Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

«ΠΑΜΕ ΣΑΝ ΑΛΛΟΤΕ » - ΑΛΕΚΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ




- Ο διαπρεπής θεατρικός συγγραφέας, ο στιχουργός.  

- Ο αυτοδίδακτος κινηματογραφιστής που διέγραψε λαμπρή καριέρα στη μικρή οθόνη.

-  Έπιασε το σφυγμό του Έλληνα και τον σατίρισε… αλύπητα, πάντα όμως με αξιοπρέπεια και λεπτότητα.

-  Εκατόν ένα χρόνια μετά τη γέννησή του εξακολουθεί να μας ψυχαγωγεί με το πλούσιο έργο του.

-  Η Κυψέλη του Σακελλάριου, ο Αλέκος της Κυψέλης.

-  Ευελπίδων και Σπετσών η δική του « Αυλή των Θαυμάτων».


-  Ο σκηνοθέτης που έκανε ταινίες.

 - Ο σεναριογράφος που έγραψε σενάρια.

 - Ο συγγραφέας που έγραψε 185 θεατρικά έργα.

 -  Ο στιχουργός των 2000 τραγουδιών.

  - Ο σκιτσογράφος που έλεγε «τα πρώτα μου λεφτά στη δημοσιογραφία από τα σκίτσα τα έβγαλα».

  - Ο δημοσιογράφος έκανε τα ρεπορτάζ του για τις πολλές μεγάλες Αθηναϊκές εφημερίδες και περιοδικά για σαράντα περίπου χρόνια.

 - Ο διηγηματογράφος.

 - Ο ηθοποιός.

 - Η φυσαρμόνικα στα χέρια του κελαηδούσε.

 - Η μητέρα του Ελένη Ζάππα, ήταν απόγονος του ενός, εκ των εθνικών ευεργετών, αδελφών Ζάππα, του Κωνσταντίνου.

Ο πατέρας του Πύρρος, Ηπειρώτης κι αυτός στην καταγωγή, είχε στενή φιλία, συμπεθέρεψαν κιόλας, με την οικογένεια Μελά.

Το επίθετο Σακελλάριος, μάλλον κατάγεται από την ιδιότητα κάποιου προγονού, ονόματι Χριστόδουλου Μίσιου (1747-1841), ο οποίος έφτασε στον ιερατικό βαθμό του «Σακελλάριου».

Έκτοτε χρησιμοποιεί η οικογένεια τον τίτλο ως επώνυμο.



Στα περισσότερα έργα του κινηματογράφου ή του θεάτρου, συνεργάστηκε με τον Χρήστο Γιαννακόπουλο, όμως και τους δύο, τους χαρακτηρίζει το πολύγραφο και το εύστοχο, της έμπνευσης και της πένας τους.
Μιλάμε για τον Αλέκο Σακελλάριο.
Δεν υπάρχει περίπτωση, να κάνει κάποιος αφιέρωμα στον Ελληνικό κινηματογράφο, στο Ελληνικό τραγούδι και να μην αναφερθεί ή να μην περάσει το μυαλό του, από τον μεγάλο αυτόν, πολυγραφότατο και πολυτάλαντο άνθρωπο.



Σε όλα του τα έργα, οι πρωταγωνιστές, οι δεύτεροι ρόλοι, οι τρίτοι ρόλοι, ακόμα και οι ασήμαντοι ρόλοι, ήσαν ηθικά τόσο καλά υποστηριγμένοι, που δεν άφηναν κανένα περιθώριο τελικής ηθικής προσβολής, προσώπων ή ιδιοτήτων, όποιας τάξης κι αν ήταν αυτός, κατά το σενάριο.
Ανυποστήρικτοι, έμεναν, οι πραγματικά διεφθαρμένοι, οι πραγματικοί κακοί, οι αληθινά διαβρωμένοι, οι επίορκοι, οι δοσίλογοι, οι προδότες.
Στα έργα του, ο Άνθρωπος, έχει τον κεντρικό ρόλο, την ουσιώδη παρουσίαση.
Οι αρετές του Ανθρώπου, δεν διογκώνονται. Οι κακίες του δε μεγεθύνονται.
Ο Άνθρωπος και οι αδυναμίες του, παρουσιάζονται, μέσα από τα πολλά στάδια φιλτραρίσματος, που διαδοχικά, ερμηνεύουν στον αναγνώστη/θεατή, όχι το πως, αλλά το γιατί…
Όλα τα τεράστια ή ήσσονα προβλήματα του Ελληνικού Λαού και της Ανθρωπότητας, κοσκινίζονται στη σήτα της ευαισθησίας, ανακατεύονται με το ιδιόρρυθμο κράμα του χιούμορ του, των αισθήσεών του και πλέον, «ανάλαφρα», προσφέρονται στο ευρύ κοινό.
Μέσα από την κάλυψή του αυτή, δεν επιτρέπει στον μοιχό, να δέχεται κακολογίες για τη σύζυγό του. Δεν δέχεται καμία παρασπονδία στην οικογένεια και στις σχέσεις μεταξύ των μελών μιας οικογένειας. Καλύπτει την αδυναμία του ζαράκια της παράνομης μπαρμπουτιέρας με την ανθρωπιά του, όταν αυτός φανερώνει το καβατζωμένο δεκάρικο. Στην κλέφτρα γύφτισσα δίνει τη λεβεντιά της ευγνωμοσύνης και της ντομπροσύνης. Στους ρέμπελους λατερνατζήδες τιμιότητα κι ανώτερο χαρακτήρα. Στην αδελφή που πήρανε τα μυαλά της αέρα, τη λεβεντιά να μην αφήνει κανέναν να της πατήσει τα όνειρα. Στους σκληρούς καθηγητές, την περηφάνια της μιζέριας τους. Δεν επιτρέπει, ούτε κατά διάνοια, πούλημα της φιλίας. Όταν έχουμε πάλι, τα πιο επικά γεγονότα, πατριωτικά, εθνικά, τότε, η λεπτή του πένα, η λεπτή του κινηματογραφική ή σκηνοθετική ίνα, χαράζει ανεξίτηλα την προδοσία στη γέννησή της, σταμπάροντας ανεξίτηλα τον προδότη.
Ο Αλέκος Σακελλάριος, υπήρξε στην ουσία ένας Ποιητής, που η αφαιρετική του ματιά πρόσθετε, ενώ οι προσθετικές πινελιές, αφαιρούσαν.



Στην ταινία «Το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο» η άτακτη μαθήτρια Γιαδικιάρογλου τιμωρείται από τους καθηγητές της «τρώγοντας» το ένα χαστούκι πίσω απ” τ’ άλλο. Στην πραγματικότητα όμως αυτός που τιμωρείται με αυτόν το απαξιωτικό τρόπο, είναι ο γνωστός μαυραγορίτης και συνεργάτης των ναζί Αλέξης Γιαδικιάρογλου. Ο δοσίλογος πρωθυπουργός Τσολάκογλου τον είχε χαστουκίσει δημόσια και είχε μοιράσει τη λεία του στους πεινασμένους Αθηναίους.‘Ήταν μια από τις πολλές φορές που με αριστουργηματικό τρόπο ο Αλέκος Σακελλάριος καυτηρίαζε τους προδότες, τους ανήθικους και τους διεφθαρμένους της εποχής του.
Για περισσότερα από 60 χρόνια η «πένα» του έγραφε ασταμάτητα. Δημοσιογράφος, χρονογράφος, εκδότης περιοδικών, συγγραφέας θεατρικών έργων και επιθεωρήσεων, στιχουργός, σεναριογράφος κινηματογραφικών ταινιών, άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στον ελληνικό πολιτισμό. Επίσης σκηνοθέτησε στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση και ήταν χαρισματικός κυνηγός ταλέντων. Δεκάδες ηθοποιοί οφείλουν την καριέρα τους σε αυτόν, όπως η Γεωργία Βασιλειάδου στην οποία χάρισε μια δεύτερη καριέρα.


Είμαστε μια μικρή παρέα τότε, ο Χρήστος Γιαννακόπουλος, ο Κώστας Βουτσινάς κι εγώ, που τα σκοτεινά βράδια της κατοχής τρυπώναμε σε μια ταβερνίτσα της οδού Γ΄ Σεπτεμβρίου -κοντά στην οδό Ηπείρου- που η μαυραγορίτικη δραστηριότης του καταστηματάρχη της επεφύλασσε εκπλήξεις στην πειναλέα πελατεία της.
Πότε υπήρχε λίγη φέτα νωπή και άνοστη σαν χορτάρι, πότε υπήρχε λαδάκι του Θεού, που έμπαινε “έξτρα” στα νερόβραστα όσπρια, πότε υπήρχε καμιά γερμανική κονσέρβα και πού και πού υπήρχε και ψωμί “ζυμωτό”, που το κατεβάζαμε αμάσητο και το νιώθαμε ύστερα στο στομάχι μας σαν μια γροθιά τσιμεντένια.
Μέσα σ’ αυτήν τη μαυραγορίτικη ταβέρνα περιφερότανε μελαγχολικός πάντα ένας ξερακιανός σκύλος, που μπορούσε κανείς να μετρήσει τα πλευρά του. Βέβαια, μεζέδες για σκύλους δεν περίσσευαν εκείνη την εποχή, που οι άνθρωποι ψάχνανε, πριν από τις γάτες, τους σκουπιδοτενεκέδες, για να βρούνε κάτι φαγώσιμο. Αλλά κι ο καημένος ο Φλοξ -Φλοξ τον λέγανε τον πειναλέο σκύλο της ταβέρνας- που είχε απαρνηθεί αναγκαστικά την κρεατοφαγία, κατέβαζε αδιαμαρτυρήτως ό,τι είχε την ευχαρίστηση να του προσφέρει η εξίσου πειναλέα πελατεία της κατοχικής ταβέρνας, που πεινασμένη καθότανε, πεινασμένη σηκωνότανε. Τέτοια ήταν η πείνα του έρημου του Φλοξ, που ακόμα και τη νερόβραστη λαχανίδα καταβρόχθιζε.
Εκείνο το μεσημέρι, λοιπόν, τα Χριστούγεννα, ο Κώστας ο Βουτσινάς έτυχε να συναντηθεί με το μαυραγορίτη ταβερνιάρη.
-Το βράδυ, κυρ-Κώστα, πάρ’ τον κυρ-Χρήστο και τον κυρ-Αλέκο κι ελάτε στο μαγαζί να κάνουμε μαζί Χριστούγεννα.
-Τι Χριστούγεννα να κάνουμε, μωρ’ αδελφέ μου; Χριστούγεννα με λαχανίδα;
Ο μαυραγορίτης γέλασε πονηρά.
-Άμα σας λέω ελάτε, ελάτε.
Κάτι πονηρεύτηκε ο Κώστας.
-Γιατί, δηλαδή, θα ‘χεις τίποτα της προκοπής;
-Έσκυψε στ’ αυτί του Κώστα ο μαυραγορίτης και του ψιθύρισε συνωμοτικά το μεγάλο μυστικό:
-Θα ‘χουμε κρέας!
-Κρέας;
-Κρέας, μάλιστα!
Χτυπήσανε τα τέλια αμέσως, ειδοποιηθήκαμε ο Χρήστος κι εγώ και νωρίς – νωρίς, πριν ακόμα σουρουπώσει τελείως, μην τυχόν προλάβουν τίποτ’ άλλοι και μας το φάνε το κρέας, θρονιαστήκαμε στην ταβέρνα, που λόγω της ημέρας ήταν στολισμένη με κλαδιά από έλατα και διάφορα χάρτινα μπιχλιμπίδια.
-Φέρε λοιπόν.
-Τι να φέρω;
-Κρέας να φέρεις.
-Να σας φέρω πρώτα κάτι ορεκτικό; Κάτι για να σας ανοίξει την όρεξη;
-Βρε, δε θέλουμε να ανοίξει η όρεξη. Ανοιχτή είναι, πανάθεμά τη. Να κλείσει θέλουμε. Έχεις τίποτα, να μας την κλείσεις;
-Να σας φέρω, δηλαδή, αμέσως το κρέας;
-Αμέσως.
-Να φέρω και σαλάτα;
-Να φέρεις.
-Έχω και φέτα.
-Να φέρεις και φέτα.
-Και ψωμί;
-Και ψωμί.
Βέβαια, με τέτοια παραγγελία, ήτανε σίγουρο ότι θ’ αφήναμε στο μαυραγορίτη ταβερνιάρη όλη την κινητή μας περιουσία, γιατί κανείς από τους τρεις μας δεν είχε ακίνητη. Μόνο κινητή περιουσία είχαμε και, μάλιστα, ευκολομετακίνητη, μια και δεν προλάβαινε ούτε να ζεσταθεί στις τσέπες μας. Τι σημασία είχε, πόσα κατοχικά βρωμοεκατομμύρια θα πληρώναμε; Το βέβαιο ήταν, ότι θα κάναμε Χριστούγεννα.
Ήρθε, λοιπόν, καμιά φορά το κρέας, λίγο μαυρισμένο, λίγο περίεργο, λίγο αχαμνό, αλλά τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια. Πέσαμε και οι τρεις με τα μούτρα. Από την πρώτη, όμως, μπουκιά απογοητευτήκαμε. Κοιταχτήκαμε ερωτηματικά. Ύστερα, ο Χρήστος είπε:
-Ξινό δεν είναι;
-Ναι, μωρ’ αδερφέ μου. Ξινό και σκληρό.
-Αρνάκι, λέει.
Ο Κώστας γύρισε το κεφάλι του κι έψαξε όλο το μαγαζί. Ύστερα έσκυψε και κοίταξε και κάτω απ’ τα τραπέζια. Ο Χρήστος τον ρώτησε:
-Τι ψάχνεις;
-Ο Φλοξ πού είναι;
Αλήθεια, ο Φλοξ πού ήταν; Πώς και δε φάνηκε ακόμα αυτός, που με το πρώτο κουδούνισμα μαχαιροπήρουνου, έτρεχε σαν νεοσύλλεκτος σε προσκλητήριο;
Ρωτήσαμε τον ταβερνιάρη.
-Τι να σας πω; Κι εγώ δεν ξέρω. Από χτες το βράδυ τον έχασα.
Οι πρώτες μας ανησυχητικές υποψίες άρχισαν να παίρνουν σάρκα και οστά. Τη σάρκα και τα οστά του κατακαημένου του Φλοξ, που φαίνεται ότι τον τρώγαμε αντί χριστουγεννιάτικης γαλοπούλας. Κανείς δεν είπε τίποτα, όμως, μη τυχόν χαλάσει το κέφι των αλλωνών. Και μόνο ο Βουτσινάς μουρμούρισε:
-Σήμερα έτυχε να λείπεις, ρε Φλοξ, που υπάρχουν και κόκαλα;
Ύστερα από λίγα χρόνια -μετά απ’ την απελευθέρωση- ο Χρήστος κι εγώ μεταφέραμε αυτήν τη σκηνή με το Φλοξ στην κωμωδία μας “Οι Γερμανοί ξανάρχονται”.


ΣΤΑΜΑΤΑΩ σε μια φράση, που ανέφερα προηγουμένως: «Ο Σακελλάριος είναι, ίσως, ο εξυπνότερος Έλληνας». Διαισθάνομαι ότι πίσω απ' αυτό το βολικό εύσημο κρύβεται μια διάθεση υποβάθμισης. Ο Αλέκος εκτός από έξυπνος είναι κι ένας ευαίσθητος άνθρωπος. Τα διηγήματα του είναι ένα πρώτο δείγμα. Μπορείτε να φανταστείτε το Σακελλάριο να δακρύζει; (Ίσως και να κλαίει;) Αν διαβάσετε τα πεζά θα μπορέσετε.
Θυμάμαι ένα χρονογράφημά του. Το 'χε γράψει για τη γυναίκα του Γιώργου Τζαβέλλα που, αν δεν κάνω λάθος, είχε πεθάνει παραμονή Χριστουγέννων: Ήταν ένα μικρό αριστούργημα. Δεν είχε τίποτε το μελό (οι μάστορες της σάτιρας ξέρουν να περνούν από ένα αόρατο φίλτρο τη συγκίνηση τους - ένα φίλτρο που λείπει, συχνά, απ' την άλλη όχθη), αλλά είχε μια δύναμη που σε άρπαζε απ' το λαιμό. Σίγουρα ο Αλέκος είχε δακρύσει, γράφοντάς το. Δεν τον ρώτησα ποτέ - αυτά τα πράματα, απλά, δεν τα ρωτάς.
Τα νιώθεις.
Για μένα, το πρόβλημα του Αλέκου ήταν, βασικά ένα: Είχε πολλά ταλέντα, που στριμώχνονταν, συνέχεια, μέσα του, προσπαθώντας να πάρει, κάποιο απ' όλα, σειρά. Έγραφε κωμωδίες, αλλά, αν τον κλείδωνε κάποιος, για μερικές ώρες ή για μερικούς μήνες, σ' ένα γραφείο -όπως έκανε ο Βλάσης Γαβριηλίδης στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη- θα μπορούσε να μπει, άνετα, στο μαγικό αυλάκι της πεζογραφίας, οδοιπορώντας κάπου ανάμεσα στον Μάρκ Τουαίν και στον Τσέχοφ. Σκηνοθετούσε ταινίες του Φίνου και, την ίδια ώρα, έγραφε μερικά απ' τα πιο ρομαντικά τραγούδια του ελληνικού πενταγράμμου.
— Ξέρεις πού έγραψα το «Σαν κι απόψε;» μου είπε, κάποτε,στην τηλεόραση, προσπαθώντας για μια ακόμα φορά ν' απομυθοποίησει τον εαυτό του, με την εντιμότητα του γνήσιου ρομαντικού; «Μέσα σ έναν καμπινέ, όταν ήμουν φαντάρος!»
ΗΤΑΝ ο πρώτος μου καλεσμένος στην πρώτη μου ζωντανή εκπομπή, το 1966. (Όχι στο «Αλάτι και Πιπέρι», αλλά στο «Καλειδοσκόπιο», που ήταν ο προπομπός του). Και, βέβαια, είχε κλέψει την παράσταση
Είχε διηγηθεί ιστορίες, είχε μιμηθεί τον Λογοθετίδη και τον Αργυρόπουλο, είχε παίξει φυσαρμόνικα με τη μύτη! «Θες να σου παίξω τώρα και με τ' αυτί;» με είχε ρωτήσει. Και εγώ, παρασυρμένος απ' αυτό το χειμαρρώδες σόλο, είχα απαντήσει ηλίθια: «Ναι, Αλέκο». Γιατί εκείνη την ώρα, το 'χα πιστέψει, ότι μπορούσε να το κάνει ο Σακελλάριος, ακόμα κι αυτό —να βάλει την φυσαρμόνικα στο αυτί του και να βγάλει νότες!
(Και στο βάθος, το πιστεύω ακόμα...)
Την περασμένη εβδομάδα, είχαμε πάει με τον Αλέκο και την γυναίκα του, την Τίνα, σε μια ταβέρνα, στην Κυψέλη. Στο πιάνο ήταν ο Γιάννης Σπάρτακος και, φυσικά, το ρεπερτόριο ήταν τραγούδια του Σακελλάριου. Το κοινό, που αναγνώρισε τον Αλέκο, του ζήτησε να βγει στην πίστα. Κι ο Αλέκος, αθεράπευτος σόουμαν πάντα, δεν του χάλασε το χατίρι. Πήγε στην πίστα, ακούμπησε στο πιάνο, είπε ιστορίες, έπαιξε φυσαρμόνικα. Και στο τέλος, το Ιονεσκικό φινάλε: «Θέλετε να σας παίξω τώρα και με τ' αυτί;»
Και το κοινό, βέβαια, ανταποκρίθηκε πρόθυμα στην ερεθιστική πρόκληση: «Θέλουμε, κύριε Σακελλάριε!»
Πάντα ο κόσμος θα θέλει, απ' τον κύριο Σακελλάριο, κάτι παραπάνω απ' ό,τι του δίνουν οι άλλοι. Και, πάντα, ο Αλέκος δεν θα του χαλάσει το χατίρι.
Και, βλέποντάς τον, γελαστό κι αναψοκοκκινισμένο στην πίστα, να παίζει με το κοινό του σαν παιδί που παίζει με τ' Αγιοβασιλιάτικα παιχνίδια του, θυμήθηκα την ζωντάνια του Σπύρου Μελά!
Γιορτάζαμε, στην Πάτρα, τα ογδοντάχρονά του. Κάποιος είπε: «Ο Μελάς δεν είναι ογδόντα χρονών. Είναι δύο φορές σαράντα! «Κι ο Μελάς τινάχτηκε, σαν ελατήριο, επάνω και φώναξε:
«Λάθος, είμαι τέσσερις φορές είκοσι...»
ΚΑΤΙ μού λέει ότι το ίδιο θα γίνει όταν, ύστερα από κάμποσα χρόνια, γιορτάσουμε τα ογδοντάχρονά του Αλέκου. Ίσως με κάποια παραλλαγή, βέβαια...
Ίσως, την ώρα που κάποιος θα του λέει ότι είναι τέσσερις φορές 20 ο Αλέκος να τιναχτεί επάνω και να φωνάξει: «Λάθος, είμαι έξ) φορές 15!»
Πλην δέκα, Βέβαια...
Και θα 'ναι αλήθεια. Τόσο θα 'σαι πάντα, Αλέκο: Δεκαπεντάρης!
Ελπίζω, μονάχα, όταν πατήσεις τα 18 και βγάλεις το Λύκειο να δεχτείς να μου γράψεις και συ τον πρόλογο, σε κανένα δικό μου, βιβλίο.


Φρέντυ Γερμανός
Πηγή: Το βιβλίο "ΑΛΕΚΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ: ΛΕΣ ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΧΘΕΣ... ", Εκδόσεις Σμυρνιωτάκη, Γ΄ Έκδοση.


Ήταν πολλοί του '60 οι εκδρομείς. Πρόσωπα επιφανή ή υπόγεια, που διαμορφώσανε ό,τι αντέχει ακόμα. Ο Διονύσης Σαββόπουλος τούς θυμάται έναν έναν μέσα από επεισόδια και πλάκες μιας κοινής, μποέμικης ζωής που μοιραζόταν σε πλατείες και στέκια, μαζί με το φαΐ και τα ψιλά. 

Υπήρχαν δύο μεγάλα στέκια στην Αθήνα: το ένα ήταν το Κολωνάκι και το άλλο ήταν η Φωκίωνος Νέγρη. Στο Κολωνάκι πήγαινε ο Χατζιδάκις, ο Τσαρούχης, ο Λυκουρέζος, ο Γκάτσος, ο Βασιλικός και άλλοι. Μία διανόηση γύρω από την ελληνικότητα. Ήταν η κεντρική παρέα και γύρω απ' αυτή δημιουργούνταν άλλες παρέες μικρότερες, που είχαν ανάλογο πνεύμα. Νεότεροι ζωγράφοι, νεότεροι μουσικοί. Πηγαίναμε και εμείς στην κεντρική παρέα, της προσκολλήσεως βέβαια.

 Στη Φωκίωνος Νέγρη πάλι ήταν ο Σακελλάριος, η Ρένα Βλαχοπούλου, η Βέμπο, ο Ελληνικός Κινηματογράφος, ο Δαλιανίδης, οι ποδοσφαιριστές. Και πάλι γύρω τους νέοι. Η νεολαία στη Φωκίωνος Νέγρη πήγαινε στο Igloo, πήγαινε στην Quinta του Μουτσάτσου, που μετά παντρεύτηκε τη στριπτιτζού Ρίτα Κάντιλακ. Κι ο Lucio Dalla εκεί έπαιζε. Σαξόφωνο. Η νεολαία εκεί άκουγε κυρίως ιταλικά τραγούδια, παράγγελνε πίτσες. Ενώ στο Κολωνάκι της μόδας ήταν τα ρεμπέτικα, Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, και έτρωγαν περισσότερο σουβλάκι. 


Ο Αλέκος Σακελλάριος (7 Νοεμβρίου 1913 - 28 Αυγούστου 1991) ήταν Έλληνας θεατρικός συγγραφέας, στιχουργόςδημοσιογράφος καισκηνοθέτης. Εξαιρετικά δημοφιλής και παραγωγικός, υπήρξε από τους σημαντικότερους ανανεωτές της μεταπολεμικής νεοελληνικής κωμωδίας και από τους σημαντικότερους στιχουργούς του ελαφρού ελληνικού τραγουδιού.

Γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα, στην Αχαρνών. Οι νομικές σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών εκτοπίστηκαν πολύ σύντομα από τις ζωηρές δημοσιογραφικές του ανησυχίες (ήδη από τα σχολικά του χρόνια υπήρξε εκδότης του "Μαθητή", της πιο μεγάλης κυκλοφορίας μαθητικής εφημερίδας της εποχής). Στην μάχιμη δημοσιογραφία μπαίνει μέσα από τη φιλολογική στήλη της Καθημερινής, μετά από ποίημα που στέλνει στον Γεώργιο Βλάχο. Εργάστηκε σε όλες τις μεγάλες εφημερίδες:

 Ελεύθερη ΕλλάδαΑκρόπολιςΑπογευματινήΜάχη,Ελεύθερος ΚόσμοςΕθνικός ΚήρυξΕλεύθερος Τύπος κ.ά., άλλοτε ως ρεπόρτερ, άλλοτε ως χρονογράφος ή ως ευθυμογράφος. Επίσης με τον στενό συνεργάτη του Χρήστο Γιαννακόπουλο εξέδωσαν την εφημερίδα Το Εικοσιτετράωρο και τα περιοδικά Πρωτεύουσα και Σαββατοκύριακο. Διετέλεσε επίσης και διευθυντής του περιοδικού ποικίλης ύλης Εβδομάς. Μέχρι το τέλος της ζωής του χρονογραφούσε σε εφημερίδες και περιοδικά.

Το 1935 έγραψε, κατόπιν παραγγελίας του κορυφαίου κωμικού του ελαφρού μουσικού θεάτρου της περιόδου, Πέτρου Κυριακού, το πρώτο θεατρικό του έργο, την μουσική ηθογραφία Ο βασιλιάς του Χαλβά σε συνεργασία με τον Μήτσο Βασιλειάδη με συνθέτη τον Νίκο Χατζηαποστόλου. Η επιτυχία ήταν μεγάλη και καθιέρωσε κατ'ευθείαν τον νεαρό συγγραφέα.

Η συνεργασία, όμως με τον Χρήστο Γιαννακόπουλο (ξεκινώντας από την επιθεώρηση Παύσατε Πυρ ), ήταν αυτή που έμελλε να γράψει πραγματικά ιστορία. Οι "Διόσκουροι του ελληνικού θεάτρου" (κατά την έκφραση του γνωστού θεατρικού κριτικού Αχιλλέα Μαμάκη ) εκτός από πολυγραφότατοι, υπήρξαν και εξαιρετικά πετυχημένοι. Το σερί των επιτυχιών τους, ενέπνευσε πολλούς συγγραφείς και χρονογράφους της γενιάς τους να καταπιαστούν με την θεατρική κωμωδία, αφήνοντας μια μεγάλη σειρά από έργα που παίζονται ακόμα και σήμερα.

Εξαιρετικά μεγάλη ήταν η επιτυχία του και στον κινηματογράφο -όπου ξεκίνησε αυτοδίδακτος, μετά από παρότρυνση του παραγωγού Φιλοποίμενος Φίνου. Οι ταινίες του σημείωναν ρεκόρ εισπράξεων και οι περισσότερες απ'αυτές έδειξαν και ιδιαίτερη αντοχή στο χρόνο, μέσω της τηλεόρασης. Πάνω από 20 από αυτές είναι εξαιρετικά δημοφιλείς και σήμερα.


Έγραψε επίσης τους στίχους -μόνος, με τον Γιαννακόπουλο ή με άλλους- σε περίπου 2.000 τραγούδια, πολλά από τα οποία έγιναν μεγάλες επιτυχίες, όπως «Άστα τα μαλλάκια σου», «Θα σε πάρω να φύγουμε», «Μάρω-Μάρω μια φορά είν' τα νιάτα», «Άλα, άνοιξε κι άλλη μπουκάλα» , «Το μονοπάτι», «Βρε Μανώλη Τραμπαρίφα», «Ένα βράδυ που 'βρεχε», «Άρχισαν τα όργανα», "Έχω ένα μυστικό", "Υπομονή", "Σήκω χόρεψε συρτάκι" και πολλά άλλα.Συνεργάστηκε με ευρεία γκάμα συνθετών (από τον Νίκο Χατζηαποστόλου και τον Θεόφραστο Σακελλαρίδη, ως τον Σταύρο Ξαρχάκο , τον Γιώργο Ζαμπέτα και τον Γιάννη Σπανό). Ιδαίτερα σημαντικές για το ελληνικό τραγούδι ήταν οι συνεργασίες του με τον Κώστα Γιαννίδη και τονΜιχάλη Σουγιούλ. Σπουδαία -και εξαιρετικά επιτυχημένα- ήταν και τα τραγούδια που έγραψε με τον Μάνο Χατζιδάκι.

Η κριτική της εποχής (με εξαίρεση τον Αλκη Θρύλο ) αντιμετώπισε το δίδυμο Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου ως τους σημαντικότερους απ'τους κωμωδιογράφους της γενιάς τους (επαινώντας ιδιαίτερα και τις πιο φιλόδοξες απόπειρές τους , όπως τα "Ένας Ήρως με Παντούφλες" και Η Μεγάλη Παρένθεσις). Πολλές φορές κατηγορήθηκαν για προχειρότητα, λόγω της υπερπαραγωγικότητάς τους. Η αποτίμησή τους, όμως, μετά το πέρας της εποχής τους ήταν απολύτως θετική. Αρχίζοντας μάλιστα από το 1989, έργα τους μπήκαν και στο ρεπερτόριο του Εθνικού Θεάτρου, κάτι που στις μέρες των μεγάλων επιτυχιών τους θα ήταν αδιανόητο.

Ο Αλέκος Σακελλάριος τιμήθηκε για όλες τις δημιουργικές πλευρές του με πολλά ελληνικά και ξένα βραβεία. Κατά το τέλος της ζωής του, η αφηγηματική του δεινότητα τον έκανε περιζήτητο σε τηλεοπτικές εκπομπές που μελετούσαν την εποχή του. Πολύ μεγάλη επιτυχία, άλλωστε, είχε και το βιβλίο με τις αναμνήσεις του Λες και ήταν Χτες.

Πέθανε στις 28 Αυγούστου του 1991 στην Αθήνα και κηδεύτηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών σε οικογενειακό τάφο.

Είχε παντρευτεί τρεις φορές και είχε δύο κόρες.
Τα τελευταία χρόνια (από τα τέλη του '70 ως το 1991) ζούσε με την τρίτη σύζυγό του, Τίνα, γράφοντας (όπως έλεγε σε συνεντεύξεις του της εποχής) συνεχώς σενάρια, χρονογραφήματα και θεατρικά -τα περισσότερα εκ των οποίων δεν είδαν ποτέ το φως της δημοσιότητας.

Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του -θεατρικό και χρονογραφικό-, σε αντίθεση με τα έργα των συγχρόνων του Τσιφόρου και Ψαθά , δεν εκδόθηκε ποτέ.


Εργογραφία


Θέατρο

ΠΡΟΖΑ:




ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ:

Σβούρα, 1936
Τρελλή Συμφωνία, 1937
Παρίσι-Αθήνα, 1937
Γαρδένια, 1938
Σιλουέττα, 1938
Η Κυρία με τα Ελαττώματα, 1938
Καμέλια, 1939
Φερνάντα, 1939
Ξενύχτηδες, 1939
Παύσατε πυρ, 1939
Φράουλα, 1940
Surprise Party, 1940
Μπράβο κολονέλλο, 1940
Πρωτοβρόχια, 1941
Πολεμική Αθήνα, 1941
Φινίτο λα μούζικα, 1941
Η ζωή συνεχίζεται, 1941
Στο ρυθμό της τζαζ, 1942
Ο Φανός των συντακτών, 1942
Μελωδίες του 1943, 1943
Τα ίδια Παντελάκη μου, 1943
Αττικός Ουρανός
Γαλάζιος Ουρανός, 1943
Ανοιξιάτικες Τρέλλες, 1943
Άλλαξε ο Μανωλιός, 1943
Χάιλ Χίτλερ, 1944
Χωρίς λογοκρισία, 1944
Η Ζωή ξαναρχίζει, 1945
Χαρούμενες Ώρες, 1945
Δολλάρια με τη Σέσουλα, 1947
Η Αθήνα του ’48, 1948
Άνθρωποι...Άνθρωποι!, 1948
Μαϊστράλια, 1948
Άνθρωποι του ’49, 1949
Ο' κέυ, 1950
Έχετε γεια βρυσούλες, 1951
Η Φωνή της Αθήνας, 1954
Όσα παίρνει ο Άνεμος, 1954
Χωρίς λεφτά, 1955
Νυχτολούλουδα, 1957
Η Μουσαφίρισσα, 1957
Άνθρωποι του ’60, 1960
Ώπα ώπα, 1961
Ουΐσκυ και ρετσίνα / Ντόλτσε βίτα / Όλα στα φόρα, 1964
Η Δημοκρατία χορεύει, 1964
Σαμπάνια και πεννιές, 1964
Γκάρντεν Πάρτυ, 1965
Αυλή και Πεζοδρόμιο, 1965
Λαγοί με πετραχήλια,1966
Λουλουδισμένη Αθήνα, 1967
Και μη χειρότερα, 1968
Με αγάπη από την Αθήνα, 1969
Καντσονίσιμα σατυρίσιμα ψιθυρίσιμα, 1971
Με λένε Κώστα, 1974
Έχετε γειά βρυσούλες, 1990


ΟΠΕΡΕΤΤΑ:

Μποέμ της Αθήνας, 1935
Φοιτητική Απεργία, 1936
Αρζεντίνα, 1938
Κορίτσια της παντρειάς, 1938
Μαρία Πενταγιώτισσα


ΒΑΡΙΕΤΕ:

Παιχνίδια της πέννας, 1945
Μπουάτ "Παρκ", 1945
Σινέ Νιούς, 1945
Όασις, 1946


ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΩΜΩΔΙΑ-ΔΡΑΜΑ:

Ο βασιλιάς του Χαλβά , 1935
Ταξείδι στο Αλγέρι, 1935
Το Ρόδο του Ισπαχάν, 1936
Η Λίζα τα 'κανε θάλασσα, 1944
Το Ξύλο Βγήκε Από Τον Παράδεισο, 1944
Γκρίζα Νειάτα, 1944
Ομήρου Οδύσσεια, 1945
Φλερ ντ' αμούρ, 1946
Η ζωή περνά, 1948
Ο Σάτυρος της Μαγκουφάνας, 1949
Φτερό στον Άνεμο, 1950
Έτσι και την Πιάσουμε, 1956
Πέντε Πρόσωπα Ζητούν Μεροκάματο, 1967


Κινηματογράφος

Παπούτσι από τον τόπο σου, 1946
Μαρίνα, 1947
Οι Γερμανοί Ξανάρχονται, 1948
Εκείνες που δεν πρέπει ν` αγαπούν, 1951
Ένα βότσαλο στη λίμνη, 1952
Ο Άλλος, 1952
Σάντα Τσικίτα, 1953
Δεσποινίς Ετών 39, 1954
Θανασάκης ο Πολιτευόμενος, 1954
Ούτε γάτα ούτε Ζημιά, 1954
Λατέρνα Φτώχεια και Φιλότιμο, 1955
Η Καφετζού, 1956
Δελησταύρου και Υιός, 1957
Η θεία απ` το Σικάγο, 1957
Λατέρνα Φτώχεια και Γαρύφαλλο, 1957
Της Νύχτας τα Καμώματα, 1957
Ο Φανούρης και το σόι του, 1957
Ένας Ήρως με Παντούφλες, 1958
Η Κυρά μας η Μαμή, 1958
Ο Ηλίας του 16ου, 1959
Ο Θύμιος τα` κανε θάλασσα, 1959
Αστέρω, 1959
Το Ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο, 1959
Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες, 1960
Τα κίτρινα γάντια, 1960
Το Κλωτσοσκούφι, 1960
Η Αλίκη στο Ναυτικό, 1961
Χαμένα Όνειρα, 1961
Η Νύφη το`σκασε, 1962
Όταν λείπει η Γάτα, 1962
Ο Φίλος μου ο Λευτεράκης, 1963
Πολυτεχνίτης και Ερημοσπίτης, 1963
Χτυποκάρδια στο Θρανίο, 1963
Siralardaki Heyecanlar, 1963
Ο Κύριος Πτέραρχος, 1963
Θα σε κάνω Βασίλισσα, 1964
Η Σωφερίνα, 1964
Το Δόλωμα, 1964
Ο Παράς κι ο Φουκαράς, 1964
Μοντέρνα Σταχτοπούτα, 1965
Υπάρχει και Φιλότιμο, 1965
Περάστε την πρώτη του μηνός, 1965
Η Κόρη μου η Σοσιαλίστρια, 1966
Διπλοπενιές, 1966
Όλοι οι άνδρες είναι ίδιοι, 1966
Η Αδελφή μου θέλει Ξύλο, 1966
Καλώς ήρθε το Δολλάριο, 1967
Ο Στρίγγλος που έγινε Αρνάκι, 1967
Γαμπρός απ` το Λονδίνο, 1967
Ο Σπαγγοραμένος, 1967
Καπετάν Φάντης Μπαστούνι, 1968
Ο Ρωμιός έχει Φιλότιμο, 1968
Μια τρελή τρελή Σαραντάρα, 1970
Η Θεία μου η Χίπισσα, 1970
Ζητείται επειγόντως Γαμπρός, 1971
Κρεββατομουρμούρα, 1971
Τι κάνει ο άνθρωπος για να ζήσει, 1971
Η Κόμησσα της Κέρκυρας, 1972
Η Ρένα είναι οφσάιντ, 1972
Ο Άνθρωπος που γύρισε από τη Ζέστη, 1972
Τα Λιονταράκια, 1974
Ρένα τα ρέστα σου, 1985
Γέλιο με Δόσεις, 1986
Δημόσιος Υπάλληλος, 1986
Ο Γιάννης που έγινε Τζώνης


Τηλεόραση

Δόκτωρ Τικ, 1971
Ο ανθρωπάκος, 1972
Κάτι άλλο..., 1973
Έτσι κι αλλοιώς κι αλλοιώτικα, 1973
Στις σκάλες του πενταγράμμου, 1973
Μόνο για σας,1974
Eγώ κι εγώ, 1974
Χρονικό του Μουσικού Θεάτρου: Λίγο απ' όλα, 1975
Χρονικό του Μουσικού Θεάτρου: Παναθήναια 1907, 1975
Μια Αθηναία στην Αθήνα, 1976
60 λεπτά χωρίς λεφτά, 1976
Έξι ρεβεγιόν, εξήντα χρόνια, 1978
Ελληνικές κωμωδίες, 1981
Μοναστηράκι, 1981
Αληθινές ιστορίες, 1984
Η ζωή του Αττίκ, 1985
Επιθεώρηση, επιθεώρηση, 1989
Τα αστέρια λάμπουν για πάντα, 1990


Βιντεοταινίες

Άντρα θέλω, 1987
Ένα αστέρι γεννιέται με καισαρική, 1987
Έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα, 1987
Ο θάνατός σου, η ζωή μου, 1987


Πεζογραφία

Σε πρώτο πρόσωπο, 1974
Λες και ήταν χτες, 1990


Γνωστότερα τραγούδια

Άλα άνοιξε κι άλλη μπουκάλα
Άρχισαν τα όργανα
Άσε τον παλιόκοσμο να λέει
Ας είν’ καλά το γινάτι σου
Ας πάει και το παλιάμπελο
Άσ’ τα τα μαλλάκια σου
Άσ΄ το το χεράκι σου
Αχ! βρε παλιομισοφόρια
Αυτά τα μάτια κάπου τα `χω ξαναδεί
Βρε πώς μπατιρίσαμε
Γαϊδαράκος
Γαρύφαλλο στ’ αυτί
Δημήτρη μου, Δημήτρη μου
Είμαι άντρας και το κέφι μου θα κάνω
Είναι το στρώμα μου μονό
Ένα βράδυ που `βρεχε
Έχω ένα μυστικό
Η βαλίτσα
Η γυναίκα είναι ζημιά
Η Κυριακή
Θα γυρίσει κι ο τροχός
Θα καθόμουνα πλάι σου
Θα ξανάρθεις
Θα σε πάρω να φύγουμε
Θέλω τα ώπα μου
Κέρκυρα - Κέρκυρα
Κλωτσοσκούφι
Λες και ήταν χτες
Μάρω - Μάρω
Μου αρέσουνε τ΄ αγόρια
Ο αμαξάς ( Καροτσέρη καροτσέρη )
Ο γλάρος
Ο μακρυμάλλης
Ο Τραμπαρίφας ( Το κορίτσι θέλει θάλασσα )
Παλιά γειτονιά
Πάμε σαν άλλοτε
Πες μου μια λέξη
Σαν κι απόψε
Σ’ αγαπώ
Σ΄ αγαπώ σ΄ όλες τις γλώσσες
Σήκω χόρεψε συρτάκι
Στον ουρανό είν’ ένα αστέρι
Τ΄ αλητάκια ( Βρε ντουνιά )
Το γκρίζο γατί (Νιάου νιάου βρε γατούλα)
Το καινούργιο φεγγάρι
Το μονοπάτι
Το τραμ το τελευταίο
Το φεγγαράκι
Το περιστέρι
Τράβα Μπρος
Υπομονή
Φεύγουν τα Νιάτα



el.wikipedia.org/wiki/Αλέκος_Σακελλάριος

www.mixanitouxronou.gr/tag/alekos-sakellarios/
https://logomnimon.wordpress.com/αλέκος-σακελλάριος/
Αλέκος Σακελλάριος - Συνέντευξη (Α' μέρος)
Αλέκος Σακελλάριος - Συνέντευξη (Β' μέρος)
Αλέκος Σακελλάριος - Συνέντευξη (Γ' Μέρος)
Αλέκος Σακελλάριος - Συνέντευξη (Δ' Μέρος)
100 Χρόνια Αλέκος Σακελλάριος (demo video)




Δημοσίευση σχολίου