Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

« ΜΑΡΑΜΠΟΥ » - ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ


                                             TRIVAGO - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

                                         ======================

                                            AIR TICKETS - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !



     ==============================================================






    ============================================================

              Σταυρός Του Νότου - Γραμμές Των Οριζόντων ( CD ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

    =============================================================

                         ΠΟΥΣΙ (ΕΠΕΤΕΙΑΚΗ ΕΚΔΟΣΗ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !   

    ==============================================================

                              ΜΑΡΑΜΠΟΥ ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !     

    ===============================================================

                  ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΤΙΜΟΝΙΕΡΗ ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ ! 

   ================================================================

                               ΤΡΙΕΣΤΙΝΑ ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

   =================================================================

                         ΘΑ ΣΑΣ ΤΗΛΕΦΩΝΩ ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

   ==================================================================

          ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑ ΘΑΛΑΣΣΑ ΖΩΗ ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ ! 

  ===================================================================

     ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ Ο ΔΑΙΜΟΝΑΣ ΧΟΡΕΥΕ ΜΕΣΑ ΤΟΥ ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ ! 

 ====================================================================

      ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΑΔΕΛΦΗ ΤΟΥ ΤΖΕΝΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΛΓΚΑ ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

 =====================================================================

                          ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !  

 =====================================================================-

                                    ΛΙ ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !     

 ======================================================================                  




«Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη
πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου είπες σ’ αγαπώ
αύριο σαν τότε και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Ντεπό» 




- Η Κυψέλη του Καββαδία, ο « Μαραμπού » της Κυψέλης.


- Η οδός Κιμώλου 18, η οδός Αγίου Μελετίου 10.



Αποτέλεσμα εικόνας για νικος καββαδιας


Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1910 στη Μαντζουρία, από γονείς Κεφαλονίτες, ενώ το 1914 η οικογένεια ήρθε στην Ελλάδα.

Το 1933 η οικογένεια Καββαδία εγκαθίσταται στην Αθήνα, σε μια διώροφη κατοικία στην οδό Κιμώλου 18 στην Κυψέλη, ενώ λίγα χρόνια αργότερα το 1939 ο ποιητής μετακόμισε με την μητέρα και την αδερφή του στην οδό Αγίου Μελετίου 10, όπου και έζησαν για 23 χρόνια.

Σήμερα στην πολυκατοικία της Αγ. Μελετίου 10 δεν υπάρχει καμία απόδειξη της διαμονής του μεγάλου ναυτικού και ποιητή.


- Το 1975, στην Αθήνα, στην κλινική "Άγιοι Απόστολοι", ο "Μαραμπού" της Κυψέλης άφησε την τελευταία του πνοή ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο.


- Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1910 στο Νίκολσκι Ουσουρίσκι, μια επαρχιακή πόλη της περιοχής του Χαρμπίν στη Μαντζουρία, από γονείς Κεφαλλονίτες, το Χαρίλαο Καββαδία και τη Δωροθέα Αγγελάτου της γνωστής οικογένειας εφοπλιστών της Κεφαλλονιάς. Σ’ αυτή τη μικρή Ρωσική πόλη, γεννιούνται και άλλα δυο παιδιά: η Τζένια (Ευγενία) κι ο Μήκιας (Δημήτρης). Ο πατέρας Χαρίλαος Καββαδίας διατηρούσε γραφείο γενικού εμπορίου διακινώντας μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων με κύριο πελάτη τον τσαρικό στρατό.

Το 1914, με το ξέσπασμα του Πολέμου, η οικογένεια έρχεται στην Ελλάδα κι εγκαθίσταται στο Αργοστόλι, ενώ ο πατέρας επιστρέφει στις επιχειρήσεις του στη Ρωσία, όπου καταστρέφεται οικονομικά. 
Το 1917, κατά τη διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης, φυλακίζεται.
 Γυρίζει και πάλι στην Ελλάδα το 1921, τσακισμένος και ανίκανος να προσαρμοσθεί στην ελληνική πραγματικότητα.

Μετά το Αργοστόλι, η οικογένεια εγκαθίσταται στον Πειραιά. Ο Καββαδίας πηγαίνει στο Δημοτικό κι είναι συμμαθητής με τον Γιάννη Τσαρούχη

Διαβάζει Ιούλιο Βερν και διάφορα βιβλία περιπέτειας. Στο Γυμνάσιο γνωρίζεται με τον συγγραφέα και ιατρό του Πολεμικού Ναυτικού Παύλο Νιρβάνα. Δεκαοκτώ ετών, αρχίζει να δημοσιεύει ποιήματα στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας.
Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, δίνει εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή. Όμως την ίδια περίοδο πεθαίνει ο πατέρας του και αναγκάζεται να εργαστεί σε ναυτικό γραφείο. Συνεχίζει όμως να συνεργάζεται με διάφορα φιλολογικά περιοδικά. 
Το Νοέμβριο του 1928, ο Καββαδίας βγάζει ναυτικό φυλλάδιο και μπαρκάρει ως "ναυτόπαις" τον επόμενο χρόνο στο φορτηγό "Άγιος Νικόλαος".

Το 1934, η οικογένεια μετακομίζει από τον Πειραιά στην Αθήνα. Το σπίτι της γίνεται τόπος συγκέντρωσης λογοτεχνών, ζωγράφων και ποιητών. Ο Καββαδίας την εποχή εκείνη περιγράφεται ως ένας λιγομίλητος απλός άνθρωπος, ατημέλητος, χαριτωμένος, εγκάρδιος, με ανεξάντλητο χιούμορ, αγαπητός στους πάντες.
 Το 1938 στρατεύεται και υπηρετεί στην Ξάνθη με την ειδικότητα του ημιονηγού, ενώ το 1939 παίρνει το δίπλωμα του ραδιοτηλεγραφητή κατωτέρας τάξεως.
 Στον πόλεμο του ’40 φεύγει για την Αλβανία, όπου υπηρετεί αρχικά ως ημιονηγός τραυματιοφορέας και αργότερα λόγω της ειδικότητάς που είχε ως ασυρματιστής χρησιμοποιείται στο σταθμό υποκλοπής της ΙΙΙ Μεραρχίας.

Στη διάρκεια της Κατοχής, ο Καββαδίας περνάει στις γραμμές της Εθνικής Αντίστασης και γίνεται μέλος του ΕΑΜ. Την ίδια ακριβώς περίοδο γίνεται και μέλος του ΚΚΕ
Εντάσσεται, επιπλέον, στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, παρά το γεγονός ότι είχε τυπώσει τότε μόνο ένα βιβλίο, το Μαραμπού, ενώ το όριο ήταν τα τρία βιβλία. Είναι όμως ενεργός λογοτεχνικά, γράφοντας ποιήματα, ορισμένα εξ' αυτών Αντιστασιακά, με πιο χαρακτηριστικό το ποίημα "Στον τάφο του ΕΠΟΝίτη".

Αποτέλεσμα εικόνας για νικος καββαδιας


Στις αρχές του 1945 γίνεται επικεφαλής του ΕΑΜ Λογοτεχνών-Ποιητών, θέση την οποία παραχωρεί στις 6 Οκτώβρη του ίδιου έτους στον Νικηφόρο Βρεττάκο, εξαιτίας της αναχώρησής του από την Ελλάδα με το πλοίο "Κορινθία". Η ασφάλεια του έδωσε άδεια, καθώς θεωρείτο ανενεργός κομμουνιστής.

Από το 1954 μέχρι και το 1974, ταξιδεύει διαρκώς με πολύ μικρά διαλείμματα. Μέσα στη χρονική αυτή περίοδο, τα πιο σημαντικά γεγονότα στη ζωή του ποιητή αφορούν το θάνατο του πιο μικρού του αδερφού, Αργύρη, το 1957, την κυκλοφορία της «Βάρδιας» στα γαλλικά το 1959, την επανέκδοση του «Μαραμπού» και του «Πούσι» το 1961 από τις εκδόσεις Γαλαξίας, το θάνατο της μητέρας του το 1965 και τη γέννηση του Φίλιππου το 1966, γιου της ανιψιάς του Έλγκας.

Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του, και συγκεκριμένα το 1954, συνέβη το εξής περιστατικό: Ενώ ο ποιητής εργαζόταν σε "ποστάλι" (καράβι μικρών αποστάσεων, επιβατηγό),ταξίδεψε με το καράβι του ο Γιώργος Σεφέρης. Τόσο κατά την τυπική υποδοχή των ταξιδιωτών, όσο και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ο Σεφέρης δεν μπήκε καν στη διαδικασία να χαιρετίσει τον Καββαδία. Το γεγονός πίκρανε ιδιαίτερα τον Καββαδία, που θεωρούσε ότι η λογοτεχνική γενιά του '30, στην οποία ανήκε και ο ίδιος, τον υποτιμούσε.

- Νίκος Καββαδίας. Βλ. Το Βήμα. "Εκτιμούσε τον Σεφέρη για το έργο του και τον θεωρούσε φίλο του (... του έχει αφιερώσει, μάλιστα, το ποίημα "Εσμεράλδα" στο "Πούσι"), αν και όπως έλεγε με το χαρακτηριστικό του χιούμορ "δεν ξέρω αν ήμουν κι εγώ δικός του φίλος" και θυμόταν που κάποτε στη Βηρυτό είχε περάσει το νομπελίστα από έναν δρόμο γεμάτο μ' ελληνικές σημαίες κι όταν ο Σεφέρης θαύμασε που είδε τόση Ελλάδα, του αποκάλυψε πως ήταν η γειτονιά με τα ελληνικά μπορντέλα. Θύμωσε ο Σεφέρης και του είπε "Κύριε ή εσείς θα κατεβείτε απ' το αμάξι ή εγώ", οπότε κατέβηκε ο Καββαδίας και συνέχισε με τα πόδια" (από το μπλογκ Senile Decay). 
- "Ὁ Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε τὸ 1910 σὲ μία μικρὴ ἐπαρχιακὴ πόλη τῆς Μαντζουρίας, στὴν περιοχὴ τοῦ Χαρμπὶν ποὺ ἦταν στρατιωτικὴ βάση. Λεγόταν τότε Νικόλσκι Οὐσουρίσκι, κοντὰ στὸν ποταμὸ Οὐσσούρ.

Ὁ πατέρας ἦταν ἐπιχειρηματίας. Διατηροῦσε γραφεῖο γενικοῦ ἐμπορίου -εἰσαγωγὲς / ἐξαγωγὲς / μεταφορές-, διακινοῦσε μεγάλες ποσότητες ἐμπορευμάτων, τροφίμων καὶ ἄλλων καταναλωτικῶν εἰδῶν καὶ συγχρόνως ἦταν προμηθευτὴς τοῦ τσαρικοῦ στρατοῦ.
 Σ᾿ αὐτὴ τὴ μικρὴ πόλη γεννήθηκαν τὰ τρία ἀπὸ τὰ τέσσερα παιδιὰ τῆς οἰκογένειας.
 Τὸ 1914, στὴν ἀρχὴ τοῦ πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ὁ πατέρας ἀποφάσισε νὰ φέρει τὴν οἰκογένεια στὴν Ἑλλάδα, καθὼς πλανιόταν στὸν ἀέρα ἡ ἐπερχόμενη ἀνατροπή. 
Ταξίδεψαν μὲ τὸν Ὑπερσιβηρικὸ σιδηρόδρομο δεκαπέντε ὁλόκληρες μέρες διασχίζοντας τὰ Οὐράλια Ὄρη κι ἕνα μεγάλο μέρος τῆς ἐνδοχώρας. Φτάσανε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου βρήκανε τ᾿ ἀδέρφια τῆς μάνας ποὺ εἶχαν ναυτικὲς ἐπιχειρήσεις καὶ μὲ κάποιο καράβι τους, τοὺς περάσανε στὸ ἑλληνικὸ ἔδαφος.

 Φτάσανε στὴν Ἀθήνα ὅπου ἔμειναν στὸ ξενοδοχεῖο «Διάνα». Τὰ δύο μεγαλύτερα παιδιὰ εἶδαν γιὰ πρώτη φορὰ θέατρο - Τὰ «Παναθήναια» μὲ τὴ Μαρίκα Κοτοπούλη. Καταλήξανε στὴν Κεφαλονιὰ στὰ πατρικὰ σπίτια μὲ τὶς γιαγιάδες καὶ τοὺς παπποῦδες, τῆς μάνας στὴν Ἄσσο, τοῦ πατέρα στὸ Φισκάρδο. Δὲν ἔμειναν πολύ.

Ἦρθαν στὸ Ἀργοστόλι ὅπου νοικίασαν ἕνα μεγάλο σπίτι μὲ περιβόλι στὸ δρόμο τῆς Λάσσης, καὶ γράψανε τὰ δύο μεγαλύτερα παιδιὰ στὸ Νηπιαγωγεῖο τῆς σχολῆς Ἑλένης Μαζαράκη, «Παρθεναγωγεῖο αἱ Μοῦσαι».

Ὁ πατέρας γύρισε στὴ Ρωσία γιὰ νὰ τακτοποιήσει τὶς ἐπιχειρήσεις του καὶ τὰ μικρὰ ἀπομεῖναν ξαφνιασμένα στὸ ἀνύποπτο ὡς τότε καὶ ἥσυχο Ἀργοστόλι, ποὺ ἄρχιζε νὰ τὸ τραντάζει ὁ ἀπόηχος τοῦ πολέμου. Ὑδροπλάνα, ὁπλιταγωγά, ἀτμάκατοι, συμμαχικὸς στρατός, Ἄγγλοι, Γάλλοι, Σενεγαλέζοι. Τὰ παιδιὰ τῆς οἰκογένειας βρίσκονταν κάθε ἀπόγευμα μὲ τὴ νταντὰ στὴν πλατεία.
 Ὁ Νίκος Καββαδίας ξέφευγε κατὰ τὴ συνήθειά του γιὰ νὰ κάνει φιλίες μὲ στρατιῶτες τοῦ συμμαχικοῦ στρατοῦ, κατὰ προτίμηση τοὺς Σενεγαλέζους ποὺ τὸν ἐντυπωσίαζαν μὲ τὸ χρῶμα τους καὶ τὸ μπόι τους καθὼς τὸν σήκωναν ψηλὰ στὰ χέρια τους καὶ τοῦ χαρίζανε ταινίες ἀπὸ τὰ καπέλα τους καὶ ἄλλα ἀντικείμενα.

 Ἡ οἰκογένεια ἀποκλείστηκε στὴν Κεφαλονιὰ καὶ ὁ πατέρας ἀποκλείστηκε στὴ Ρωσία. Ἑφτὰ ὁλόκληρα χρόνια χάθηκαν τὰ ἴχνη του. Διώχθηκε, φυλακίστηκε, ἔχασε ὡς τὸ τελευταῖο του ρούβλι. 
Γύρισε τὸ 1921, ταλαιπωρημένος, νευρασθενικὸς, ἄρρωστος -καὶ τὸ τραγικότερο, ξένος καὶ ἀνένταχτος. Μετακομίσαμε στὸν Πειραιᾶ, ὅπου ὁ Καββαδίας τελείωσε τὸ Δημοτικὸ στὴ σχολὴ ἀδελφῶν Μπάρδη. Συμμαθητές του ὁ Γιάννης Τσαρούχης καὶ ὁ πάπα-Πυρουνάκης" (Τζένια Καββαδία -αδερφή του Νίκου Καββαδία- από το μπλογκ Υδροναύτες).




- "Στὸν Πειραιᾶ ὁ Καββαδίας καὶ τ᾿ ἀδέρφια του τελειώσανε καὶ τὸ Γυμνάσιο. Ἐκεῖ εἶχε συμμαθητὴ τὸ γιὸ τοῦ Παύλου Νιρβάνα, τὸν Κώστα Ἀποστολίδη, ποὺ τοῦ γνώρισε τὸν πατέρα του. Μένανε σ᾿ ἕνα σπίτι στὸ Νέο Φάληρο. Ὁ Καββαδίας πήγαινε συχνὰ - ἡ αὐστηρὴ παρακολούθηση τοῦ πατέρα εἶχε χαλαρώσει. Ἡ ἀρρώστια εἶχε ἀρχίσει νὰ τὸν λυγίζει.
Ὁ Νιρβάνας ὑπῆρξε γιὰ τὸν δεκαπεντάχρονο Καββαδία ὁ πρῶτος δάσκαλος. Τοῦ διάβαζε τὰ ποιήματα ποὺ ἔγραφε - βρίσκεται ἀνάμεσα στὰ βιβλία τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἕνας μικρὸς τόμος μὲ χρονογραφήματα καὶ μὲ τὴν ἀφιέρωση: «Στὸ μικρό μου φίλο Ν. Καββαδία, ἀπὸ ἐκτίμηση στὸ νεαρό του τάλαντο.» Συχνὰ ὁ ἡλικιωμένος συγγραφέας καὶ ὁ νεαρὸς ποιητὴς κάνανε μακρινοὺς περιπάτους στοὺς ἥσυχους δρόμους τοῦ ἤρεμου προαστίου μὲ τὶς διάσπαρτες βίλες. Ἕνα εἶδος σιωπηλῆς λατρείας εἶχε ὁ μικρὸς Καββαδίας γιὰ τὸν πολιτισμένο καὶ σοφὸ ἄνθρωπο, ποὺ τοῦ φέρθηκε σὰν ἴσο πρὸς ἴσο. Μία τέτοια φιλία εἶχε ἀργότερα καὶ μὲ τὸν Κ. Καρθαῖο ποὺ κι αὐτὸς ὑπῆρξε δάσκαλος κι ὁδηγητής του" (Τζένια Καββαδία, από το μπλογκ Υδροναύτες). 
-  "Το 1957, στο Κόμπε της Ιαπωνίας, αυτοκτονεί μέσα στην καμπίνα του ο μικρότερος αδελφός του (ο Αργύρης), πρώτος πλοίαρχος σε φορτηγά πλοία, γεγονός που συγκλονίζει τον ποιητή, βυθίζοντάς τον στη σιωπή. Θα ξαναγράψει ποίημα μόλις το 1967 (το αυτοβιογραφικό «Κοσμά του Ινδικοπλεύστη»)". Βλ. "Νίκος Καββαδίας, Χρονολόγιο", από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου.
- "Τὸ 1933 ἄφησαν τὸν Πειραιᾶ καὶ ἐγκαταστάθηκαν στὴν Ἀθήνα. Μείνανε στὴν Κυψέλη - τὰ περισσότερα χρόνια, στὸ σπίτι τῆς ὁδοῦ Ἁγ. Μελετίου 10. 
Ἐκεῖ τοὺς βρῆκε ὁ πόλεμος. Πῆρε μέρος στὸν Ἀλβανικὸ καὶ γύρισε ἀπὸ τοὺς τελευταίους μὲ τὰ πόδια, ταλαιπωρημένος, ἀδύνατος, τρώγοντας ὅ,τι τοῦ ῾διναν οἱ νοικοκυρὲς στὰ χωριὰ ἀπ᾿ ὅπου περνοῦσε. Στὰ χρόνια της Γερμανικῆς Κατοχῆς ἔμεινε στὴν Ἀθήνα καὶ πῆρε μέρος στὴν Ἀντίσταση, μέσα ἀπὸ τὶς γραμμὲς τοῦ Κ.Κ.Ε. Ἐκεῖ ὅπου Ἕλληνες ἀπὸ τὴ μία μεριὰ καὶ Γερμανοὶ καὶ Ταγματασφαλίτες ἀπὸ τὴν ἄλλη ἔπαιζαν τὸ παιχνίδι τῆς γάτας μὲ τὰ ποντίκια. Τότε ποὺ γέμισαν τὰ Χαϊδάρια κι οἱ Καισαριανὲς καὶ δὲν ἤξερες ἂν τὸ βράδυ θὰ κοιμηθεῖς στὸ σπίτι σου ἢ στὴν Ἀσφάλεια τῆς ὁδοῦ Μέρλιν. Μετὰ τὴν ἀποχώρηση τοῦ Στρατοῦ Κατοχῆς μπαρκάρισε ὑπὸ περιοριστικοὺς ὅρους καὶ ταξίδεψε σ᾿ ὅλη τὴν ὑπόλοιπη ζωή του ὡς ἀσυρματιστής, μέχρι τὸ θάνατό του, στὶς 10 Φεβρουαρίου 1975" (Τζένια Καββαδία, από το μπλογκ Υδροναύτες). 


"Έχει πέσει πολύ πούσι. Ψιλοβρέχει. Βαστάει ο καιρός που σ' ενθουσιάζει. Το παπόρι καθώς είναι ξεφόρτωτο κάνει γρήγορο πότζι. Γύρω μας σφυρίζουν, κλαίνε θα μπορούσε να πει κανείς, τα καραβοφάναρα. Τα Coaliers (καρβουνιάρικα πλοία ΣΣ.) περνάν από δίπλα μας, μανουβράρουν και φεύγουν..." (Ν. Καββαδίας, Γράμματα στην αδελφή του Τζένια και στην Έλγκα. Εκδόσεις  Άγρα). 
- Με τον δημοσιογράφο και δοκιμιογράφο Αιμίλιο Χουρμούζιο. "Ο Αιμ. Χουρμούζιος (...) θα τον κατηγορήσει από τις σελίδες της "Νέας Εστίας" για «έλλειψη ήθους» γιατί στα ποιήματά του, αν και πολλά από αυτά γράφτηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής, δεν υπάρχει «μια νύξη, κάποια θύμηση της τραγωδίας της φυλής του, πουθενά... Ή μάλλον δυο στίχοι υπομνηστικοί των εκτελέσεων στην Καισαριανή και της τραγωδίας του Διστόμου, μα κι αυτοί για χάρη του Γκαρθία Λόρκα...». Με εξαίρεση το «Federico García Lorca», ο Καββαδίας δεν είχε συμπεριλάβει τα προαναφερθέντα πολιτικά ποιήματα της εποχής στη συλλογή (Το Πούσι, ΣΣ.), τα οποία φαίνεται μ' αυτόν τον τρόπο να αποκηρύσσει, όχι όμως, για το ιδεολογικό τους περιεχόμενο, αλλά για την ποιητική τους αξία" (από το μπλογκ Senile Decay). 
- Με συντροφιά φίλων στο Πασαλιμάνι (από τις τελευταίες φωτογραφίες του Νίκου Καββαδία). Αναμεσά τους και η Θεανώ Σουνά με την οποία ο Νίκος Καββαδίας διατηρούσε, καθώς λένε, μία έντονη ερωτική αλληλογραφία. Στη Θεανώ Σουνά είναι άλλωστε αφιερωμένο και το ποίημα Φάτα Μοργκάνα. Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό, που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν. Στρείδι ωκεάνειο αρραβωνιάζεται το φως. Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός, που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι (...)   

- "'Ηταν Κυριακή, 17 Μαϊου 1974, όταν ο Καββαδίας, 64 ετών τότε, γεννημένος το 1910, συνάντησε φίλους του στο Τουρκολίμανο για μεσημεριανό φαγητό. Στις 4 το ίδιο απόγευμα μπαρκάριζε στο κρουαζιερόπλοιο "Υδροχόος" (Aquarius), όπου ήταν Ασυρματιστής Α'. Ο φίλος του Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος τον πήγε στην αποβάθρα για να μπαρκάρει.  Ο Καββαδίας είχε όλα του τα ταξιδιωτικά είδη σε μια μικρή βαλίτσα της "Αιρ Φρανς". Ο "Υδροχόος" ήταν το στερνό καράβι του Καββαδία. Ο ξαφνικός θάνατος τον βρήκε στις 10 Φεβρουαρίου 1975. 
(από το μπλογκ Ευωχία– Sight, Smell, Taste and Texture). 

 Μία (σχεδόν) φανταστική συνέντευξη του Νίκου Καββαδία (μέσα από τα γραπτά του) αναδημοσιευμένη από το ιστολόγιο Αρισμαρί της φιλολόγου και επιμορφώτριας ΤΠΕ Ευαγγελίας Στάμου.  

 - Πιστεύετε σε κάποιο Θεό;

 - Ναι, στο φιλότιμο, στην καλοσύνη και στη μπέσα. 

- Τι σκεφτόσασταν τότε, στο αλβανικό μέτωπο, πλάι στο θάνατο, μέσα στη λάσπη; 

- Σκεφτόμουνα τη θάλασσα, τη σιγουριά της, το γιατί ποτέ δεν τη φοβήθηκα. Να πνίγεσαι στη θάλασσα, μουρμούριζα, είναι φυσικό. Στη στεριά είναι κάτι που 'χει μέσα του μπαμπεσιά. Ένιωθα την ατίμωση ενός θανάτου από γλυκό νερό μέσα στη λάσπη. 

- Τι φοβηθήκατε περισσότερο στη ζωή σας; 

- Τίποτα δε φοβήθηκα τόσα χρόνια που ταξιδεύω, όσο κείνο το βράχο, που στις μαύρες καταραμένες ρίζες του παίζουνε τα Κεφαλονιτάκια κρυφτό. Σε ηλικία 19 χρονών μπάρκαρε με φορτηγό. Από τότε, δεν σταμάτησε να ταξιδεύει, μέχρι το τέλος, για 46 ολόκληρα χρόνια.

 - Περιγράψτε την καμπίνα σας, πώς ήταν; 

- Χαμηλοτάβανη, στενόμακρη. Μια κουκέτα ξέστρωτη. Ένα λαβομάνο λερωμένο κι από κάτω ένα μπουγέλο γιομάτο θολό νερό. Ένα τραπέζι κολλημένο στον μπουλμέ φορτωμένο βιβλία, παλιόχαρτα, κουτιά σπίρτα, ένα παλιό πορτοφόλι, μια κινέζικη ταμπακιέρα και σκόρπια τσιγάρα. Από τη μια άκρη ως την άλλη, σ' ένα τεντωμένο σκοινάκι, κρεμόταν ένα σώβρακο κακοπλυμένο, μια φανέλα κι ένα ζευγάρι κάλτσες. 

- Αγαπούσατε πολύ τη ζωγραφική. Πηγαίνατε στα μουσεία;

 - Είκοσι χρόνια έφαγα για να βρω το μυστικό του Cezzane. Αυγή, μεσημέρι, δειλινό. Στο Aix, στο Vallon des Lauriers, στο Estaque. Μην γελάσεις. Αν τολμήσεις, θα σου σπάσω το κεφάλι με τούτη την πένσα.

 - Ναυτικός, ποιητής, λάτρης της ζωγραφικής και του βιβλίου. Ξέρατε απέξω όλη την ιταλική όπερα και την τραγουδούσατε, αν και φάλτσος. Πως εξηγείτε αυτό που λέμε «δημιουργία»; 

- Ένας μέτριος ζωγράφος μπορεί να μας εξηγήσει με λόγια πως δουλεύει. Ένας δημιουργός ποτέ.
- Γιατί; 

- Είναι μεθυσμένος. Τότε μπορεί να πάρει στα χέρια του ένα χαρτί, ένα αδειανό πακέτο τσιγάρα, ένα μαντήλι, να το παιδέψει για λίγη ώρα συζητώντας, να το στραπατσάρει -με τον τρόπο του- και να τ' αφήσει. Αν αυτός που τα βρει έχει όραση, θα νοιώσει την πνοή, θα χαρεί τη φόρμα. Αν όχι, θα τα πετάξει στα σκουπίδια. Με καταλαβαίνεις; Στο ένα του μπράτσο τατουάζ μια γοργόνα, στο άλλο ένα φανάρι-Hotel. Από 'κείνα τα φανάρια που ξαγρυπνάνε στα λιμάνια με κόκκινο φως.

 - Γράψατε για τις γυναίκες των λιμανιών, αλλά και για κάτι κορίτσια αγνά απρόσιτα, σαν εκείνο στο «Μαραμπού», που "άνθος έμοιαζε αλπικό" σαν την ορφανή Μυτιληνιά στη "Βάρδια". Κορίτσια που βρέθηκαν στο τέλος πόρνες στα λιμάνια. Μου φαίνεται ότι θέλετε να εξιλεώσετε τις πόρνες.

 -Σκέφτηκες μωρέ ποτέ σου, τι χαρίζουν οι πόρνες με πενταροδεκάρες; Βάζουν απάνω τους σακατεμένους, στραβούς, καμπούρηδες, κείνους που βρωμάνε αγιάτρευτα, πούχουν μοτάρια στο κορμί τους, τρελούς, όλους όσους δε βρίσκεται καμιά γυναίκα να τους χαϊδέψει. Ζουν στο μπορντέλο. Τις λέμε δημόσιες. Τις άλλες πού 'ναι απόξω, πώς πρέπει να τις φωνάζουμε; Βρες μου τη λέξη.

 - Αλήθεια, τι σημαίνει για σας «γυναίκα»;

 - Οι γυναίκες. Δεκατεσσάρω χρονώ. Κι αυτές που θα γίνουν κατόπι οι χειρότερες πόρνες, κι αυτές που θα κυλιστούνε σε βρώμικα σεντόνια, στους δρόμους, στα πάρκα... και κείνες που δεν κυλιστήκανε και δεν είναι πια δεκατεσσάρω, που δεν θα πέσουνε ποτέ τους με άντρες, που δεν θα σκεφθούνε τη μοιχεία, το δόλο, την προδοσία, που δεν θα λερωθούνε ποτέ τους, είναι άγιες όλες, ευλογημένες. 

- Πως ήταν η ζωή στα ταξίδια; Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ' ανάβει, χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει, κι ο λόγος της μες στο μυαλό σου να γυρίζει "ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;"  Είπανε ότι ωραιοποιήσατε τη ζωή του ναυτικού. 

- Άκου, λοιπόν κυρά μου... Την άλλη μέρα πας στο Σωματείο και μπαίνεις τελευταίος κάτου από διακόσιους που περιμένουνε μπάρκο. Δουλεμένος σου λέει ο άλλος. Σκατά. Σου 'μειναν τρεις κι εξήντα. Ο ξέμπαρκος είναι ένα σκουπίδι. Γίνεται την άλλη μέρα. Μόλις αλαργέψει ένα μίλι από τη θάλασσα. Κάθεσαι μήνες στο παγκάκι κανενός κήπου και λυώνεις το βρακί σου. Κόβεις το τσιγάρο μισό. Τον καφέ ολάκαιρο. Σου μένει το κομπολόι. Σπάει κι αυτό και χάνεις τις μισές χάντρες. Καλύτερα σε ξένο τόπο χωρίς δουλειά. Να μη σε βλέπουν οι γνωστοί και κουνάνε το κεφάλι. Να μη σε βαρεθούν οι δικοί σου. 'Ερχεται η μέρα να φύγεις. Έχεις αποκάμει ν' ανεβοκατεβαίνεις σκάλες. Παίρνεις ένα χαρτί και τότε αρχινάει το μαρτύριο. Σπίτι του Ναύτη, Αποδημία, Ασφάλεια, Γιατρός, Λιμεναρχείο... Θα με βρούνε σε τάξη; Νετάρεις. Παίρνεις την μπροστάντζα και πληρώνεις τα χρέη. Ανεβαίνεις την ανεμόσκαλα κι είσαι ψοφίμι. Σαλπάρεις. Ταξιδεύεις. Και ζεις πάντα με την αγωνία πως θα σε βγάλουνε. Λόξα, θα μου πεις. Μπορεί. 

- Πολλοί ναυτικοί διαλέγουνε αυτή τη δουλειά γιατί πληρώνονται καλά. Εσείς, τι σχέση είχατε με το χρήμα; 

-Τίποτα στα χεράκια μου, μάνα μου, δε φτουράει, έρωτας, μαλαματικά, ξόμπλια και φυλαχτά. Σιχαίνομαι το ναυτικό που εμάζεψε λεφτά. Εμούτζωσε τη θάλασσα και τήνε κατουράει. 

- Γιατί τότε επιμένατε να ταξιδεύετε μέχρι το τέλος; 

- Ζαλίζομαι στη στεριά. Το πιο δύσκολο ταξίδι, το πιο επικίνδυνο, το 'καμα στην άσφαλτο, από το Σύνταγμα στην Ομόνοια... Μας λυπάστε γιατί δεν έχουμε σπίτι, γιατί περπατάμε μ' ανοιχτά πόδια, γιατί φοράμε τσαλακωμένα πουκάμισα κι ασιδέρωτα ρούχα στο πόρτο. Εγώ σας χαίρομαι. Σίγουρο κρεββάτι, ήρεμος ύπνος. Καφέ στο κομοδίνο κι εφημερίδες. Εκδρομή το Σαββατοκύριακο με κεφτέδες. Όμως, δεν αλλάζω τη δουλειά μου με τη δική σας, ούτε για μια μέρα.

 - Τι σας πρόσφερε τελικά η θάλασσα;

- Άναψε στη γέφυρα το φως. Μέσα μου μιλεί ένας παπαγάλος γέρος στραβομύτης και μεγάλος μα γιομάτος πείρα και σοφός. Ήτανε μια φορά που είχε ξεμπαρκάρει για λίγο. Σπίτι του ήταν το σπίτι της μοναδικής αδερφής του, στην Αθήνα. Η μοναχοκόρη της κρεμότανε πάνω του. Ν' αρχίσει τις ιστορίες, τ' αστεία. Ποτέ δεν τον θυμούνται θυμωμένο, εκτός από 'κείνη τη φορά. " - Θείε, εγώ θαυμάζω τους ανθρώπους με ταλέντο". "-Ταλέντο, για να ξέρεις, είναι να είσαι άνθρωπος. Αυτό λέω εγώ ταλέντο". ήταν η μοναδική φορά που τον είχε δει θυμωμένο. Επειδή είχε χωρίσει στο παιδικό μυαλό της τα ανθρώπινα πλάσματα σε σπουδαία και λιγότερο σπουδαία, σε ταλαντούχα και μη... 

- Πώς είναι η ζωή στα λιμάνια;

- ...τη νύχτα μετοικούν οι Συμπληγάδες στα μπαρ του λιμανιού και στα μπορντέλα. 

- Στους δικούς σας δε γράφατε ποτέ για τις τρικυμίες και τους κινδύνους. Τι σκεφτόσασταν όταν το καράβι κινδύνευε; 

-Βλέπω συχνά στον ύπνο μου ένα άσπρο καρχαρία με περιμένει νηστικός η εγώ τον περιμένω; 

- Αλήθεια, φοβηθήκατε το θάνατο στη θάλασσα;

 - Καβούρια που μυρίζουνε βούρκο. Να 'ναι τούτη η στερνή γυναίκα που πέφτω μαζί της; Πόσοι τόχουνε φοβηθεί... Δε φοβάμαι μόνον εγώ. Είναι κι άλλοι, μα δεν το μολογάνε. Το 'χω διαβάσει στα μάτια τους. Άν περιμένεις να σου μιλήσουν οι θαλασσινοί, να σου ανοίξουν την καρδιά τους, πρόκοψες... Η αλήθεια γρουσουζεύει. Τη λέμε που και που μοναχοί, από μέσα μας και πάλι φοβόμαστε. 

- Και για το χωρισμό, τι λέτε; 

- Το χωρισμό τον προσωρινό ή τον αιώνιο; Σκοτώνει, πες μου, ο χωρισμός; - Ματώνει, δε σκοτώνει. Ποιος είπε φούντο; Ψέματα. Δε φτάσαμε ποτές.



Σημείωση: Τα αποσπάσματα "απαντήσεις" του Ν. Καββαδία είναι από τα έργα του "Mαραμπού (1933), Πούσι (1947), Bάρδια (1954), Tραβέρσο (1975), Tου πολέμου - Στο άλογό μου (1987) και Λι (1988).     
       ----------------------------------------------------------------------------------------



Σημείωση: Τα αποσπάσματα "απαντήσεις" του Ν. Καββαδία είναι από τα έργα του "Mαραμπού (1933), Πούσι (1947), Bάρδια (1954), Tραβέρσο (1975), Tου πολέμου - Στο άλογό μου (1987) και Λι (1988).     


Οικογένεια Καββαδία, όταν ακόμα είχαν μόνο δύο τέκνα και έμεναν ακόμα στην Μαντζουρία.
Οικογένεια Καββαδία, όταν ακόμα είχαν μόνο δύο τέκνα και έμεναν ακόμα στην Μαντζουρία.


Ο μικρός Νίκος με τα αυτιά αντέννες. Ιδανικός για ασυρματιστής!

Ο μικρός Νίκος με τα αυτιά αντέννες. Ιδανικός για ασυρματιστής!


                  ---------------------------------------------------------------------------------


« Ο Καββαδίας ήταν Κεφαλλονίτης αλλά δεν γεννήθηκε στην Ελλάδα. Ήρθε στην Ελλάδα από τη Μαντζουρία σε ηλικία 5 χρόνων. Εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή Μαραμπού σε ηλικία 23 χρόνων, το 1933.

Είναι αγαπημένος ποιητής τριών γενεών και έχει γράψει μόλις 52 ποιήματα. Έχει γράψει βέβαια και τη Βάρδια, το μυθιστόρημα, και κάποια διηγήματα. Μέχρι τον θάνατό του, το 1975, η υποδοχή που του είχαν κάνει οι ομότεχνοί του ήταν πολύ άδικη. Οι αναφορές από το 1933 ώς το 1975 για την ποίησή του, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ήταν τού τύπου «πρόκειται για έναν στιχοποιό ημερολογίου», «πρόκειται για έναν ποιητή που μιλάει για τη ζωή των ναυτικών». Μη μου πείτε όμως ότι ένας ποιητής θα ενδιέφερε τη γενιά σας, τη γενιά των μεγαλύτερών σας και τη γενιά τη δική μου αν επρόκειτο για κάποιον που απλά εξιστορεί σαν ηθογράφος τη ζωή των ναυτικών. Κάτι άλλο πρέπει να συμβαίνει, το οποίο κινητοποιεί τόσες πολλές διαφορετικές γενιές.

«Χόρεψε πάνω στο φτερό τού καρχαρία». Φανταστείτε έναν νέο ή μία νέα να χορεύει πάνω στον καρχαρία. Ο καρχαρίας, δεν ξέρω αν ξέρετε, είναι το πιο παλιό ζώο που υπάρχει πάνω στον πλανήτη. Έχει ηλικία περίπου 4 εκατομμυρίων ετών, από την εποχή των δεινοσαύρων. Άρα είναι το ανθεκτικότερο ζώο και στις άγριες μορφές του είναι το σκληρότερο. Είναι δυνατόν ποτέ κανένας, εάν το δούμε ρεαλιστικά, να δαμάσει αυτό το ζώο και να χορέψει πάνω του; Λέει, λοιπόν, ο Νίκος Καββαδίας «κατάκτησε το αδύνατο». Η ζωή μας, ξέρετε, δικαιώνεται εάν κάθε φορά ξεπερνάμε τα προδιαγεγραμμένα μας όρια. Κατακτάμε το αδύνατο εάν σπάσουμε το τσόφλι τού αβγού. Κάποια στιγμή θα συνειδητοποιήσει ο καθένας μας ότι αυτά που έμαθε, αυτά που θέλει να κάνει έχουν έναν κύκλο πέρα από τον οποίο δεν μπορεί να πάει. Εάν αυτό το αποδεχτούμε ως τρόπο ζωής, στο τέλος θα καμπουριάσουμε όταν περάσουν τα χρόνια. Αν όμως αυτά τα όρια μπορούμε να τα σπρώξουμε, να τα ξεπεράσουμε, να τα σπάσουμε, τότε μπορούμε να κάνουμε τη ζωή μας όνειρο. Αυτό ακριβώς είναι η ποίηση τού Καββαδία. Δεν θέλει να σε κοροϊδέψει ο Καββαδίας. Δεν σου λέει φύγε και αύριο όλα θα είναι καλά. Σου λέει μεν φύγε από αυτή τη μίζερη πραγματικότητα, αλλά έχε υπ' όψιν σου ότι έχεις πολλά μπροστά σου να ξεπεράσεις. Αλλά και πόσα πρόσωπα συναντάς εκεί! Γι' αυτό ο Καββαδίας από το «Πούσι» και μετά, έχει φύγει από το «εγώ». Λέει συνέχεια «εσύ». Δεν καλεί τον άλλο από μια μιζέρια να πάει σε μια άλλη μιζέρια. Δεν ονομάζει το «άλλο». Σου λέει φύγε από αυτό. Το επόμενο χτίστο εσύ...

Το 1977 έγινε στην τότε κρατική τηλεόραση ένα σήριαλ «Πορεία 090» και ήταν η ζωή σ' ένα καράβι που πήγαινε προς Ινδίες, Κίνα και μου πρότειναν να κάνω τη μουσική. Τους λέω «θέλετε και τραγούδια;» Είπαν «και γιατί όχι.» «Έχετε κείμενα;» «Όχι.» «Τι λέτε για τον Νίκο Καββαδία;» Και κάθομαι 15 βράδια και γράφω αυτά τα τραγούδια που ακούστηκαν για πρώτη φορά στο σήριαλ. Μετά προσέθεσα άλλα 4 και έγινε ο «Σταυρός του Νότου». (Θάνος Μικρούτσικος σε αφιέρωμα για τον ποιητή Νίκο Καββαδία)
Εργογραφία


Ποίηση

Μαραμπού (1933)
Πούσι (1947)
Τραβέρσο (1975)
Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη: Αθησαύριστα πεζογραφήματα και ποιήματα, επιμέλεια Guy (Michel) Saunier. Αθήνα: Άγρα, 2005
Πεζογραφία
Βάρδια (1954)
Λι (1987)
Του πολέμου/Στ' άλογό μου (1987)

Το μικρό πεζό "Λι" γυρίστηκε σε κινηματογραφική ταινία το 1995 με τίτλο "Between the devil and the deep blue sea". Το διήγημα του Νίκου Καββαδία "Του πολέμου", που εξιστορεί την φιλοξενία ενός Έλληνα στρατιώτη από έναν Αρβανίτη κατά την διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου, γυρίστηκε σε ταινία και σε σκηνοθεσία του Χρήστου Παληγιαννόπουλου.


 
ΠΡΟΤΟΜΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ ΣΤΟ ΑΡΓΟΣΤΟΛΙ ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑΣ


             --------------------------------------------------------------------------------


ΠΗΓΕΣ
news247.gr/.../fwtografizontas_tis_geitonies_twn_poihtwn.2699469.htm...


kokkinostupos.blogspot.com/2013/01/blog-post_6322.html

           --------------------------------------------------------------------------------------------









Ο Σταυρός του Νότου (ολόκληρο το άλμπουμ) 
1979
ΘΑΝΟΥ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΥ
Ο Σταυρός του Νότου
Ποίηση: ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ






Δημοσίευση σχολίου