Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2015

ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ



                                             TRIVAGO - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

                                           ------------------------------------

                                            AIR TICKETS - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

     ----------------------------------------------------------------------------------------------------------



« Ο σκοπός της Τέχνης είναι να απεικονίσει όχι την εξωτερική εμφάνιση των πραγμάτων αλλά την εσωτερική τους σημασία. »

Αριστοτέλης



   -------------------------------------------------------------------------------------------------------


             ΟΛΑ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ- ΓΚΑΤΣΟΣ ΝΙΚΟΣ ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

   ---------------------------------------------------------------------------------------------------------

               ΑΜΟΡΓΟΣ ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

    ----------------------------------------------------------------------------------------------------------

     Ο ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΑΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !  

     ----------------------------------------------------------------------------------------------------------

             Νίκος Γκάτσος, Σταύρος Ξαρχάκος Ρεμπέτικο (Η Αυθεντική Μουσική Από Την Ταινία Του Κώστα Φέρρη) - ( 2 CD ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

       ----------------------------------------------------------------------------------------------------------

               Νίκος Γκάτσος, Μανώλης Μητσιάς -Μέρες Επιταφίου ( CD ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ ! 

        -----------------------------------------------------------------------------------------------------------

                 ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟΣ ΗΛΙΟΣ( CD ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

         ---------------------------------------------------------------------------------------------------------

        Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΚΟΚΟΤΑΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ ( 4 CD ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

          ---------------------------------------------------------------------------------------------------------

               MONITOR ΦΩΤΕΙΝΗ ΔΑΡΡΑ ( CD ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !   


      -----------------------------------------------------------------------------------------------------------

               






«Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω
Eγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Kαι με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομένο τριφύλλι
Mαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου»


ΑΜΟΡΓΟΣ ( απόσπασμα )

                                     ------------------------------------------------------------



«Ο Γκάτσος πρώτα απ’ όλα είναι ένας μεγάλος ποιητής», έλεγε ο Μάνος Χατζηδάκις. «Όλοι σταματούν στο γεγονός ότι έχει γράψει ένα βιβλίο, αλλά είμαι βέβαιος ότι κανένας δεν γνωρίζει το ένα αυτό βιβλίο για να αντιληφθεί πως δε χρειαζόταν το δεύτερο βιβλίο, αφού δε θέλησε να μας το δώσει. Ο Γκάτσος είναι επίσης ένας μεγάλος στοχαστής. Βαθιά ελληνικός και βαθιά σύγχρονος. Πολύ λίγοι είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν. Μέσα σ’ αυτούς κι εγώ. Συνεπώς η επιρροή του μου χάρισε ό,τι στέρεο, ό,τι σοβαρό και ό,τι αξιόλογο περιέχω σήμερα.»

Ο Μάνος Χατζηδάκις αναφέρεται στην «Αμοργό» που είναι η μοναδική ποιητική σύνθεση του Νίκου Γκάτσου, ωστόσο είναι ένα απ’ τα σημαντικότερα κείμενα του σύγχρονου ελληνικού υπερρεαλισμού.


«Ο πατέρας του Νίκου Γκάτσου ήταν μετανάστης στην Αμερική, αλλά έκανε πολλά ταξίδια στην Ελλάδα. Σ” ένα από αυτά έπαθε πνευμονία πάνω στο καράβι και πέθανε, δυο μέρες πριν φτάσουν στη Νέα Υόρκη. Τον πέταξαν στην θάλασσα. Το μαντάτο έφτασε στο χωριό του Γκάτσου, την Ασέα Αρκαδίας, ένα μήνα μετά. Η μητέρα του ήταν, κατά τις διηγήσεις του Νίκου, πολύ αξιοπρεπής άνθρωπος. Γύρισε από το πάνω μέρος του χωριού με το μαντίλι κατεβασμένο κι όταν μπήκε στο σπίτι ξέσπασε σε κλάμα. Ο Νίκος ήταν τότε πέντε χρονών. Τρόμαξε τόσο, που από τότε τρέμανε τα χέρια του σε όλη του τη ζωή…», διηγήθηκε η σύντροφός του Αγαθή Δημητρούκα.

Έρχεται στην πρωτεύουσα στα δεκαοχτώ του μαζί με την μάνα και την αδερφή του, όταν πέρασε στην Φιλοσοφική Αθηνών. «Τόσο ανεξήγητα πανέτοιμος μας είχε φτάσει (…) με πλήρη εξάρτυση: Με τους Έλιοτ και τους Λόρκα, τους Κάφκα και τους Σαρτρ. Χώρια βέβαια την δημοτική παράδοση που κυκλοφορούσε στο αίμα του», έγραψε για κείνον ο φίλος του, Οδυσσέας Ελύτης.


Το 1937 η παρέα σκόρπισε, ο Κατσίμπαλης πήγε στο Παρίσι, ο Σεφέρης στην Κορυτσά, ο Ελύτης στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών της Κέρκυρας. Ο Γκάτσος μένει στην Αθήνα και μαζί με τον Καραντώνη συνεχίζουν την έκδοση των Νέων Γραμμάτων. Ο πόλεμος και η ναζιστική κατοχή δεν σταμάτησε την πνευματική ζωή. Το 1943 μάλιστα έμελε να είναι μια σημαδιακή χρονιά για τα νεοελληνικά γράμματα. Εκδίδεται το μοναδικό ποίημα που έγραψε ο Νίκος Γκάτσος η Αμοργός και ο Ήλιος ο Πρώτος του Οδυσσέα Ελύτη.

Το πνευματικό κατεστημένο όμως δεν κατανόησε την σημασία αυτών των έργων, και ιδίως στην περίπτωση της Αμοργού επιδόθηκε σε ειρωνείες και λοιδορίες. Ο Ελύτης για να υπερασπιστεί το έργο του φίλου του έγραψε το κείμενο Ποιητική Νοημοσύνη, όπου επισημαίνεται για πρώτη φορά η σημασία της Αμοργού.

«Δεν θα επιχειρήσω εδώ πέρα καμιά κριτική για την Αμοργό, παρόλο που θα “θελα να μιλήσω μια μέρα για τον τρόπο που ξαναφέρνει στην αισθητική του 20ου αιώνα το επικολυρικό ύφος, την εντέλεια του ρυθμού, που έρχεται να θυμίσει πόσο δύσκολο πράγμα είναι ο σωστός ελεύθερος στίχος, για το παράδοξο σύμπλεγμα της γερμανικής (χαιλντερλινικής, θα έλεγα) αντίληψης του ρομαντισμού, με τον sui generis δωρικό ρομαντισμό της Μάνης, τέλος για τον πειστικό τόνο της φωνής του, και τις ωραίες, τις υπέροχες κάποτε, εικόνες του…».


Τότε, το 1943, έρχεται στου Λουμίδη ένας ακόμη νέος, μ’ ένα μάτσο μέτριους στίχους στην τσέπη. Τους διαβάζει στους νέους ποιητές, μα κανένας απ’ την παρέα δεν δείχνει να ενδιαφέρεται. Τότε ο νεαρός αλλάζει σκοπό: Ισχυρίζεται πως είναι μουσικός, συνθέτης μάλιστα, και ότι έχει γράψει μουσικές για την Αμοργό και τις Παραλλαγές σε μία αχτίδα. Είναι ο Μάνος Χατζιδάκις, ο στενότερος φίλος, μαθητής και συνομιλητής του Νίκου Γκάτσου, για τα επόμενα πενήντα χρόνια σχεδόν. Βλέπονταν καθημερινά, συζητούσαν διαρκώς και συνεργάστηκαν με μοναδική αρμονία. Η αρχή έγινε το ’48 με τον Ματωμένο Γάμο που μετάφρασε ο Γκάτσος και μελοποίησε ο Χατζιδάκις. Το ’49 το Θέατρο Τέχνης ανεβάζει το «Λεωφορείον ο Πόθος», πάλι σε μετάφραση Γκάτσου. Από εκεί είναι και το «Χάρτινο το Φεγγαράκι», που σημάδεψε την αντίληψη των νεοελλήνων περί μουσικής και τραγουδιού. Το 1966 με την περίφημη «Μυθολογία» τους άρχισαν συνειδητά πλέον να σχεδιάζουν τους περίφημους κύκλους τραγουδιών του, ο ένας την μουσική ο άλλος τους στίχους.


Πολλοί τοποθετούν τον Γκάτσο ανάμεσα στους υπερρεαλιστές, αλλά ο Γκάτσος απλώς χρησιμοποίησε την φόρμα του υπερρεαλισμού, γιατί τότε ήταν ο πιο πρόσφορος και φρέσκος τρόπος για να εκφράσει τις απόψεις του για την τέχνη και την ζωή. Γι’ αυτό άλλωστε ο ίδιος ο Γκάτσος, ως στιχουργός πλέον, φρόντισε από νωρίς να απομακρυνθεί από το υπερρεαλιστικό περιβάλλον και να αποβάλει τις υπερρεαλιστικές φόρμες. Διέβλεπε ίσως πως ο υπερρεαλισμός από φρέσκο κι ολίγον τι περιθωριακό κίνημα σύντομα θα γινόταν μόδα, κατεστημένο, τροχοπέδη εντέλει. Άφησε τους υπερρεαλισμούς και τις μανιέρες του για τους σύγχρονους και τους μεταγενέστερους στιχουργούς, που αναζητούν άλλοθι να περιβάλουν την αταλαντοσύνη τους. Ο ίδιος πατάει γερά στην γη, δηλαδή σε μια παράδοση στιχουργική που ξεκινάει από τα χρόνια του Ομήρου, και φτάνει στις μέρες μας μέσω του Δημοτικού και του Ρεμπέτικου τραγουδιού -και φυσικά περιέχει και τον υπερρεαλισμό.
Ο Γκάτσος εγκαταλείπει την ποίηση και ουσιαστικά δεν επιχειρεί μετά την Αμοργό να ξαναγράψει ποίημα. Μεταφράζει κάποια θεατρικά έργα και γράφει στίχους. Εκτός του «Ματωμένου Γάμου» και του «Λεωφορείον ο Πόθος», που αναφέραμε, μετέφρασε το «Περιμπλίν» και «Μπελίσα», το «Σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα», τον «Θρήνο για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας» και την «Παραλογή του Μισοΰπνου» του Λόρκα. Ακόμη τον «Πατέρα του Στριντμπεργκ», την «Υψηλή Εποπτεία» του Ζενέ, το «Ταξίδι μακριάς ημέρας μέσα στη νύχτα» του Ο” Νιλ, το «Φουέντε Οβεχούνα» του Λόπε ντε Βέγα και κάποια μονόπρακτα του Τ. Ουίλιαμς.

Ο Γκάτσος ήταν όλα αυτά, ποιητής, στιχουργός, μεταφραστής, εραστής, μα πάνω απ όλα ίσως ήταν δάσκαλος. «Την μεγάλη σημασία του την αντλεί από το ότι είναι ένας μεγάλος δάσκαλος που διδάσκει όσους έχουνε την τύχη να του πούνε «καλημέρα», αν και κείνος θελήσει να τους πει «καλημέρα» και να συνεχίσει. Άλλωστε «οι μεγάλοι δάσκαλοι δεν είχαν μια ειδική σχολή όπου διδάσκανε• έπρεπε να πετύχουν μαθητές που θα ήθελαν να εκμαιεύσουν από αυτούς την διδασκαλία. Αυτή είναι και η περίπτωση του Γκάτσου», έχει πει ο Μάνος Χατζιδάκις, ένας απ”’ τους ανθρώπους που επανειλημμένα έχουν εκφράσει την ευγνωμοσύνη τους στον δάσκαλο Νίκο Γκάτσο.
«Έγραψε μοναδικά τραγούδια», συνεχίζει. «Όλα τα ακριβά στοιχεία της ποίησής του τα έκανε στίχους που κινητοποίησαν τη ναρκοθετημένη νεοελληνική ευαισθησία, «έτσι καθώς κοιμόταν αναίσθητη» μες στην απέραντη αισθηματολογία των στιχουργών και των επιθεωρησιογράφων».

Η συνεργασία του με τα μεγαλύτερα ονόματα της ελληνικής μουσικής – τον Μάνο Χατζηδάκι, Μίκη Θεοδωράκη, Σταύρο Ξαρχάκο, Γιάννη Μαρκόπουλο, Μάνο Λοίζο, Γιώργο Χατζηνάσιο, Δήμο Μούτση και άλλους, άλλαξαν για πάντα το ελληνικό τραγούδι. Μερικά από αυτά, πολυαγαπημένα και χιλιοτραγουδισμένα είναι τα εξής: Χάρτινο το φεγγαράκι, Άσπρο περιστέρι, η μπαλάντα του Ούρι, η μικρή Ραλλού, Ηρθε ο καιρός, Αθανασία, Άσπρη μέρα, Μάτια Βουρκωμένα, ο Γιάννης ο φονιάς, Έβαλε ο Θεός σημάδι, Τα’ αστέρι του βοριά, Έλα σε μένα.


Το 1991, ο Γκάτσος, γράφει το τελευταίο του τραγούδι . Έχει το συμβολικό τίτλο «Το ταξίδι» και είναι το τελευταίο του κοινό ταξίδι με τον Μάνο Χατζηδάκη. Στις 12 Μαϊου 1992 έφυγε για το δικό του μεγάλο ταξίδι αφήνοντας συντροφιά μας τα ακριβά στοιχεία της ποίησής του να τα τραγουδάμε ξανά και ξανά και να ονειρευόμαστε!

«Ο Νίκος Γκάτσος δεν πήγε ποτέ στην Αμοργό. Δεν έδωσε ποτέ συνέντευξη. Μας αποκάλυψε σε όλο το ποιητικό του μεγαλείο τον Λόρκα. Ήταν ένας πολύ αυστηρός φίλος κατά τον Μάνο Χατζηδάκη. Έλεγε τα απαραίτητα. Έζησε βίον ασκητικόν. Μακριά από την πολλή συνάφεια του κόσμου και τις πολλές κινήσεις και ομιλίες, κατά τον Αλεξανδρινό. Εσιώπησε πολύ…Και τραγούδησε απίστευτα! Οι στίχοι των τραγουδιών του, πραγματικά ποιήματα οι περισσότεροι, μας διδάσκουν τι πάει να πει αρρενωπότητα της δημοτικής παράδοσης, οργανική λειτουργία της ομοιοκαταληξίας, ήθος της ελληνικής». Οδυσσέας Ελύτης.

 Ελένη Μ. Ματαράγκα






« Σ’ ένα μήνα σ’ ένα χρόνο βλέπουν μπρος τους τον Αλλάχ
που από τον ψηλό του θρόνο λέει στον άμυαλο Σεβάχ:
«νικημένο μου ξεφτέρι δεν αλλάζουν οι καιροί,
με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί»

Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ
Καληνύχτα...  »

ΚΕΜΑΛ




Ο Αρκάδας ποιητής, στιχουργός, μεταφραστής, Κυψελιώτης Νίκος Γκάτσος (8 Δεκεμβρίου 1911 - 12 Μαΐου 1992) .

Ο Νίκος Γκάτσος γεννήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1911, κατ' άλλους στις 30 Απριλίου 1915, στα Χάνια Φραγκόβρυσης (Κάτω Ασέα) Αρκαδίας από τους αγρότες Γεώργιο Γκάτσο και Βασιλική Βασιλοπούλου.


Τελείωσε το Δημοτικό στο χωριό του και το Γυμνάσιο στην Τρίπολη, όπου μυήθηκε στη λογοτεχνία και έμαθε μόνος του ξένες γλώσσες. Στη Τρίπολη, γνώρισε τα λογοτεχνικά βιβλία, τις μεθόδους αυτοδιδασκαλίας ξένων γλωσσών, το θέατρο και τον κινηματογράφο. Έτσι, όταν το 1930 μετακόμισε στην Αθήνα με την οικογένειά   για να εγγραφεί στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (διέκοψε μετά το δεύτερο έτος), ήξερε αρκετά καλά Αγγλικά και Γαλλικά, είχε μελετήσει τον Παλαμά, τον Σολωμό και το δημοτικό τραγούδι και παρακολουθούσε τις νεωτεριστικές τάσεις στην ποίηση της Ευρώπης. 

Στις αρχές της δεκαετίας του '30 δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στα περιοδικά «Νέα Εστία» (1931) και «Ρυθμός» (1933).

 Καθοριστική υπήρξε η γνωριμία του με τον Οδυσσέα Ελύτη το 1936.

Με τον Ελύτη γνωρίζεται ένα βράδυ του ’36 ενώ χάζευαν έξω απ” τα ζαχαροπλαστεία των Χαυτείων`. Φανατικοί και οι δυο της μοντέρνας ποίησης και του υπερρεαλισμού, γίνονται αμέσως φίλοι. Οι δυο τους μαζί με τον Σεφέρη, τον Κατσίμπαλη, τον Καραντώνη, τον Σαραντάρη, τον Εμπειρίκο, τον Εγγονόπουλο, τον Αντωνίου, και κάμποσους άλλους νέους, σχηματίζουν μια παρέα, τον πυρήνα της νεώτερης ποίησης, και προωθούν τις απόψεις τους μέσα από το περιοδικό Νέα Γράμματα. Μαζί με τον Ελύτη μάλιστα ιδρύει το πρώτο φιλολογικό καφενείο της γενιάς τους, το Ηραίον, στην διασταύρωση των οδών Αγίου Μελετίου και Πατησίων. Στις δύο το βράδυ, μας πληροφορεί ο Ελύτης, όταν έκλεινε το καφενείο, ένα πλήθος νέων ξεχύνονταν στους γύρω δρόμους «κι άρχιζαν ατελείωτες συζητήσεις κάτω απ” τους ευκαλύπτους, συχνά ως τις τρεις και τέσσερις το πρωί», υπό το άγρυπνο και φιλύποπτο βλέμμα των χωροφυλάκων.

Το 1943 κυκλοφόρησε την ποιητική του σύνθεση «Αμοργός», που προκάλεσε έντονο ενδιαφέρον και του χάρισε περίοπτη θέση στο Πάνθεον των Ελλήνων ποιητών.  «Μνημειώδες έργο του νεοελληνικού ποιητικού λόγου» χαρακτήρισε την «Αμοργό» ο στενός φίλος του Μάνος Χατζιδάκις, «επειδή περιέχει βαθύτατα την ελληνική παράδοση, δεν την εκμεταλλεύεται, ενώ συγχρόνως περιέχει όλη την ευρωπαϊκή θητεία του Μεσοπολέμου». Με την «Αμοργό» κλείνει και ολοκληρώνεται ο πρώτος κύκλος του ελληνικού υπερρεαλισμού, που είχε ανοίξει με τον Νικήτα Ράντο, τον πρώιμο Ελύτη, τον Εμπειρίκο και τον Εγγονόπουλο.




Από τότε έως τον θάνατό του, ο Γκάτσος δημοσίευσε μόνο τρία ποιήματα: «Ελεγείο» (1946), «Ο Ιππότης και ο θάνατος» (1947) και το «Τραγούδι του παλιού καιρού» (1963). Τη λυρική του φλέβα ο Νίκος Γκάτσος τη διοχέτευσε στους στίχους τραγουδιών, καταργώντας συχνά τα όρια ποίησης και στιχουργίας. Το έργο του είναι εντυπωσιακό σε ποσότητα και ποιότητα. Ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Δήμος Μούτσης, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης και άλλοι συνθέτες μελοποίησαν στίχους του, που τραγουδήθηκαν από δημοφιλείς καλλιτέχνες και έγιναν μεγάλες επιτυχίες («Αθανασία», «Της γης το χρυσάφι», «Ρεμπέτικο», «Αρχιπέλαγος», «Πήρες το μεγάλο δρόμο», «Πορνογραφία», «Λαϊκή Αγορά», «Η Μικρή Ραλλού», «Μια γλώσσα, μια πατρίδα», «Αν θυμηθείς τ' ονειρό μου», «Η νύχτα», «Στον Σείριο υπάρχουνεπαιδιά», «Αντικατοπτρισμοί», «Το κατά Μάρκον», «America, America», «Χάρτινο το Φεγγαράκι», «Πάει ο καιρός» κ.ά.).

Σπουδαίο είναι και το μεταφραστικό του έργο, το οποίο δοκιμάστηκε επί σκηνής.

 Μετέφρασε για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου, του Θεάτρου Τέχνης και του Λαϊκού Θεάτρου, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα («Ματωμένος Γάμος», «Το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα»), Αύγουστο Στρίνμπεργκ («Ο Πατέρας»), Ευγένιο Ο' Νηλ («Ταξίδι μακριάς ημέρας μέσα στη νύχτα»), Λόπε ντε Βέγκα («Φουέντε Οβεχούνα») και Τενεσί Ουίλιαμς («Λεωφορείο ο Πόθος»).

Ο Νίκος Γκάτσος πέθανε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 1992 και τάφηκε στη γενέτειρά του.


"Ο Γκάτσος επηρέασε εμένα και όχι εγώ τον Γκάτσο. Εγώ ήμουν ο μαθητής. Είχα την τύχη να εισπράξω πολύτιμα μαθήματα, ιδίως σε μια περίοδο, μετά την απελευθέρωση, που οι συνομίλικοί του φίλοι έφυγαν στην Ευρώπη και οι δικοί μου πάλι το ίδιο,  και μείναμε οι δυο μας στο πατάρι του ¨Λουμίδη¨ ή του ¨Πικαντίλλυ¨ να μιλάμε...Τον θεωρώ τον πιο σημαντικό άνθρωπο που γνώρισα στη ζωή μου, μετά τη μητέρα μου" (Μάνος Χατζιδάκις). Πηγή: www.lifo.gr
Να πώς περιγράφει ο Ελύτης τη γνωριμία αυτή και την πρώτη του εντύπωση από τον Γκάτσο:



Μια μέρα, ένα βράδυ μάλλον, εκεί που χάζευα έξω απ’ τα ζαχαροπλαστεία των Χαυτείων, μου έπεσε από τον ουρανό ένας απροσδόκητος ομοϊδεάτης. Ήταν ο ποιητής Νίκος Γκάτσος. Δε μπορώ να θυμηθώ αυτή τη στιγμή ποιος μας σύστησε. Ούτε αν είχα ποτέ μου ακούσει το όνομά του. Ψηλός, λιγνός, μελαχρινός, με μάτια μεγάλα που έμελλαν, στις δεκαετίες που ακολούθησαν, να κάψουν πολλές καρδιές, όμως πάντα λίγο ερεθισμένα σαν από μια μόνιμη αϋπνία, έστεκε εκεί, καταμεσής στο πλήθος, ελαφρά σκυφτός από φυσικού του, κάτω από μια μακριά ριχτή μπεζ καπαρντίνα με ανασηκωμένο το γιακά, σφίγγοντας κάτω από τη μασχάλη του ένα μάτσο ξένα κινηματογραφικά περιοδικά, γαλλικά και αμερικάνικα τα περισσότερα. Κάπνιζε αδιάκοπα ενώ άκουγε αυτά που του έλεγα μ’ ένα ύφος αποσπασμένο, που δεν μπορούσα να καταλάβω εάν σήμαινε υπεροψία ή αδιαφορία και μόνο.


Ώσπου να φτάσουμε στη στάση Αγγελοπούλου – και είχαμε πάρει το δρόμο με τα πόδια ως εκεί μια που κι εκείνος, όπως μου είπε, καθόταν στην Κυψέλη – με είχε κοσκινίσει, κάνοντας αντεπίθεση, βάζοντας μεθοδικά ερωτήσεις, ανιχνεύοντας τις γνώμες και τις προτιμήσεις μου, αναφέροντας απίθανες λεπτομέρειες από ελάχιστα γνωστά κείμενα που, παρόλ’ αυτά, στάθηκε αδύνατον να μ’ αιφνιδιάσουν, απεναντίας με κούρντιζαν, μ’ έβαζαν να του ανταποδίδω κι εγώ με τη σειρά μου τα ίδια. Το παιχνίδι αυτό βάσταξε ώσπου αράξαμε σ’ ένα μικρό καφενείο και πιάσαμε στα χείλη μας τα «Μανιφέστα» του Breton. Δόξα να’ χει ο Θεός, ο άνθρωπος αυτός είχε μπει στο νόημα. Ήταν ο δεύτερος μετά τον Εμπειρίκο. Κι ίσαμε σήμερα που γράφω, και που έχουνε περάσει τρεις δεκαετίες σχεδόν, είναι ένας από τους πέντε ή έξι σ’ ολόκληρη την Ελλάδα (μαζί με το Νικήτα Ράντο, το Νίκο Εγγονόπουλο και το Νάνο Βαλαωρίτη) που αποδειχτήκανε κάτοχοι πραγματικοί του μυστικού. Θέλω να πω: της γοητείας, του θαύματος, και όχι των γνώσεων που σήμερα διδάσκονται στα Πανεπιστήμια και βρίσκονται σ’ όλες τις Εγκυκλοπαίδειες. Πολύ φυσικό να γίνουμε γρήγορα φίλοι.


Εργογραφία
Ποίηση

Αμοργός [Αμοργός 1943), «Ο ιππότης κι ο θάνατος», «Ελεγείο» – σε νέα έκδοση], εκδ. «Πατάκης», Αθήνα 2000.
Δάνεισε τα μετάξια στον άνεμο [Ανέκδοτα ποιήματα/σχεδιάσματα], εκδ. «Ίκαρος», Αθήνα 1994.
Στίχοι
Όλα τα τραγούδια [συγκεντρωτική έκδοση των στίχων του], εκδ. «Πατάκης», Αθήνα 1999.

Μεταφράσεις

 Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Θέατρο και ποίηση, [συγκεντρωτική νέα έκδοση: Ματωμένος γάμος, Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα, Ο Περλιμπλίν και η Μπελίσα (θέατρο), και «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας», «Παραλογή του μισοΰπνου» (ποίηση)], εκδ. «Πατάκης», Αθήνα 2000.
 Αύγουστος Στρίντμπεργκ,  Ο Πατέρας, εκδ. «Πατάκης», Αθήνα 2001.
 Λόπε Δε Βέγα,'Φουέντε Οβεχούνα  [διασκευή], εκδ. «Πατάκης», Αθήνα 2001.
 Άρτσιμπαλντ Μακ Λης,Ιώβ, εκδ. «Πατάκης», Αθήνα 2003.
 Ευγένιος Ο’Νηλ, Ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα , εκδ. «Πατάκης», Αθήνα 2004.
 Ραμόν Δελ Βάλιε-Ινκλάν, Τα κέρατα του Δον Φριολέρα, εκδ. «Πατάκης», Αθήνα 2004.
 Τενεσσή Ουίλλιαμς, Μονόπρακτα , [«Χαιρετισμούς απ’ τη Βέρθα»,  «Μίλα μου σαν τη βροχή κι άσε με ν’ ακούω…»,  «Η Λαίδη Φθειροσόλ»,  «Προς κατεδάφισιν»,  «Μην κλαις μωρό του Ρούνυ»,  «Είκοσι εφτά βαγόνια γεμάτα μπαμπάκι»], εκδ. «Πατάκης», Αθήνα 2005.


Δισκογραφία

Σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι

1965: «Μυθολογία», με τον Γιώργο Ρωμανό.
1965: «Ματωμένος γάμος», (από το θεατρικό έργο του F. G. Lorca, σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου), με τον Λάκη Παππά.
1970: «Επιστροφή», με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και τη Δήμητρα Γαλάνη.
1971: «Της Γης το Χρυσάφι», με τον Μανώλη Μητσιά και τη Δήμητρα Γαλάνη.
1976: «Αθανασία», με τον Μανώλη Μητσιά και τη Δήμητρα Γαλάνη.
1976: «Τα Παράλογα», με την Μαρία Φαραντούρη, τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Διονύση Σαββόπουλο, την Μελίνα Μερκούρη και τον Ηλία Λιούγκο.
1986: «Χειμωνιάτικος Ήλιος», με τον Μανώλη Μητσιά.
1986: «Σκοτεινή Μητέρα», με την Μαρία Φαραντούρη.
1988: «Οι Μύθοι μιας Γυναίκας», με τη Νάνα Μούσχουρη.
1993: «Αντικατοπτρισμοί», με την Αλίκη Καγιαλόγλου (ο Γκάτσος έγραψε τους στίχους πάνω στις μελωδίες του έργου: «Reflections» που ηχογραφήθηκε το 1969, κατά την παραμονή του Μ. Χατζιδάκι στην Αμερική, με την μπάντα New York Rock & Roll Ensemble).
Μεμονωμένα τραγούδια σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι βρίσκονται στα έργα
1961: «Ελλάς, η χώρα των ονείρων», με τη Νάνα Μούσχουρη [τραγούδια του ομώνυμου Γερμανικού ντοκιμαντέρ του Wolfgang Mueller-Sehn (1960-61)].
1963: «America America», (μουσική και τραγούδια για την ομώνυμη ταινία του Εlia Kazan).
1963: «Aliki My Love», (μουσική και τραγούδια για την ταινία του Rudolf Mate με πρωταγωνίστρια την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Jess Conrand).
1965: «Ματωμένος γάμος», (από το θεατρικό έργο του F. G. Lorca, σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου), με τον Λάκη Παππά.
1972: «Σπίτι μου σπιτάκι μου», («Κάνε τη ζωή δροσιά», «Δεν είχες όνομα», «Σπίτι μου σπιτάκι μου» ), με την Νάνα Μούσχουρη.
1973. «Ο Μεγάλος Ερωτικός», («Πέρα στο θολό ποτάμι», του F. G. Lorca, σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου), με τη Φλέρυ Νταντωνάκη.
1977: «Οι γειτονιές του φεγγαριού», με την Φλέρυ Νταντωνάκη.
1980: «Μεθυσμένο Κορίτσι» με την Μαργαρίτα Ζορμπαλά.
1982: «Πορνογραφία» (τραγουδούν Βασίλης Λέκκας, Γιάννα Κατσαγιώργη, Ηλίας Λιούγκος, Μαριάννα Ευστρατίου-Παγκάκη, Έλλη Πασπαλά).
1983: «Ατέλειωτος Δρόμος», με τη Δήμητρα Γαλάνη.
1983: «Memed My Hawk», (Μουσική για την ομώνυμη ταινία του Peter Ustinov) με το τραγούδι «Memed Αγάπη μου» που ηχογραφήθηκε ειδικά για την ελληνική έκδοση του δίσκου, τον Νοέμβριο του 1983 (ερμηνεία Έλλης Πασπαλά).
1984: «Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι», με την Φλέρυ Νταντωνάκη, κ. ά.
1986: «4 Τραγούδια απ' την Ρωμαϊκή Αγορά», με τον Βασίλη Λέκκα.
1986: «Ο Μάνος Χατζιδάκις στη Ρωμαϊκή Αγορά. 35 Τραγούδια 1947-1985», (Τραγουδούν: Βασίλης Λέκκας, Έλλη Πασπαλά, Ηλίας Λιούγκος & η Μαρία Φαραντούρη).
1986: «Η Μαρία Φαραντούρη στο Olympia», (Ζωντανή ηχογράφηση συναυλίας της Μαρίας Φαραντούρη στο θέατρο Οlympia στο Παρίσι.).
1987: «Η Λαϊκή Αγορά. 30 τραγούδια 1959-1975», με τον Βασίλη Λέκκα, την Έλλη Πασπαλά, τον Ηλία Λιούγκο & τoν Γιώργο Νταλάρα.
1988: «Το Ελληνικό πρόσωπο του Γιώργου Νταλάρα», (με το νέο τραγούδι σε στίχους του Νίκου Γκάτσου «Στον Σείριο υπάρχουνε παιδιά»).

Σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη

1974: «Θαλασσινά φεγγάρια», με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, την Βίκυ Μοσχολιού και με την συμμετοχή της Μαρίας Φαραντούρη.
Μεμονωμένα τραγούδια σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη βρίσκονται στα έργα
1961: «Αρχιπέλαγος», με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και την Μαίρη Λίντα.
1964: «Πολιτεία Β΄», με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.


Σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου

1966: «Ένα μεσημέρι», με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, την Βίκυ Μοσχολιού, και τον Σταμάτη Κόκοτα.
1969: «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας» (από το ποιητικό έργο του F. G. Lorca, σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου), με τους Μάνο Κατράκη και Κώστα Πασχάλη.
1974: «Νύν και Αεί», με την Βίκυ Μοσχολιού και τον Νίκο Δημητράτο.
1983: «Ρεμπέτικο», με τον Νίκο Δημητράτο, τον Τάκη Μπίνη, και την Σωτηρία Λεονάρδου.
1991: «Τα κατά Μάρκον», με τον Γιώργο Νταλάρα.
1994: «Αγάπη είν' η ζωή», (έξι τραγούδια σε στίχους του Ν. Γκάτσου), με την Νάνα Μούσχουρη.
Μεμονωμένα τραγούδια σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου βρίσκονται στα έργα
1972: «Σπίτι μου σπιτάκι μου», («Ποιος Θεός το θέλησε», «Όλα είναι τυχερά», «Βάλε τον ήλιο σύνορο», «Ο Ξένος» και «Βαρκαρόλα -Μη λυγίζετε παιδιά»), με την Νάνα Μούσχουρη.
1974: «Συλλογή», («Μπαρμπαγιάννη Μακρυγιάννη», «Παλικάρι στα Σφακιά», «Γεια σου χαρά σου Βενετιά» και «Η κόρη του πασά»), με τον Νίκο Ξυλούρη
Σε μουσική Χριστόδουλου Χάλαρη
1975: «Δροσουλίτες», με τον Χρύσανθο και την Δήμητρα Γαλάνη.




Σε μουσική Δήμου Μούτση

1968: «Κάποιο καλοκαίρι», με τον Σταμάτη Κόκοτα, τη Μαρία Δουράκη και την Ελένη Ροδά.
1969: «Ένα χαμόγελο», με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, τον Σταμάτη Κόκοτα, και την Δήμητρα Γαλάνη.
1979: «Το Δρομολόγιο», με τον Μανώλη Μητσιά
Σε μουσική Λουκιανού Κηλαηδόνη
1972: «Κόκκινη κλωστή», με τον Μανώλη Μητσιά και την Δήμητρα Γαλάνη.
1976: «Περίπατος», με τον Μανώλη Μητσιά.





Σε μουσική Γιώργου Χατζηνάσιου

1985: «Η ενδεκάτη εντολή», με την Νάνα Μούσχουρη.
Σε μουσική Δημήτρη Παπαδημητρίου
2003: «Λένη» (τέσσερα τραγούδια σε στίχους του Ν.Γκάτσου), με τη Φωτεινή Δάρρα
2012: «Λουλούδι στη φωτιά», με τη Φωτεινή Δάρρα
Μεμονωμένα τραγούδια σε μουσική διαφόρων συνθετών
1958: «Χάρτινο το φεγγαράκι», «Έλα πάρε μου τη λύπη», σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι, με την Νάνα Μούσχουρη.
1962: «Τραγούδι του δρόμου», σε μουσική Μάνου Λοΐζου, με τον Γιώργο Μούτσιο.
1963: «Θαλασσοπούλια μου», «Το τραγούδι της Σειρήνας», σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι, με την Μαίρη Λίντα.
1965: «Πάει ο καιρός» , «Στο Λαύριο γίνεται χορός», σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι, με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.
1998: «Τραγούδι του παλιού καιρού» (σε μουσική Ηλία Ανδριόπουλου), με τον Μανώλη Μητσιά.
1998: «Μικραίνει το φεγγάρι», σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι, με την Νένα Βενετσάνου.



Ο ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗ ΚΥΨΕΛΗ-ΟΔΟΣ ΣΠΕΤΣΩΝ 101
Ο ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗ ΚΥΨΕΛΗ-ΟΔΟΣ ΣΠΕΤΣΩΝ 101


Η προτομή του Νίκου Γκάτσου (πέθανε το 1992) στην Ασέα. 













 Δημοσιεύτηκε στις 10 Ιουν 2014
 Συναυλία για τον Νίκο Γκάτσο, στον πεζόδρομο της Φωκιωνος Νέγρη.
Μετέχει Το Εργαστήρι Ελληνικής Μουσικής και οι Χορωδοί του Δήμου Αθηναίων.



Μίκης Θεοδωράκης Τ' ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΠΝΟΣ Νίκος Γκάτσος

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη


Έσπειρα στον κήπο σου χορτάρι
να 'ρχονται το βράδυ τα πουλιά
τώρα ποιο φεγγάρι σ' έχει πάρει
κι άδειασε τού κόσμου η αγκαλιά
Στης νύχτας το μπαλκόνι
παγώνει ο ουρανός
κι είν' η αγάπη σκόνη
και τ' όνειρο καπνός
Κύλησαν τα νιάτα στο ποτάμι
κι έγινε ο καιρός ανηφοριά
Ήμουνα στον άνεμο καλάμι
κι ήσουνα στην μπόρα λυγαριά



Κεμάλ

Αλίκη Καγιαλόγλου (εκτέλεση), Μάνος Χατζιδάκις (μουσική και αφήγηση), Νίκος Γκάτσος (στίχοι). Δίσκος: "Αντικατοπτρισμοί", 1993

Ακούστε την ιστορία του Κεμάλ
ενός νεαρού πρίγκιπα, της ανατολής
απόγονου του Σεβάχ του θαλασσινού,
που νόμισε ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.
αλλά πικρές οι βουλές του Αλλάχ
και σκοτεινές οι ψυχές των ανθρώπων.

Στης Ανατολής τα μέρη μια φορά και ένα καιρό
ήταν άδειο το κεμέρι, μουχλιασμένο το νερό
στη Μοσσούλη, τη Βασσόρα, στην παλιά τη χουρμαδιά
πικραμένα κλαίνε τώρα της ερήμου τα παιδιά.

Κι ένας νέος από σόι και γενιά βασιλική
αγροικάει το μοιρολόι και τραβάει κατά εκεί.
τον κοιτάν οι Βεδουίνοι με ματιά λυπητερή
κι όρκο στον Αλλάχ τους δίνει, πως θ’ αλλάξουν οι καιροί.

Σαν ακούσαν οι αρχόντοι του παιδιού την αφοβιά
ξεκινάν με λύκου δόντι και με λιονταριού προβιά
απ’ τον Τίγρη στον Ευφράτη, απ’ τη γη στον ουρανό
κυνηγάν τον αποστάτη να τον πιάσουν ζωντανό.

Πέφτουν πάνω του τα στίφη, σαν ακράτητα σκυλιά
και τον πάνε στο χαλίφη να του βάλει την θηλιά
μαύρο μέλι μαύρο γάλα ήπιε εκείνο το πρωί
πριν αφήσει στην κρεμάλα τη στερνή του την πνοή.

Με δύο γέρικες καμήλες μ’ ένα κόκκινο φαρί
στου παράδεισου τις πύλες ο προφήτης καρτερεί.
πάνε τώρα χέρι χέρι κι είναι γύρω συννεφιά
μα της Δαμασκού τ’ αστέρι τους κρατούσε συντροφιά.

Σ’ ένα μήνα σ’ ένα χρόνο βλέπουν μπρος τους τον Αλλάχ
που από τον ψηλό του θρόνο λέει στον άμυαλο Σεβάχ:
«νικημένο μου ξεφτέρι δεν αλλάζουν οι καιροί,
με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί»

Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ
Καληνύχτα...


            -----------------------------------------------------------------------------------

ΠΗΓΕΣ
el.wikipedia.org/wiki/Νίκος_Γκάτσος

www.sansimera.gr/biographies/47


http://aromalefkadas.gr/

                 -----------------------------------------------------------------------------------


Το ταξίδι

Τρέχω πετάω κυνηγάω πουλιά και όνειρα
και κάθε μέρα κολυμπάω σε πιο βαθιά νερά
θέλω τον κόσμο να αγκαλιάσω με ένα ζεστό φιλί
κι από τη δύση μου να φτάσω ως την ανατολή.
Μα είναι φίδι το ταξίδι
είναι χολή μαζί και ξύδι,
σε ένα μεγάλο αγκαθωτό σταυρό
όμως εγώ δεν κάνω πίσω
ούτε το δρόμο μου θ’ αφήσω
ώσπου λιμάνι σίγουρο να βρώ.
Τρέχω, πετάω, χαιρετάω τα πιο τρελά παιδιά
και κάθε πέτρα που πατάω ανοίγει σαν καρδιά.
Δείχτε μου δρόμο να περάσω με ήλιο και βροχή
θέλω τον κόσμο ν’ αγκαλιάσω και πάλι απ’ την αρχή.

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Δημοσίευση σχολίου