Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2015

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΖΟΣ ΡΑΓΚΑΒΗΣ - «Ο ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΣ »


                                             TRIVAGO - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

                                           ------------------------------------

                                            AIR TICKETS - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

     ----------------------------------------------------------------------------------------------------------









             -----------------------------------------------------------------------------

                  Ο ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΣ ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

             ------------------------------------------------------------------------------      

                ΤΟΥ ΚΟΥΤΡΟΥΛΗ Ο ΓΑΜΟΣ ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !  

             ------------------------------------------------------------------------------

            ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΖΟΣ ΡΑΓΚΑΒΗΣ ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !  

              ------------------------------------------------------------------------------

        ΤΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΜΟΣ Α:ΕΛΛΗΝΙΚΑ ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !  

              ------------------------------------------------------------------------------

    ΤΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΜΟΣ Β ΣΕ ΞΕΝΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

              ------------------------------------------------------------------------------

              ΤΑ ΚΥΡΙΩΤΕΡΑ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 2 ΤΟΜΟΙ ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

               -----------------------------------------------------------------------------

                ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΑΣ (Α+Β ΤΟΜΟΣ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !                                                                                                                                                                                               
   ---------------------------------------------------------------------------------------------------------


Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής

Ἡ ἐρωμένη τοῦ κλέφτου


Εἰς τὴν ἀνεμοζάλη
'ποῦ δέρνει τὸ βουνὸ
'ς τὸ ἔρημο περγιάλι
μονάχη τί θρηνῶ;

'Σὰν ἄνοιγμένο μνῆμα
ὁ κόσμος σιωπᾷ,
καὶ σκοτεινὸν τὸ κῦαμ
'ς τὴν ἀμμουδιὰ κτυπᾷ.

Προχθὲς μὲ χαιρετοῦσαν
οἱ βράχοι ζωντανοί·
τὰ δάση ἀντηχοῦσαν
παλληκαριῶν φωνή.

Πέρα ἐκεῖ 'ς τὴ ράχι
ποὺ καταχνιὰ περνᾷ
μεσάνυκτα μονάχοι
'καθήμεθα συχνά.

Ὅπου ἀσπρίζουν χιόνια
κι' ὁ ἀετὸς πετᾷ,
γιὰ 'μᾶς ἡμέραις, χρόνια,
περνοῦσαν πτερωτά.

Σταυραετέ, 'ς τὴν πέτρα
ποὺ κάθεσαι σκυφτός,
τοὺς βράχους γύρω μέτρα,
καὶ 'πὲ ποῦ εἶν' αὐτός;

'Σ τοὺς ἴσκιους ἂν χορεύῃ
νὰ τρέξω νὰ τὸν διῶ,
'ς τὸν τάφον ἂν κατέβῃ,
νὰ πάμ' ὁμοῦ κ' οἱ δυό.

Θηρίον τοῦ πολέμου,
φρικτὸς εἰς τοὺς κακούς,
ποῦ εἶσαι, φίλτατέ μου,
ποῦ εἶσαι; Δὲν μ' ἀκοῦς;

'Σ τὸ στῆθος σου ἐπάνου
στηρίζουμουν θερμόν,
καθὼς κισσὸς πλατάνου
τυλίγει τὸν κορμόν.

Γαυγίζετε; Σιωπᾶτε
χειμῶνες τῶν βουνῶν.
Ἴσως γλυκοκοιμᾶται
'ς τῶν ἄστρων τὸν φανόν.

Κοπάδια τῶν κοράκων,
περνᾶτε σιγανά·
τὸν κάτοικον τῶν λάκκων
τὸ κρόασμα 'ξυπνᾷ.

Κοιμᾶται, ναί, κοιμᾶται
'ς τὰ ἄγρια βαθειά.
Τουφέκια, δὲν βροντᾶτε,
δὲν λάμπετε, σπαθιά.

Ἔχ' εἰς ξηρὸ χορτάρι
τὰ χέρια ἁπλωτά,
καὶ τὸ χλωμὸ φεγγάρι
τὸν νυκτοχαιρετᾷ.

'Ξύπνα, καὶ Τοῦρκοι βγαίνουν
'ς τ' ἀντικρινὰ βουνά·
οἱ κλέφταις σου προσμένουν,
κ' ἡ σπάθη του πεινᾷ.

'Ξύπνα καὶ διὲ πῶς θάλλει
ἀνοίξεως στολή.
Ἐδῶ πιστὴ ἀγκάλη
σὲ γλυκοπροσκαλεῖ.

'Ξύπνα καὶ διε`'ς τοῦ ἄμμου
τὴν ἐρημιὰ ἐδῶ
πῶς τὰ χρυσᾶ μαλλιά μου
μὲ κλάμματα μαδῶ.

Τί θέλεις, γλυκειὰ αὔρα,
καὶ μυριστὴ πετᾷς;
Ἐδῶ ξερὰ καὶ μαῦρα
εἶν' ὅσ' ἂν ἀπαντᾷς.

Λές· «Ἦλθα νὰ ποτίσω
τ' ἀδρόσιστα κλαδιά,
παρηγοριὰ νὰ χύσω
'ς τὴ μαύρη σου καρδιά.»

Πέρνα, δροσάτη, πέρνα
'ς τὰ ζωντανὰ χωριά!
Ἐκεῖ τὰ μύρα κέρνα
καὶ τὴν παρηγοριά.

Ἐδῶ φρικτὸς 'ς τὴ φύσι
ὁ θάνατος περνᾷ.
Ὅποιον αὐτὸς θερίσῃ
ὀπίσω δὲν γυρνᾷ.

Τ' ἀχόρταγο δρεπάνι
καθὼς τὸν ἰσχυρὸ
ἐθέρισε, μὲ φθάνει
κ' ἐμένα 'ς τὸ πλευρό.

Μὲ εἶδεν ὁ διαβάτης
'ς τὰ χρόνια τ' ἀνθηρά,
ὅταν τὰ στέφανά της
μ' ἐχάριζ' ἡ χαρά.

Μεθαύριο τοῦ κάκου
γιὰ μένα θὰ ρωτᾷ·
τὴν πέτρ' αὐτοῦ τοῦ λάκκου
μονάχη θ' ἀπαντᾷ.


     ----------------------------------------------------------------------



Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής


Θεοῦ Παρουσία


Θεὸς ὑπάρχ' εἰς οὐρανοὺς
προστάτης τῶν ἀνθρώπων.
Καὶ ἡ καρδία καὶ ὁ νοῦς
τὸν βλέπ' εἰς πάντα τόπον.

Τὸν βλέπ' εἰς τὸν οὐράνιον
φωστῆρα τῆς ἡμέρας,
καὶ εἰς τὸ φῶς τὸ δάνειον
τῆς νυκτοπόπρου σφαίρας.

Τὸν βλέπει ὅταν καταιγὶς
σωρεύῃ μαῦρα νέφη,
κι' ὅταν παρήγορος τῆς γῆς
γαλήνη ἐπιστρέφῃ.

Τὸν βλέπει εἰς τὸν ἥμερον
παλμὸν τῆς εὐτυχίας,
ἀλλὰ κ' εἰς τὴν ἐφήμερον
ὀδύνην τῆς καρδίας.

Εἰς τ' οὐρανοῦ τὸν πάπυρον
ἡ δόξα Του ἐγράφη,
καὶ Τὸν ὑμνεῖ τὸ ἄπειρον,
καὶ ἡ ζωὴ κ' οἱ τάφοι.

Τὸ κράτος Του δοξάζοντα
τὸν τρέμουσι τὰ ὄντα
τὸ πᾶν ἐξουσιάζοντα
καὶ πανταχοῦ παρόντα.

                       -------------------------------------------------------------------------




Πρόταση ανάγνωσης των διδακτικών και εξωτικών διηγημάτων του πρώτου θύματος της εθνοκεντρικής κριτικής που αρνήθηκε να εκφραστεί μέσα από τη «χυδαία» εξέλιξη της γλώσσας.
Ο οικουμενικός Ραγκαβής

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  25/07/1999

Μαραγκόπουλος Α.

      
Η φιλολογική έρευνα της τελευταίας δεκαετίας μάς προέτρεψε να προσέξουμε λησμονημένους πεζογράφους του 19ου αιώνα για τους οποίους η κριτική, από τον Παλαμά ως τον Δημαρά και από εκεί στον Σαχίνη και στον Vitti, είχε αποφανθεί καταδικαστικώς. Οι Σούτσοι, ο Παλαιολόγος, ο Βλάχος, ο Πιτζιπίος κ.ά. είχαν εξορισθεί από τον λογοτεχνικό κανόνα εφόσον δεν πληρούσαν τους όρους του ρεαλιστικού-ελληνοκεντρικού-δημοτικιστικού προτύπου που η ιδεολογία αλλεπαλλήλων εποχών είχε επιβάλει ως απόλυτο αξιολογικό κριτήριο. Ευτυχώς όμως φιλόλογοι όπως ο Νάσος Βαγενάς, η Σοφία Ντενίση, ο Τάκης Καγιαλής κ.ά. μας επέτρεψαν με τις εργασίες τους να απαλλαγούμε από τις προλήψεις αιώνος και να μπορέσουμε να ξαναδιαβάσουμε μια αποσιωπημένη λογοτεχνία.

Το συνέδριο που έγινε στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 1995

 Η ελληνική πεζογραφία 1830-1880 (τα πρακτικά του οποίου βρίσκονται στον εξαιρετικό τόμο Από τον Λέανδρο στον Λουκή Λάρα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1997)

 κατέδειξε για πρώτη φορά το εύρος μιας νεότερης έρευνας που έχει σκοπό να αναστηλώσει τη λογοτεχνία των πρώτων 50 χρόνων του ελληνικού κράτους στο κύρος που της αρμόζει. Ενας από τους συνέδρους, ο Mario Vitti, κατά την αποστροφή του στο τέλος του συνεδρίου, ομολόγησε την ανάγκη «νέας ταξινόμησης και νέας αξιολόγησης» του υπάρχοντος λογοτεχνικού υλικού αυτής της περιόδου. Η ογκώδης επανέκδοση των Διηγημάτων του Ραγκαβή από το Ιδρυμα Ουράνη, με την επιμέλεια του καθηγητή του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ Δημ. Τζιόβα, εντάσσεται σε αυτή τη λογική.

Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (1809-1892) αποτελεί φαινόμενο πολυπραγμοσύνης του ελληνικού 19ου αιώνα: ποιητής, πεζογράφος, κριτικός, μεταφραστής, λεξικογράφος, ανταποκριτής αγγλικής εφημερίδας, καθηγητής της Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, υπουργός Εξωτερικών, πρέσβης στις ΗΠΑ, στην Κωνσταντινούπολη, στο Παρίσι και στο Βερολίνο, διευθυντής σύνταξης μιας εφημερίδας (Ευνομία, 1862-1865) και συνεκδότης τριών περιοδικών (Ευτέρπη, 1847-1855, Πανδώρα, 1850-1872, Spectateur de l' Orient, 1853-1857). Τα πεζά του, που μας ενδιαφέρουν εδώ, δημοσιεύτηκαν στα δύο πρώτα περιοδικά σε ένα διάστημα έξι ετών (1847-1853): είκοσι δύο διηγήματα και ένα μυθιστόρημα. Αυτή είναι κατ' ουσίαν και η δημιουργική περίοδος του Ραγκαβή, εφόσον μόνο ύστερα από 10 χρόνια θα τυπώσει το «Εκδρομή εις Πόρον» (1863), το τελευταίο διήγημά του.

Διαβάζοντας ξανά τα διηγήματα του Ραγκαβή στη λήξη ενός αιώνα που τον σημαδεύει αφενός ο καταιγισμός της τεχνολογίας και αφετέρου εκείνος της συναίνεσης στη βαρβαρότητα, αισθάνεται κανείς ότι εντέλει ο κόσμος εξελίσσεται εξαιρετικά αργά, ελάχιστα δηλαδή αλλάζει τόσο ως προς τη μανιώδη ανάγκη του να προοδεύει τεχνικώς όσο και ως προς την άλλη: να συνοδεύει την όποια εξέλιξη με πράξεις βαρβαρότητας. Πόσο λίγο έχει απαλλαγεί ο κόσμος από τη δουλεία (το θέμα της Ναϊάδος) ή από την παιδική εργασία (το θέμα του Γλούμυμάουθ), πόσο το καθεστώς των συνθηκών εγκλεισμού έχει παγκοσμίως λυθεί (Αι Φυλακαί), σε ποιον βαθμό η εξουσία καθοδηγείται από τη φρόνηση (Λεϊλά), πόσο η παγκοσμιοποιημένη βαρβαρότητα παραχώρησε τη θέση της σε έργα ειρήνης από τον καιρό του ευαίσθητου σε αυτές τις οικουμενικές αγωνίες Ραγκαβή;

Ο συγγραφέας αυτός, που σπούδασε στο εξωτερικό και διέθετε παιδεία που δεν μπορούν να απολαύσουν παρά ελάχιστοι συμπατριώτες του, ο συγγραφέας που ρητώς αποφεύγει τη «χυδαία» γλώσσα και που οπωσδήποτε κατέχει υψηλά κρατικά αξιώματα, συμβαίνει ωστόσο να είναι άκρως ενήμερος όσον αφορά τα οικουμενικά προβλήματα ­ σε μια εποχή που η χώρα του προσπαθεί παθιασμένα να εξασφαλίσει την τριαδική ενότητα γλώσσας, ιστορίας και θρησκείας, εκείνος, ως περί άλλα τυρβάζων, διηγείται ιστορίες εξωτικές που έχουν στο κέντρο τους προβλήματα της Ανγκλετέρας, των Ινδιών ή των ΗΠΑ. Η κριτική δεν καλοδέχθηκε αυτό τον εξωτισμό, με προεξάρχοντα τον Παλαμά, που κατηγόρησε ως «ξενόσπορα και αχαρακτήριστα» τα διηγήματά του. Η κριτική άργησε πολύ να διακρίνει ότι το ξενόθεμο διήγημα δεν συνιστά αφεαυτού λογοτεχνικό αμάρτημα. Άργησε, δηλαδή, να προσέξει αυτό που πρώτος ο Τάκης Καγιαλής παρατήρησε (ό.π. Παν/κές Εκδ. Κρήτης, σ. 133) και ο επιμελητής της πρόσφατης έκδοσης επικροτεί, ότι δηλαδή το ελληνοκεντρικό-ρεαλιστικό-κοινωνικό θέμα δεν συνιστά αξιολογικό και ερμηνευτικό κριτήριο όπως συνιστούσε στην ιστορική συγκυρία του Ραγκαβή. Ο Δ. Τζιόβας τονίζει στην εκτενέστατη εισαγωγή του ότι ο Ραγκαβής υπήρξε «το πρώτο θύμα της ελληνοκεντρικής κριτικής». Μιας ιδεολογικής κριτικής που συνέχισαν ο Δημαράς με το γνωστό δημοτικιστικό φίλτρο του αλλά και άλλοι γνωστοί φιλόλογοι ως πολύ πρόσφατα.

Οι κριτικοί αυτοί δεν διέκριναν ότι πίσω από το ξένο και το εξωτικό, με διδακτική μορφή πολύ κοντά σε εκείνην της μεσαιωνικής παραβολής και της αλληγορίας, ο «φύσει και θέσει» συντηρητικός συγγραφέας στην κυριολεξία συμπάσχει με την κοινωνία που τον διαβάζει ­ και ας μην αναφέρεται ευθέως στις δικές της έγνοιες. Οι φαντασιώδεις ιστορίες του κατ' ουσίαν αποτελούν «παραδείγματα» προς τους αναγνώστες του, είτε αποτρεπτικά είτε προτρεπτικά, αντλημένα από τα εις Εσπερίαν συμβαίνοντα. Τα διηγήματά του συνδυάζουν συνειδητά το fact και το fiction, το ρομάντζο με τη διδαχή, βρίθουν πληροφοριών για τις παγκόσμιες εξελίξεις, επιστημονικές, κοινωνικές και άλλες, δημοσιεύονται σε περιοδικά με οπωσδήποτε λαϊκή απήχηση και βεβαίως υιοθετούν αυτό που η μελετήτρια του Ραγκαβή Λίτσα Χατζοπούλου αποκάλεσε ορθώς (Εισαγωγή στο Λέιλα και άλλα διηγήματα, Νεφέλη, 1997, σ. 34) «επαληθευτικές τεχνικές». Το τελευταίο δηλώνει την ανάγκη του συγγραφέα να υπογραμμίσει ­ παρά και ενάντια στο μελοδραματικό σχήμα που επιβάλλει το ύφος μιας ολόκληρης εποχής στο έργο του ­ ότι η διήγηση, αν και μυθοπλαστική, ωστόσο στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Πράγμα άλλωστε που η φιλολογική έρευνα απέδειξε προ πολλού, με ακραίο παράδειγμα το πόρισμα της έρευνας Ashley για την παιδική εργασία (1842), στο οποίο ευθέως στηρίχθηκε ο Ραγκαβής για τον Γλούμυμάουθ του (Τ. Καγιαλής, Γλούμυμάουθ, Νεφέλη, 1991, σ. 64).

Απέναντι σε έναν κανόνα εσαεί λαογραφικό, ηθογραφικό και δημώδη ο Ραγκαβής στάθηκε ιδιοφυές παράδειγμα συνειδητού συγγραφέα που, αν μη τι άλλο, ξέρει τι θέλει να πει και με ποιον τρόπο να το πει. Επιπλέον υπήρξε ενδιαφέρουσα περίπτωση συγγραφέα που συνομιλεί με τους συγχρόνους του βικτωριανούς και μάλιστα στο ίδιο λογοτεχνικό ιδίωμα,ας πούμε σε εκείνο ενός Ντίκενς ή ενός Ντισραέλι. Όλα αυτά ακούγονται ενδιαφέροντα αλλά, όπως συχνά συμβαίνει στις φιλολογικές συζητήσεις, κάτι ουσιώδες ξεφεύγει και αυτό βεβαίως είναι η λογοτεχνικότητα και η εξ αυτής απορρέουσα απολαυστική λειτουργία αυτών των κειμένων, το «τερπνόν και ψυχωφελές». Πιο απλά: Κατά πόσον τα παραβολικά/διδακτικά/αρχαΐζοντα διηγήματα του Ραγκαβή για μας που πλέον είμαστε απαλλαγμένοι ελληνοκεντρικών ή άλλων ψυχαναγκαστικών ιδεολογικών κριτηρίων έχουν ακόμη κάτι να πουν; Υπερβολικά νομίζουμε ο επιμελητής του τόμου καταφέρεται εναντίον της κριτικής ­ και μάλιστα της πλέον πρόσφατης (;) ­ που αποσιώπησε/υποτίμησε τον Ραγκαβή, όταν ακριβώς ζούμε εδώ και πάνω από μια δεκαετία περίοδο ριζικής επανάγνωσης αυτών των κειμένων (πρώτος ο Γ. Βαλέτας ήδη στα 1983 ­ Ανθολογία Διηγήματος, Φιλιππότης ­ αποκαλεί τον Ραγκαβή «πατέρα του νεοελληνικού διηγήματος»). Το θεμελιώδες επομένως ζήτημα που παραμένει για μας τους απλούς θνητούς-αναγνώστες είναι αν ο όντως οικουμενικός Ραγκαβής αποτελεί (όπως υποστηρίζει ο Δ. Τζιόβας) έναν από τους πλέον αξιανάγνωστους πεζογράφους του περασμένου αιώνα.

Ο κ. Αρης Μαραγκόπουλος είναι συγγραφέας. Από τις εκδόσεις Κέδρος κυκλοφορεί το μυθιστόρημά του «Οι ωραίες ημέρες του Βενιαμίν Σανιδόπουλου».

             -----------------------------------------------------------------------------




 
Συγγραφέας: Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής
Έτος έκδοσης: 1874
Μέγεθος: 436 σελ.

           ----------------------------------------------------------------------------------------





Τα Σκιαδικά


Με την ονομασία Σκιαδικά έμειναν στην ιστορία τα επεισόδια μεταξύ της μαθητιώσας νεολαίας και της Χωροφυλακής, που συνέβησαν στην Αθήνα στις 10 και 11 Μαΐου 1859. Ήταν ένα φαινομενικά άσχετο γεγονός, που οδήγησε τρία χρόνια αργότερα στην έξωση του βασιλιά Όθωνα.

Όλα ξεκίνησαν από μια διαπίστωση του Υπουργού Εξωτερικών, Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή, ο οποίος σε συζητήσεις τόνιζε την ανάγκη στήριξης της εγχώριας παραγωγής. Και έφερνε ως παράδειγμα ότι οι Έλληνες θα έπρεπε να δείχνουν την προτίμησή τους στα ντόπια ψάθινα καπέλα (σκιάδια) που κατασκευάζονταν στη Σίφνο και όχι στα εισαγόμενα από το εξωτερικό, που ήταν και ακριβότερα.

Την ιδέα του Ραγκαβή ενστερνίσθηκε ο γιος του, Κλέων, ο οποίος έπεισε τους συμμαθητές του να φορούν σιφνέικα σκιάδια, στολισμένα με γαλανόλευκες κορδέλες, στις κυριακάτικες εξόδους τους στο Πεδίο του Άρεως. Γρήγορα έγιναν μόδα και σήμα κατατεθέν της προοδευτικής νεολαίας της Αθήνας («Γαριβαλδινοί»), σε αντίθεση με τους καθεστωτικούς νεολαίους, που φορούσαν άσπρα ψηλά καπέλα και απεκαλούντο «Αυστριακοί».
Προ του κινδύνου να χάσουν την πελατεία τους, οι εισαγωγείς καπέλων έστειλαν υπαλλήλους τους στο Πεδίο του Άρεως με αστεία και κουρελιασμένα σκιάδια, προκειμένου να διακωμωδήσουν τους μαθητές (10 Μαΐου 1859). Οι άνθρωποι των εισαγωγέων προκάλεσαν τους νεαρούς, με αποτέλεσμα να επακολουθήσει συμπλοκή. Η Χωροφυλακή πήρε το μέρος τους και αφού ξυλοφόρτωσε μαθητές και φοιτητές, προέβη σε τρεις συλλήψεις.

Τα επεισόδια συνεχίστηκαν και την επόμενη μέρα. Σπουδαστές και πλήθος κόσμου συγκεντρώθηκαν στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου και συγκρότησαν πορεία προς το Υπουργείο Εσωτερικών για να απαιτήσουν από τον υπουργό Κωνσταντίνο Προβελέγγιο την παύση του αστυνομικού διευθυντή Αθηνών Δημητριάδη και την απελευθέρωση των συλληφθέντων μαθητών. Ο Προβελέγγιος δεσμεύτηκε ότι θα εξετάσει το αίτημά τους, αλλά αυτό δεν άρεσε στους φοιτητές, που ζήτησαν ακρόαση από τον Όθωνα για το ίδιο θέμα. Ο βασιλιάς αρνήθηκε να τους δεχθεί, γεγονός που όξυνε τα πνεύματα.

Οι νέοι ξαναγύρισαν στα Προπύλαια, με άγριες διαθέσεις αυτή τη φορά. Τότε επενέβη ο φρούραρχος Αθηνών, Μιχαήλ Σούτσος, επικεφαλής μεγάλης στρατιωτικής δύναμης, και τους διέλυσε. Η ενέργειά του αυτή προκάλεσε αντιδράσεις. Ο γερουσιαστής Δημήτριος Χρηστίδης θεώρησε την έφοδο του στρατού στο Πανεπιστήμιο, πράξη «κατά του ασύλου των επιστημών» και ανέπτυξε την άποψη ότι το Πανεπιστήμιο «ως ναός του πνεύματος» πρέπει να απολαμβάνει το προνόμιο του απαραβίαστου για τους πάντες. Ήταν μία από τις πρώτες αναφορές στη χώρα μας για το πανεπιστημιακό άσυλο.
Αργά το απόγευμα της 11ης Μαΐου 1859 συνεδρίασε το Υπουργικό Συμβούλιο υπό την προεδρία του πρωθυπουργού Αθανάσιου Μιαούλη και απέπεμψε τον αστυνομικό διευθυντή Αθηνών Δημητριάδη, ενώ διέταξε την απελευθέρωση των τριών συλληφθέντων μαθητών. Τα «Σκιαδικά» ήταν η πρώτη δυναμική εκδήλωση κατά των απολυταρχικών μεθόδων του καθεστώτος και ενίσχυσε το αγωνιστικό φρόνημα των αντιπάλων του Όθωνα. Πρωτοστάτης της διαμαρτυρίας ήταν το Πανεπιστήμιο, επαληθεύοντας την προφητική ρήση του Γέρου του Μοριά, που όταν χτιζόταν είπε δείχνοντάς το: «Το σπίτι αυτό θα φάει το σπίτι εκείνο», εννοώντας το Παλάτι.

          --------------------------------------------------------------------------------------


Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (27 Δεκεμβρίου 1809 - 16 Ιανουαρίου 1892) ήταν φαναριώτης λόγιος, ρομαντικός ποιητής της Α' Αθηναϊκής Σχολής, πεζογράφος, καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διπλωμάτης.


Απασχόληση/ επάγγελμα



Υπογραφή

Alexandros Ragkabis - ypografi.JPG


Βιογραφία

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 27 Δεκεμβρίου του 1809, αλλά τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στοΒουκουρέστι, στην αυλή του ηγεμόνα της Βλαχίας Αλέξανδρου Σούτσου, που ήταν συγγενής του, στην Στεφανούπολη(το σημερινό Μπρασόβ της Ρουμανίας) και την Οδησσό της Ρωσίας, όπου φοίτησε στο Λύκειο και τελικά στο Μόναχοαπό το 1825, όπου φοίτησε στη Στρατιωτική Σχολή της Βαυαρίας.

Στην Ελλάδα (Ναύπλιο) εγκαταστάθηκε από το 1829, ως ανθυπολοχαγός του πυροβολικού, αλλά γρήγορα παραιτήθηκε, καθώς θεωρούσε ότι είχε αδικηθεί, αφού, όπως αναφέρει στα Απομνημονεύματά του, το κράτος, στην προσπάθεια να προσελκύσει ξένους αξιωματικούς στον Ελληνικό Στρατό, έδινε σ' αυτούς δύο βαθμούς ανώτερους από αυτούς που είχαν στην πατρίδα τους. Μετά την παραίτησή του από τον στρατό σταδιοδρόμησε σε διοικητικές και κυβερνητικές θέσεις. Κατά τα έτη 1831-1841 υπηρέτησε ως Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας, (επεξεργάστηκε σχέδιο για την οργάνωση της Μέσης Εκπαίδευσης και του Πανεπιστημίου) και 1841-1844 στο Υπουργείο Εσωτερικών, όπου επεξεργάστηκε σχέδιο για την καταπολέμηση της ληστείας, ενός από τα σοβαρότερα προβλήματα που απασχολούσαν το νεοσύστατο κράτος. Το 1844, όταν εφαρμόστηκε ο νόμος που απαγόρευε την υπηρέτηση ετεροχθόνων στο δημόσιο, απολύθηκε και διορίστηκε καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Στην πνευματική ζωή της χώρας άρχισε να συμμετέχει ενεργά αμέσως μετά την άφιξή του στην Ελλάδα. Το ποίημά του Δήμος και Ελένη, που μαζί με τον Οδοιπόροτου Π. Σούτσου είναι το πρώτο έργο του αθηναϊκού ρομαντισμού, δημοσιεύτηκε το 1831 και ακολούθησε μεγάλος αριθμός λογοτεχνικών αλλά και επιστημονικών έργων. Το 1847 άρχισε να εκδίδει το περιοδικό Ευτέρπη μαζί με τον φίλο και συμμαθητή του Γρηγόριο Καμπούρογλου. Από το 1849 αποχώρησε από την Ευτέρπηκαι συμμετείχε στην έκδοση του περιοδικού Πανδώρα, μαζί με τους Νικόλαο Δραγούμη και Κων/νο Παπαρρηγόπουλο. Σε αυτά τα περιοδικά δημοσίευσε και αρκετά από τα διηγήματά του, καθώς και το μυθιστόρημα Ο Αυθέντης του Μορέως και τη νουβέλα Ο Συμβολαιογράφος. Από το 1851 συμμετείχε στην κριτική επιτροπή τωνποιητικών διαγωνισμών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Είχε μάλιστα επισημάνει τους κινδύνους από τις ακρότητες του ρομαντισμού, παρ' όλο που το 1837 ο πρόλογός του στο δραματικό έργο του Φροσύνη αποτελούσε κατά κάποιον τρόπο το μανιφέστο του ρομαντισμού στην Ελλάδα.

Το 1856-1859 διετέλεσε Υπουργός Εξωτερικών και το 1867 παραιτήθηκε από τη θέση του στο Πανεπιστήμιο, για να αφοσιωθεί στο διπλωματικό του έργο. Υπηρέτησε ως πρεσβευτής της Ελλάδας στις ΗΠΑ (ο πρώτος Έλληνας πρεσβευτής εκεί), στην Κωνσταντινούπολη, στο Παρίσι και στο Βερολίνο μέχρι το 1887, όταν και συνταξιοδοτήθηκε. Οι απόψεις του για την ενίσχυση των ελληνικών προϊόντων, αποτέλεσαν την αιτία δημιουργίας ενός κινήματος της νεολαίας με ηγέτη τον γιο του και αποκορύφωμα τα Σκιαδικά.

Πέθανε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου του 1892.

Έργο

Ο Α. Ρ. Ραγκαβής ήταν ευρυμαθής λόγιος με πολλά ενδιαφέροντα. Το οικογενειακό του περιβάλλον ήταν περιβάλλον λογίων: αδερφός της μητέρας του ήταν ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός και ξαδέρφια του οι λογοτέχνες Αλέξανδρος και Παναγιώτης Σούτσος. Στην αυλή του ηγεμόνα Αλέξανδρου Σούτσου στο Βουκουρέστι, όπου έζησε από το 1813 ως το 1821 ήρθε σε επαφή με την ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Στο Μόναχο είχε παρακολουθήσει μαθήματα του Σέλλινγκ και μιλούσε άπταιστα 2-3 ξένες γλώσσες.

Ποιητικό έργο

Πρωτοεμφανίστηκε με το εκτενές αφηγηματικό ποίημα Δήμος και Ελένη το 1831, που είναι γραμμένο σύμφωνα με την τεχνική του δημοτικού τραγουδιού και η γλώσσα του προσεγγίζει αρκετά την καθομιλουμένη. Την ίδια περίοδο επίσης έγραψε πολλά ποιήματα πατριωτικά, εμπνευσμένα από την ελληνική επανάσταση, τα οποία μιμούνται τους τρόπους του δημοτικού τραγουδιού. Το πιό γνωστό απ' αυτά είναι Ο Κλέφτης. Σε αυτά τα ποιήματα, τα οποία βέβαια απευθύνονται στο ευρύτερο κοινό, η γλώσσα του προσεγγίζει τη δημοτική. Ένα από τα πιο αξιόλογα ποιήματά του είναι η Ωδή για τον Αθανάσιο Χριστόπουλο, ποίημα που επαινούσε και ο Διονύσιος Σολωμός. Τα πρώτα έργα του είναι επηρεασμένα από τον ρομαντισμό και στον πρόλογο του δραματικού έργου του Φροσύνη (1837) παρουσίαζε τηνρομαντική λογοτεχνική θεωρία και αυτοχαρακτηριζόταν ρομαντικός. Σταδιακά όμως απέρριψε τον ακραίο ρομαντισμό: οι απόψεις του και η γραφή του άρχισαν να μεταβάλλονται προς τον κλασικισμό και η γλώσσα του να γίνεται ακόμα περισσότερο αρχαΐζουσα. Παραδείγματα τέτοιων έργων είναι οι εκτενείς ποιητικές συνθέσειςΔιονύσου πλους (1864) και Γοργός ιέραξ (1871), με θέματα από την αρχαιότητα.

Το ποιητικό του έργο κινείται στο κλίμα της Α' Αθηναϊκής Σχολής, υπερτερεί όμως σε σχέση με άλλα έργα των συγχρόνων του ποιητών αφού δεν έχει τα μειονεκτήματα του ατημέλητου ύφους και μέτρου και της έλλειψης ακριβολογίας. Η γλώσσα του είναι βέβαια αυστηρή καθαρεύουσα, αλλά πολύ κομψή και επιμελημένη.

Πεζογραφικό έργο

Στο πεζογραφικό του έργο δεσπόζει το ιστορικό μυθιστόρημα Ο Αυθέντης του Μορέως. Είναι το πρώτο νεοελληνικό ιστορικό μυθιστόρημα και ακολουθεί το πρότυπο του Sir Γουόλτερ Σκοτ. Έγραψε πολλά διηγήματα, σε μια εποχή που το αυτό το είδος δεν είχε γνωρίσει ακόμα την ανάπτυξη που γνώρισε αργότερα. Γι' αυτό κάποιοι μελετητές τον χαρακτηρίζουν "πατέρα του νεοελληνικού διηγήματος". Τα διηγήματά του βέβαια σπανίως διαδραματίζονται στην Ελλάδα και δεν έχουν καμία σχέση με την ελληνική πραγματικότητα, με εξαίρεση το εκτενέστερο απ' αυτά, Ο συμβολαιογράφος, ενώ κάποια είναι διασκευές ή παραφράσεις ξένων· αυτός και ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίον οι μεταγενέστεροι λογοτέχνες και κριτικοί τον «κατηγόρησαν» ότι δεν αξιοποίησε το συγγραφικό ταλέντο του για να δώσει «γνήσια ελληνικά» διηγήματα.

Θεατρικό έργο

Έγραψε αρκετά θεατρικά έργα, τραγικά και κωμικά, τα οποία όμως δεν γνώρισαν μεγάλη σκηνική επιτυχία κυρίως επειδή ήταν απρόσφορα για σκηνική παρουσίαση. Τα δραματικά του έργα είναι εμπνευσμένα από την ελληνική ιστορία, από την αρχαιότητα (Οι τριάκοντα), το βυζάντιο (Δούκας) ώς την ελληνική επανάσταση (Η παραμονή). Στα κωμικά του έργα, το πιο γνωστό από τα οποία είναι Του Κουτρούλη ο γάμος, επιχείρησε την μορφολογική αναγέννηση της κλασικής αριστοφανικής κωμωδίας, με χρήση αρχαϊκών μέτρων, χορικών και παράβασης.
Παράλληλα ο Ραγκαβής έπαιξε μεγάλο ρόλο και στην οργάνωση της θεατρικής ζωής της χώρας και συμμετείχε στις πρώτες προσπάθειες δημιουργίας θεατρικών φορέων και επιχειρήσεων (Φιλοδραματική Εταιρεία, Εταιρεία του εν Αθήναις Θεάτρου). Συχνά δίδασκε ηθοποιούς και επέβλεπε την προετοιμασία παραστάσεων και διοργάνωνε και ερασιτεχνικές παραστάσεις έργων με φοιτητές του Πανεπιστημίου.

Η Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας

Σημαντικό έργο του, ως προς την ιστορική του αξία, είναι η Ιστορία της νεοελληνικής φιλολογίας, πρώτη ως τότε συστηματική απόπειρα καταγραφής της ελληνικής λογοτεχνίας, στην οποία υπερασπίζεται τη λόγια γλώσσα και τη φαναριώτικη ποίηση. Θεωρεί ότι μόνο αυτή είναι άξια συνέχεια της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας. Απορρίπτει τη δημοτική γλώσσα ως ακατάλληλη για να εκφράσει υψηλά ποιητικά νοήματα και το δημοτικό τραγούδι ως προϊόν της αμάθειας του λαού, που επιβίωσε μόνο επειδή κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας δεν υπήρχε άλλη, αξιολογότερη παραγωγή. Απορρίπτει επίσης και την κρητική λογοτεχνία, ως μίμηση ξένων προτύπων και μη γνήσια γλώσσα, γεμάτη ιταλισμούς. Για την επτανησιακή σχολή γράφει ότι υπάρχουν βέβαια ποιητές με ταλέντο, αλλά δεν αποδέχεται τη δημοτική γλώσσα που χρησιμοποιούσαν. Όπως είναι φυσικό, καταλήγει σε έπαινο της Α' Αθηναϊκής Σχολής και ιδιαιτέρως των δύο εξαδέρφων του, Αλέξανδρου και Παναγιώτη Σούτσου στους οποίους αφιερώνει περισσότερες σελίδες απ' ότι στον Κάλβο και τον Σολωμό! Απάντηση στην Ιστορία του Ραγκαβή έδωσε ο Ιούλιος Τυπάλδος με επιστολή προς τον Σπυρίδωνα δε Βιάζη, στην οποία ανασκευάζει όλες τις απόψεις του.



Έργα

Ποιήματα

Διηγήματα
Άλλα



Εργογραφία

Ποίηση
Δήμος και Ελένη, 1831
Διάφορα ποιήματα, τ.Α 1837, τ.Β 1840
Διονύσου πλους, 1864
Γοργός ιέραξ, 1871
(Στα Άπαντά του, τ.Α 1874 Λυρική ποίηση, Β 1874 Δραματική και διηγηματική ποίηση, Γ-Δ 1871 Δραματική ποίηση)

Πεζογραφία

Διάφορα Διηγήματα τ. Α 1855, τ.Β 1857, τ.Γ 1859
Ο Αυθέντης του Μορέως, ιστορικό μυθιστόρημα, 1850
(Στα Άπαντά του, τ.Η, Ι, ΙΑ Διηγήματα)

Άλλα έργα

Μεταφράσεις αρχαίων δραμάτων, Δάντη, Σαίξπηρ, Γκαίτε, Σίλλερ (Άπαντα τ. Ε-Ζ 1875,Θ 1875,ΙΒ 1885,Ιθ 1889)
Αρχαιολογικές μελέτες (΄Απαντα τ. ΙΓ-ΙΔ 1885, ΙΕ-ΙΖ 1889)
Απομνημονεύματα τ.Α 1894, τ.Β 1895, τ.Γ-Δ 1930
Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 1877 στα Γαλλικά και 1882 στα Γερμανικά
Περίληψις Ιστορίας της Νεοελληνικής Φιλολογίας 1887

                  -----------------------------------------------------------------------------------------------


Ραγκαβής Αλέξανδρος Ρίζος

Ο συμβολαιογράφος (απόσπασμα)

Ο ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΣ

Ι΄

Περὶ τὴν μεσημβρίαν τῆς αὐτῆς ἡμέρας ὁ κόμης Γεράσιμος εἰς Ληξούρι ἐλάμβανε παρ' ἀγνώστου κωπηλάτου ἐπιστολὴν ἔχουσαν ὡς ἕπεται·
- Καρίσσιμο κόντε· ἔμαθα πὼς ἐκόπιασες εἰς τὸ Λιξούρι· καλῶς ὥρσες. Διὰ τὴν δουλειὰ ὁποῦ ξεύρεις ἔχω κᾄτι ἀναγκαῖο νὰ σοῦ πῶ. Ἔλ' ἀπόψε εἰς ταῖς ἐννέα τῆς νυκτὸς εἰς τὴ Λιβαθὸ εἰς τὸ καζίνο μου, καὶ κτύπησε τρεῖς κόλπους εἰς τὴν θύρα. Σὲ περιμένω εἰς τὸ δεῖπνον.»
Ὁ Γεράσιμος ὠχρίασεν ὅταν ἀνέγνω τὰς λέξεις «διὰ τὴν δουλειὰ ὁποῦ ξεύρεις.»
Ἀλλὰ τὴν ἑσπέραν, ἅμα ὁ ἥλιος ἔδυσεν, ἐτυλίχθη εἰς τὸν μανδύαν του, διέπλευσε τὸν λιμένα ἕως τὸ Ἀργοστόλιον, καὶ ἐκεῖθεν διηυθύνθη πεζὸς πρὸς Λιβαθόν. Ὁ οὐρανὸς ἦτο νεφελώδης καὶ ἡ νὺξ σκοτεινή. Εὗρεν ὅμως χωρὶς δυσκολίας τὸν δρόμον του πρὸς τὴν ἀγροικίαν τοῦ Τάπα, διότι καλῶς τὸν ἐγνώριζεν.
Ἐλθὼν δὲ πρὸς τὴν θύραν, ἔκρουσε τρὶς κατὰ τὴν ὁδηγίαν, καὶ ἔσωθεν τῷ ἠνέῳξεν αὐτὸς ὁ Συμβολαιογράφος. Εἰσῆλθε δ' εἰς αἴθουσαν ὁλοφώτιστον, ἔχουσαν εἰς τὸ μέσον τράπεζαν ἐστρωμένην διὰ δύω συνδαιτυμόνας, καὶ παρὰ τὸν τοῖχον ἀνακλιντήριον κεκαλυμμένον διὰ λευκοῦ ἐφαπλώματος.
- Σιὸρ κόντε, εἶπεν ὁ Τάπας μετὰ φωνῆς ἀποτόμου, καλῶς ὥρσες. Ἤσουν ἀμμὰ εἰς τὸ Λιξούρι, κ' ἐγὼ δὲν τὸ ἤξευρα.
- Αἴ… ἀπεκρίθη τεταραγμένος ὁ Γεράσιμος. Ἦτον, γέρο πατέρα, ὅ,τι ἔφθασα· καὶ ἤθελα νὰ ἔλθω νὰ μὲ ἰδῆτε ἔξαφνα.
- Ἔξαφνα! ὢ μπέλλο. Κάθου λοιπόν, τζόϊα μου. Κάθου νὰ φᾶμε καὶ νὰ κουβεντιάσουμε. Τί κοιτάζεις γύρου γύρου. Ἔννοια σου. Εἴμαστε μονάχοι, ὁλομόναχοι εἴμαστε. Μὲ τὴν τρόμπαν τῆς Ἱεριχοῦς ἐδὼ νὰ φωνάζῃς, μία ὥρα γύρω δὲν εἶναι ποιὸς νὰ σὲ ἀκούσῃ. Κάθου ποῦ σοῦ λέγω.
Ὁ Γεράσιμος καὶ ὁ Τάπας ἐκάθησαν εἰς τὴν τράπεζαν.
- Περίφημον δεῖπνον ἔχεις, εἶπεν ὁ Γεράσιμος τρώγων. Ἡ σάλτσα ἐτούτη εἶν' ἐξαίρετος.
- Καὶ πῶς ἀμμά; ἀπεκρίθη ὁ Τάπας· ἤξευρα πὼς ἔχω νὰ ῥιτζεβέρω τὸν σινιὸρ κόντε Ναννέτο. Καὶ τὸν πόβερο τζίο λοιπὸν τὸν ἐσπεδίρισες ἄναυλα. Τὸν ἐφοβέρισες πῶς θὰ τὸν πνίξῃς μὲ τὰ χέρια σου γιὰ νὰ βάλῃ τὴ φίρμα του, καὶ ἀφ' οὗ τὴν ἔβαλε, τὸν ἔπνιξες μὲ τὰ μαξιλάρια· φαμόζο μὰ τὸν ἅϊ Γεράσιμο! Πῶς σὲ φαίνουνται ἐτούταις ᾑ περδικούλαις;
- Θαυμάσιαις, εἶπεν ὁ Γεράσιμος ὠχριῶν. Ὅμως, γέρο Τάπα, τί ὁμιλίαις μὲ κάμνεις εἰς τὸ δεῖπνον; Ἄφησέ ταις, σὲ παρακαλῶ.
- Κουβένταις, καρίσσιμο, νὰ περνᾷ ὁ καιρός. Ἔλα δά! Εἶμαι βέβαιος, ἂν εἶχες ἐδὼ τοῦ σιὸρ τζίου τὸ κεφάλι παργιομιστό, θὰ τὸ ἔτρωγες γιὰ τὴν κληρονομιά του.
- Τάπα, ἀνέκραξεν ἀγανακτῶν ὁ Γεράσιμος, καὶ ἀπωθῶν τὴν τράπεζαν, ἄφες αὐτοὺς τοὺς ἀστεϊσμοὺς ἢ ἀναχωρῶ.
- Ἔχεις δίκιο, ἂς τ' ἀφήσουμ' αὐτά. Ὅ,τι ἔγιν' ἔγινε καὶ δὲν ξεγένεται. Ἔλ' ἂς πιοῦμε 'ς τὴν ὑγεία τοῦ νέου σιὸρ κόντε Ναννέτου, καὶ 'ς τὴν ὑγεία τῆς γιομάτης κασσέλας του.
Ἑκάτερος τῶν συνδαιτυμόνων εἶχεν ἐμπρός του φιάλην πλήρη οἴνου καὶ ποτήριον. Ὁ συμβολαιογράφος ἐπλήρωσε τὸ ποτήριόν του, καὶ τὸ ἔπιεν ὅλον, καὶ ὁ Γεράσιμος ἐφιλοτιμήθη νὰ μὴ μείνῃ κατώτερος.
- Καὶ τί κάνεις ς' τὸ Λιξούρι, γιὰ δὲ μοῦ λές; ἐξηκολούθησεν ὁ συμβολαιογράφος.
- Σ' εἶπα ὅτι μόλις ἔφθασα εἰς τὸ Λιξούρι, ἀπεκρίθη ὡς ἀγανακτῶν ὁ Γεράσιμος.
- Ἄ! ναί, μὲ συμπαθᾷς, τὸ ἀστόχησα. Μὰ γιὰ πέ μου, καὶ οἱ γάμοι σου πότε;
- Ποῖοι γάμοι ἠρώτησε ταραττόμενος ὁ Γεράσιμος.
- Πῶς; ἀστόχησες κ' ὅλα πῶς ἔχεις νὰ παντρευτῇς; Ἐβίβα ἡ κοντεσσίνα Ναννέτο!
Καὶ ὁ συμβολαιογράφος ἔπιε δεύτερον ἰσοχειλὲς ποτήριον, καὶ ὁ Γεράσιμος τὸν ἐμιμήθη.
- Πῶς νὰ τὸ λησμονήσω; εἶπε τέλος αὐτὸς θαῤῥαλέως. Διόλου δὲν τὸ ἐλησμόνησα. Ἔχω ὅμως ὀλίγας ὑποθέσεις, ὀλίγας ἑτοιμασίας εἰς τὸ Ληξούρι, καὶ μετὰ δεκαπέντε ἡμέρας, ὅταν τὰς τελειώσω, θὰ ἔλθω νὰ σὲ ζητήσω τὴν Μαρίναν.
- Ἄ! τὴν Μαρίναν! εἶπεν ὁ Τάπας μετὰ φωνῆς ὑποκώφου, ὁμοιαζούσης βρυχηθμὸν θηρίου. Ἂς πιοῦμε καὶ εἰς τοὺς γάμους σου μία.
Καὶ ἀμφότεροι ἐκένωσαν καὶ τρίτον ποτήριον.
- Ἀλήθεια, εἶπεν ὁ γέρων, ἀστόχησα νὰ σ' ἐρωτήσω, ἐτοῦτο τὸ κρασὶ πῶς σὲ φαίνεται;
- Εἶν' ἐξαίρετον, εἶπεν ὁ Γεράσιμος· ὀλίγον δυνατὸν μόνον. Βλέπεις, τὸ ἐτελείωσα ὡς τὸν πάτον.
- Παράξενο! κουριόζο πρᾶγμα! εἶπεν ὁ Τάπας. Ἐγὼ ἐθαῤῥοῦσα πῶς τὸ φαρμάκι πικρίζει τὸ κρασί.
- Ποῖον φαρμάκι;
- Ἄ! ἀστόχησα καὶ τοῦτο νὰ σοῦ πῶ, πῶς ἡ μπουτίλλια αὐτὴ ποῦ ἐτελείωσες ὡς τὸν πάτο, ἦτο μισὴ κρασὶ καὶ μισὴ φαρμάκι.
- Δὲν ἐννοῶ τί λέγεις, εἶπεν ὁ Γεράσιμος μετὰ προφανοῦς ταραχῆς.
- Δὲν μὲ νοιώνεις, πὲρ μπάκο! Ἔλα σινιὸρ κόντε, γιὰ νὰ μὲ νοιώσῃς. Γιὰ σήκω καὶ τράβηξ' ἀπ' ἐκεῖ ἐκειὸ τὸ σκέπασμα.
Ὁ Γεράσιμος ἠγέρθη τῆς τραπέζης, μὴ ἐννοῶν τί θέλει νὰ τῷ εἰπῇ ὁ Συμβολαιογράφος, καὶ πλησιάσας εἰς τὸ ἀνακλιντήριον, ἀνέσυρε τὸ πέπλωμα. Ἀλλ' ἐν τῷ ἅμα ἀφῆκε φωνὴν φρίκης, ὠπισθοδρόμησε δύω βήματα, καὶ αἱ τρίχες του ὠρθώθησαν εἰς τὴν κεφαλήν του. Τὸ κάλυμμα ἀνασυρθέν, ἀπεκάλυψε τῆς Μαρίνης τὸ πελιδνὸν πτῶμα.
- Τώρα νὰ σὲ κάμω νὰ νοιώσῃς, εἶπεν ὁ γέρων μετὰ φωνῆς ἥτις ἐβρόντησεν ὡς κεραυνός. Αὐτὴ ἦτον ἡ κόρη μου, σιὸρ Κόντε, ἦτον ὁ ἄγγελός μου, αὐτὴ ἦτον ἡ ζωὴ ὅλη μου. Ὅταν ἤσουν ζήτουλας κ' ἐκείνη πλούσια, τὴν εἶπες πῶς τὴν ἀγαπᾷς, πῶς θὰ τὴν πάρῃς γυναῖκά σου, καὶ ἡ δόλια σὲ πίστεψε, καὶ ξέχασε τὸν πατέρα της, καὶ ξέχασε τὸ Θεό της κ' ἤθελε μόν' νὰ λατρεύῃ ἐσένα. Ἀφ' οὗ ἔπνιξες τὸν τζίο σου καὶ ἔκλεψες τὸ βιός του, τότε ἡ Μαρίνα δὲν σὲ φαίνεται ἀρκετὰ πλούσια, τὴν πρόδοσες, τὴν ἄφησες…,
- Ἐγώ, φίλτατε;…
- Σιωπή! Τολμᾷς καὶ λαλεῖς! Τὴν ἐπρόδοσες, σὲ λέγω, καὶ τὴν κυριακὴ παντρεύεσαι τοῦ κόντε Κανίνου τὴν κόρη. Τὴν πρόδοσες καὶ νάτηνε! Πῆρε φαρμάκι καὶ πέθανε. Αἴτην ἐκεῖ, ἀσσασίνε. Θέλεις νὰ πάρῃς τὴν καρδιά της καὶ νὰ τὴν φᾷς μαζῆ μὲ τὸ κεφάλι τοῦ θειοῦ σου; Πῆρε φαρμάκι, ἀκοῦς; Ὅμως ἄνδρας καὶ γυναῖκα ἀπ' ἕνα ποτήρι πίνουν. Τὸ μισὸ ἤπιεν ἡ κόρη μου καὶ πέθανε σὲ τρεῖς ὥραις. Τὸ ἄλλο μισὸ σὲ τὸ φύλαξα καὶ σὲ τὸ ἐπότισα, σιὸρ κόντε. Εἰς μίαν ὥρα θὰ γένῃς κρύος σὰν τὸ κρούσταλο, εἰς δύω θὰ ξεσχίσῃς μὲ τὰ δόντια τὰ κρέατά σου, εἰς τρεῖς ὥραις θὰ κρεπάρῃς ὡσὰν τὸν σκύλον.
- Μ' ἐφαρμάκισες, μ' ἐφαρμάκισες! ἐφώναξεν ὁ Γεράσιμος, καὶ οἱ ὀφθαλμοί του ἠνεῴχθησαν ὡς σκελετοῦ φοβεροί.
- Σιωπή, σὲ λέγω, εἶπεν ὁ Τάπας, οὗ τὸ πρόσωπον εἶχεν οὐχὶ ἀνθρωπίνην, ἀλλὰ δαίμονος ἔκφρασιν. Σ' ἐφαρμάκισα, ναί· μὰ τοῦτο εἶν' ἔνας θάνατος, καὶ ἤθελα χίλιους ἂν μπορῶ νὰ σὲ δώσω. Γι' αὐτὸ ἐτοίμασα καὶ τοῦτα γιὰ τὴ δούλεψί σου.
Καὶ ἀπὸ τῶν κόλπων του ἐξήγαγε δύω πιστόλια.
- Τί φωνάζεις; ποῦ τρέχεις, πολτρόνε, εἶπεν ὁ Τάπας, τρύζων τοὺς ὀδόντας. Δὲν σὲ εἶπα πῶς μιὰ ὥρα μακρυὰ ἀπ' ἐδὼ δὲν εἶναι ἄνθρωπος νὰ σ' ἀκούσῃ; Ἐκεῖν' ἡ πόρτα, τοῦ κακοῦ τὴν σεῖς. Εἶναι κιούζα, καὶ τὸ κλειδὶ τὸ ἔχω ἐγώ.
- Τάπα, δι' ὄνομα τοῦ Θεοῦ, δι' ὅ,τι ἀγαπᾷς εἰς τὸν κόσμον!… ἔκραξε τρέμων ὡς τὸ φύλλον ὁ Γεράσιμος.
- Ὅ,τι ἀγαπῶ εἰς τὸν κόσμον! Βιρβόνε. Ὅ,τι ἀγαπῶ εἰς τὸν κόσμον, αἴτο ἐκεῖ νεκρόν, καὶ σὺ μὲ τὸ σκότωσες.
- Τάπα, ἀγαπητὲ Τάπα, εὐσπλαγχνίαν.
- Προσευχήσου, σὲ λέγω, 'ς τὸ διάβολο, νὰ ἔλθῃ νὰ φορτωθῇ τὴν ψυχή σου. Ἄφσε νὰ δοκιμάσω, ἐτοῦτο τὸ πιστόλι ἂν σημαδεύγῃ καλά.
Καὶ ἐπυροβόλησε τρία βήματα μακρὰν ἀπὸ τοῦ θύματός του, καὶ ὁ Γεράσιμος ἐκτείνας τοὺς βραχίονας, ἔπεσε νεκρὸς κατὰ γῆς.
- Καλά, πὲρ μπάκο, εἶπεν ὁ συμβολαιογράφος καταχθονίως γελῶν, καὶ ἂς ἔχῃ τοὺς ἐβδομήντα τὸ χέρι μου. Κ' αὐτὸ ἀμμὰ τὸ ἄλλο πιστόλι θὰ τ' ἀφήσω παραπονεμένο; Ἴσως ὁ σκύλος νὰ μὴν ἐξεψύχησε καὶ μπορεῖ νὰ αἰσθανθῇ καὶ τρίτο θάνατο.
Καὶ μετὰ ψυχρᾶς καὶ αἱμοβόρου θηριωδίας ἐκένωσε καὶ τὸ δεύτερον πυροβόλον ἐπάνω του.
Ἔπειτα δέ, πλησιάσας εἰς τὸν νεκρὸν τῆς Μαρίνης, τὴν ἐφίλησεν εἰς τὸ μέτωπον.
- Κόρη μου, δὲν σὲ ἠπάτησα, εἶπε. Σὲ ὑπεσχέθηκα ἄνδρα νὰ σὲ τὸν δώσω. Αἴ τον ἐκεῖ σὲ τὸν ἔδοσα.
Καὶ μετὰ ταῦτα, λαβὼν τὴν κλεῖδα ἀπὸ τοῦ κόλπου του, καὶ ἀνοίξας τὴν θύραν, ἐξῆλθε, καὶ διηυθύνθη πρὸς τὴν πόλιν.
Ἡ νύξ πέριξ του ἦτο σκοτεινὴ ὡς πίσσα. Τ' ἀντικείμενα διεκρίνοντο ἀβέβαια καὶ συγκεχυμένα· τὰ δένδρα ἐφαίνοντο ὡς γιγαντιαῖα πτώματα, κινοῦντα ἄνω καὶ κάτω τοὺς νεκροὺς τῶν βραχίονας, καὶ ὁ ἄνεμος συρίζων εἰς αὐτὰ ἐμιμεῖτο ὀλολυγμοὺς τῶν ἀποθνησκόντων.
Μεθ' ἑνὸς δὲ τετάρτου πορείαν εὗρεν ὑπὸ μέγα δένδρον περιμένοντα τὸν ὑπηρέτην του ἕτοιμον κρατοῦντα τὸν ἵππον.
Ὁ συμβολαιογράφος ἔδωκεν εἰς τὸν ὑπηρέτην ὀγκώδη ἐπιστολήν, καὶ τῷ εἶπεν·
- Εἰς τὸν ἀβοκάτο φισκάλε. Νὰ τὸ ἔχῃ πρὶν ξημερώσῃ.
Καὶ ἐν ᾧ ὁ ὑπηρέτης διηυθύνετο πρὸς τὸ Ἀργοστόλιον, αὐτός, ἀναβὰς τὸν ἵππον, ἔστρεψε πρὸς τὴν πόλιν τὰ νῶτα, καὶ ἐπεμακρύνθη καλπάζων.

ΙΑ΄

Ἡ πρωΐα τῆς ποινικῆς ἐκτελέσεως τοῦ Ῥοδίνου ἀνέτελλε, καὶ ὁ κατάδικος ἦτον ἤδη ἐκτὸς τῆς ἀχυρίνης του κλίνης. Ὄρθιος ἐμπρὸς τοῦ φεγγίτου τῆς φυλακῆς του παρεμόνευε τὴν πρόοδον τοῦ φωτός, καὶ ὅταν εἶδε τὸν ἥλιον ἐγερθέντα ὑπὲρ τοὺς λόφους, τῷ ἀπηύθυνε διὰ τῆς χειρὸς ἀσπασμόν, καὶ ἐψιθύρισε·
- Διὰ τελευταίαν φοράν.
Μετὰ ταῦτα δὲ περιέφερε μετ' ἀγάπης τὸ βλέμμα εἰς τὴν πεδιάδα, εἰς τὸ ὅρος, ἐπὶ τὴν θάλασσαν εἰς ὅλα τ' ἀντικείμενα ὅσα ἔκειντο ἐντὸς τοῦ ἐπιτόμου ὁρίζοντός του, καὶ ἔπειτα τὸ ἐστήριξεν εἰς τὸν οὐρανόν, ὅπου ἀνέβη καὶ ἡ καρδία του ἐπὶ τῶν πτερύγων τῆς προσευχῆς.
Τὴν στιγμὴν δὲ ταύτην ἡ σιδηρᾶ θύρα τῆς εἱρκτῆς του ἠκούσθη τρύζουσα ἐπὶ τῶν στροφίγγων της, καὶ ὁ Ῥοδίνης, μεταστραφείς, εἶδεν ἐπὶ τῆς φλιᾶς τὸν δεσμοφύλακα, καὶ ὀπίσω αὐτοῦ ἄνθρωπον ἔχοντα τραχὺ τὸ βλέμμα καὶ τὴν ὄψιν ἀπαίσιον.
- Εἶναι καιρός; ἠρώτησεν ὁ Ῥοδίνης.
- Καιρὸς ἀπεκρίθη ὁ δεσμοφύλαξ. Ὁ ἥλιος ἀνατέλλει.
- Καὶ ἀνατέλλει ὡραῖος, ἀπεκρίθη ὁ Ῥοδίνης. Δὲν ἐζήτησε κᾀνεὶς νὰ μὲ ἰδῇ ἀπὸ τῆς πρωΐας;
- Μάλιστα, εἶπεν ὁ δεσμοφύλαξ, ἀλλὰ διετάχθησαν νὰ προσμείνωσι κάτω. Ἂν εἶσθε ἕτοιμος καταβαίνομεν.
- Ἕτοιμος;… εἶπεν ὁ Ῥοδίνης. Μάλιστα εἶμαι.
Καὶ δίδων εἰς αὐτὸν ἓν δακτυλίδιον,
- Ἀλλὰ πρὶν καταβῶμεν, ἐπρόσθεσε, λάβε αὐτὸ εἰς ἐνθύμημα διὰ τὴν ἀγαθότητα ὅσην, ἂν καὶ δεσμοφύλαξ μου, ἔδειξας πρὸς ἐμέ.
Ὁ γέρων δεσμοφύλαξ ἔλαβε τότε μετὰ ζωηρότητος τὴν χεῖρα τοῦ Ῥοδίνου καὶ τὴν ἔφερεν εἰς τὰ χείλη του.
- Κύριε Ῥοδίνη, εἶπεν, ἡ χεὶρ αὐτὴ κ' ἐκατομμύρια ἂν μ' ἔδιδε, δὲν θὰ τὴν ἤγγιζον εἰς τὰ χείλη μου, ἂν τὴν ἐπίστευον δολοφόνον.
- Σ' εὐχαριστῶ, φίλε μου, εἶπεν ὁ Ῥοδίνης. Ἡ πεποίθησις καρδίας ὡς τὴν ἐδικήν σου εἰς αὐτὰς τὰς στιγμὰς μ' εἶναι ὑπερτάτη παρηγορία.
Ἔπειτα δέ, στραφεὶς πρὸς τὸν συνοδεύοντα, τὸν δήμιον,
- Τὰ ἐνδύματά μου, τῷ εἶπε, σοὶ ἀνήκουν, νομίζω, δικαιωματικῶς. Εἰς τὸν κόλπον των θὰ εὕρῃς τὸ βαλάντιόν μου, περιέχον ὅσα νὰ σ' ἀποζημιώσουν διὰ τοὺς κόπους σου. Δὲν εἶναι σφάλμα σου ἂν αὐτοὶ δὲν μ' εἶναι εὐάρεστοι.
Καὶ βλέπωνν αὐτὸν προχωροῦντα μετὰ σχοινίου εἰς τὰς χεῖρας,
- Τί θέλεις; τὸν ἠρώτησεν ἡσύχως.
- Πρέπει, ἀπεκρίθη αὐτός, προσπαθῶν νὰ πραΰνῃ τὴν τραχύτητα τῆς φωνῆς του, πρέπει νὰ σὲ δέσω τὰ χέρια, ἂν ᾖναι ὁρισμός σου.
- Ὁρισμόν, φίλε μου, δὲν ἔχω, ἀπεκρίθη πικρῶς μειδιῶν ὁ Ῥοδίνης. Κάμε ὅ,τι εἶναι τοῦ χρέους σου.
Ἀλλ' ὁ δεσμοφύλαξ ἐμπόδισεν.
- Ἄφησε, ἄφησε, εἶπεν. Ἔχεις καιρὸν ὅταν φθάσῃς ἐκεῖ.
Οὕτω κατέβησαν τὴν κλίμακα τῆς εἰρκτῆς. Ἀλλ' ἐμπρὸς τῆς αὐλείας πύλης ὁ Ῥοδίνης ἐστάθη τεταραγμένος, διότι πρὸ τῆς φλιᾶς ἀπήντησε τὴν Ἀγγελικήν, ἣ μᾶλλον τὸ φάντασμα τῆς Ἀγγελικῆς, μὴ δυναμένην νὰ κρατηθῇ εἰς τοὺς πόδας της, καὶ ὑποβασταζομένην ἀφ' ἑνὸς μὲν ὑπὸ τοῦ πατρός της, ἀφ' ἑτέρου δὲ ὑπὸ τοῦ γέροντος Νικολοῦ, τοῦ ὑπηρέτου τοῦ ἀποθανόντος κόμητος, οἵτινες ἀμφότεροι ἔκλαιον.
Ἀλλ' ἅμα τὸν εἶδε πλησιάσαντα ἡ Ἀγγελική, ὡς ὅλα τὰ χαυνωθέντα ζωτικὰ ἐλατήριά της ἂν ἐνετάθησαν διὰ μιᾶς, ἐῤῥίφθη πρὸς αὐτόν, καὶ κρεμασθεῖσα διὰ τῶν δύω χειρῶν της ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ὤμου του, ἤρχισε νὰ κλαίῃ σφοδρῶς. Συγχρόνως δὲ καὶ ὁ Βοράτης καὶ ὁ Νικολὸς ἔλαβον τὰς δύω του χεῖρας, καὶ τὰς ἔβρεχον καὶ αὐτοὶ διὰ τῶν δακρύων των.
Ὁ δὲ Ῥοδίνης ἔσφιγξεν ἀμφοτέρων τὰς χεῖρας μεθ' ὅλης τῆς ζέσεως τῆς διακαεστάτης εὐγνωμοσύνης, καὶ διὰ τοῦ βραχίονός του ἐστήριζε τὴν Ἀγγελικήν, κινδυνεύουσαν νὰ πέσῃ καὶ πάλιν εἰς τὸ ἔδαφος. Οὕτως ἤρχισε τὴν τελευταίαν πορείαν του, καὶ βαδίζων αὐτὸς πρὸς τὸν θάνατον, ἔφερεν ἡμιθανῆ τὴν μνηστήν του, καὶ τὴν παρηγόρει καὶ τὴν ἐνεψύχου διὰ τῶν λόγων του.
- Τί φοβεῖσαι, τῇ ἔλεγε, δι' ἐμέ; Τὸν σωματικὸν πόνον; εἶναι στιγμῆς ἀγωνία. Τὸν προσωρινὸν χωρισμὸν μας; ἔχομεν ἐδικήν μας τὴν αἰωνιότητα. Ὁ νυμφικὸς στέφανός μας ἂν ἐμαράνθη πρὶν ἢ πλεχθῇ, φίλη μου, ἀλλ' ὁ ἀστέρινος στέφανος τῶν μαρτύρων μᾶς περιμένει εἰς τὸν οὐρανόν. Μὴ λόγους, μὴ διανοίας ἀπελπισίας. Εἰς τὸ στέλεχος τῆς ἀρετῆς ἀνθεῖ ἡ ἐλπίς. Μὴ σπεύδῃς νὰ ἐξέλθῃς τοῦ σταδίου τῆς ζωῆς, εἰμὴ ὅταν σὲ καλέσῃ ὁ πλάστης σου, καὶ τότε ἔχω τὴν πεποίθησιν, αἱ ψυχαί μας θέλουσιν ἀπαντηθῇ εἰς τοὺς κόλπους του.
- Αἱ ψυχαί μας εἶναι ψυχὴ μία, ἐψιθύριζεν ὀλοφυρομένη ἡ Ἀγγελική· ὁμοῦ θέλουσιν ἀναπτερωθῇ πρὸς τὸν οὐρανόν. Ἡ ἐδική μου περιμένει εἰς ἄκρα τὰ χείλη μου. Εἰς τὴν συνείδησιν τῶν δικαστῶν σου διπλῆ καταδίκη θέλει βαρύνει.
Οὕτως ἔφθασαν εἰς τὸν ἀπαίσιον ἀγρόν, ὅπου ἐξετελοῦντο δι' ἀγχόνης αἱ θανατικαὶ ἀποφάσεις, καὶ ὅπου, πρὸς τρομερὸν παραδειγματισμόν, παίγνια τῶν ἀνέμων καὶ βορὰ τῶν πτηνών, τὰ θύματα ἔμενον ἐκτεθειμένα ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας εἰς ὅλων τὰ βλέμματα.
Εἰς τὸ μέσον δὲ τῆς πλατείας ὑψοῦτο τὸ ἀποτρόπαιον ξύλον, καὶ πλησίον αὐτοῦ ἐπὶ μεγάλης πυρᾶς ἔβραζεν εἰς εὐρὺν λέβητα πίσσα, δι' ἧς χριόμενα ἐταριχεύοντο τῶν ἀπηγχονισμένων τὰ πτώματα, ὅπως ἀντέχωσιν εἰς τὴν πολυήμερον ἔκθεσίν των ἐπὶ τῆς ἀγχόνης.
Σπανίως κατάδικος ἐβάδισεν εἰς τὸν θάνατον ὡς ὁ Ῥοδίνης, συνοδευόμενος ὑπὸ φίλων καὶ συγγενῶν ὡς ἂν ἐπορεύετο πρὸς πανήγυριν, διότι σπανίως οἱ καταδικαζόμενοι εἰς τὸν ἀτιμωτικὸν θάνατον δὲν ἐπιφέρουσι καταισχύνην εἰς τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς φίλους των.
Ὅταν δ' ἔφθασσεν ἐμπρὸς τῆς ἀγχόνης, ὁ δήμιος ἐπλησίασε πάλιν νὰ τῷ δέσῃ τὰς χεῖρας.
- Μίαν στιγμήν, παρακαλῶ, εἶπεν ὁ Ῥοδίνης. Καὶ λαβὼν ἐκ τοῦ κόλπου του τὴν διαθήκην ἣν εἶχε γράψει καὶ σφραγίσει τὴν νύκτα, τὴν ἔδωκεν εἰς τὸν Βοράτην.
- Σὲ καθιστῶ, τῷ εἶπεν, ἐκτελεστὴν τῆς διαθήκης μου. Ἀφ' οὗ ἀποθάνω, ἄνοιξον αὐτήν, καὶ πρᾶξον ὡς διατάττω.
Ἔπειτα δέ, ἀσπασθεὶς ἀλληλοδιαδόχως αὐτόν, τὸν Νικολὸν καὶ τὴν Ἀγγελικήν,
- Σᾶς εὐχαριστῶ, εἶπεν, ὅτι μοὶ ἐδώκατε τὸν τελευταῖον τοῦτο καὶ δημόσιον δεῖγμα τῆς ἐμπιστοσύνης σας, συνοδεύοντές με καὶ δεχθένες τὸν ἀσπασμόν μου. Καὶ τῶν καρδιῶν τὰ ἐνδόμυχα ἂν δὲν ἐγνώριζεν ὁ Θεός, ἡ μαρτυρία αὕτη ἤθελε τῷ ἀρκέσει ὑπὲρ ἐμοῦ.
Ἔπειτα δ' εἶπε πρὸς τὸν δήμιον·
- Τώρα εἶμαι ἕτοιμος.
Ἀλλ' ὁ Βοράτης, ῥιφθεὶς καὶ πάλιν εἰς τὰς ἀγκάλας του,
- Ὕπαγε, τῷ εἶπεν, ὅπου σὲ περιμένουσιν οἱ ἄγγελοι τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἐκεῖ προσεύχου ὑπὲρ ἡμῶν, ὅσοι μένομεν νὰ κλαύσωμεν ὀλίγον καιρὸν ἀκόμη, καὶ ἔπειτα νὰ σ' ἀκολουθήσωμεν.
Ὁ Νικολὸς τὸν ἐνηγκαλίσθη καὶ ἐκεῖνος, καὶ ἠθέλησε νὰ ὁμιλήσῃ, ἀλλὰ τὰ δάκρυα ἔπνιξαν ἐντελῶς τὴν φωνήν του.
Τέλος ἡ Ἀγγελική, ἐναγκαλισθεῖσα αὐτὸν ὡς ἡ μήτηρ ἐναγκαλίζεται τὸ παιδίον ἵνα τὸ προφυλάξῃ ἀπὸ ἐπικειμένου κινδύνου, δὲν ἤθελε ν' ἀποσπασθῇ ἂν καὶ δὶς ἐπροχώρησεν ὁ δήμιος.
- Ὄχι, ἔλεγε, δὲν θὰ ἐπιβάλητε χεῖρα εἰς τὸν ἀθῶον. Θῦμα ἂν θέλητε, ἰδοὺ λάβετέ με. Δὲν θὰ τὸν πλησιάσητε.
Ἀλλ' ὁ ἀξιωματικός, ὁ ἐπιτετραμμένος τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ποινῆς, ἐλθὼν τότε πρὸς τὸν Βοράτην, τὸν παρεκάλεσε ν' ἀποσύρῃ τὴν κόρην του, καὶ νὰ τῇ παραστήσῃ ὅτι εἶναι ἄτοπον εὐγενὴς κόρη νὰ ἐκτίθηται κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον εἰς τοῦ δημοσίου τὰ βλέμματα.
Ἡ Ἀγγελικὴ ἤκουσε τοὺς λόγους τούτους.
- Ἄτοπον! ἔκραξε, λησμονοῦσα πᾶσαν τὴν φυσικὴν συστολήν της. Τὸν φονεύετε, καὶ λέγετε ὅτι εἶναι ἄτοπον! Δὲν εἶναι ἀστεϊσμὸς τοῦτο, εἶναι φρικτὴ ἀλήθεια. Τὸν φονεύετε! Ὄχι, δὲν θὰ τὸν φονεύσητε, ἢ θὰ μὲ θανατώσητε πρότερόν του.
- Ἂν δὲν μακρυνθῇ, εἶπε πάλιν ὁ ἀξιωματικὸς πρὸς τὸν Βοράτην, λυποῦμαι, ἀλλὰ θ' ἀναγκασθῶ νὰ διατάξω δύο στρατιώτας, νὰ τὴν ἀποσύρωσιν.
Ὁ Ῥοδίνης ἔῤῥιψε τότε βλέμμα ἀγανακτήσεως πρὸς τὸν ἀξιωματικόν· ἔπειτα δ' ἀποθέτων τελευταῖον ἀσπασμὸν εἰς τὸ μέτωπον τῆς Ἀγγελικῆς,
- Ἔχε ὑγείαν, τῇ εἶπε, καὶ τὴν ἀπώθησεν ὁ ἴδιος, ἐν ᾧ ὁ πατήρ της καὶ ὁ Νικολός, ἑνώσαντες τὰς δυνάμεις των, τὴν ἀπέσυρον.
Συγχρόνως δ' ὁ δήμιος, ἵνα βραχύνῃ τὴν σκηνήν, πλησιάσας εἰς τὸν Ῥοδίνην, τὸν θανάσιμον βρόχον εἰς τὰς χεῖρας, τῷ εἶπε νὰ κλίνῃ τὴν κεφαλήν.
Ἀλλὰ κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν ἠκούσθη μακρόθεν φωνὴ ἐναγώνιος·
- Σταθῆτε, σταθῆτε!
Καὶ ἐφάνη τρέχων ὁ εἰσαγγελεὺς πρὸς τὸ μέρος τῆς καταδίκης.
- Διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, σταθῆτε, ἐπανέλαβεν ἀσθμαίνων καὶ κινῶν ἔγγραφά τινα εἰς τὴν χεῖρά του, ἅμα ἔφθασε.
- Τί εἶναι; τί ἔγινε! ἠρώτησαν διὰ μιᾶς χίλια στόματα· καὶ οἱ ἀξιωματικοί, καὶ οἱ πρώτιστοι τῶν παρευρισκομένων τὸν περιεκύκλωσαν.
- Σταθῆτε, ἐπανέλαβε πάλιν, ὡς φοβούμενος μὴ δὲν τὸν ἐνόησαν. Ὁ Ῥοδίνης ἀπολύεται, ὁ Ῥοδίνης εἶναι ἀθῷος.
Καὶ ἐπιδείξας εἰς τὸν ἀξιωματικὸν διαταγὴν τοῦ Προέδρου τοῦ δικαστηρίου, ἀπῄτησε νὰ τῷ παραδοθῇ ὁ κατάδικος.
Ὁ ἀξιωματικὸς ἔσπευσε χωρίς τινος δυσκολίας νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν διαταγήν, καὶ ὁ Ῥοδίνης ἔσφιγξε τὴν χεῖρα τοῦ εἰσαγγελέως, καὶ ἀνοίξας τὰς ἀγκάλας του, περιέκλεισε τὸ τριπλοῦν σύμπλεγμα τοῦ πενθεροῦ του, τοῦ πιστοῦ ὑπηρέτου, καὶ τῆς Ἀγγελικῆς, ἣν οἱ δύω ἐκράτουν. Καὶ ὁ μὲν Βοράτης τὸν ἐφίλησε περιπαθῶς εἰς τὴν κεφαλήν·
- Μᾶς ἀπεδόθης, υἱέ μου, ἔλεγε. Λοιπὸν ὑπάρχει δικαιοσύνη καὶ ἐπὶ γῆς.
Ὁ δὲ γέρων Νικολὸς ἔπεσεν εἰς τὰ γόνατα, καὶ κάμνων τρὶς τὸν σταυρόν του, ἔλεγε μετὰ φωνῆς ἐπισήμου·
- Μέγας εἶ σύ, Κύριε, καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου!
Ἡ Ἀγγελικὴ ὅμως ἐκυριεύθη ὑπὸ σπασμοῦ ὀλοφυρμῶν τοσοῦτον σφοδροῦ καὶ τοσοῦτον ἐπιμόνου, ὥστε ἠναγκάσθησαν νὰ τὴν μετακομίσωσιν εἰς τὴν οἰκίαν της, ὅπου ἔπεσε κλινήρης, καὶ ὑπέστη πολλῶν ἡμερῶν ἀσθένειαν.
Ὅλον δὲ τὸ παρευρισκόμενον πλῆθος, ἂν καὶ μὴ γνωρίζον τὰς αἰτίας, ἀνευφήμησεν ὅμως χειροκροτοῦν, διότι, ἂν ἡ ἀγάπη τῶν Κεφαλλήνων πρὸς τὸν δολοφονηθέντα γέροντα ἐκίνησεν εἰς ὑπέρτατον βαθμὸν τὴν ἀγανάκτησιν αὐτῶν κατὰ τοῦ ὑποτιθεμένου καί, ὡς ἐνόμιζον, ἀποδειχθέντος φονέως του, ἀλλὰ τὸν Ῥοδίνην ἠγάπων καὶ ἐτίμων ἐπίσης ὅλοι κοινῶς, καὶ μετὰ μεγίστης χαρᾶς ἤκουον ἤδη ὅτι εἶναι ἀθῶος.
Ὁ δὲ δημόσιος συνήγορος ὡδήγησε τὸν αἰχμάλωτόν του κατ' εὐθεῖαν εἰς τὸ δικαστήριον, ὅπου, προειδοποιηθέντες οἱ δικασταί, εἶχον συνέλθει εἰς ἔκτακτον συνεδρίασιν. Λαβὼν δὲ τὸν λόγον,
- Κύριοι δικασταί, εἶπεν, ὁ πάνσοφος Θεὸς εἶναι μόνος ἀλάνθαστος. Μόνου ἐκείνου ὁ ὀφθαλμὸς διορᾷ πανταχοῦ καὶ πάντοτε τὴν ἀλήθειαν· ἡ δὲ ἀνθρωπίνη κρίσις εἶναι ἀκροσφαλής. Ἀλλὰ χρέος μας κᾂν εἶναι, ὅταν τέλος διὰ τῆς ἀχλύος τὴν ἀνακαλύπτωμεν, νὰ τὴν διακηρύττωμεν στεντορίως. Ἀνέστειλα, καθ' ὃ ἔχω δικαίωμα, τὴν ἐκτέλεσιν τῆς καταδίκης τοῦ κυρίου Ῥοδίνου, κατ' ἄδειαν τοῦ προέδρου, διότι νέαι περιστάσεις ἀνακαλυφθεῖσαι ἀποδεικνύουσι τὴν δίκην ἀνίσχυρον, καὶ δὲν θέλω, ὡς δὲν θέλετε βεβαίως ἐπίσης, νὰ πέσῃ ἐπὶ τὰς κεφαλὰς ἡμῶν καὶ ἐπὶ τὰς κεφαλὰς τῶν τέκνων ἡμῶν τοῦ ἀθώου τὸ αἷμα.
Μετὰ τὸ προοίμιον δὲ τοῦτο, ὃ ἐκίνησε τοῦ δικαστηρίου τὴν ἔκπληξιν, ἀνέγνω ἐπιστολὴν πρὸς αὑτὸν τοῦ συμβολαιογράφου Τάπα, Ἰταλιστὶ γεγραμμένην, ἧς ἕπεται ἡ μετάφρασις.
«Κύριε δημόσιε συνήγορε. Ἡ μαρτυρία ἣν ἔδωκα εἰς τὸ δικαστήριον περὶ τοῦ θανάτου τοῦ κόμητος Ναννέτου ἦτο ψευδομαρτυρία. Ἡ διαθήκη τοῦ κόμητος ὑπὲρ τοῦ Ῥοδίνου εἶναι ἡ μόνη γνησία. Ἡ ἄλλη ὑπὲρ τοῦ ἀνεψιοῦ του Γερασίμου εἶναι πλαστή. Ἐγὼ τὴν ἔπλασα, συνεννοηθεὶς μετὰ τοῦ Γερασίμου, διότι μ' εἶχεν ὑποσχεθῆ ὅτι θὰ νυμφευθῇ τὴν κόρην μου. Εἰς ἀπόδειξιν, ἂς ἐξετασθῇ τὸ βιβλίον τῆς καταχωρήσεώς μου, ὅπου ἡ διαθήκη αὐτὴ δὲν ἐσημειώθη,οὔτε ὑπάρχει ἡ ὑπογραφὴ τοῦ κόμητος, ὡς ἀπαιτεῖ ἡ τάξις. Ὁ Γεράσιμος, ἔχων ἀντικλείδιον τοῦ οἴκου τοῦ θείου του, ἐμβῆκεν εἰς αὐτὸν διὰ νυκτός, ἠπείλησε τὸν γέροντα ὅτι θὰ τὸν φονεύσῃ, καὶ τὸν ἐβίασε νὰ τῷ ὑπογράψῃ τὴν ψευδῆ διαθήκην· καὶ ἔπειτα, ἵνα μὴ δυνηθῇ ποτὲ ὁ κόμης νὰ καταμαρτυρήσῃ αὐτοῦ, τὸν ἔπνιξε διὰ τῶν προσκεφαλαίων τῆς κλίνης του. Ἐγκλείω ἐπιστολὴν τοῦ Γερασίμου, ὅπου εἶχε τὴν ἀφροσύνην νὰ μοὶ ἐμπιστευθῇ ἐγγράφως τὴν πρᾶξίν του. Μὴ ζητῆτε ματαίως τὸν φονέα, ἤ, ἂν τὸν ζητήσητε, ἀπέλθετε εἰς τὸ ὑποστατικόν μου εἰς Λιβαθόν. Ἐκεῖ θὰ εὕρητε τὸ πτῶμά του μόνον. Ἐγὼ θὰ προλάβω τὴν θείαν δίκην καὶ τοῦ δημίου τὸν βρόχον. Μετὰ μίαν ὥραν θὰ τὸν φαρμακεύσω διὰ τοῦ οἴνου τῆς τραπέζης μου, καὶ θὰ τῷ συντρίψω τὴν κεφαλὴν διὰ τῆς σφαίρας τοῦ πυροβόλου μου, διότι ἠπάτησε τὴν θυγατέρα μου, καὶ τὴν ἐθανάτωσε διὰ τῆς προδοσίας του. Ἐκεῖ θὰ εὕρητε καὶ τὴν ἀθλίαν νεκράν· ἀποδώσατέ τῃ τὰ χριστιανικὰ καθήκοντα. Εἶναι θῦμα ἀθῶον. Ἐμὲ μὴ μὲ ζητεῖτε. Ὅταν λάβητε τὴν ἐπιστολήν μου δὲν θὰ εἶμαι εἰς Κεφαλληνίαν.»
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ὁ εἰσαγγελεὺς παρέδωκε τὴν ἐπιστολὴν ταύτην μετὰ τῆς ἐν αὐτῇ ἐγκεκλεισμένης εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ δικαστηρίου, καὶ ὡς μόνον συμπέρασμα καὶ ἐπίλογον προσέθηκε,
- Ζητῶ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Ῥοδίνου.
Τὸ δικαστήριον ἀπεσύρθη πρὸς διάσκεψιν, καὶ μετ' ὀλίγον ἐπανελθόν, ἀπεφήνατο, ὅτι θεωρεῖ τὸν Ῥοδίνην ἀθῶον καὶ ἀπολύσιμον, ὅτι ὅμως πρέπει νὰ διαμείνῃ ὑπὸ κράτησιν μέχρις οὗ ζητηθῇ καὶ δοθῇ ὑπὸ τοῦ Ἁρμοστοῦ ἡ ἐπικύρωσις τῆς ἐκτάκτου ταύτης ἀναδικίας.
Συγχρόνως δ' ἡ ἀστυνομία μετέβη εἰς τὴν ἀγροικίαν τοῦ Συμβολαιογράφου εἰς Λιβαθόν. Εἰς τὴν μεγαλητέραν αἴθουσαν εὗρεν ἐστρωμένην ἀκόμη τὴν τράπεζαν, καὶ κεκαλυμμένην ὑπὸ τῶν λειψάνων τοῦ δείπνου, εἰς τὸ ἓν μέρος αὐτῆς εἰς τὸ αἷμά του πλέον τὸ πτῶμα τοῦ Γερασίμου ἠκρωτηριασμένον, ἀφ' ἑτέρου δὲ τῆς τραπέζης εἰς τὸ ἀνακλιντήριον νεκρὰν τὴν Μαρίναν, ὡς νύμφην ἐστολισμένην, τὰς χεῖρας ἔχουσαν ἐσταυρωμένας ἐπὶ τοῦ στήθους, καὶ στέφανον ἀνθέων εἰς τὴν κεφαλήν.
Τὸ δικαστήριον, νομίσαν ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἔπρεπε νὰ λάβῃ πλήρη τὴν ἐφαρμογήν της, ἐδίκασε τὸν Γεράσιμον καίτοι νεκρόν, καὶ τὸν κατεδίκασεν ὡς πλαστογράφον καὶ πατραλοίαν. Τὸ πτῶμά του ἑπομένως ἐκομίσθη εἰς τὸν τόπον τῆς καταδίκης, ἐνεβάφη εἰς τὴν ζέουσαν πίσσαν, καὶ ἐκρεμάσθη εἰς τὴν ἀγχόνην, ὅπου διέμεινεν ἐπὶ ἕνα μῆνα, ταλαντευόμενον ὑπὸ τῶν ἀνέμων, φοβερὸν θέαμα διὰ τοὺς κατοίκους τοῦ Ἀργοστολίου, οἵτινες διερχόμενοι ἐμπρός του, ἀπεστρέφοντο καὶ ἔκαμνον τὸν σταυρόν των.
Ἡ δὲ Μαρίνα ἐνεταφιάσθη μετὰ πομπῆς, διότι ἡ περίστασις τῆς αὐτοδηλητηριάσεώς της δὲν ἦτο γνωστή. Ὅλη ἡ πόλις συνώδευσε τὴν ἐκφορὰν τῆς νέας καὶ ὡραίας κόρης, καὶ ἔκλαυσε τὸ θῦμα τοῦ κακούργου. Μετὰ τῶν λοιπῶν δὲ τὴν συνώδευσε καὶ ἡ θυγάτηρ τοῦ κόμητος Κανίνου, Λουκία, φοροῦσα ἐνδύματα μελανά, ἃ ποτὲ δὲν κατέθεσεν ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, διότι ἀπεσύρθη διὰ τὸ ἐπίλοιπον τῆς ζωῆς τῆς εἰς μοναστήριον.
Ὁ περιορισμὸς τοῦ Ῥοδίνου ἦτο πρὸς ἐκπλήρωσιν τύπου μᾶλλον ἢ πραγματικός, διὰ τοῦτο ἐνηγήρθη μετὰ τῆς ἐνδεχομένης ἐπιεικείας, καί, κατ' ἐκλογὴν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, ἐντὸς τῆς οἰκίας τοῦ Βοράτου, ὅπου ἡ ἀσθένεια τῆς Ἀγγελικὴς τὸν εἶχεν ὑπὸ ἑκουσίαν καὶ πολὺ αὐστηροτέραν κράτησιν ἢ ὁ νόμος.
Ἡ ἐπικύρωσις τῆς ἀναδικίας δὲν ἀπήντησεν οὐδεμίαν δυσκολίαν ἐξ αἰτίας τῶν ἰδιαιτέρων περιστάσεων τῆς δίκης ταύτης, καὶ τῷ διεκοινώθη ἐπισήμως καθ' ἃς ἡμέρας εἶχεν ἀναλάβει καὶ ἡ Ἀγγελική. Ὁ γάμος των ἑπομένως ἐτελέσθη χωρὶς ἀναβολῆς, καὶ ἀμέσως μετὰ ταῦτα ἀμφότεροι μετὰ τοῦ Βοράτου ἐγκατέλιπον διὰ παντὸς τῆς Κεφαλληνίαν, τόπον ἀπαισίων καὶ θλιβερῶν ἐνθυμήσεως δι' αὐτούς, καὶ κατῴκησαν μίαν τῶν ἐμπορικῶν πόλεων τῆς Εὐρώπης, ὅπου ὁ Ῥοδίνης κατέστη εἷς τῶν ἐπισημοτέρων καὶ γενικῶς τιμωμένων ἐμπόρων.

ΙΒ΄

Κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως ἐνθυμεῖται ἕκαστος γέροντα ἐπτανήσιον ῥακενδύτην, ὅστις περιεφέρετο εἰς τὰς πόλεις καὶ τὰ στρατόπεδα, φέρων πήραν εἰς τοὺς ὤμους, καὶ εἰς τὰ ῥυπαρά του ἐνδύματα ἔχων προσεῤῥαμένα ἐμπρὸς καὶ ὀπίσω πτερὰ πετεινῶν, οὐρὰς κυνῶν, καὶ ἄλλα ἀλλόκοτα προσαρτήματα, τοῖς παιδίοις ἵν' ᾖ γέλως. Αὐτὸς ἦτο πανταχοῦ τὸ παίγνιον τῶν στρατιωτῶν, οἵτινες ἐκάγχαζον εἰς τὰ ἄσεμνα σχήματά του καὶ τοὺς ἀνοήτους του λόγους, καὶ εἰς ἀνταμοιβὴν τῷ ἔῤῥιπτον τὰ κόκκαλα ἀπὸ τῶν τραπεζῶν των. Ἐνίοτε ἡ παραφροσύνη του ἐκορυφοῦτο εἰς μανίαν, ὅτε μάλιστα συνέπιπτε νὰ ἰδῇ αἷμα. Τότε ἄφρονες λέξεις ἐξήρχοντο τοῦ στόματός του.
- Γιά σου, μωρὲ κόντε, ἠκούετο λέγων. Σφίξε, σφίξε καλά, νὰ σκάσῃ ὁ παλαιόγερος. Κοίταξέ τον! Γουρλώνει τὰ ματία ὁ πόβερος. Ῥούφηξέ τον ἀμμὰ τὰ μάτια νὰ μὴ πεταχθοῦν ἀπάνω σου. Αἲ κανάλια! Τὸ ἔσφαξε τὸ ἄσπρο μου περιστέρι! Ἂ μπέστια! φαρμάκι τὸ πότισες τὸ γλυκό μου ἀρνί! Πιέ, Γεράσιμε, σ' τὴν ὑγειὰ τοῦ Διαβόλου! ὁ τζίος σὲ τὸ κερνᾷ. Φωτιὰ καίει τὰ χέρια μου, Γεράσιμε, καὶ τὴν γλῶσσά μου! Νὰ πλύνω τὰ χέρια μου εἰς τὸ αἷμά σου! νὰ ῥουφήξω τὰ μυαλά σου νὰ δροσισθῶ.
Τὸ πρόσωπόν του, ὅταν ἐπρόφερε τὰς καταχθονίους αὐτὰς φαντασίας, ἐλάμβανεν ἔκφρασιν θηριώδη. Οἱ ἀγροῖκοι στρατιῶται ὅμως ἐκάγχαζον ἀκούοντές τον, καὶ τὸν παρώξυνον νὰ τὰς ἐπαναλάβῃ, ἂν καὶ ἤξευρον ὅτι ἅμα ἐξήρχετο τῆς φοβερᾶς ταύτης κρίσεως, ἀπεσύρετο ἐξηγριωμένος, καὶ ἐπὶ δύω ἡμέρας δὲν ἐφαίνετο πλέον.
Ὁ ἐλεεινὸς οὗτος ἐπαίτης ἦτον ὁ συμβολαιογράφος Τάπας. Μὴ ἔχων τὴν ἀνδρείαν νὰ ὑπομείνῃ εἰς τὴν πατρίδα του τὴν ἀμοιβὴν τῶν πράξεών του, τὸν θάνατον διὰ τῆς ἀγχόνης, κατέφυγε τὴν φρικτὴν ἐκείνην νύκτα τῆς δολοφονίας τοῦ Γεράσιμου εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐλαφρῶς μόνον τὸ ὄνομά του μεταβαλών· ἐνταύθα δέ, ὑπὸ τῆς ἐριννύος τῆς συνειδήσεώς του οἰστρηλατούμενος, καὶ εἰς τὰς αἱματηρὰς φαντασίας του καὶ εἰς τὴν θλῖψιν του διὰ τὴν στέρησιν τῆς θυγατρός του ἀποπνίξας τὸ λογικόν του, περιῆλθεν εἰς τὴν οἰκτρὰν ἐκείνην κατάστασιν, ἥτις ἦτο τῆς θείας ἐκδικήσεως τρομερὸν παράδειγμα, καὶ ἐπανάληψις τῆς τιμωρίας τοῦ Κάϊν.
Ὅταν δέ, μετὰ τὴν ἅλωσιν τοῦ Μεσολογγίου, ὁ Καραΐσκος ἐξεστράτευσεν εἰς τὴν Στερεὰν ὅπως ἐκδικήσῃ τὴν μάρτυρα ταύτην πόλιν, ὁ γέρων Κεφαλλὴν εὑρίσκετο μεταξὺ τῶν ὑποζυγίων τοῦ στρατοπέδου, καὶ συνέπεσε νὰ παρακολουθήσῃ ἀπόσπασμα ῥιφθὲν ὑπὸ τῆς τύχης τοῦ πολέμου πρὸς τὴν Ἀκαρνανικὴν παραλίαν.
Περὶ τὴν δείλην ἦτον, ὅταν, μετὰ μίαν τῶν συνήθων ἐκρήξεων τῆς μανίας του, ἀποσυρθεὶς παραφόρως τοῦ στρατοπέδου, περιεφέρετο εἰς τὰ ὅρη τυχαίως. Ἀναῤῥιχηθεὶς δὲ ταχὺς ὡς αἴλουρος πετρώδη ῥάχιν ἥτις ὑψοῦτο ἐμπρός του, εὑρέθη εἰς τὸ χεῖλος καθέτου κρημνοῦ, οὗ ἡ βάσις εἰς βάθος διακοσίων ποδῶν ἔτρυζεν ὑπὸ τὴν ἀέναον προσβολὴν τῶν κυμάτων. Τὸ βλέμμα τοῦ Τάπα ἐξετάθη εἰς τὸ Ἰόνιον πέλαγος, καὶ ἐπὶ τοῦ λαμπρῶς φωτιζομένου ὁρίζοντος τῆς δύσεως εἶδεν ἀντικρύ του ἰσχυρῶς ἀναφαινομένην τὴν Κεφαλληνίαν, καὶ ἡ καρδία του ἐσκίρτησεν ὡς μέλλουσα νὰ διαῤῥαγῇ ὅταν προσέβαλε τὰς ὄψεις του τὸ γνωστὸν σχῆμα τῶν κορυφῶν τοῦ Μεγάλου Βουνοῦ.
- Μαρίνα μου, Μαρίνα μου, ἔκραξεν, ἔτρεχα τὸν κόσμον νὰ σὲ ζητῶ. Ἔτρεξα τὰς νύκτας καὶ τὰς ἡμέρας, ἔτρεξα τὰς κοιλάδας καὶ τὰ βουνά. Ἐδὼ λοιπὸν ἤσουν, κόρη μου, καὶ μ' ἐπρόσμενες! Μὴ φεύγῃς, ἔρχομαι, ἔρχομαι.
Καὶ ἓν βῆμα προὐχώρησε πρὸς τὸ ὅραμα τῆς καρδίας του· ἀλλὰ τὸ βῆμα τοῦτο ἦτον ἐπὶ τοῦ βαράθρου, καὶ τὸ ἀφρίζον κῦμα ἔσβυσε καὶ τὰς τύψεις τοῦ συνειδότος του, καὶ τοὺς πόνους του, καὶ τὴν μνήμην του.

Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, «Ο συμβολαιογράφος»,Άπαντα τα Φιλολογικά, τόμ. Ι΄: Διηγήματα, εν Αθήναις, τύποις Ελληνικής Ανεξαρτησίας, 1882 (κεφ. Ι΄- ΙΒ΄), σσ. 89-107


        -----------------------------------------------------------------------------------------------------



Ο ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΣ


Ο συμβολαιογράφος

"Τω όντι δεν ήθελε διστάσει ενώπιον θυσίας, όσον και αν ήτον μεγάλη, αλλ' ουδ' ενώπιον εγκλήματος, όσον αποτρόπαιον και αν ήτον, αν δι' εκείνης ή δι' αυτού επρόκειτο ν' αγοράση διά την κόρην του πλούτον, απόλαυσιν, ευτυχίαν".

"Ο Συμβολαιογράφος" (1855) του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή διαδραματίζεται στην Κεφαλονιά τη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα, "κατά την αρχήν της επαναστάσεως". Ο ηλικιωμένος κόμης Νανέτος αποκληρώνει τον ανιψιό του Γεράσιμο υπέρ του νεαρού γραμματέα του, Ρόδινη, ο οποίος γίνεται έτσι, αναπάντεχα, κληρονόμος μιας τεράστιας περιουσίας. Ο "αδικημένος" τυχοδιώκτης ανιψιός σπεύδει τότε στον συμβολαιογράφο με την κόρη του οποίου είναι αρραβωνιασμένος, και συντάσσουν μια πλαστή διαθήκη, πηγαίνει έπειτα στο σπίτι του θείου του, αποσπά την υπογραφή του και τον δολοφονεί. Ακολουθεί η σύλληψη του αθώου Ρόδινη. Κι ωστόσο, όλη η κοινωνία σιωπά, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Ώσπου η κόρη του συμβολαιογράφου θα μάθει την αλήθεια και θα σπάσει την αλυσίδα της σιωπής με δραματικό τρόπο. Οι εξελίξεις από εκεί κι έπειτα θα είναι ραγδαίες.

"Ο Συμβολαιογράφος" είναι το καλύτερο αφήγημα του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή: αναβιώνει την κεφαλονίτικη κοινωνία της εποχής, με μια ιστορία δολοπλοκίας, αγωνίας και ερωτικού πάθους, στην οποία οι ήρωες συγχέουν τα όρια ανάμεσα στο "καλό" και στο "κακό".



www.biblionet.gr/book/167188/Ραγκαβής.../Ο_συμβολαιογράφος

                           ------------------------------------------------------------



Ο συμβολαιογράφος

Έτος: 1979

Τηλεοπτική Σειρά

20 επεισόδια( Κύκλοι επεισοδίων: 1) (Ημέρα προβολής: Παρασκευή)

Διάρκεια επεισοδίου: 50'

Ημερομηνία προβολής πρώτου επεισοδίου: Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 1979

Ημερομηνία προβολής τελευταίου επεισοδίου: Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 1980

Είδος: Κοινωνική

Μορφή εγγραφής ταινίας: Βίντεο

Κανάλι: ΕΡΤ

Εταιρία παραγωγής: A.T.V.

Σκηνοθεσία: Γιώργος Μιχαηλίδης

Σενάριο: Γιώργος Μιχαηλίδης

Συγγραφέας: Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής

Μουσική σύνθεση: Γιάννης Ζουγανέλης

Σκηνικά: Νίκος Παραγιουδάκης

Παραγωγός: Σούλης Αθανασίου

Φωτογραφία: Βασίλης Βασιλειάδης (ΙΙ)

Ηθοποιοί: Βασίλης Διαμαντόπουλος (σιορ Τάπας, συμβολαιογράφος) , Δέσπω Διαμαντίδου (Νικολίνα) , Γιάννης Φέρτης (Παύλος Ροδίνης) , Μιμή Ντενίση (Αγγελική Βοράτη) , Αλμπέρτο Εσκενάζυ (κόντες Γεράσιμος Νανέτος) , Ανδρέας Φιλιππίδης (κόντες Διονύσιος Νανέτος) , Ντίνα Κώνστα (Ζηνοβία) , Στάθης Ψάλτης (Παναγιώτης Μερκάτος, γραμματέας ανακριτή) , Σοφία Σπυράτου (Μαρίνα, κόρη σιορ Τάπα) , Σταύρος Ξενίδης (σιορ Βοράτης) , Μίρκα Παπακωνσταντίνου (Αλίκη, σύζυγος ανακριτή) , Δημήτρης Τζουμάκης (δεσμοφύλακας) , Χρήστος Μπίρος (φυλακισμένος φίλος του Ροδίνη) , Έρση Μαλικένζου (γυναίκα φυλακισμένου) , Σούλα Αθανασιάδου (μητέρα Παύλου Ροδίνη) , Δημήτρης Καμπερίδης (Πρόεδρος δικαστηρίου) , Γιώργος Κοτανίδης (εισαγγελέας) , Γιώργος Μπάρτης (αστυνόμος) , Χρήστος Νάτσιος (βοηθός αστυνόμου) , Πολύκαρπος Πολυκάρπου (Μενεγάκος) , Γιώργος Σταμάτης (Αγγελάτος, φυλακισμένος) , Ειρήνη Εμιρζά (σύζυγος κόντε Μπονάτου) , Μαρία Νίκα (κοντεσίνα Λουκία Μπονάτου) , Χρήστος Κάλοου (ξάδερφος Λουκίας Μπονάτου) , Μπάμπης Αλατζάς (καπετάν Δονάτος) , Γιώργος Μιχαηλίδης (κόντες Μπονάτος/αφηγητής στο τελευταίο επεισόδιο) , Γιώργος Δάνης (ανακριτής) , Εντβίζ Βάρφη (γυναίκα Αγγελάτου) , Κώστας Κλεφτογιάννης (Αλέξανδρος, φίλος Γεράσιμου Νανέτου) , Βασίλης Κεχαγιάς , Δευκαλίων Κόμης (ξάδερφος Παναγιώτη Μερκάτου) , Νίκος Σκιαδάς (κυρ Γιωργάκης, γιατρός)

Σχόλια/Πλοκή: Είναι μια τηλεοπτική διασκευή του μυθιστορήματος του Αλέξανδρου Ραγκαβή.Κοινωνικό σίριαλ εποχής (1820) που διαδραματίζεται στην Κεφαλονιά. Ο κόντε Νανέτος αποκληρώνει τον τυχοδιώκτη ανιψιό του Γεράσιμο και αυτός υποκλέπτει την υπογραφή του θείου του και τον δολοφονεί. Στην υπόθεση εμπλέκονται ο συμβολαιογράφος Τάπας και η κόρη του Μαρίνα που αγαπά τον Γεράσιμο, ο Ροδίνης που είναι ο Γραμματικός του κόντε και γενικός κληρονόμος του και ο Βοράτης με την κόρη του την Αγγελική που θέλει να παντρευτεί τον Ροδίνη...

Επαναλήψεις: 1980 (ΡΙΚ) , 1987 (ΕΡΤ) , 1990 (ΕΤ3) , 1992 (ΕΤ1) , 1994 (ΕΤ1) , 2013 (ΕΤ1)

Trivia: Η σειρά σώζεται στο Αρχείο της ΕΡΤ.

Η σειρά κυκλοφόρησε σε 10 DVD από τη Ραδιοτηλεόραση τον Ιούλιο του 2006 (4η σειρά της ΕΡΤ σε DVD).












































Δημοσίευση σχολίου