλά,
όσα πολλά ξέρω και γνωρίζω καλλίτερα,
πως απ’ το πλευρό του δεν μ’ έβγαλες.

Και λέω πως είμαι ακέραιος άνθρωπος
και μόνος. Δίχως του δεν εγινόμουν
και τώρα είμαι και μπορώ
κι είμαστε ζεύγος χωρισμένο, εκείνος
κι εγώ έχω το δικό μου φως,
εγώ ποτέ, σελήνη,
είπα πως δεν θα βαστώ απ’ τον ήλιο
κι έχω τόσην υπερηφάνεια
που πάω τη δική του να φτάσω
και να ξεπεραστώ, εγώ,
που τώρα μαθαίνομαι και πλήρως
μαθαίνω πως θέλω σ’ εκείνον ν’ αντισταθώ
και δεν θέλω από κείνον τίποτα
να δεχτώ και δε θέλω να περιμένω.

Δεν κλαίω, ούτε τραγούδι ψάλλω.
Μα γίνεται πιο οδυνηρό το δικό μου
ξέσκισμα που τοιμάζω,
για να γνωρίσω τον κόσμο δ’ εμού,
για να πω το λόγο δικό μου,
εγώ που ως τώρα υπήρξα
για να θαυμάζω, να σέβομαι και ν’ αγαπώ,
εγώ πια δεν του ανήκω
και πρέπει μονάχη να είμαι,
εγώ, η άνθρωπος.


Αποτέλεσμα εικόνας για ζωη καρελλη βιβλια

( Ζωή Καρέλλη, Η άνθρωπος, Τα ποιήματα,  ΙΙ , σσ



. 123-24 )

Μεταφράζοντας τον παραδοσιακό ρόλο της μητρότητας, η ποιήτρια ως «μαμή» πρέπει να μεταμορφώσει τη (μητρική) γονιμότητα σε (γυναικεία) δημιουργικότητα, παλεύοντας με το πρόβλημα του να δώσει διέξοδο σε μια πράξη της φαντασίας που είναι κοινωνικά επιλήψιμη και ψυχολογικά αφόρητη.

Η ίδια η ύπαρξη της Καρέλλη γίνεται το σημείο εκκίνησης για τη φαντασιακή αυτονομία της, ένας ψυχικός και φυσικός τόπος μέσα στον οποίο μπορεί να διαπλαστεί ή να ξαναεφευρεθεί σε νέες φόρμες.

Η οργισμένη γυναίκα απαλλάσσεται από την ανάγκη του άντρα να της προσφέρει ψυχική ή πνευματική ολοκλήρωση. Η Καρέλλη σε αυτή τη μεταμόρφωση υπονοεί κάτι σημαντικότερο από μια απλή νοικοκυρίστικη εκδίκηση:

«Συνήθως στην εποχή μου η μόρφωση στα κορίτσια ήταν ένα στόλισμα («με τα πολλά χαρίσματα κεκοσμημένη δεσποινίς»), αλλά σε μένα βρέθηκε να ‘ναι η ψυχή μου αυτό το πράγμα, η οποία ολοένα γίνονταν πιο έντονη. Όχι ότι ο άνδρας μου δεν ήταν άνθρωπος άξιος αγάπης και σεβασμού και εκτίμησης, αλλά υπάρχει ένας χωρισμός.» («Την ελευθερία τη βρήκα στην ποίηση», σ.55)

«Η άνθρωπος» μπορεί να ερμηνευτεί ως μια διακήρυξη της περιθωριοποίησης της γυναίκας, σχολιάζοντας το γεγονός ότι οι γυναίκες έχουν υποφέρει μια έντονη ταπείνωση και στέρηση ως κοινωνικά όντα.

Έχοντας πλήρως συνειδητοποιήσει τον πολιτισμικό ακρωτηριασμό του γυναικείου φύλου,το ποίημα παρουσιάζει μια γυναίκα αποφασισμένη να διεκδικήσει τον τίτλο του «πλήρους ανθρώπου», αποδεικνύοντας ότι η σιωπή της είναι μια «κοινωνική σιωπή».

Αν πέσει η μασκαράτα, παίρνοντας μαζί και τη «θηλυκότητα», τότε τι μένει; -αυτό είναι το ερώτημα για τις «σκεπτόμενες» γυναίκες του εικοστού αιώνα (ποιήτριες, καλλιτέχνιδες, φιλοσόφους).

Όπως επισημαίνεται από τη συζήτηση πάνω στο θέμα αυτό από μια ομάδα σύγχρονων Ελληνίδων ποιητριών: «Πολύ γρήγορα το θηλυκό ποιητικό υποκείμενο ξεπερνά τη βιολογική του αυτογνωσία, επίσης η ρήξη του με το αντίθετο φύλο δεν μπορεί ν’ αποτελέσει μόνιμη θεματική, όσο βασανιστικό ή οδυνηρό και αν είναι το βίωμα.

Προχωρεί σε κάτι πιο ατομικό και γι’ αυτό πιο πολύτιμο, είναι η συνείδηση πως τούτος ο νεογνός λόγος γεννήθηκε μ’ έναν αρχέγονο τραυματισμό. Δεν υπάρχει γλώσσα μητέρα, δεν υπάρχει παρέκκλιση ή διαφυγή από την παγίδα του αρσενικού γλωσσικού συστήματος.

Οργανώνοντας σε ποιητική ύλη αυτά τα ιδιότυπα άλγη, η γυναίκα μέσα από μια εσώτατη αυτογνωσία καταργεί όλα της τα στερεότυπα» (Παπαδάκη, Υπάρχει, λοιπόν, γυναικεία ποίηση;, σ. 47)

Διερευνώντας τις καταπιεστικές ιδεολογίες της εποχής της που συντρέχουν στην κατασκευή της «θηλυκής» γυναίκας, η Καρέλλη επεδίωξε να κοινοποιήσει τις συνεχώς εντεινόμενες υποψίες της για τους κώδικες, τις κατηγοριοποιήσεις και τη διαμόρφωση των εννοιών σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο.

Έτσι δημιουργεί μια τελετουργική κατάσταση όπου η γυναίκα απαλλάσσεται από τον Θεό - Πατέρα, το Νόμο του, και τη δύναμη που ασκεί πάνω της.

Γι’ αυτή τη γυναίκα – ποιήτρια το να γράφει οργισμένα, βίαια ποιήματα αποτελεί ένα αναστάσιμο γεγονός, αναγεννώντας μια ύπαρξη με όλα τα χαρακτηριστικά που είχε διαγράψει ο παλιός της εαυτός.

«Είναι φανερό λοιπόν, πόσο αυτό το ποίημα, πέρα από κάθε κοινή μαρτυρία και διαμαρτυρία, εκφράζει την αγωνία και τον αγώνα της γυναίκας να στηριχτεί και να σταθεί μόνη της μέσα στον εαυτό της και τον κόσμο, με μια συνέπεια όμως που μόνο η βαθύτερη “βάσανος” θα μπορούσε να δικαιώσει.  Και μόνο βάζοντας η Καρέλλη το θηλυκό άρθρο (“η” άνθρωπος) σε αντιπαράθεση με το αρσενικό, θα μπορούσε να δει κανείς αυτή την αντικατάσταση σαν μια δίκαιη αλλά δραματική απόπειρα να εντάξει το θηλυκό γένος μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη πέρα από διαφορές και διακρίσεις των δύο φύλων» (Κέντρου – Αγαθοπούλου, «Η άνθρωπος ή η δραματικότητα μιας εσωτερικής πάλης», σσ. 38-39)

Αφήνοντας πίσω την υποβαθμισμένη και στερημένη γυναίκα, η Καρέλλη φαντασιώνεται μια ξέφρενη μετουσίωση όπου η οργή γίνεται λύτρωση, εξαγνίζοντας όλα τα ψέματα μέσα της.

Η παραδοχή και εκδήλωση θυμού βοηθά την ποιήτρια να απελευθερωθεί και να αυτοπροσδιοριστεί.

Η «άνθρωπος» είναι μια δυναμική γυναίκα και ποιήτρια –ένα ον που εγκυμονεί τη δυνατότητα για πέταγμα και γι’ αυτό είναι ικανή να συντρίψει όλες τις προκαταλήψεις σχετικά με τη «φύση» των γυναικών.

Σε μια στιγμή έκστασης και αυτογνωσίας,αποδύεται όλους τους παραδοσιακούς ρόλους και τα κοινωνικά πρότυπα. Μέσα από μια κατάσταση διεκδικητικής επιθετικότητας, η Καρέλλη ανακοινώνει την απόφασή της να εκδυθεί τους πατριαρχικούς μύθους και να εγκαινιάσει μια νέα ζωή.

Η περσόνα του «Η άνθρωπος» δοκιμάζει επιλογές, κατασκευάζει στρατηγικές και ασκεί μια μυθολογία αυτοκαταστροφής και νεκρανάστασης που τελικά ανοίγει νέες δυνατότητες για τη συμβολική πραγμάτωση του γυναικείου φαντασιακού.

Ο αληθινός εαυτός –θετικός, ολοκληρωμένος, αναγεννημένος- συνδυάζεται με την καλλιτεχνική δημιουργικότητα και με μια αυτονομία που είναι εφικτή μόνο αν κανείς δεν προσδιορίζεται σε σχέση με κάποιον άλλο.

Όταν η αυθεντική γυναικεία ύπαρξη αναδύεται σε μια αυτοδύναμη αναζήτηση, η ηρωίδα δεν προσδιορίζεται πια σε σχέση με έναν άντρα –και με τους άντρες της ζωής της(Θεό ή σύζυγο).

Η άνθρωπος αντιπροσωπεύει το θρίαμβο πάνω κι έξω από τα τυπικά γυναικεία στερεότυπα, διακηρύσσοντας πόσο αυτό επηρεάζει τη δημιουργική της ελευθερία και τον έλεγχο του κόσμου γύρω της.

Σωστά, λοιπόν, έχει επισημανθεί ότι:

«Άλλωστε, αν μέσα σ’ ολόκληρο το ποιητικό της έργο χρησιμοποιεί η ποιήτρια, ως γνωστό, το αρσενικό άρθρο, με τη σημασία που θέτει εδώ το θηλυκό, τονίζοντας από την αρχή την ανθρώπινη κι όχι κατ’ ανάγκη τη θηλυκή της υπόσταση, αυτό σημαίνει ήδη ότι τοποθετείται αφ’ εαυτής και εν δυνάμει στις προσβάσεις ενός επίπονου δρόμου κι από κει μέσα χαράζει, μαρτυρώντας, το χώρο της, αποφασισμένη να περάσει σε μια πορεία ολότελα αντίθετη από κείνη της εξαρτώμενης ή ετερόφωτης γυναίκας αλλά του ανθρώπου που οδηγείται συνειδητά στη ζωή» (Κέντρου – Αγαθοπούλου, «Η άνθρωπος ή η δραματικότητα μιας εσωτερικής πάλης», σ.39)

(Απόσπασμα από το βιβλίο Εγώ, η άνθρωπος. Έμφυλες αναζητήσεις στην ποίηση της Ζωής Καρέλλη, Αικατερίνη Δούκα - Καμπίτογλου, Εκδόσεις Επίκεντρο, 2012)




Αποτέλεσμα εικόνας για ζωη καρελλη εικονες


ΣΤΗ ΦΩΤΟ Η ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ ΜΕ ΤΟΝ ΝΤΙΝΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΠΑΡΑΛΙΑ ΕΝ ΕΤΕΙ 1959.



Ο λόγος του ασώτου

I

Κύριε, ελέησόν μου την τόλμην της ομολογίας.
Να δοκιμάσω την τροφήν των ζώων του πατέρα μου.
Αγαπητή γη, πατρικό χωράφι,
είν’ εύκολο να γονατίσει ο κουρασμένος.
Ευφροσύνη απ’ τη γνωστή όψη των πραγμάτων.
Πρόθυμη μετάνοια, θρεμμένη από αμαρτίες
αστήριχτες. Σαν έφευγα ήξερα πως θα γυρίσω,
γι’ αυτό επέστρεψα. Ν’ ακουμπήσω
τα κουρασμένα ανίκανα μέλη στην πρόθυμη γη.
Όνειρα χόρτασης, επιθυμίες που δεν χόρτασαν,
ποιος θα τις πληρώσει ποτέ; Πόσο βαστά
ευγνωμοσύνης η θαλπωρή και πώς θα βρεθούμε
ύστερα με τον πατέρα αντιμέτωποι;
Πατέρας του εαυτού μου εγώ
προσηνής και σκληρός νομοθέτης.
Κύριε, ελέησόν μου την συστολή του πόνου, να εισέλθω ολόκληρος στους κόλπους σου.

II

Το σπίτι του πατέρα μου
μέσα μου βρίσκεται.
Όπως τ’ απομεινάρια της τροφής των ζώων,
η πάσα ευωχία κι η έκφραση της χαράς,
η δική του μέσα μου κι η δική μου.
Ύμνος διπλόηχος,
ωσαννά σε υπέροχη κίνηση,
συνενούμενον νέφος υπερέχον,
τη λύπη θυμιάματος συνεννόησης
Είμαι το δοχείον και το χέρι και ο οίνος της ζωής.
Είμαι το πνεύμα, η ύλη και η άυλη εξόδευση.
Είμαι ύπαρξη, καταστροφή και η γέννηση.
Είμαι ο ναός που περιέχει τον ψάλλοντα και ακούοντα.
Περιέχω το αποτέλεσμα της αμαρτίας
τη συγχώρεση. Διαστέλλομαι
όπως το άπειρο φως εν ονόματί μου.
Είμαι ο νόμος, ο νομοθέτης κι ο νομοταγής,
η τιμωρία κι ο τιμωρούμενος,
είμαι εικόνα του θείου που εικονίζω
στην προσπάθεια της ζωής.

III

Έφυγα κουβαλώντας τη μέλλουσα επιστροφή μου.
Τον κύκλο επιχείρησα με τον πόθο ευθείας εξόδου,
επανάσταση αδιέξοδο πολεμώντας.
Εικόνα της νεανικής αγαθότητος ο πατέρας μέσα μου,
πάντα με προσκαλεί να ξαναρθώ στην αρχή
που γνωρίζει το τέλος της μόνης εφαρμογής.
Ποια δώρα προσφέρω στον εαυτό μου επανερχόμενος;
Εικόνες της φρίκης τού εαυτού μου αδιάσπαστες
με την ανάγκη της ειρηνικής ζωής.
Μαθητεία της ύπαρξης. Δίκαια η χαρά των αγγέλων
κι η ανάπαυση στους σταθερούς κόλπους
της αιώνιας ζωής, όπου θα διαλυθώ εν ειρήνη.

Από τη συλλογή Πορεία (1940) της Ζωής Καρέλλη

                    =========================






Λογοτεχνικό ψευδώνυμο της ποιήτριας, θεατρικής συγγραφέως, δοκιμιογράφου και μεταφράστριας Χρυσούλας Αργυριάδου, το γένος Πεντζίκη. Υπήρξε επίλεκτο μέλος του λογοτεχνικού κύκλου της Θεσσαλονίκης και εξακολουθεί να παραμένει μία από τις πιο ενδιαφέρουσες παρουσίες στα νεοελληνικά γράμματα.

Η Ζωή Καρέλλη γεννήθηκε το 1901 στη Θεσσαλονίκη, σε μία πλούσια οικογένεια της πόλης. Ο πατέρας της, Γαβριήλ Πεντζίκης, ήταν φαρμακοποιός και η μητέρας της, Μαίρη, δασκάλα. Ήταν η μεγαλύτερη από τις τρεις κόρες της οικογένειας, το στερνοπούλι της οποίας υπήρξε ο σπουδαίος Έλληνας συγγραφέας Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (1908-1993). Μετά τις εγκύκλιες σπουδές της, ασχολήθηκε με την εκμάθηση ξένων γλωσσών και τη μουσική, ενώ για ένα διάστημα παρακολούθησε μαθήματα Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Στα γράμματα παρουσιάστηκε το 1935 από τις στήλες του περιοδικού Το Τρίτο Μάτι, όπου δημοσίευσε το δοκίμιο Διαθέσεις. Το 1937 πρωτοδημοσίευσε το ποίημά της Φετεπουρσικρί στο περιοδικό Μακεδονικές Ημέρες και το 1940 την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο Πορεία. Η ποιητική της παρουσία είναι έντονη τη δεκαετία 1948-1958, κατά την οποία εξέδωσε εννέα ποιητικές συλλογές.

Συνολικά, εξέδωσε δώδεκα ποιητικές συλλογές, πέντε θεατρικά έργα και πολλά δοκίμια, ενώ πολλά κείμενά της βρίσκονται δημοσιευμένα σε λογοτεχνικά περιοδικά, όπως τα Φιλολογικά Χρονικά, Νέα Εστία, Μακεδονικά Γράμματα, Μορφές, Ο Αιώνας μας, Σημερινά Γράμματα, Καινούρια Εποχή, Πνευματική Κύπρος, Νέα Πορεία. Υπήρξε μέλος του κύκλου του περιοδικού Κοχλίας της Θεσσαλονίκης, ψυχή του οποίου ήταν ο αδελφός της Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Ποιήματά της μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες. Ασχολήθηκε, επίσης, με τη λογοτεχνική μετάφραση, κυρίως έργων του Τόμας Έλιοτ, ενώ αξιοσημείωτο είναι επίσης το δοκιμιακό της έργο, κυρίως γύρω από τη λογοτεχνία και το θέατρο.

Η Ζωή Καρέλλη τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική συλλογή Κασσάνδρα (1956) και το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τα Ποιήματα 1940-1973 (1974). Το 1982 έγινε η πρώτη γυναίκα που αναγορεύθηκε αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Το 1985 ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Χρήστος Σαρτζετάκης, της απένειμε το Μετάλλιο του Ταξιάρχη του Φοίνικα της Ελληνικής Δημοκρατίας. Η Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ την αναγόρευσε επίτιμο διδάκτορα το 1988. Θήτευσε επί πολλά χρόνια στην καλλιτεχνική επιτροπή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος.

Άτομο στοχαστικό και με ποικίλα ενδιαφέροντα, η Ζωή Καρέλλη αφομοίωσε δημιουργικά την ελληνική (αρχαία, βυζαντινή και νέα) και ευρωπαϊκή λογοτεχνική παράδοση. Το μεταφυσικό πρόβλημα και η υπαρξιακή αγωνία αποτελούν σταθερούς άξονες της ποίησής της, σε συνδυασμό με τη γυναικεία ευαισθησία. Την προβληματική της ποίησής της μετέφερε και στα θεατρικά της έργα.

Η Ζωή Καρέλλη πέθανε στη Θεσσαλονίκη στις 16 Ιουλίου 1998, σε ηλικία 97 ετών.



Λογοτεχνικό ψευδώνυμο της ποιήτριας, θεατρικής συγγραφέως, δοκιμιογράφου και μεταφράστριας Χρυσούλας Αργυριάδου, το γένος Πεντζίκη. Υπήρξε επίλεκτο μέλος του λογοτεχνικού κύκλου της Θεσσαλονίκης και εξακολουθεί να παραμένει μία από τις πιο ενδιαφέρουσες παρουσίες στα νεοελληνικά γράμματα.

Η Ζωή Καρέλλη γεννήθηκε το 1901 στη Θεσσαλονίκη, σε μία πλούσια οικογένεια της πόλης. Ο πατέρας της, Γαβριήλ Πεντζίκης, ήταν φαρμακοποιός και η μητέρας της, Μαίρη, δασκάλα. Ήταν η μεγαλύτερη από τις τρεις κόρες της οικογένειας, το στερνοπούλι της οποίας υπήρξε ο σπουδαίος Έλληνας συγγραφέας Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (1908-1993). Μετά τις εγκύκλιες σπουδές της, ασχολήθηκε με την εκμάθηση ξένων γλωσσών και τη μουσική, ενώ για ένα διάστημα παρακολούθησε μαθήματα Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Στα γράμματα παρουσιάστηκε το 1935 από τις στήλες του περιοδικού Το Τρίτο Μάτι, όπου δημοσίευσε το δοκίμιο Διαθέσεις. Το 1937 πρωτοδημοσίευσε το ποίημά της Φετεπουρσικρί στο περιοδικό Μακεδονικές Ημέρες και το 1940 την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο Πορεία. Η ποιητική της παρουσία είναι έντονη τη δεκαετία 1948-1958, κατά την οποία εξέδωσε εννέα ποιητικές συλλογές.

Συνολικά, εξέδωσε δώδεκα ποιητικές συλλογές, πέντε θεατρικά έργα και πολλά δοκίμια, ενώ πολλά κείμενά της βρίσκονται δημοσιευμένα σε λογοτεχνικά περιοδικά, όπως τα Φιλολογικά Χρονικά, Νέα Εστία, Μακεδονικά Γράμματα, Μορφές, Ο Αιώνας μας, Σημερινά Γράμματα, Καινούρια Εποχή, Πνευματική Κύπρος, Νέα Πορεία. Υπήρξε μέλος του κύκλου του περιοδικού Κοχλίας της Θεσσαλονίκης, ψυχή του οποίου ήταν ο αδελφός της Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Ποιήματά της μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες. Ασχολήθηκε, επίσης, με τη λογοτεχνική μετάφραση, κυρίως έργων του Τόμας Έλιοτ, ενώ αξιοσημείωτο είναι επίσης το δοκιμιακό της έργο, κυρίως γύρω από τη λογοτεχνία και το θέατρο.

Η Ζωή Καρέλλη τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική συλλογή Κασσάνδρα (1956) και το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τα Ποιήματα 1940-1973 (1974). Το 1982 έγινε η πρώτη γυναίκα που αναγορεύθηκε αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Το 1985 ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Χρήστος Σαρτζετάκης, της απένειμε το Μετάλλιο του Ταξιάρχη του Φοίνικα της Ελληνικής Δημοκρατίας. Η Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ την αναγόρευσε επίτιμο διδάκτορα το 1988. Θήτευσε επί πολλά χρόνια στην καλλιτεχνική επιτροπή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος.

Άτομο στοχαστικό και με ποικίλα ενδιαφέροντα, η Ζωή Καρέλλη αφομοίωσε δημιουργικά την ελληνική (αρχαία, βυζαντινή και νέα) και ευρωπαϊκή λογοτεχνική παράδοση. Το μεταφυσικό πρόβλημα και η υπαρξιακή αγωνία αποτελούν σταθερούς άξονες της ποίησής της, σε συνδυασμό με τη γυναικεία ευαισθησία. Την προβληματική της ποίησής της μετέφερε και στα θεατρικά της έργα.

Η Ζωή Καρέλλη πέθανε στη Θεσσαλονίκη στις 16 Ιουλίου 1998, σε ηλικία 97 ετών.







ΠΗΓΕΣ


Ζωή Καρέλλη: Αγάπησα τη γλώσσα, αχ Θεέ μου πόσο ...


Ζωή Καρέλλη | Ποιητική Αλήθεια


Βιογραφίες - Ζωή Καρέλλη - Σαν Σήμερα .gr


Μοναξιά (Ζωή Καρέλλη) - ΠΟΙΗΜΑΤΑ - WordPress.com

Εστάμπα (Ζωή Καρέλλη & Νένα Βενετσάνου)






Η Ζωή Καρέλλη διαβάζει ποιήματά της [Ηχογράφηση 1988] - Α΄ μέρος





Η Ζωή Καρέλλη διαβάζει ποιήματά της [Ηχογράφηση 1988] - Β΄ μέρος




Από την κασέτα που συνόδευε το 4ο τεύχος του θρυλικού περιοδικού "Παρατηρητής", που εκδιδόταν στη Θεσσαλονίκη. Το 4ο τεύχος περιείχε συν άλλοις εκτενές αφιέρωμα στη Ζωή Καρέλλη. Η Ζωή Καρέλλη ηχογραφήθηκε να απαγγέλει τα ποιήματά της τέλη του 1987, ενώ το τεύχος εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 1988.

Δημοσίευση σχολίου